Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Ηθοποιός - Anne Enright

Είναι μια λίστα, ολοένα μεγαλώνει, γεμάτη ονόματα βιβλίων και συγγραφέων, που ακόμα δεν έχω διαβάσει, που για κάποιο λόγο και από κάποιο μονοπάτι εισήλθαν και κάθισαν, δεν έχει τέλος. Είναι μια λίστα δυστυχώς προχειροφτιαγμένη, λείπει η καταχώρηση του νήματος, πώς συναντήθηκα μαζί τους, ποιος μου μίλησε, πού διάβασα, πώς δελεάστηκα. Είναι η παγίδα που η αυτάρεσκη σκέψη στήνει, θα το θυμάμαι, λες και το πιστεύεις, και ύστερα από λίγο το ξεχνάς, έτσι πάει το παιχνίδι αυτό, α-λήθεια. Ανάμεσά τους, το όνομα της Ιρλανδής Ένραϊτ, η καταγωγή, κάποιο διακειμενικό νήμα, κάποιο κείμενο, ποιος ξέρει τι και πώς, βρέθηκε στη λίστα. Πρόσφατα, σχετικά, κυκλοφόρησε η Ηθοποιός, σε μετάφραση Μαρίας Φακίνου, μια ακόμα προσθήκη στην περιώνυμη σειρά Συγγραφείς απ' όλο τον κόσμο. Ένα γραμμάτιο προς τακτοποίηση, σ' ένα συνολικό χρέος μη βιώσιμο.

Η αφηγήτρια, Νόρα Ο'Ντελ, σε πρώτο πρόσωπο, απευθυνόμενη στον σύντροφό της, υφαίνει με διπλό υφάδι δύο ζωές, της μητέρας της, διάσημης θεατρικής ηθοποιού, και της δικής της, ενός παιδιού αγνώστου πατρός μεγαλωμένου στα πέριξ της λάμψης και της πτώσης μιας διασημότητας, και όπως κάθετες και οριζόντιες σειρές από κλωστές τοποθετούνται με ακρίβεια και γνώση του τελικού σχεδίου, οι δυο ζωές αποκαλύπτονται, διακλαδώνονται και αναπόφευκτα μπλέκονται με την κυρίως ιστορία, το χωροχρονικό αποτύπωμα μιας παρελθούσας εποχής.

Μια αφήγηση πρωτοπρόσωπη με διάθεση σύνθεσης μέσω μεγάλων ποσών ανάληψης από τον παρελθοντικό ταμιευτήρα, εκεί όπου τα γεγονότα στέκουν πια ακίνητα και συντελεσμένα, όσα στο εκάστοτε παρόν έμοιαζαν και ήταν δυναμικά και ανοιχτά, μια τέτοια αφήγηση οφείλει να διαθέτει μια ένταση, ένα νεύρο, να απαντάει με τον τρόπο της στο γιατί της αφήγησης. Στην κακή ή μέτρια λογοτεχνία μια απάντηση σε αυτό το γιατί μπορεί να είναι ένα γεγονός ή ένα εύρημα, κάτι το ξεχωριστό που συνέβη αληθινά ή μυθοπλαστικά στο παρελθόν του αφηγηματικού υποκειμένου, σπάνια όμως από μόνο του αρκετό ώστε πάνω του να οικοδομηθεί η συνολική κατασκευή, έδαφος μάλλον σαθρό, έτσι όπως η πυκνότητα εξαντλείται γύρω από ένα μεμονωμένο σημείο και το υπόλοιπο περιστρέφεται αδιάφορα γύρω του. Για παράδειγμα εδώ, μια μέτρια λογοτεχνική απόπειρα θα περιοριζόταν στο σχήμα παιδί στη σκιά μιας διασημότητας, παιδί που ελευθερωμένο πια, ύστερα από τον μητρικό θάνατο, θα μάζευε το κουράγιο του να δηλώσει παρούσα, να πει: να εδώ είμαι κοιτάξτε με. Και αυτό, ακόμα και αν η ιστορία ήταν στηριγμένη σε πραγματικά γεγονότα, ελάχιστη υποβοήθηση θα πρόσθετε στο αφηγηματικό όχημα, σύντομα θα ξέμενε από καύσιμα πριν καν βγει στις ανηφόρες.

Είναι αυθαίρετο και παρακινδυνευμένο να επιχειρήσει κανείς να εντοπίσει συγγραφικές προθέσεις και επιδιώξεις πίσω από ένα βιβλίο, ίσως να μην είμαι τόσο απόλυτος και αυστηρός και να το θέσω ως κομμάτι της ανάγνωσης, πράξη πρωτίστως υποκειμενική, που έρχεται σε ολική ρήξη με τη σχολική πραγματικότητα αλλά και την κακή κριτική του τι θέλει να πει ο ποιητής. Διαβάζοντας την Ηθοποιό σκεφτόμουν έντονα τη θέση του εντός μιας εποχής στην οποία το αυτομυθοπλαστικό κυριαρχεί, η αλήθεια της αφήγησης, ειδικά της πρωτοπρόσωπης δείχνει να επικρατεί, τόσο ως παραγωγή όσο και ως πρόσληψη. Σκεφτόμουν, λοιπόν, τη θέση ενός μυθοπλαστικού βιβλίου όπως αυτό, που ακόμα και η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια αποτελεί συγγραφικό παράγωγο, και άρα και η ιστορία στο σύνολό της, παρά τα όσα ψήγματα συνάφειας και αλήθειας φέρει, και ένιωθα πως είναι μια πράξη αρκετά ρηξικέλευθη, να κατασκευάσει η Ένραϊτ μια ηθοποιό με μια κόρη αγνώστου πατρός, να την οπλίσει με το απαραίτητο νεύρο, να τοποθετήσει στο πλευρό της έναν σιωπηλό σύντροφο προς τον οποίον απευθύνεται η αφήγηση αυτή, ρηξικέλευθο γιατί απομακρύνεται από τον κύκλο της αφήγησης του εγώ, τοποθετεί στο επίκεντρο τη μυθοπλασία χωρίς να κλείνει το μάτι λιγότερο ή περισσότερο πως όλα αυτά συνέβησαν, πως όλα αυτά ως γεγονότα, σκέψεις και συναισθήματα υπήρξαν, αλλά και βέβαια υπήρξαν, εκεί που ανέκαθεν υπήρξαν, στη συγγραφική σύλληψη και εκτέλεση, πριν το εγώ αποκτήσει την υποχρέωση ή την ανάγκη του πραγματικού και του αληθινού, πριν οι αναγνώστες χρειαστούν μεγεθυντικό φακό πιστοποίησης της αλήθειας για την ανάγνωσή τους.

Και το βιβλίο αυτό υπήρξε αναγνωστικά απολαυστικό με τον τρόπο που η λογοτεχνία είναι απολαυστική, όποια και αν είναι η πρώτη της ύλη, αρκεί να πρόκειται για καλή λογοτεχνία. Μοιάζει τόσο απλό, σίγουρα δεν είναι τόσο. Η αυτομυθοπλασία είναι κάτι που συχνά πυκνά είναι του γούστου μου, αναρωτιέμαι τότε, είτε μου άρεσε είτε όχι το εκάστοτε βιβλίο, αν αυτό σχετίζεται με την αλήθεια που φέρει, τείνω να καταλήξω οριστικά στο συμπέρασμα πως η αλήθεια είναι -στη λογοτεχνία αλλά και στη ζωή εν γένει- μια έννοια σχετική, σίγουρα υποκειμενική, πολλαπλών διαδρομών προσέγγισης και περιδιάβασης. Επανέρχομαι σε όσα παραπάνω είπα πως «μια τέτοια αφήγηση οφείλει να διαθέτει μια ένταση, ένα νεύρο, να απαντάει με τον τρόπο της στο γιατί της αφήγησης», κάτι το οποίο ελάχιστα έχει να κάνει με το αν το περιεχόμενο είναι με στενούς όρους αληθινό ή πραγματικό. Η Ένραϊτ, σε μια εποχή που, συνεπικουρούμενη σίγουρα από τα κοινωνικά δίκτυα και την κουλτούρα που αυτά διαμορφώνουν, η λογοτεχνία μετατοπίζεται ολοένα και περισσότερο στο βίωμα και στο τραύμα, επιλέγει να αφηγηθεί τη συγκεκριμένη ιστορία.

Και το κάνει τεχνικά άρτια, χωρίς η κατασκευή να υπολείπεται εκείνου του δύσκολα περιγράψιμου κάτι, πείτε το ψυχή ή όπως αλλιώς επιθυμείτε, που η καλή λογοτεχνία διαθέτει. Η τεχνική αρτιότητα σε μεγάλο βαθμό έχει να κάνει με τη λεπτομερή γνώση του αφηγηματικού υποκειμένου, η συγγραφέας γνωρίζει πολύ καλά τη Νόρα και γνωρίζοντάς την σε τέτοιο βάθος δύναται να αποτυπώσει αφηγηματικά τη σχέση της κόρης με τη νεκρή μητέρα, κατεβαίνοντας σε βάθη πέρα από τα όποια βιογραφικά βράχια στα οποία ο καθείς μας έχει πρόσβαση, εγκαταλείποντας την επιφάνεια του τετριμμένου και του στερεοτυπικού της σχέσης μάνας κόρης. Και αυτό, διόλου παράδοξα και αντιφατικά, αντί να προσδίδει ιδιωτεία στην αφήγηση ή να την περιορίζει ποικιλοτρόπως, την καθιστά έδαφος κοινό, πέρα από το προφανές, όχι γιατί όλοι έχουμε μια μητέρα διάσημη και ζήσαμε στη σκιά της ή γιατί περάσαμε μια ζωή γυρεύοντας την ταυτότητα του πατέρα μας ή για ό,τι άλλο, αλλά γιατί κατέρχεται σε βάθη σκοτεινά, εκεί όπου το φως δεν φτάνει, εκεί που το αιτιοκρατικό αδυνατεί να δώσει απαντήσεις, στην επικράτεια του γιατί έχουμε ανάγκη τη λογοτεχνία, την αφήγηση εν γένει. Ίσως, τελικά, η αδυναμία προσδιορισμού της συγγραφικής πρόθεσης ή επιδίωξης, αυτό το άγνωστο γιατί επέλεξε η Ένραϊτ να αφηγηθεί αυτή την ιστορία, να εμπλουτίζει περαιτέρω με εκείνο το δύσκολα περιγράψιμο κάτι το μυθιστόρημα.

Διαβάζοντας την Ηθοποιό σκεφτόμουν έντονα δύο άλλα βιβλία. Το ένα, η Ανησυχία της Λιν Ούλμαν, είναι μάλλον προφανές αφού το αυτομυθοπλαστικό σύμπαν αναπόφευκτα περιλαμβάνει τους πλανήτες των διάσημων γονέων, το άλλο, ωστόσο, Το πίσω δωμάτιο της Κάρμεν Μαρτίν Γκάιτε, δεν είναι εύκολο να απαντηθεί το γιατί το σκεφτόμουν, ως αίσθηση, ως αφηγηματική ατμόσφαιρα, δεν ξέρω, μια συγγένεια εκλεκτική, ξεκάθαρα υποκειμενική, διαισθητική.

Ένα όνομα διαγράφηκε από τη λίστα με τους προς γνωριμία δημιουργούς, όμως τουλάχιστον τρία ακόμα βιβλία της που κυκλοφορούν στα ελληνικά προστέθηκαν στη διπλανή λίστα με τα βιβλία που θέλω να διαβάσω, έτσι πάει το παιχνίδι αυτό, έτσι το χρέος εκτοξεύεται.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Για την Ανησυχία της Λιν Ούλμαν περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Πίσω δωμάτιο  της Κάρμεν Μάρτιν Γκάιτε εδώ.

Μετάφραση Μαρία Φακίνου
Εκδόσεις Καστανιώτη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου