Το κριτήριο της πρώτης φράσης: «Στέφανε, τι ανέμπνευστη εποχή είναι αυτή».
Περνούσα μια φάση που διάβαζα με μανία νεοεκδοθείσα ελληνική λογοτεχνία, την ώρα που το καλοκαίρι εισέβαλε δυναμικά στο προσκήνιο, η ζέστη και η εγκατάλειψη της πόλης σταδιακά, είχα τελειώσει κάποια πολύ ωραία διηγήματα, ήμουν στη δουλειά, έπιασα στα χέρια μου την Κατεδάφιση, διάβασα την παραπάνω εναρκτήρια φράση, η επιλογή είχε γίνει.
Με την ποίηση δεν ασχολούμαι, καθόλου εντύπωση δεν μου κάνει που αγνοούσα την πρωτόλεια ποιητική συλλογή της Βουλούδη με τον φοβερό, πάντως, τίτλο: Η πλατεία ως μια βέβαιη κατάληξη. Όπως πια δεν μου κάνει καθόλου εντύπωση πως διαβάζω ολοένα και συχνότερα συγγραφείς πιο νέους από μένα, κάποτε ήταν με τον τρόπο του σοκαριστικό και ίσως σπάνιο, τώρα πια όχι.
Μια σειρά από επιστολές, με αποδέκτη τον Στέφανο, συνθέτουν τη νουβέλα αυτή. Μια σειρά από αναπάντητες επιστολές, ο Στέφανος άμεσα δεν ακούγεται καθόλου, μόνο μέσα από την αφήγηση της Άνιας. Αυτή η μονομερής επιστολική λογοτεχνία, ως αφηγηματικό όχημα, διαθέτει δύο κυρίως πρόσωπα, τον αποστολέα και τον παραλήπτη(;), βάζω το ερωτηματικό γιατί δεν είναι εντελώς ξεκάθαρο αν οι επιστολές αυτές στάλθηκαν και διαβάστηκαν, ένας μονόλογος, ιδιότυπος σίγουρα, λοιπόν, η Άνια ανασύρει από τον ταμιευτήρα, καταστάσεις, σκέψεις, συναισθήματα, συμβάντα, πρόσωπα, από το παρελθόν, λιγότερο ή περισσότερο μακρινό, με μια μάλλον γραμμική αφήγηση στην οποία ο Στέφανος, μη αναμενόμενα μάλλον, δεν είναι το κυρίαρχο πρόσωπο.
Διόλου πρωτότυπο δεν είναι κάτι τέτοιο, ιδιαίτερα στην εποχή μας, εκεί που το αυτομυθοπλαστικό ολοένα και περισσότερο χώρο καταλαμβάνει, εκεί που το ατομικό ολοένα και ισχυροποιεί τη θέση του. Μου άρεσε πολύ το βιβλίο αυτό ωστόσο και αυτό σίγουρα έχει να κάνει με τον αφηγηματικό τρόπο της Βουλούδη, την πρόζα της, την αμεσότητα, την ποιητική ματιά σε ένα εν πολλοίς ρεαλιστικό ταμπλό, σε πράγματα που συνέβησαν. Τις επιστολές συνέχει ένα ιδιότροπο ζεύγος, από τη μια η αίσθηση της πτώσης, από την άλλη η αντίστοιχη μιας προόδου, μιας ωρίμανσης, μιας γνώσης, παρέα με μια απομάγευση, ωστόσο, πάντοτε η απομάγευση, αργά ή γρήγορα, παίρνει όλο και περισσότερο χώρο και χρόνο καθώς η ενηλικίωση προχωρά.
Μιλώντας για το αίσθημα της πτώσης, αντιγράφω αυτό: «Στέφανε, θα πρέπει τώρα να σου μιλήσω για την αίσθηση που έχω ότι τα πράγματα κατηφορίζουν. Είμαι σίγουρη πως υπάρχει μια κλίση δυσδιάκριτη και πως όλα κατρακυλούν, κι εγώ μαζί τους, κι οι άνθρωποι, οι δικοί μου κι οι άλλοι, ξεκινάμε μια ανεπαίσθητη κίνηση προς τα κάτω». Παρακάτω, επίσης: «Τότε ακριβώς ξεκίνησε για μένα μια κάθοδος ισχυρή, μοναχική, περίπου αληθινή, χοντροκομμένη και μάταιη, μια κάθοδος απαιτητική σαν καταβύθιση, σαν πτώση, λες και ο μοναδικός τρόπος για να σωθεί κανείς είναι να ζήσει στο υπέδαφος, κάτω απ' τους άλλους, έξω απ' τον αέρα, μέσα στην παρατήρηση της ζωής και τη σκληρότητα του χώματος, κάτω στον εαυτό του παράλογου βάθους και της σκοτεινιάς».
Δεν ξέρω, και διόλου με ενδιαφέρει, αν η πρώτη ύλη των επιστολών διαθέτει στοιχεία αυτομυθοπλασίας ή όχι. Ας το ξεκαθαρίσω αυτό. Η Βουλούδη, ο αφηγηματικός της τρόπος, καλύτερα, διαθέτει την απαραίτητη ισχύ ώστε να συμπορευτεί το ατομικό βίωμα παρέα με μια, για μένα ζητούμενη, ματιά στον γύρω κόσμο, και ας μην έχω περπατήσει εκείνους τους ίδιους δρόμους της Θεσσαλονίκης, και ας μην έχω αλλάξει τόσα σπίτια, τι σημασία έχει κάτι τέτοιο, καμία. Καθόλου δεν είναι του γούστου μου η ανίχνευση συγγραφικών προθέσεων με βάση τα όσα εγώ γυρεύω να διαβάσω και νιώθω πως διαβάζω. Η δυσδιάκριτη αφετηρία από την οποίο εκκινούν οι επιστολές, αυτό το κάπως αφηρημένο, αλλά τόσο εύστοχο: Στέφανε, τι ανέμπνευστη εποχή είναι αυτή· στο οποίο πολλοί, αν όχι όλοι, οι περισσότεροι θα ένιωθαν ταύτιση, ανέμπνευστη, σίγουρα, απομαγευμένη, επίσης, αυτή η εποχή στην οποία ζούμε παρόλο που συμβαίνουν όσα συμβαίνουν, που καθένας μας με το όποιο προνόμιό του, μικρότερο ή μεγαλύτερο, παρόλα τα όσα συμβαίνουν, συνεχίζει να ζει και να γυρεύει, να πέφτει και να σηκώνεται, να κοιτάζει πότε μέσα και πότε έξω, πότε με ενοχή και πότε με την πανοπλία ενός αναφαίρετου δικαιώματος.
Και αυτή η αρχή, η αναφορά στην ανέμπνευστη εποχή, το άφημα της φράση αυτής εκεί, στην αρχή, ακολουθείται από μια παρεμφερή αόριστη αίσθηση, χέρι-χέρι με τα όσα συνέβησαν, με τις αποφάσεις που πήρε ενεργητικά ή που αναγκάστηκε να πάρει, η διαδοχή των καταστάσεων, των συναισθημάτων, των προσώπων, του ίδιου του εαυτού που μεγαλώνει, που αθροίζεται, που επαναπροσδιορίζεται διαρκώς, αυτή η ανάγκη για ανάληψη ενώ όλα προχωράνε και συνεχίζουν, ο χρόνος τέτοιος είναι, δυσδιάκριτος όσο έρχεται, στιγμιαίος όταν πλησιάζει, άπιαστος μόλις ξεμακρύνει ελάχιστα. Σε άλλες λογοτεχνικές απόπειρες, παρεμφερείς, εντοπίζω συχνά μια ανάγκη στην αφήγηση, εδώ αυτή η αίσθηση δεν υπάρχει, δεν νιώθεις διαβάζοντας τις επιστολές πως η Άνια θα σκάσει αν δεν τα τοποθετήσει στο χαρτί, ή για να είμαι πιο ανοιχτός, δεν κυριαρχεί αυτό το συναίσθημα, και αυτό είναι κάτι που διόλου δεν υποβιβάζει το όλο εγχείρημα, ίσα ίσα που το απελευθερώνει, το ελαφραίνει, του επιτρέπει να πάρει τα μέτρα και τις διαστάσεις του, η εικόνα καθαρίζει έτσι, εδώ υπεισέρχεται εκείνο το δεύτερο χαρακτηριστικό του ζεύγους, η πρόοδος, η ωρίμανση, η γνώση και η απομάγευση, καθένας ας το βαφτίσει όπως επιθυμεί και νιώθει.
Διαβάζω ξανά τα παραπάνω και η αναφορά σε προόδους, ωριμάνσεις και γνώσεις μου χτυπάει άσχημα, σαν να είναι κάποιο βιβλίο αυτοβοήθειας, ψευδοφιλοσοφικό. Και εγώ καθόλου έτσι δεν το εννοώ. Τότε, τι είναι αυτό που λέω; Δεν είμαι σίγουρος. Καθόλου. Διαβάζω ξανά τα παραπάνω. Πάλι μου χτυπάνε άσχημα, αλλά, ταυτόχρονα, η αίσθηση είναι εκεί. Ίσως να φταίει ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφερόμαστε απέναντι στις λέξεις πρόοδος, ωρίμανση και γνώση. Η γαμημένη εκλογίκευση των πάντων. Ίσως και όχι. Η αίσθηση του ζεύγους είναι εκεί. Ίσως έχω ανάγκη να εντοπίσω το αντίβαρο που δεν αφήνει τις επιστολές να καταβυθιστούν, να περιχαρακωθούν, να εγκλωβιστούν. Ίσως να φταίει ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφερόμαστε στη λέξη πτώση. Η ποιητικότητα, ο ρομαντισμός, το νεαρό της ηλικίας. Δεν είμαι σίγουρος. Καθόλου. Αναρωτιέμαι, δεν είναι η πρώτη φορά, αν θα έπρεπε να σταθώ σε έναν βατήρα πιο φιλολογικό, να αναζητήσω και να εντοπίσω στην αντικειμενικότητα τις αρετές της γραφής της Βουλούδη. Φιλόλογος ωστόσο δεν είμαι, ευτυχώς. Τι σχέση θα είχε μια τέτοια απόπειρα με την καταγραφή της αναγνωστικής εμπειρίας, καμία, σπεύδω να απαντήσω. Συναγερμός κλισέ: διαβάζουμε αυτό που είμαστε, διαβάζουμε αυτό που νιώθουμε πως μας αντανακλά, αυτό που έχουμε ανάγκη. Αυτό το πλαίσιο, το γεμάτο κλισέ, απλοποιεί, διαβάζω και νιώθω, όπως ζω και νιώθω και δεν μπορώ, όχι πάντα και όχι με επιτυχία, παρά υποκειμενικά, να ανασύρω το σύνολο των συστατικών και τις μεταξύ τους απόλυτα εμφανείς διασυνδέσεις.
Διαβάζω ξανά τα παραπάνω και τόσο η αναφορά (πρόοδος, ωρίμανση, γνώση) όσο και ο σκεπτικισμός επί αυτών μου χτυπάνε άσχημα, ταυτόχρονα, ωστόσο, εύστοχα, συνεχίζουν να βγάζουν νόημα για μένα, για την ανάγνωσή μου, για τα σημεία εκείνα που διάβασα ξανά και ξανά, στον κολοφώνα διαβάζω κάτι που νιώθω συγγενές: Την Κατεδάφιση της Άνιας Βουλούδη επιμελήθηκε ο Κώστας Σπαθαράκης και ταυτίστηκαν διορθώνοντας η Εύα Πλιάκου και η Ίριδα Αλυσανδράτου. Ίσως έτσι ειπωμένο να βγάζει νόημα.
υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
Εκδόσεις Αντίποδες

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου