Η ιταλική λογοτεχνία, τα τελευταία λίγα χρόνια, έχει επανέλθει δυναμικά στο πρόγραμμα των εγχώριων εκδοτικών οίκων. Σύγχρονη, κάπως παλιότερη, αλλά και κλασική σοδειά, και αυτό είναι μια υπενθύμιση ή ανακούφιση πως, κάτω από φαινομενικά και εξ αποστάσεως στάσιμα ύδατα, στη γείτονα χώρα υπάρχουν μερικά σημαντικά, το καθένα από το μετερίζι του, βιβλία και ενδιαφέροντες συγγραφείς. Καθόλου αναπάντεχα η Ιταλία υπήρξε τιμώμενη χώρα στην πρόσφατη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη. Από τις εκδόσεις Πόλις, σε καλή μετάφραση της Δέσποινας Γιαννοπούλου, κυκλοφόρησε πρόσφατα το μυθιστόρημα του Πιερ Βιτόριο Τοντέλι, Χωριστά δωμάτια, που πρωτοεκδόθηκε το 1989.
Είναι η ιστορία του Λέο και του Τόμας, που υπήρξαν ζευγάρι, με τα πάνω και τα κάτω τους, τις αγάπες και τους τσακωμούς τους, την απόσταση και τη διακεκομμένη παρουσία του ενός στη ζωή του άλλου, συνθήκη παράδοξα συγκολλητική, τα χωριστά δωμάτια. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση ξεκινάει όταν ο Τόμας είναι πια νεκρός, τότε ο Λέο, τριάντα δύο ετών, πετυχημένος συγγραφέας, χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Θυμάστε τα καρτούν, που όταν η γη υποχωρούσε, ο ήρωας έτρεχε για να μη μείνει και βυθιστεί στο κενό; Ο Λέο θα ξεκινήσει για ένα ταξίδι, καθόλου σχεδιασμένο, με μυαλό και καρδιά μουδιασμένα, η Ευρώπη που αλλάζει, το σπίτι που μεγάλωσε φαινομενικά αναλλοίωτο, οι απέραντες εκτάσεις της Βόρειας Αμερικής, εικόνες στο βάθος και μπροστά τους ο Λέο να κινείται παρότι παγωμένος, η βύθιση στο παρελθόν αναπόφευκτη, το πριν της σχέσης του με τον νεαρό υποσχόμενο πιανίστα, τα παιδικά του χρόνια, οι αναζητήσεις, οι απαντήσεις που γύρεψε στη θρησκεία και στις τελετές, τα πρώτα φλερτ, η ενηλικίωση, αλλά και το κοντινό παρόν, η σχέση με τον Τόμας, οι πρώτες ματιές, τα κλειστά δωμάτια, τα όμορφα πρωινά, τα ταραγμένα βράδια· ο χρόνος σταμάτησε στην είδηση του θανάτου του, ή ίσως, λίγο αργότερα, στην κηδεία.
Προκύπτει, ίσως εύλογα, το ερώτημα: και τι το ιδιαίτερο έχει αυτή η ιστορία μιας αγάπης χαμένης πια, η λογοτεχνία είναι γεμάτη από δαύτες. Ναι, είναι, και θα συνεχίσει να είναι. Αυτό ας το θεωρήσουμε δεδομένο. Οδηγούμαστε, έτσι, αναπόφευκτα στον τρόπο που η ιστορία δοκιμάζει να γίνει λογοτεχνία, να μην καταλήξει ένα αχρείαστο εγχειρίδιο απώλειας. Η ανάγνωση του βιβλίου του Τοντέλι απαντά με τρόπο ξεκάθαρο. Ξεκινώντας από το υποκείμενο αφήγησης και τη φωνή του, δεν καταφέρνει να σταθεί σε συναισθηματική απόσταση, παρά την όποια απόπειρα που η παντογνωσία και ο ρόλος του επιβάλλει, λυγίζει υπό το βάρος της απώλειας, εκείνου που μένει πίσω να θρηνήσει, να δοκιμάσει να ξεφύγει από τις δαγκάνες, να γυρέψει το αντίδοτο, τη γιατρειά στον χρόνο, που θα θέσει πάλι σε λειτουργία το χέρσο χωράφι του συναισθήματος, που θα ξυπνήσει το σώμα. Και ο Τοντέλι το κάνει αυτό χωρίς να βυθίζεται στα αβαθή νερά του μελοδράματος, χωρίς στιγμή απευθυνόμενος στον αναγνώστη να πει: κοίτα τον καημένο· δοκιμάζοντας να εκβιάσει.
Όπως και του μελοδράματος, έτσι και του υπέρμετρα λυρικού, ο συγγραφέας διαφεύγει τεχνηέντως, χωρίς ωστόσο να περνά στην επικράτεια του άψυχου εγκεφαλικού, οι δόσεις πρέπει να είναι, και είναι, ακριβείς. Η πρόζα τού Τοντέλι είναι ζηλευτή και η μετάφραση της Γιαννοπούλου την αναδεικνύει κατά τη μεταφορά. Σ' αυτή καταφέρνει να μπολιάσει και το πλαίσιο εντός του οποίου τριγυρνά ο Λέο στα χαμένα, να ανοίξει έτσι το κάδρο, να μην περιοριστεί σε ένα ασφυκτικά κοντινό μονοπλάνο του, ο κόσμος, όπως και αν εκείνος νιώθει, είναι γρανάζι που συνεχίζει με θόρυβο να γυρνά αδιαφορώντας για τις όποιες στάσιμες μονάδες του. Έτσι, το αβάσταχτα ατομικό δράμα παίρνει τις διαστάσεις που του αναλογούν στην τεράστια εικόνα, και αυτό, παράσημο στο συγγραφικό πέτο, δεν το συνθλίβει αλλά αντίθετα αναδεικνύει τη μοναχικότητά του. Το πένθος είναι μια διεργασία αμιγώς προσωπική.
Τα Χωριστά δωμάτια διαθέτουν μια ιδιότητα που η καλή λογοτεχνία συνηθίζει να φέρει, να είναι ανοιχτή σε αρκετές γωνίες ανάγνωσης. Κάθε αναγνώστης, της τότε ή της τωρινής εποχής, κάτι διαφορετικό θα εντοπίσει ως άξονα περιστροφής, με κοινό ωστόσο παρονομαστή την απόλαυση που ένα καλό βιβλίο απλόχερα προσφέρει. Το μυθιστόρημα του Τοντέλι μου έφερε στον νου Το δωμάτιο του Τζοβάνι του τεράστιου Τζέιμς Μπόλντουιν.
(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου