«Ήρθε το κρύο, όπως έρχεται πάντα. Ένα πρωινό σηκώνεσαι και το έδαφος είναι άσπρο. Οι μέρες ήταν σύντομες και παγωμένες. Από το παράθυρο όλα γίνονταν μικροσκοπικά και αδιάφορα».
Ο τίτλος, το εξώφυλλο, ο μεταφραστής, ο εκδοτικός οίκος. Ναπάλμ στην καρδιά, λευκή επιφάνεια με μια εικαστική όρθια σύνθεση δεξιά, Ευρυβιάδης Σοφός, Κείμενα. Και ένα άγνωστο όνομα. Πολ Γουάσκ.
Δεν διάβασα το οπισθόφυλλο. Γύρισα την πρώτη σελίδα, ήρθε το κρύο, όπως έρχεται πάντα. Ήταν αρκετό αυτό, το επόμενο βιβλίο είχε λάβει θέση. Όλα συνέβησαν γρήγορα. Ο ορίζοντας προσδοκιών, επίσης. Από ποια μονοπάτια άραγε, η εικόνα από το εξώφυλλο του Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχη αναδύθηκε. Μια κουήρ αυτομυθοπλασία περίμενα. Η εικόνα ολοένα και εξασθενούσε καθώς οι σελίδες γύριζαν, απομακρυνόταν η συγγένεια, κάτι άλλο δοκίμαζε να κάνει ο Γουάσκ.
Πάνε δεκαπέντε ή και περισσότερα χρόνια που διάβασα την Κίτρινη βροχή, τον μονόλογο του τελευταίου κατοίκου ενός χωριού στα Πυρηναία. Το σκεφτόμουν όλο και περισσότερο το βιβλίο εκείνο διαβάζοντας το Ναπάλμ στην καρδιά, εκεί όπου, σε ένα ερημωμένο χωριό στρατιωτικοποιημένης ζώνης, ένας ανώνυμος νεαρός περιμένει μια ευκαιρία για να δραπετεύσει.
Υπάρχουν δύο κύρια μονοπάτια σε ένα δυστοπικό μυθιστόρημα, στο ένα ο αφηγητής ξεναγεί και εξηγεί, στο άλλο απλώς καταγράφει τη συνθήκη στην οποία βρίσκεται. Ο ανώνυμος νεαρός πρωτοπρόσωπος αφηγητής ακολουθεί το δεύτερο. Κάθε αφηγηματική επιλογή έχει τα πλεονεκτήματά της, αρκεί να χρησιμοποιηθεί κατάλληλα. Μια ημερολογιακή καταγραφή του τώρα, μια αφήγηση του τότε και μια σειρά από επιστολές στον αγαπημένο του Μπόρις, αυτές οι τρεις αφηγηματικές ροές συνθέτουν το μυθιστόρημα αυτό. Ο αφηγητής ξέρει για τι πράγμα μιλάει, ο Μπόρις επίσης, οι όποιες επεξηγήσεις είναι, αν είναι, αναγκαίες και απαραίτητες για τον αναγνώστη.
Υπάρχουν στιγμές, ειδικά στην αρχή και όσο η ανάγνωση είναι αποσπασματική, που ο αναγνώστης ίσως νιώσει πως βαδίζει στα τυφλά, όσο η ανάγνωση προοδεύει και διαρκεί, αυτό το συναίσθημα δεν απολύεται μεν, μετατρέπεται σε οργανικό συστατικό της εμπειρίας δε, επιτρέπει σε μια κοινή επικράτεια να αναπτυχθεί, μια ιδιότυπη, σίγουρα, κοινή επικράτεια. Ο αφηγητής δεν απευθύνεται άμεσα σε κανέναν πλην του Μπόρις και του ίδιου του του εαυτού, η δυσφορία, η δυσκολία και η πνιγηρότητα κυριαρχούν. Σκέφτηκα να προσθέσω και την απελπισία, όμως θα έπρεπε, αποφασίζω, να την παρατάξω παρέα με την ελπίδα, σχήμα μάλλον οξύμωρο, ωστόσο παρόν. Μπορεί κάποιος που είναι απελπισμένος να ελπίζει; Μα και βέβαια. Κυρίως αυτό συμβαίνει.
Κανείς δεν μπορεί να βρεθεί στη θέση του άλλου, ακόμα περισσότερο όταν η μυθοπλαστική μεμβράνη τυλίγει την εξιστόρηση. Και όμως, η δυσφορία, η δυσκολία και η πνιγηρότητα χαρακτηρίζουν την ανάγνωση εξαιτίας αυτού του αόριστου και του αφηρημένου κόσμου στον οποίο κινείται εγκλωβισμένος ο αφηγητής, το συναίσθημα του να βρίσκεσαι σε ένα σκοτεινό δωμάτιο και να ακούς μια ιστορία τρόμου, κάπως έτσι. Οι σελίδες συνεχίζουν να γυρίζουν, κάποια κομμάτια έρχονται να προστεθούν στο παζλ, κάποιες χαραμάδες αφήνουν κάποια ελάχιστα φωτόνια να εισέλθουν, ωστόσο εκείνο που μάλλον συμβαίνει είναι να ατονήσει σιγά σιγά το ενδιαφέρον του τι συμβαίνει και του πού βρισκόμαστε, δεν είναι αυτό το διακύβευμα.
Το δίπτυχο ελπίδα απελπισία δεν είναι το μόνο αντιθετικό και οξύμωρο. Η ποιητικότητα συμπορεύεται με τον κακοτράχαλο θυμό, η αναχωρητικότητα με τον σκληρό ρεαλισμό, η οικογενειακή ασφυξία με τον πόνο της απώλειας. Ο Γουάσκ, με αρκετές λογοτεχνικές σπουδές στο βιογραφικό του, περισσότερο από μια ιδέα, δείχνει να έχει ένα αρκετά προσωπικό όραμα, ένα σύμπαν, έναν τρόπο, μια φωνή, αυτά τα στοιχεία είναι που συνέχουν κυρίως το αφήγημα αυτό, που διατηρούν την ισορροπία και τη λειτουργικότητα, που το καθιστούν ξεχωριστό. Η ιδιαιτερότητα, παρότι ομόφωνα ποθητή, στην πράξη διχάζει, τα φιλόδοξα έργα το έχουν αυτό το χαρακτηριστικό, η αδιαφορία δεν τα αγγίζει, συνηθίζουν να διχάζουν και να πολώνουν, εκεί που κάποιος διακρίνει ένα αριστούργημα, κάποιος άλλος ισχυρίζεται πως η όση ανάγνωση ήταν απλώς και μόνο χάσιμο χρόνου. Δεν προσδίδει παράσημα η μία ή η άλλη υποδοχή, απλά συμβαίνει.
Τι και αν περίμενα κάτι διαφορετικό, το Ναπάλμ στην καρδιά με υπνώτισε και με βύθισε στον κόσμο του, τι και αν δεν μπόρεσα παρά ελάχιστα να τον αποτυπώσω στη φαντασία μου, η δυσφορία, η δυσκολία και η πνιγηρότητα με κατέλαβαν πλήρως, κάτω από την επιφάνεια της ανάγνωσης ο βυθός βίωνε μια αναστάτωση, μια ανάγνωση ανησυχαστική. Όσο παραβολικά ή μεταφορικά και αν σκέφτηκα επί του βιβλίου κατά τη διάρκεια και μετά το πέρας της ανάγνωσης δεν κατάφερα να ξεχωρίσω τα νήματα αναμεταξύ μας, τα κομμάτια που μέσα μου κινούνταν, μετατοπίσεις και μικροσεισμοί, οι αναλογίες δεν υπήρχαν, όσο και αν ένιωθα δυσφορία, δυσκολία και πνιγηρότητα, δεν μπορούσα να εντοπίσω τι ήταν εκείνο που τις προκαλούσε, σίγουρα δεν ήταν απόλυτη, αν υπάρχει τέτοιο πράγμα, ενσυναίσθηση, κάτι δικό μου με απασχολούσε. Σε αυτό το κενό βυθίστηκα, σε αυτό το άγνωστο γιατί. Η αφαιρετικότητα της αφήγησης ενίσχυε αυτό το βύθισμα, γνώριζα καλά έναν άνθρωπο χωρίς να τον ξέρω πραγματικά, διάβαζα μια αφήγηση που δεν απευθυνόταν σε μένα, που δεν μου ζητούσε, που δεν την ενδιέφερα.
Και ακριβώς επειδή δεν της προκαλούσα το ενδιαφέρον της απεύθυνσης ή του αιτήματος, δεν επιχειρούσε να με υπονομεύσει ή να με εκβιάσει συναισθηματικά, δεν επιχειρούσε να λάβει το στέμμα του θύματος, να γιατί μπορεί η ελπίδα να χορεύει σφιχτά πιασμένη με την απελπισία, να γιατί δεν χρειάζεται κάθε πρωτοπρόσωπη αφήγηση να πάσχει από εγωπάθεια και εγωκεντρισμό. Ίσως, σκέφτομαι, επειδή περίμενα μια κουήρ αυτουμυθοπλασία, και δεν τη διάβασα, ίσως γι' αυτό να μου άρεσε τόσο πολύ το βιβλίο αυτό, γιατί παρέα με αυτό που περίμενα υπήρχαν και ένα μάτσο ενστάσεις και φοβίες ειδολογικού ή της μόδας χαρακτήρα. Διαβάζοντας κάτι εντελώς, ή όχι και τόσο υπό μια έννοια, διαφορετικό, κάτι που δεν περίμενα και διόλου προετοιμασμένος δεν ήμουν, αλλά και πώς να ήμουν, το Ναπάλμ στην καρδιά σε σημεία με πήρε και με σήκωσε, να πώς μπορεί η δυσφορία να συνέρχεται με την απόλαυση, να πώς ο κόμπος στο στομάχι βρίσκεται λίγο πιο κάτω από το διάφραγμα που ανεβοκατεβαίνει ελεύθερο.
Αυτό είναι ένα πρωτόλειο έργο. Σκέφτομαι πάντα πως το δεύτερο βήμα ενός συγγραφέα ίσως και να είναι το πλέον κρίσιμο, στο πρώτο έχει αφιερώσει χρόνο, κόπο, συναίσθημα και βίωμα, η κυοφορία διήρκεσε αρκετά. Τώρα, έχοντας διαβάσει δύο φορές αυτό το βιβλίο, σκέφτομαι πως η αναμονή για το επόμενο διαθέτει μια διαφορετική ποιότητα. Σίγουρα ο χρόνος θα δείξει, αλλά σήμερα θα πόνταρα πως εδώ έχουμε την ανατολή μιας ενδιαφέρουσας και ιδιαίτερης λογοτεχνικής φωνής.
(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου