«Κυριευμένος από μια τέτοια γενναιόδωρη μελαγχολία, ο Έιμος μερικές φορές αναλογιζόταν, αυτό δεν είναι άραγε η οικογένεια; Ατελείς άνθρωποι που τους έφερε κοντά η τύχη, κι ωστόσο επιλέγουν να ξυπνούν κάθε πρωί και να προσπαθούν, να επενδύουν στο να κάνουν τα πράγματα λειτουργικά».
«Η Άννα χασμουρήθηκε στο πίσω κάθισμα. Η Κλερ τέντωσε τα χέρια της μπροστά και χτύπησε ρυθμικά το ταμπλό. Η σιωπή των οικογενειών δεν είναι ποτέ στ' αλήθεια απόλυτη. Οι ρίζες μιλούν, η ανάσα».
Είναι γνωστό το περί ευτυχισμένης οικογενειακής ομοιομορφίας και της δυστυχισμένης ιδιωτικότητας, μια προφανής διακειμενικότητα. Ωστόσο, ένα διαβαθμισμένο εργαλείο αξιολόγησης της ευτυχίας, μοιάζει να είναι απαραίτητο, η γνώση πως κάτι τέτοιο δεν υπάρχει ουδόλως βοηθάει. Δεν είμαι σίγουρος, λοιπόν, πως συμφωνώ με τον ορισμό του Λέοντος, γιατί δυσκολεύομαι να δεχτώ την ύπαρξη ευτυχισμένων οικογενειών, όχι σε απόλυτο βαθμό και σε όλο το μήκος της σύνθεσής τους, αφού στιγμές που προσιδιάζουν σε ευτυχία σίγουρα μπορούν να ανασυρθούν. Ευτυχισμένων στα βάθη και όχι στη βιτρίνα του εκάστοτε ντελάλη, ευτυχισμένων πραγματικά και όχι συγκριτικά. Έλεγα σε μια ψυχίατρο, με κάποια αφορμή, πως αν δεν υπήρχαν οικογένειες, τότε οι ειδικοί ψυχικής υγείας θα ζούσαν από την ελεημοσύνη των περαστικών, εκείνη γέλασε και συμφώνησε με τον βιαστικό και μάλλον εξυπνακίστικο αφορισμό. Ανάμεσα σε διάφορες υπογραμμίσεις, ξεχώρισα τις παραπάνω δύο, κάπως νιώθω πως περικλείουν το Μεταξύ φίλων, το λογοτεχνικό ντεμπούτο του Χαλ Έμποτ, βιβλίο που επέλεξα να διαβάσω στηριζόμενος στην αναγνωστική μου διαίσθηση. Το επίθετο «ατελείς» και η απουσία απόλυτης σιωπής, κυρίως.
Ο Έιμος και ο Έμερσον, μεσήλικες πια, είναι φίλοι από το κολέγιο, ο Έμερσον, μάλιστα, είναι εκείνος που γνώρισε στον Έιμος την Κλερ, την οποία παντρεύτηκε και απέκτησε μαζί της ένα παιδί, την Άννα. Θα περάσουν μαζί τους ένα σαββατοκύριακο στην εξοχή, στο σπίτι της οικογένειας του Έμερσον. Ύστερα, θα επιστρέψουν στην καθημερινότητά τους.
Η βεβαιότητα, η ανάγκη της, είναι ένα καταφύγιο, να θεωρείς κάτι δεδομένο, πόσο λάθος έμοιαζε κάτι τέτοιο παλιά, πόσο απαραίτητο καθώς τα χρόνια περνούν και ο κόσμος απλώνεται ολοένα και πιο σύνθετος, ενίοτε τρομακτικός επίσης, καταφύγιο ατελές, σίγουρα ατελές, αλλά ικανό να θραύσει κάτι από την ορμή των κυμάτων, να μην πλημμυρίσει το εσωτερικό του, να μην παρασύρει τα πάντα στο διάβα του το νερό, να δώσει χρόνο για ανασύνταξη πριν το επόμενο σκάσει με μανία. Η διάρρηξη της βεβαιότητας, η άρνηση της αποδοχής της αρχικά, η απόπειρα μη απώλειας της με κόπο κατακτημένης ισορροπίας, έστω και φαινομενικά, έστω και αν είναι εύθραυστη, τελικά, αυτό είναι που διαπραγματεύεται το μυθιστόρημα αυτό, το αίσθημα της μοναξιάς, τη συνέπεια της διάρρηξης, επίσης.
Η αφήγηση, ένας τριτοπρόσωπος παντογνώστης αφηγητής, του Άμποτ έχει κάτι το όμορφα παλιακό, κάτι που πια μοιάζει να είναι ικανές μόνο κάποιες λίγες γυναίκες συγγραφείς να το φέρουν στο χαρτί, σε μια εποχή ολοένα και πιο φρενήρους ταχύτητας, εκείνος βρίσκει, δημιουργεί καλύτερα, τον απαραίτητο χώρο για να φιλοξενήσει τη σκέψη, για να σταθεί στη μία ή την άλλη λεπτομέρεια, που αποδεικνύεται καθοριστική ή όχι. Και αυτός ο χώρος, ο ήπιος ρυθμός, σε συνδυασμό με την αφηγηματική ικανότητα του συγγραφέα, λιγότερο η ίδια η ιστορία, η πλοκή και η προώθησή της, κάνει το μυθιστόρημα αυτό ξεχωριστό. Παλιακό αλλά χωρίς μυρωδιά ναφθαλίνης.
Ο Άμποτ πετυχαίνει κάτι ακόμα στο ντεμπούτο του. Δημιουργεί ένα σχετικά περίκλειστο περιβάλλον, μέσα στον ευρύτερο κόσμο, όπου κινούνται τα πρόσωπα, μελετάει αυτό το μικροκλίμα, διερευνά τον διαχωρισμό, εστιάζει ζουμάροντας αρκετά τον φακό, τόσο που τα πρόσωπα, παρά τους στενούς δεσμούς, διακρίνονται ως ατομικότητες, εκεί που το γυαλί ραγίζει, μια θραύση αδιόρατη από απόσταση, μια ατέλεια στη φαινομενική ευτυχία και ηρεμία. Ακολουθώντας αυτή την τακτική, ο φακός, που παρά τις προδιαγραφές του κινείται αρκετά και δυσκολεύεται να εστιάσει, φωτίζει την ευαλωτότητα της βεβαιότητας και της ισορροπίας, την ανεπάρκεια, επίσης, της όποιας διδαχής, συμβουλής ή συνταγής. Με αυτό το λίγο, που είναι αρκετό, ασχολείται στην πραγματικότητα, την ευθραυστότητα και την κατάρρευση, χωρίς να έχει ανάγκη από ένα ευφάνταστο, σύνθετο και ρηξικέλευθο δράμα, από φωνές και εντάσεις, από απόλυτα διλήμματα, από σπουδαίες, σοφές αποφάσεις, από νικητές και χαμένους, από ευχάριστα ή δυσάρεστα φινάλε, από μια οριστική τελεία μετά την ύστατη φράση. Ένας ψίθυρος είναι το μυθιστόρημα αυτό.
Ο τρεμάμενος φακός, το εξωφρενικό ζουμάρισμα, η ασταθής εικόνα, η λεπτομέρεια, όλα αυτά λειτουργούν εν τέλει συμπεριληπτικά, η ατομικότητα, η εύθραυστη ισορροπία, η ανάγκη για βεβαιότητες και σταθερές, κάτι θυμίζουν, κάτι φέρουν ως αίσθηση, ο αναγνώστης κρατά τον τρεμάμενο φακό, ζουμάρει, επιχειρεί να δει καθαρά τις λεπτομέρειες, βρίσκεται σε βάθη, η ένα προς ένα αναλογίες είναι άχρηστες εδώ μέσα, οι διδαχές, οι συμβουλές ή οι συνταγές, επίσης, η λογική αποδεικνύεται ανίκανη.
Διαβάζω το βιβλίο που έχω ανάγκη να διαβάσω, να ένα κλισέ, πέρα από τις αντικειμενικές αρετές της γραφής του Άμποτ, στην προκειμένη περίπτωση, σκέφτομαι το ατελείς, ξανά, διαρκώς το σκέφτομαι, τη σύμπραξη ή τη συνύπαρξη, επίσης, την πολυπλοκότητα του έξω, την άβυσσο του μέσα, τη λογική σκέψη, την ανάγκη για μια αυτοεικόνα, άπαξ και το μάτι εντοπίσει την μικρορωγμή, για πόσο καιρό αθέατη αλήθεια, είναι αδύνατο πια να μην τη βλέπει, την ατέλεια σε εμάς δεν την βλέπουμε ή τη συγχωρούμε, τέλος πάντων, στους άλλους όχι, και αν τη διακρίνουμε η κατάρρευση συμβαίνει, η περιφερόμενη γαματοσύνη μας, οι πάσσαλοι στήριξης, όλα για όσα πειστήκαμε, χωλαίνουν.
υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου