Το Ένα κάποιο τέλος είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο σταθερά βρίσκει θέση στις κατά καιρούς λίστες με τα πλέον αγαπημένα μου βιβλία. Από τότε, σταθερά μέσα στα χρόνια, παρακολουθώ τη συγγραφική διαδρομή τού Τζούλιαν Μπαρνς, με τα πάνω και τα κάτω της, εξαιτίας της άδικης, πλην όμως αναπόφευκτης, ενδοεργογραφικής σύγκρισης, στην οποία είναι «καταδικασμένοι» οι σπουδαίοι δημιουργοί. Με τον εύληπτο τίτλο Αναχωρήσεις, το τελευταίο μυθιστόρημα του Μπαρνς, αποτελεί έναν αποχαιρετισμό, ένα κλείσιμο καριέρας, ένα γλυκόπικρο αναγνωστικό κάλεσμα, ένα ακόμα δικό του βιβλίο, το τελευταίο δικό του βιβλίο.
Φτάνοντας στο τέλος της διαδρομής, ο Μπαρνς έχει την απαραίτητη σκευή να μην υποκύψει σε κάτι το προθετικά φαντασμαγορικό, μέσα στα χρόνια, άλλωστε, έχει δοκιμάσει και βρει τη φωνή του, το φίλτρο και τη γωνία παρατήρησης και αποτύπωσης του κόσμου, μια λογοτεχνία ήπιου τόνου, χωρίς αχρείαστες εξάρσεις, μια παραδοσιακή, αλλά όχι παρωχημένη, γραφή, με τον απαραίτητο χώρο και χρόνο ώστε η πλοκή να προωθηθεί, χωρίς διδακτισμό, χωρίς επίδειξη. Οι Αναχωρήσεις δεν θα μπορούσαν να διαφέρουν.
Δεν θα μπορούσαν, επίσης, ως αποχαιρετισμός, να μην απευθύνονται ευθέως στον αναγνώστη, αυτό το εσύ που διαβάζεις τώρα το βιβλίο που έγραψα, διαρκώς παρόν, μια ιδιότυπη επιστολή η οποία μετεωρίζεται ανάμεσα στο αυτοβιογραφικό και τον μηχανισμό γραφής, έχοντας στο επίκεντρο μια ερωτική ιστορία, μια ατυχή ερωτική ιστορία, γνώριμο σκηνικό ενοίκισης των προσώπων στο έργο του. Δύο συμφοιτητές του, χρόνια πολλά πριν, όταν ο κόσμος ανοιγόταν μπροστά τους γεμάτος προκλήσεις, ελπίδες και δυνατότητες, γνωρίστηκαν με τον Μπαρνς ως ηθικό αυτουργό, χώρισαν τότε πριν πάρουν την απόφαση να παντρευτούν. Δεκαετίες αργότερα, εκείνος, ο Στίβεν, θα ζητήσει από τον συγγραφέα φίλο του να παίξει ξανά τον ίδιο ρόλο, να στήσει μια δήθεν τυχαία συνάντηση με τη Τζιν. Όπως και θα γίνει.
Πάνω στον καμβά αυτό, της ερωτικής ιστορίας, της απόπειρας αναστήλωσής της, για την ακρίβεια, ο Μπαρνς θα στήσει τους άξονες του μυθιστορήματος αυτού. Παράλληλα με την εξιστόρηση, του τότε και του αφηγηματικού τώρα, θα προκύψει ο χώρος για την αφήγηση του προσωπικού, ποιος ήταν τότε, ποιος στην πορεία έγινε, πού βρίσκεται τώρα, πώς συνέβη αυτό το πανηγύρι της ζωής, το σύμπαν που ενεργεί αυτόνομα και ανεξήγητα, παρά τον όποιο ορθολογικό ή ανορθολογικό τρόπο εμείς επιλέγουμε να ερμηνεύσουμε και να δεχτούμε τα συμβάντα, την τύχη ή την ατυχία, την ανταπόδοση ή μη των όσων θεωρούμε πως πράξαμε καλώς. Και οι δυο τους, ο Στίβεν και η Τζιν, σε ανύποπτες στιγμές εξομολόγησης είχαν ζητήσει από τον Μπαρνς να μην τους εντάξει σε κάποια μυθοπλαστική του απόπειρα. Εδώ απλώνεται το πέπλο της δημιουργίας. Πέπλο που συσκοτίζει, ή να πω μαγεύει, άραγε, τη διαδικασία. Μια σειρά από ερωτήματα στέκουν αναπάντητα. Υπήρξαν ο Στίβεν και η Τζιν πραγματικά; Είχαν αυτά τα ονόματα; Η ιστορία τους ήταν αυτή ή περίπου αυτή; Ο Μπαρνς τήρησε τη δέσμευσή του ή μήπως η δέσμευση αυτή άλλο δεν ήταν από ένα συγγραφικό τέχνασμα;
Ανακάλεσα το κύκνειο άσμα ενός άλλου σπουδαίου, του Πολ Όστερ, που μας αποχαιρέτισε συγγραφικά με το Μπαουμγκάρτνερ, στον πυρήνα του οποίου, όπως και εδώ, υπήρχε η κατασκευή ενός βιβλίου, παρότι, αντίθετα με τον Μπαρνς, ο Όστερ επέλεξε ένα μακρινό άλτερ έγκο του, μια από τις πιθανές εκδοχές της ιστορίας που τόσο λάτρευε να εξετάζει.
Ωστόσο, προείπα πως ο Μπαρνς δεν καταφεύγει σε φαντασμαγορικά τρικ, παρά τον ήπια μεταμοντέρνο χαρακτήρα των Αναχωρήσεων, που δεν παύουν στιγμή να είναι ένα μυθιστόρημα, ένα τελευταίο μυθιστόρημα, αναπόφευκτα απολογιστικό και ιδιαιτέρως προσωπικό, ένα κλείσιμο καριέρας, με τον συγγραφέα, στα πλέον συγκινητικά μέρη της εξιστόρησης/συγγραφής να αναρωτιέται αν το ένα ή το άλλο επεισόδιο το έχει χρησιμοποιήσει ξανά, αρνούμενος την ψηφιακή αναζήτηση, καταφεύγοντας στους καλούς αναγνώστες του, των πάντα πρόθυμων να συμβάλλουν, ένα έμμεσο ευχαριστώ και σε εκείνους. Το κομμάτι της μνήμης, αυτό το ανήμερο θεριό που δρα αυτόνομα και δεν υπακούει, που διατηρεί ένα αδιάφορο περιστατικό ατόφιο και αφήνει να χαθεί το όνομα μιας ερωμένης, απασχολεί, πώς όχι, τον Μπαρνς, τώρα που νιώθει πως κυρίως κοιτάζει προς τα πίσω, στο μονοπάτι που δημιούργησε, ενεργητικά ή παθητικά, και τον έφερε ως εδώ.
Ένα υποδειγματικό, όχι απλώς συγκινητικό, φινάλε. Ευχαριστούμε για τις ιστορίες κύριε Μπαρνς.
(το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου