Για διάφορους λόγους το περίμενα το βιβλίο αυτό.
Η Μαντώ, κόρη της Μαρίας, εγκαταλείπει έγκαιρα το εξοχικό στον Νέο Βουτζά εξαιτίας της πυρκαγιάς του 2018, το σπίτι της μητέρας της, που ήταν το όνειρό της, εκείνη είχε πεθάνει ήδη από το 2015, δεν το είδε να καίγεται, μπορείς να πεις ευτυχώς που κάποιο άτομο πρόλαβε και πέθανε, μπορεί και να μπορείς και να βγάζει νόημα. Όταν η φωτιά τελείωσε το έργο της, η κόρη επέστρεψε να επιθεωρήσει, στάχτες και αποκαΐδια, πιο δίπλα θρηνούσαν θύματα, τα σπίτια φτιάχνονται ξανά, λένε, τι και αν ποτέ ξανά δεν θα γίνουν τα σπίτια που ήταν, των παιδικών χρόνων, των καλοκαιρινών διακοπών. Ανάμεσα σε έπιπλα που με κάποια φροντίδα θα μπορούσαν να διασωθούν, να μετακομίσουν, να συνεχίσουν να επιτελούν χρήση, ένα πάκο με επιστολές, που η Μαρία έστειλε στον μετέπειτα σύζυγό της όταν εκείνος σπούδαζε στην Αμερική και εκείνη πάλευε με την ψυχογενή ανορεξία, ήταν άθικτο.
Αυτό το υβριδικό κείμενο αποτελείται από δύο μέρη, το ντοκουμέντο, οι ερωτικές επιστολές, είκοσι δύο συνολικά, στέκουν στη μια πλευρά, δίπλα τους, το κείμενο της κόρης, που κυοφορεί δίδυμα και παλεύει να κρατήσει τις διάφορες τιμές του αίματος σε ακίνδυνες επικράτειες, η Μαντώ διαβάζει ξανά και ξανά τα γράμματα της Μαρίας, κάνει την έρευνά της για την ψυχογενή ανορεξία, διαπραγματεύεται γραμμάτια της λήθης και του θανάτου.
Η διακριτότητα των δύο μερών είναι καθοριστική στη λειτουργία της σύνθεσης αυτής, καθοριστική γιατί επιτρέπει στα γράμματα να λειτουργήσουν αυτόνομα, χωρίς παρεμβολές, χωρίς ανακοπές για σχολιασμό, την ώρα που επιτρέπουν στην κόρη να συνδιαλλαγεί μαζί τους, αλλά και στο κείμενο της κόρης, επιτρέπουν να σταθεί στην απαραίτητη εκείνη απόσταση που απαιτείται. Ο κοινός τόπος συνάντησης είναι ένα πολύβουο κενό, η Μαρία, που γράφει στον σύντροφό της, δεν είναι ακόμα μητέρα και εκείνος είναι χιλιόμετρα πολλά μακριά, η Μαντώ, που διαβάζει τις επιστολές, είναι μια κόρη χωρίς μάνα, μια κόρη που ετοιμάζεται να γίνει μάνα. Αυτό το κενό, η απουσία, αποτυπώνεται αβίαστα, χωρίς προσπάθεια, ως είναι.
Και αν τα γράμματα, χωρίς τη φιλοδοξία της περαιτέρω κοινοποίησης, διαθέτουν μια μυχιότητα, εκείνη που οι εραστές μεταξύ τους μοιράζονται, καθώς προσπαθούν να οικοδομήσουν ένα εμείς, παλεύοντας με το εγώ τους, το ολιγοσέλιδο σημείωμα της κόρης αποδεικνύεται εξίσου αβίαστο, παρότι αναδύεται με την προοπτική μιας έκδοσης/έκθεσης. Μητέρα και κόρη, από το στασίδι της η καθεμιά, παλεύουν με τις δικές τους προκλήσεις. Η Μαρία παλεύει με την ψυχογενή ανορεξία, παλεύει όμως και με την επιθυμία να μοιραστεί με εκείνον στιγμές, να προσφέρει το βλέμμα της φιλόξενο για τη δική του ζωή, για την πέρα του Ατλαντικού εμπειρία, με τις δυσκολίες και τις προκλήσεις της. Η κόρη παλεύει να μείνει όσο μπορεί έξω από τις επιστολές, να αφήσει στο περιθώριο τη θλίψη που η απώλεια του γονέα καλλιεργεί, να επιτρέψει στη Μαρία να ακουστεί, να επιτρέψει στην ασθενή να ακουστεί, να αναδυθεί και να αποκοπεί από την απλή στατιστική της ιατρικής επιστήμης, να πάψει να είναι απλώς ένα νούμερο, ένα περιστατικό. Εγώ θα σε ακούσω, Μαρία.
Η διαπραγμάτευση της ψυχικής νόσου, από πλείστες οπτικές γωνίες, αποτελεί αναπόφευκτα τον κυρίως πυρήνα τού Μπράβο Μαρία, φτιάχνεις ωραίες σαλάτες. Οι επιστολές είναι ένα ντοκουμέντο συγχρονίας, οι απογοητεύσεις, οι ελπίδες, οι μικρές νίκες, η ασθένεια ως συνοδοιπόρος μιας ζωής που συνεχίζεται, ως αυτό που είναι δηλαδή, ένα αδιαχώριστο κομμάτι. Η θεραπεία είναι ένα κομμάτι μόνο. Οι αόρατες ασθένειες, εκτός των άλλων, απαιτούν από την ασθενή να πείσει πως δεν είναι μια απλή παραξενιά, ένα καπρίτσο, πως δεν είναι στο μυαλό της, που στο μυαλό της είναι, στην αφετηρία και την απόληξη όλου του νευρικού κυκλώματος, αλλά τέλος πάντων, πως δεν είναι μόνο κατά φαντασία ασθενής. Η αγωνία που ο πόνος γεννά δεν επιτρέπει στον ορθολογισμό να επικρατήσει, οπουδήποτε δίνεται υπόσχεση θεραπείας, και κατανόησης, η ασθενής προσέρχεται με ελπίδα, με μια τελευταία ικμάδα κουράγιου και δύναμης. Μία ασθενής που δεν παραιτείται στέκεται, ή επιθυμεί με νύχια και με δόντια να σταθεί, στην πλευρά της ζωής.
Οι επιστολές στάλθηκαν το πρώτο εξάμηνο του 1983. Σαράντα τόσα χρόνια πριν. Έκτοτε η επιστήμη έκανε άλματα, ερωτήματα απαντήθηκαν, πρωτόκολλα θεραπείας θεσπίστηκαν, μελέτες γράφτηκαν, φάσματα απέκτησαν άκρα, δωμάτια ευρύχωρα, μια ιδιότυπη συμπερίληψη αναδύθηκε. Ωστόσο, λίγα πράγματα μοιάζουν να έχουν αλλάξει. Η περιορισμένη πρόσβαση στην ακριβή ψυχική θεραπεία, η αορατότητα, η γενίκευση, το στίγμα, η ευθύνη που φορτώνεται στους ώμους της ασθενούς, το ένα ακόμα κοριτσάκι που επιθυμεί να είναι αδύνατο, θεωρία και κόντρα θεωρία, και η γνώμη του καθενός μας, αυτό το τελευταίο, δε, έχει γιγαντωθεί.
Το πρίσμα που προσφέρουν αυτές οι επιστολές, κυρίως για τη Μαντώ, είναι ωστόσο πολυποίκιλο, μια περαιτέρω γνωριμία με τη νεκρή μητέρα της, γωνίες και πλευρές εν πολλοίς άγνωστες, τώρα πια κάποιες εξηγήσιμες, διαφορετικές πλέον, αυτή η επικράτεια ερωτημάτων του ποιοι ήταν οι γονείς μας πριν να τους γνωρίσουμε απλώνεται αχανής, εκείνη τότε ήταν η Μαρία, όχι η μαμά της, μια νεαρή κοπέλα. Απλώνεται, αθόρυβα και υπόγεια, όχι ύπουλα και όχι βεβιασμένα, εδώ ένα κοινό έδαφος μεταξύ της κόρης και της αναγνώστριας. Και αν η κόρη απουσιάζει γιατί ακόμα δεν έχει συμβεί, στο παρασκήνιο, ένας παραλήπτης σκιώδης, που μόνο μέσα από την πένα της Μαρίας γνωρίζουμε, βρίσκεται ο σύντροφός της.
Οι επιστολές θα έστεκαν και από μόνες τους, μια μαρτυρία, ένα ντοκουμέντο δυνατό. Η Μαντώ αποφασίζει να προσθέσει κάτι δικό της, παίρνει ένα ρίσκο, να παραπατήσει, να μπερδευτεί και να τραβήξει το καλώδιο, ο προβολέας να φωτίσει εκείνη. Σε μια εποχή που το βίωμα βρίσκεται στο επίκεντρο, και όπως κάθε τι που βρίσκεται στο επίκεντρο βρίσκεται εκεί με πλείστους τρόπους και ποιότητες. Από την εγωπάθεια και την αδιαφορία μέχρι εκείνο που η καλή λογοτεχνία προσφέρει. Από ένα κείμενο ψυχρό, απλά εισαγωγικό και επεξηγηματικό του τι είναι αυτές οι επιστολές, η Μαντώ επιλέγει κάτι πιο προσωπικό. Οι λογοτεχνικές αρετές είναι πάντοτε απαραίτητες, ωστόσο εδώ υπάρχουν και άλλες απαιτήσεις. Η Μαντώ πετυχαίνει κάτι που στα μάτια μου μοιάζει ιδιαιτέρως δύσκολο, να φανερωθεί τόσο όσο, να μην παραμείνει στη σκιά μιας αφηγήτριας που βρήκε αυτές τις επιστολές, ένα τυχαίο γεγονός δηλαδή, αλλά να επιτρέψει στον συναισθηματικό συσχετισμό να εισχωρήσει, χωρίς να τραβήξει το καλώδιο, μια υπενθύμιση πως οι επιστολές αυτές είναι της Μαρίας που μόνο κάποια χρόνια αργότερα έγινε μητέρα της. Κάπου εκεί, με κάποιο τρόπο, μια αίσθηση φροντίδας αναδύεται, δύο γυναίκες, η Μαντώ και η Μαρία, συνομιλούν χωρίς η μία να παραλαμβάνει τις επιστολές της άλλης, και αυτή η αίσθηση είναι λυτρωτική.
υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
Εκδόσεις Yusra

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου