Ένα από τα συγκλονιστικότερα βιβλία που διάβασα το '25 ήταν Ο Μεγάλος Ρέι του Μάικλ Κίμπαλ, μια μυθοπλαστική κατασκευή για την απώλεια του πατέρα, ποικίλων αποχρώσεων, σύνθεση ενός σύνθετου συναισθήματος, συχνά αντιφατικού και αντιστικτικού, που δεν στόχευε τόσο στην κατανόηση, όσο στην αποτύπωση, στη χαρτογράφηση της επικράτειας μιας παρουσίας που εξελίχτηκε σε απόσταση και εν τέλει σε απόλυτη και οριστική απουσία, το πένθος και η ζωή στους ώμους του επιζήσαντα γιου.
Σημείωσα το όνομα του συγγραφέα, ήθελα να διαβάσω ό,τι άλλο δικό του θα μπορούσα να βρω, στα ελληνικά είχε κυκλοφορήσει το 2010, εκδόσεις Οκτώ, μετάφραση Παλμύρας Ισμυρίδου, το Αγαπητοί όλοι, το βρήκα και το τοποθέτησα στη στοίβα με τα προσεχώς. Όταν μετέφερα το κείμενο για τον Μεγάλο Ρέι από την Εφημερίδα των Συντακτών στην ψηφιακή αυτή γωνιά, το διάβασα ξανά, το εμβαδόν του μέσα μου είχε μεγαλώσει περαιτέρω, η ανάγνωση αυτή επισπεύστηκε, εν μέσω επανέναρξης της εκδοτικής μηχανής μετά τη μεταχριστουγεννιάτικη αγρανάπαυση.
Ο Τζόναθαν Μπέντερ αυτοκτονεί. Αφήνει πίσω του επιστολές, σημειώσεις, αποκόμματα τύπου και εγκυκλοπαιδειών. Ο αδερφός του, με τον οποίο δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη σχέση, επιχειρεί να ανασυνθέσει τη ζωή τού Τζόναθαν, εν πολλοίς άγνωστη σε αυτόν, θα προσθέσει στο αρχείο αποσπάσματα από το ημερολόγιο της μητέρας τους και διαλόγους με τον πατέρα τους, αλλά και κομμάτια από τον επικήδειο λόγο που εκφώνησε η πρώην σύζυγός του. Κατά τόπους παρεμβαίνει για να διευκρινίσει κάτι, για να πει τη δική του εκδοχή, για να παραδεχτεί την άγνοιά του επί κάποιου θέματος ή περιστατικού. Οι παρεμβάσεις αυτές, περισσότερο από το ημερολόγιο της μητέρας ή τους διαλόγους με τον πατέρα θα φωτίσουν μια πλευρά δυσπρόσιτη, εκείνη της απόστασης μεταξύ των μελών μιας οικογένειας, δύο αδερφών που η ζωή του καθενός τράβηξε το δικό της μονοπάτι, που παρότι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο ίδιο σπίτι, από τους ίδιους γονείς, περισσότερο διαφέρουν παρά ομοιάζουν. Το ποιος είναι πιο σιωπηλός, ο νεκρός Τζόναθαν με όσα άφησε πίσω του, ή ο ζωντανός Ρόμπερτ, με τις σποραδικές παρεμβάσεις, είναι ένα καλό ερώτημα. Η σύνθεση ακολουθεί χρονολογική σειρά, ξεκινάει από το 1967, όταν και γεννήθηκε ο μεγάλος αδερφός, και φτάνει μέχρι το 1999, όταν έθεσε τέλος στη ζωή του στο γεμάτο αναθυμιάσεις από το αυτοκίνητο γκαράζ.
Μια κατασκευή με την τεχνική του κολάζ, αποκόμματα που παίρνουν τη θέση τους για να συνθέσουν τη ζωή ενός απλού ανθρώπου, που ταλαιπωρήθηκε και ταλαιπώρησε τους γύρω του, που κάποιες στιγμές έμοιαζε να βγάζει το κεφάλι έξω από το νερό, για να βυθιστεί ξανά λίγο μετά, μια περίοδος ηλιοφάνειας και ήπιου καιρού που ένα έντονο και επικίνδυνο καιρικό φαινόμενο θα ακολουθούσε, κάποιες στιγμές γαλήνης και νηνεμίας που σύντομα γινόταν βορά ενός ανεμοστρόβιλου. Εκείνος, που είχε κλίση στην πρόγνωση του καιρού, μελέτη των μοντέλων και εμπειρική παρατήρηση, αδυνατούσε να προβλέψει τις δικές του αναταραχές, τα τραντάγματα που τον εξοβέλιζαν της πορείας του, να πάρει τα μέτρα και τις προφυλάξεις, όπως με τόσο πάθος και αίσθηση καθήκοντος προειδοποιούσε τους τηλεθεατές.
Ο κύριος άξονας του μυθιστορήματος αυτού είναι το κατασκευαστικό του πλάνο, ο τρόπος με τον οποίο τα κομμάτια θα πάρουν τη θέση τους, ο τρόπος τού Κίμπαλ να πει μια ιστορία γνώριμη, οικεία, παρότι όπως κάθε ατομική ιστορία μοναδική στις λεπτομέρειες και τις αποχρώσεις της. Και καταφέρνει δύο πράγματα: να καταστήσει την κατασκευή λειτουργική, μια σύνθεση την οποία ο αναγνώστης, άπαξ και εισέλθει, με άνεση μπορεί να ακολουθήσει τον ιδιαίτερο βηματισμό της, αλλά και να επιτρέψει στο συναίσθημα να παρεισφρήσει, να διεκδικήσει και να καταλάβει τον χώρο που του αναλογεί, να δώσει διαστάσεις στη ζωή του Τζόναθαν, το απαραίτητο βάθος, με δεδομένη τη σιωπή του, πέρα από τα μηνύματα που άφησε πίσω του, αλλά και την απόσταση που χώριζε τα δύο αδέρφια.
Ο Ρόμπερτ, ο βιογράφος αδερφός, ο ιδιότυπος αυτός βιογράφος, αποδεικνύεται ιδιαιτέρως αληθοφανής, παρότι ελάχιστα μαθαίνουμε για εκείνον, και όσα μαθαίνουμε πάντοτε είναι συγκριτικά με τον αυτόχειρα, συνθέτει χωρίς να μυρίζει στείρο επαγγελματισμό, αλλά και χωρίς να επιχειρεί να ενδυθεί έναν μανδύα θρήνου και απώλειας μεγαλύτερου μεγέθους από εκείνον που η απόσταση των δύο αδερφών αντιστρόφως ανάλογα ύφανε. Είναι σημαντικό, καθηλωτικό και συγκινητικό, αβίαστα συγκινητικό και όχι απόρροια εκβιασμού και χειραγώγησης, να θυμόμαστε πως ο Τζόναθαν υπήρξε ένας απλός άνθρωπος, που έζησε, όπως έζησε, υπέφερε, όπως υπέφερε, ευτύχισε, όπως ευτύχισε, συσχετίστηκε, όπως συσχετίστηκε, ονειρεύτηκε, όπως ονειρεύτηκε, αγάπησε, όπως αγάπησε, και πέθανε, όπως πέθανε. Μια χαμηλή συχνότητα, αδιόρατη στον θόρυβο της καθημερινότητας, μοναχική, όπως κάθε ζωή σε εκείνα τα μήκη και πλάτη της επικράτειας στην οποία κινείται, ένα απειροελάχιστο ίχνος σκόνης.
Ο Κίμπαλ διαθέτει μια αρετή, πέρα από τη δεινότητα στην αφήγηση και τη σύνθεση μικρών στιγμιοτύπων, που έχει να κάνει με την οξυδερκή και πανοπτική ματιά του στο συναίσθημα, δεν περιορίζεται σε μια γωνία θέασης, δεν αφουγκράζεται το στερεότυπο ως αυθεντικό, δεν καταφεύγει στο κλισέ, στην γενίκευση, στον μέσο όρο, δεν γυρεύει την φαντασμαγορική υπερβολή, ζητά, μελετά και ανασύρει τις αποχρώσεις, τις ιδιαιτερότητες, τις αντιφάσεις, το ορατό και το αόρατο, το γνωστό και το άγνωστο, το συνειδητό και το υπόγειο, το λογικό και το παράλογο, το κωμικό και το γελοίο, το ζοφερό και το θλιβερό, το γαμώτο. Αλλά ούτε και επιδεικνύει την αρετή του αυτή, η κατασκευή να υπερτερεί του Τζόναθαν, σε καμία περίπτωση, απλώς τοποθετεί το πλαίσιο στο οποίο τα καρέ θα πάρουν τη θέση τους και χρόνο με τον χρόνο θα συνοδεύσουν τον αναγνώστη μέχρι τη διαθήκη του Τζόναθαν.
Ο χαρακτηρισμός συγκινητικό έχει ξεχειλώσει, μην ρίχνετε πέτρες, ωστόσο, η ζωή έχει γίνει έτσι, που κάθε τι, που λίγο φεύγει από την επικράτεια της απομάγευσης, μπορεί να συγκινήσει, αυτό λέει πολλά για το πώς ζούμε. Το ξεχείλωμα αποκαλύπτεται στη σύγκριση, όπως συμβαίνει εδώ, η συγκίνηση που εκλύεται είναι κατακλυσμιαία, ο τρόπος αβίαστος, ή αριστοτεχνικά ενορχηστρωμένος, το τέλος γνωστό και όμως δυσβάσταχτο, ο Τζόναθαν, ένας απλός άνθρωπος, καθίσταται ένας αλησμόνητος χαρακτήρας εν τη απουσία του, ο βιογράφος αδερφός στη σκιά, επίσης. Σε μια εποχή που η υπερβολή φωλιάζει σε κάθε προσωπική αφήγηση, που η καχυποψία του αναγνώστη έτοιμη είναι να γεννήσει ένα και τι με νοιάζει εμένα/τα παραλές/σιγά δηλαδή, το μυθοπλαστικό Αγαπητοί όλοι επαναπροσδιορίζει την αξία των φύλλων στο λογοτεχνικό τραπέζι.
Ένα σημαντικό μυθιστόρημα για έναν ασήμαντο άνθρωπο, με ασήμαντη ζωή και ασήμαντο θάνατο, που έρχεται, χωρίς κόλπα και τερτίπια, και καταλαμβάνει έναν χώρο που δύσκολα ο αναγνώστης θα ανέμενε, και ας είχε διαβάσει, όπως εγώ, τον Μεγάλο Ρέι, και ας ένιωθε, όπως εγώ, υποψιασμένος, και τι με αυτό;

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου