Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

Η εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής - Ilarie Voronca

Η ισχύς εν τη ενώσει. Ο Σπύρος Βαλτετσιώτης —ο άνθρωπος πίσω από το υπέροχο βιβλιοπωλείο Fata Libelli— πρότεινε, οι εκδόσεις Ποταμός με ενθουσιασμό αποδέχτηκαν την πρόταση, ο Αχιλλέας Κυριακίδης ανέλαβε τη μετάφραση-εγγύηση, το βιβλίο έφτασε στον φυσικό του χώρο. Συγκυρία ευτυχής, η σύσταση στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ενός σπουδαίου, του Ιλάριε Βορόνκα, διαμέσου ενός κομψοτεχνήματος όπως η νουβέλα Η εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής.

Τα τελευταία χρόνια, ένας από τα νήματα που με οδηγούν σε ένα βιβλίο, για το οποίο τίποτα δεν ξέρω και τίποτα δεν έχω να περιμένω, είναι εκείνο της υπογραφής του μεταφραστή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό του κύριου Αχιλλέα. Έτσι ξετυλίχτηκε αυτό το αναγνωστικό κουβάρι.

Ήταν νωρίς το πρωί, ένα βιβλίο είχα τελειώσει, ένα άλλο έψαχνα να ξεκινήσω, διάβασα την πρώτη σελίδα:

«Ήταν ένας χειρουργός ασυνήθιστος, που σου αφαιρούσε την ψυχή στο άψε-σβήσε. "Δε θα πονέσετε" έλεγε, "απλώς στηριχτείτε καλά στην πολυθρόνα σας". Και σου μιλούσε περί ανέμων και υδάτων: για τον αίθριο καιρό που συνεχιζόταν, για την τελευταία παράσταση στην Όπερα, για μυστικά διαβούλια υπέρ της ειρήνης· διότι, ας μην το ξεχνάμε, ήμαστε εν καιρώ πολέμου, και στον αέρα πλανιόταν μια μόνιμη απειλή ειρήνης. Οπότε, το μυαλό σου πήγαινε πότε στα πεδία της μάχης, πότε στους πολύβουους δρόμους της πόλης. Και ξαφνικά, εκεί που διόλου δεν το περίμενες, ο εν λόγω δεξιοτέχνης σου αποσπούσε την ψυχή. "Όπως βλέπετε" έλεγε μ' ένα χαμόγελο, "δεν πεθάνατε. Αυτό ήταν". Και σου 'δειχνε, πιασμένο σε μια λευκή τανάλια, ένα πράγμα λευκό που αιμορραγούσε».

Διάβασα την πρώτη αυτή σελίδα. Όχι απλώς είχε αποφασιστεί αμετάκλητα το επόμενο βιβλίο, οι προσδοκίες ήδη βροντοχτυπούσαν την πόρτα, το γιατί ο μεταφραστής έμοιαζε να είναι ο ιδανικός διαφαινόταν ήδη στο παράδοξο και το υποδόριο, η αντίστροφη μέτρηση για το πέρας του οκταώρου είχε κιόλας αρχινίσει, ανάμεσα σε τιμολόγια και παραγγελίες, διέκοπτα το σουλάτσο των πελατών για να τους ζητήσω να διαβάσουν αυτή την πρώτη σελίδα, το συνωμοτικό βλέμμα επισφράγιζε την ομοφωνία επί της αρχής, έτρεφε την προσδοκία.

Σχόλασα και έκανα απλώς λίγα μέτρα, στον ήσυχο απογευματινό πεζόδρομο, ένα στρογγυλό τραπέζι και μια άνετη καρέκλα, ένας ακόμα καφές, η πρώτη σελίδα ξανά, η αφαίρεση της ψυχής και η απειλή της ειρήνης. Δεν θέλει και πολλά πράγματα κανείς.

Ο Βορόνκα, διαβάζω στο βιογραφικό, γεννήθηκε στη Ρουμανία το 1903, μετακόμισε στη Γαλλία, έκανε πράγματα της τότε ζωής, όπως ο πόλεμος, μπλέχτηκε με την πρωτοπορία της εποχής, έγραψε, αυτοκτόνησε στο Παρίσι το 1946, παρά την όποια αναγνώριση έλαβε τότε, στη χώρα του άργησε να εκτιμηθεί, άνθρωποι με πόδια σε δύο χώρες, Ρουμάνος αριστερά στον χάρτη, Γάλλος στα δεξιά.

Και αν η πρώτη σελίδα προμήνυε κάτι το υπερρεαλιστικό και το υπόγεια δηκτικό, δεν περίμενα πως το κυρίως υπόστρωμα θα ήταν εκείνο της συγκίνησης, το οικείο αδιέξοδο της ανθρώπινης ύπαρξης, που επιπροσθέτως οπλίζεται με σκυρόδεμα τραχύ και συμπαγές σε καιρούς όπως εκείνοι, η λαχτάρα για ένα καίριο πλήγμα στη ματαιότητα αλλά και τη μισανθρωπία, η ίδια η πράξη της γραφής είναι μια τέτοια τεχνική αναπνοής, η δίψα για την ομορφιά, τον έρωτα, για το χειροπρακτικό που ως αποτέλεσμα να έχει τη δημιουργία και όχι το μακέλεμα αθώων νεαρών ψυχών ένθεν και ένθεν της γραμμής του μετώπου. Η αφαίρεση της ψυχής, η εμψύχωση μιας άλλης σ' ένα σώμα που υποφέρει από ένα σώμα που έπαψε να αναπνέει, το εύρημα αυτό δεν είναι απλώς ένα εύρημα επιστημονικής φαντασίας, η πρόοδος της ιατρικής δεν χειροκροτείται εδώ, μάλλον δείχνει το πώς το ανθρώπινο προσαρμόζεται στο απάνθρωπο του πολέμου. Ο Βορόνκα, που ξεκίνησε γράφοντας στίχους, και η ποιητική είναι κάτι που διαφαίνεται και στον πεζό του λόγο, δεν επιθυμεί να συντάξει ένα αντιπολεμικό κείμενο, στρατευμένο και ανάλογα απλοϊκό, τόσο που να φτάσει και να γίνει κατανοητό ευρέως, αλλά, με σύμμαχο τον υπερρεαλισμό και το μαύρο, κατάμαυρο, χιούμορ επιθυμεί να αφηγηθεί την εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής, και αυτό κάνει, και το κάνει υπέροχα.

Η συγκίνηση, έλεγα, που αναδύεται από τα υπόγεια, αβίαστη και διόλου με διάθεση διδακτική κάνοντας χρήση απλοϊκών διπόλων, όπως το καλό και το κακό χωρίς την αναμεταξύ τους διαστρωμάτωση με αποχρώσεις του γκρίζου, είναι τελικά το συναίσθημα που μεταφέρει τον αναγνώστη στο μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης. Μέσω εκείνης αναπτύσσεται ο κοινός τόπος, το απαραίτητο ενδιάμεσο εμβαδόν ανάμεσα σε εκείνον και σε σένα, στο τότε και το τώρα, στο εκεί και το εδώ. Η ματαιότητα, η απουσία του ύψους, το πλατσούρισμα σε νερά στάσιμα από μια βροχή που κανείς πια δεν θυμάται πότε επιχείρησε να ξεπλύνει τον δρόμο και τελικά τον λέρωσε, αυτός είναι ο καμβάς, αυτή η αγωνία μιας ζωής ξοδεμένης κακώς και με τον ορίζοντα ομιχλώδη και μη υποσχόμενο πολλά. Η συγκίνηση της απλότητας στον καιρό των τεράτων, μια ιστορία ενός χαμένου έρωτα, η αναζήτηση της ευτυχίας, οι κατραπακιές της ζωής, οι μώλωπες της πτώσης από τα σύννεφα της ονειροπόλησης, ο φόβος να κοιτάξουν οι άλλοι μέσα μας, κάτω από τη μάσκα, εκεί που εντοπίζεται η πλαστότητα. 

Ένα κομψοτέχνημα, γήινο και συνάμα αιθέριο, ρεαλιστικό και ποιητικό, αριστουργηματικό στην απλότητά του και ζηλευτό για την γενναιόδωρη οικονομία του, Η εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής, που τόσο ταίριαξε στον Κυριακίδη, τον λάτρη και υπερασπιστή της μικρής φόρμας, είναι ένα βιβλίο για διάφορους λόγους σημαντικό, ένα σφηνάκι πηχτό που δεν κινδυνεύει να αραιώσει σε όσες αναγνώσεις και αν υποβληθεί, ένας βολβός σκόρδου. Μη βιαστείτε να κρίνεται τον παραλληλισμό μέχρι να φτάσετε στη σελίδα 57.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ποταμός 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου