Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

Η ζωή μπροστά - Romain Gary

Την υπό διάνοιξη αναγνωστική οδό, έργο σε εξέλιξη, φωτίζουν κάποιες ουράνιες σταθερές, που με τον καιρό μαθαίνεις να εμπιστεύεσαι, πάντοτε παρέα με το ένστικτο και την έλξη του καινούριου και του άγνωστου. Μία εξ αυτών τα ονόματα κάποιων μεταφραστών. Στην προκειμένη περίπτωση εκείνο του Αχιλλέα Κυριακίδη. Να πώς συνέβησαν τα πράγματα με την εκ νέου έκδοση στα ελληνικά του μυθιστορήματος του Ρομαίν Γκαρύ, Η ζωή μπροστά, για το οποίο είχε χρησιμοποιήσει το ψευδώνυμο Εμίλ Αζάρ, βιβλίο που βραβεύτηκε με το Γκονκούρ το 1975.

Πρωτοπρόσωπος αφηγητής είναι ο πιτσιρικάς Μομό, αραβικής καταγωγής. Απ' όταν θυμάται τον εαυτό του, ζει στο σπίτι της Μαντάμ Ροζά —Εβραία, ετών εβδομήντα, πρώην πόρνη, υπέρβαρη— που στο διαμέρισμά της, στον έκτο όροφο μιας πολυκατοικίας χωρίς ασανσέρ, διατηρεί ένα ιδιότυπο οικοτροφείο για παιδιά που οι πόρνες μητέρες τους παραδίδουν σε εκείνη για να μην τα χάσουν από την κρατική παρέμβαση των διαφόρων υπηρεσιών. Ένα χαμίνι που μεγαλώνει στο περιθώριο της παρισινής κοινωνίας.

«Πρέπει να 'μουν τριών χρονών όταν την είδα για πρώτη φορά. Πριν δεν έχουμε μνήμη και ζούμε μέσα στην άγνοια. Εγώ έπαψα ν' αγνοώ όταν ήμουν τριών ή τεσσάρων, κι αυτό καμιά φορά μου λείπει. [...] Στην αρχή δεν ήξερα ότι η Μαντάμ Ροζά με φρόντιζε μόνο και μόνο επειδή στο τέλος κάθε μήνα έπαιρνε ένα έμβασμα. Όταν το 'μαθα, ήμουν ήδη έξι ή επτά χρονών και με πείραξε αυτό. Νόμιζα ότι η Μαντάμ Ροζά με φρόντιζε επειδή μ' αγαπούσε κι ότι ήμαστε δεμένοι. Έκλαψα όλη νύχτα, κι αυτή ήταν η πρώτη μου μεγάλη στεναχώρια. Η Μαντάμ Ροζά είδε ότι ήμουν λυπημένος και μου εξήγησε ότι οικογένεια δεν σημαίνει τίποτα κι ότι υπάρχουν κάποιες οικογένειες που φεύγουν για διακοπές αφήνοντας το σκυλί τους δεμένο σε δέντρο, και κάθε χρόνο τρεις χιλιάδες σκυλιά πεθαίνουν έτσι, στερημένα την αγάπη των δικών τους. Με κάθισε στα γόνατά της και μου ορκίστηκε πως ήμουν ό,τι αγαπούσε πιο πολύ στον κόσμο, αλλά εγώ θυμήθηκα πάλι το έμβασμα κι έφυγα κλαίγοντας».

Ο Γκαρύ, επιλέγοντας να αφηγηθεί την ιστορία του Μομό, μέσα από τα μάτια του ίδιου του Μομό και κυρίως με τη γλώσσα του Μομό, έχει λάβει την πλέον καθοριστική συγγραφική επιλογή. Η νεαρή ηλικία και το περιβάλλον καθορίζουν πλήρως την αφηγηματική ιδιαιτερότητα, το πρίσμα υπό το οποίο ο αναγνώστης ξεναγείται σε ένα Παρίσι σκοτεινό, επικίνδυνο, ακατάλληλο, πολύ μακριά από τη λάμψη των τότε πυρκαγιών και τον ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό αναβρασμό. Η επιλογή, εκτός από τους δεδομένους περιορισμούς, κυρίως γλωσσικούς, όπως η αφηγηματική αληθοφάνεια, χαρίζει μια οργιαστική ελευθερία στον συγγραφέα, που με διάθεση γλεντιού την αρπάζει από τα μαλλιά, αποφεύγοντας όσα το πολιτικά ορθό ορίζει, αλλά, ακόμα περισσότερο, όσα η λογοτεχνία, ως το μακρύ χέρι της κοινωνιολογίας, αποστειρωμένα και εκ του μακρόθεν αφηγείται/πιστεύει για το περιθώριο.

Επειδή βρισκόμαστε σε μια έξαρση δικών σχετικά με τις προθέσεις, ιδιαίτερα όσο μη προνομιούχα άτομα εισέρχονται στη λογοτεχνική αρένα, θα ήθελα να αναφερθώ στο επίθετο προκλητικός, το οποίο συνόδευσε και συνοδεύει αρκετές αναλύσεις για το συγκεκριμένο βιβλίο. Πρόκληση για την κάθε άνιση κοινωνία, εκεί που η λογοτεχνία, η γραφή και η ανάγνωσή της, είναι ένα ξεκάθαρο προνόμιο, με τη συντήρηση να επιδιώκει διαρκώς να τη σφετεριστεί, είτε απορρίπτοντας το καινούριο, είτε επιδιώκοντας να το διαμορφώσει μέσα από φίλτρα κανονιστικά και φιλολογικά, δεν είναι τα όσα αφηγείται ο Μομό, αλλά το ίδιο το γεγονός πως ο Μομό αφηγείται, ακόμα και αν πρόκειται για ένα κατασκευασμένο αφηγηματικό υποκείμενο δια χειρός ενός λευκού, προνομιούχου, μεσήλικα άντρα, πόσο μάλλον, μπορείτε να φανταστείτε, αν ήταν ένα άτομο από τα αρκετά πιο κάτω.

Ο Μομό, όπως και η Ζαζί, κάποια χρόνια νωρίτερα, δεν είναι αλλεργικός στην ευγενική και άρτια γλώσσα, δεν είναι προκλητικός με τρόπο προγραμματικό, αλλά, και εδώ κρίνεται σε μεγάλο βαθμό το εύρημα ως προς την αληθοφάνειά του, αυτή είναι η φωνή του, ο τρόπος του να προσλαμβάνει και να αποδίδει αφηγηματικά τον κόσμο του, είναι κάποιος που χτυπά την πόρτα της λογοτεχνίας και η εμφάνισή του ξενίζει, κάποιοι αγριεύουν μαζί του, δεν είναι λογοτεχνία αυτό, λένε, κάποιοι χαζογελούν αφελώς, τι γλυκό παιδάκι είναι αυτό, λένε. Ο Γκαρύ μοιάζει να εντοπίζει με οξυδέρκεια αυτή τη ρωγμή. Το αστείο. Υπάρχουν διάσπαρτα κομμάτια στην αφήγηση τα οποία προκαλούν ένα γέλιο, έστω ένα μειδίαμα, εκεί, περισσότερο από αλλού, στήνει την παγίδα του ο συγγραφέας, απαλλάσσοντας από κάθε σχετική ευθύνη τον Μομό, που καμία κρυφή ατζέντα δεν έχει, που του δίνεται απλώς η ευκαιρία να αφηγηθεί τη ζωή του τώρα που η Μαντάμ Ροζά καταρρέει και μαζί της ο κόσμος του όλος. Η παγίδα είναι το γέλιο, το κλουβί, στο οποίο πιάνεται ο αναγνώστης αποτελεί τη συνέχεια του μηχανισμού, όταν θα νιώσεις, αν νιώσεις, κάποιοι μοιάζουν άτρωτοι στις βεβαιότητες και τις απόψεις τους για τον κόσμο, την πίκρα στη γεύση αυτού του γέλιου, όταν εκείνο το χαριτωμένο σχόλιο, μια αποστροφή του λόγου ανασύρει την άγνοια και κυρίως το προνόμιο εκ του οποίου λαμβάνεις και κρίνεις και άρα γελάς.

Δεν θα ήταν δίκαιο, ο ενήλικας Μομό λίγα χρόνια αργότερα τόσο θα γελούσε με αυτή την έναρξη πρότασης, να κριθεί το μυθιστόρημα με όρους αυστηρά κοινωνιολογικούς, πολιτικούς, ανθρωπολογικούς ή όποιους άλλους παρεμφερείς, πόσο μάλλον στείρα φιλολογικούς. Το Η ζωή μπροστά είναι ένα μυθιστόρημα ενοχλητικά ευχάριστο, γλυκόπικρα όμορφο, ρεαλιστικά μυθοπλαστικό. Η ανάδειξη της απόστασης που χωρίζει τον κόσμο μας από τον κόσμο τού Μομό, κυρίως αναλογικά με το πόσο διασκεδαστικό θα μας φανεί, απόσταση που ο συγγραφέας δεν επιθυμεί διόλου να διαψεύσει για τον ίδιο του τον εαυτό, είναι ένα συστατικό το οποίο πάει χέρι χέρι με διάφορα κοπλιμέντα για τη γραφή του Γκαρύ, ευφάνταστη, παιγνιώδης ή οργιαστική, να κάποια πρόχειρα, συστατικό που διαρκώς υπενθυμίζεται, διαρκώς δηλώνει παρόν, βρίσκεται εκεί για να μην μας επιτρέψει μια ανάγνωση χωρίς ενοχές.

Το βιβλίο που γράφει ο Γκαρύ και η αφήγηση του Μομό διαθέτουν φαινομενικά κάτι το κοινά παιγνιώδες. Ωστόσο, αν και το βιβλίο ως κατασκευή, σχεδιασμός και εκτέλεση, κρύβεται αρκετά καλά πίσω από την αφήγηση του Μομό που κατακλύζει τις σελίδες, είναι το παιχνίδι ενός ενήλικα, φιλοξενούμενου σε εκείνα τα παρισινά προάστια και προσωπικού μας ξεναγού, μια προσομοίωση του περιβόητου experience, την ώρα που η αφήγηση του παιδιού είναι παιγνιώδης μόνο στα μάτια μας, για εκείνο είναι πραγματική ζωή, ο κόσμος ιδωμένος μέσα από τα μάτια ενός παιδιού, φράση τόσο αισχρά κλισέ, ένας σιγαστήρας συνείδησης, δεν είναι κάτι το χαριτωμένο, κάτι το αφελές, κάτι το περιπετειώδες λες και αναφερόμαστε σε μια εκδρομή στο δάσος. Η αμφιθυμία, η υπονόμευση και η διαπλάτυνση, είναι βασικό συστατικό της λογοτεχνίας, εκεί που αυτό που φαίνεται δεν είναι ακριβώς αυτό που είναι, ή δεν είναι μόνο αυτό, εκεί που η ενόχληση συμβαδίζει και αλληλοδιαμορφώνεται με την απόλαυση, εκεί που το γνώριμο καταρρέει με πάταγο, χωρίς διάθεση για διδαχή και δάκτυλο, εκεί που η μονοσημία πλήττεται θανάσιμα, εκεί που τα όρια της αφήγησης διαρκώς επαναπροσδιορίζονται, τα σημεία παρατήρησης του κόσμου, επίσης. 

Και επιστρέφω στην αρχή. Ποιος θα ήταν ο πλέον κατάλληλος να μεταφέρει στην ελληνική αυτό το οργιαστικό πανηγύρι; Σωστά! Ο Αχιλλέας Κυριακίδης, σε δαιμονιώδη φόρμα, εκείνος ήταν και πίσω από τη Ζαζί, πετυχαίνει κάτι δύσκολο, εκείνο που αποτελεί το κυρίως συγγραφικό επίτευγμα, τη σύνθεση μιας γλώσσας γεμάτης λάθη και παρανοήσεις, μια γαλλική, και εδώ μια ελληνική, που για να λειτουργήσει απαιτείται αστείρευτη ευρηματικότητα και διαρκής εγρήγορση, αλλιώς το Η ζωή μπροστά δεν θα διαβαζόταν, δεν θα λειτουργούσε, δεν θα ήταν το βιβλίο, η βιβλιάρα, που είναι.

υγ. Για το κομψοτέχνημα, Η Ζαζί στο μετρό, έγραφα εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Δώμα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου