Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

Junot Díaz - δύο βιβλία

Συμβαίνει κατά κόρον, για κάθε ένα βιβλίο που πιάνεις να διαβάσεις, πολλά έχεις απορρίψει, δεν γίνεται αλλιώς. Η σύντομη θαυμαστή ζωή του Όσκαρ Γουάο κυκλοφόρησε πριν ακόμα μετοικήσω εδώ, πριν η ανάγνωση οργανωθεί και συστηματοποιηθεί, τα νήματα, η εποπτεία, οι λίστες, οι υποδείξεις/προτάσεις, μεταξύ άλλων. Το Να πώς χάνεις μια γυναίκα κυκλοφόρησε όταν οι μηχανισμοί ήταν καλά λαδωμένοι, ήταν ένα από εκείνα τα βιβλία που απορρίφθηκαν για χάρη άλλων, τα χρόνια πέρασαν, για την ακρίβεια δεκαεπτά και έντεκα, αντίστοιχα, όμως κάπως το όνομα του Ντίαζ επανερχόταν, οι δίνες το ξέβραζαν πριν το τραβήξουν ξανά.

Κάθε κείμενο εδώ, κάθε ιδιότυπη ημερολογιακή αναγνωστική καταγραφή, που το άθροισμα τους δίνει ένα φύλλο πορείας χρόνων, θα μπορούσε να περιλαμβάνει, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, τη φράση: εγώ ορθολογιστή με θεωρώ αλλά να τι συνέβη· του έχω και όνομα αυτού που συμβαίνει, ρωγμή στον ορθολογισμό, έτσι το αποκαλώ, και είναι ένας από τους άξονες μελέτης του αναγνωστικού φύλλου πορείας, το πώς αναδύονται περαιτέρω συνδέσεις και νήματα, το πώς δεν είναι όλα υποταγμένα στη χαοτική και αγχωτική τυχαιότητα, αν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Τον Αύγουστο, πιο προγραμματικά αυτόν τον συγκεκριμένο Αύγουστο, θα διάβαζα βιβλία παλιότερα, ακόμα και εξαντλημένα, θα διάβαζα μόνο για μένα, αποκλειστικά, ήδη από τις αρχές του μήνα το Να πώς χάνεις μια γυναίκα είχε ανέλθει ταχύτητα στην καινούργια αυτή στοίβα.

Μιλώ για τυχαιότητα, γιατί πρόσφατα είχα διαβάσει, και είχα απολαύσει, το Στα θερμοκήπια του Αυγούστου, και πιάνοντας στα χέρια μου το κάπως υβριδικό, ας δοκιμάσω να το πω ποικίλο στις εναλλακτικές της πραγματικότητας, μια σειρά απαντήσεων και εκδοχών στο Να πώς χάνεις μια γυναίκα, σύντομα ένιωσα τη σύνδεση. Το χαρακτηριστικό των συνδέσεων, όταν δεν νιώθεις εγκλωβισμό σε ένα μονοσήμαντο σύμπαν, στο οποίο όλα εξηγούνται με όρους απόλυτους, το χαρακτηριστικό τους, έλεγα, είναι ένα γαϊτανάκι, μια σειρά από συνάψεις, λαμπάκια και προβολάκια που φωτίζουν επικράτειες νέες και παρθένες, μια παράπλευρη πηγή απόλαυσης, μια επιπρόσθετη γωνία παρατήρησης, μια ακόμα ρωγμή και τι μπορεί να αναβλύσει από εκεί.

Και απορρίπτοντας όρους απόλυτους και μονοσήμαντους πάσχουμε από μια νόσο που προκαλεί φρίκη και δυσανεξία στην εποχή μας, ανάλογη της συναναστροφής με τη φτώχεια, η νόσος της δηλωμένης άγνοιας, του να πεις δεν ξέρω, δεν ξέρω πώς έφτασα εδώ, σε αυτό το βιβλίο, γιατί τώρα και γιατί μετά από εκείνο ή το άλλο, η τυχαιότητα στην οποία αφήνομαι ενίοτε. Όποτε και αν διάβαζα το ένα ή το άλλο βιβλίο, κάτι άλλο θα αναπηδούσε, πέρα από διάφορα τεχνικά διακριτικά, το ύφος, η πρόζα, οι χαρακτήρες και η πλοκή, ίσως και από το στείρο μου άρεσε δεν μου άρεσε, αν και γι' αυτό το τελευταίο έχω κάποιες επιφυλάξεις. Έχοντας διαβάσει τα διηγήματα του Παπαντώνη, στα οποία ωστόσο, παρότι διακριτά το ένα από το άλλο, υπήρχε μια αίσθηση συνέχειας ή εκδοχών, καλλιέργειες διαφορετικές αλλά λόγω του θερμοκηπίου συγγενικές ως προς τη φύτευση την ανάπτυξη και τη συγκομιδή, τις συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας επίσης, βρέθηκα να είμαι έτοιμος απέναντι στις εκδοχές του Ντίαζ, στους ποικίλους τρόπους που ένα άτομο μπορεί να χάσει ένα άλλο άτομο, κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο δύναται να καταστεί επιχειρηματικό, το να χάνεις, κάτι το συναισθηματικό, η αγάπη, το χάνω κερδίζω, διαγράμματα και εξισώσεις, πιθανότητες, κυρίως αυτές, αιτιοκρατία απόλυτη, απέναντι σε ένα βουνό από ανομολόγητα πάθη, καύσεις που αναδύονται χαμηλά από το υπογάστριο, η τρέλα και η παράκρουση, η απόπειρα, αποτυχημένη ξανά και ξανά, εκλογίκευσης, η ανάγκη να πιούμε να καπνίσουμε να θρηνήσουμε αυτό που χάθηκε, ένιωθα αυτή την αντίθεση διαρκώς παρούσα, αυτό καθιστούσε περαιτέρω υβριδικό το τελικό αποτέλεσμα, απόλυτη συνέχεια και συνέπεια στον τίτλο του βιβλίου, και υπήρχαν σημεία, κομμάτια του παλίμψηστου, ασχέτως αν θα μπορούσαν περίφημα να λειτουργήσουν και ως μεμονωμένα διηγήματα, στα οποία ένιωθα τον συγγραφέα/αφηγητή να σκάβει βαθιά, να εξερευνά κοιτάσματα για τα οποία πολλά έχουμε διαβάσει και ακούσει, στη λογοτεχνία και στη ζωή, και δεν μου έκανε εντύπωση η όποια αυτοβιογραφική εσάνς μπορεί ένα τέτοιο συναισθηματικό βάθος απώλειας να φέρει, αλλά κυρίως η αναζήτηση σε εκείνα τα βάθη της απελπισίας, εκείνου που όχι μόνο δεν μας δίδαξαν, πώς και τι άλλωστε, αλλά εκείνο, το συναίσθημα, που πάντοτε θα διαφεύγει, του οποίου θύματα θα είναι και οι πλέον τεχνοκράτες.

Μου άρεσε τόσο πολύ που όχι μόνο έσπευσα να βρω την από χρόνια εξαντλημένη σύντομη θαυμαστή ζωή του Όσκαρ Γουάο, για το οποίο ο Ντίαζ είχε πάρει το Βραβείο Πούλιτζερ, αλλά και να το διαβάσω πάραυτα, πριν τελειώσει ο Αύγουστος.

Ο Όσκαρ Γουάο, ένας υπέρβαρος, νεαρός, νερντ με καταγωγή από τον Άγιο Δομίνικο, που ζει στο Νιου Τζέρσεϊ, γράφει ακατάπαυστα, διαβάζει στους ίδιους ρυθμούς, αποτυγχάνει ξανά και ξανά στον έρωτα, ποιον έρωτα δηλαδή, δεν έχει φιλήσει ακόμα ένα κορίτσι, όλα είναι πλατωνικά στο υπερδραστήριο μυαλό του, υποπλοκές και ανατροπές στα βιβλία που γράφει, ο Όσκαρ έχει πεθάνει, το ξέρουμε ήδη, έζησε μια σύντομη ζωή, το ξέρουμε και αυτό, η θαυμαστότητά της μένει να αποδειχθεί, γιατί θέλουμε αποδείξεις, δεν είμαστε έτσι εύκολα διατεθειμένοι να αποδώσουμε τον επιθετικό αυτό προσδιορισμό σε κάθε ανθρώπινη ζωή, είμαστε εκλεκτικοί και απαιτητικοί, θέλουμε αποδείξεις και ονόματα και το κορμάκι του να ψάξουν πόντο πόντο. Ο παρατηρητής, έτσι αυτοαποκαλείται ο αφηγητής, που υπήρξε φίλος του Όσκαρ, βασικά πρώτα υπήρξε γκόμενος της αδερφής του και ύστερα και μόνο με τη διευρυμένη έννοια του όρου υπήρξε φίλος, ο παρατηρητής, λοιπόν, τον οποίο έχουμε κάθε λόγο να τον θεωρούμε αναξιόπιστο, ήδη από την αρχή της αφήγησης, και αυτή η αναξιοπιστία αποτελεί οργανικό μέρος του μυθιστορήματος συνολικά, δεν εξαντλεί την αφήγηση σε αυτό που ο τίτλος προσιδιάζει, αλλά επεκτείνεται μέσα από άτομα από την οικογένεια του Όσκαρ, την αδερφή, τη μητέρα, τη γιαγιά, πρόσωπα που είχαν αυτούς τους ρόλους ακόμα και αν δεν υπήρχαν βιολογικά πειστήρια, και φιλοδοξεί, με μπολντ τη λέξη φιλοδοξία στην αναφορά αυτού του μυθιστορήματος, να πιάσει μια εποχή, ένα έθνος κράτος το οποίο υπέφερε και υποφέρει, μια σχέση αλληλεξάρτησης θύτη και θύματος, μια γενικευμένη εκδοχή του συνδρόμου της Στοκχόλμης, του ισχυρού και του ανίσχυρου, του καιροσκοπισμού και των δεινών των μοντέλων εξουσίας και χρήματος, ένα ντουέτο μεταφυσικής και εγκληματικότητας, ή κάπως έτσι.

Μετά τις πρώτες σελίδες, ένα τρομερό βιβλίο ήρθε να συνοδεύσει την ανάγνωση, ο Συνασπισμός ηλιθίων, το αγαπημένο βιβλίο της Μ. που διάβαζε μόνο λογοτεχνία που δεν είχε καθόλου να κάνει με ιστορίες αγάπης, δεν τις μπορούσε δεν τις ήθελε με τίποτα, έχω χρόνια να τη δω, δεν έχω νέα της, δεν ξέρω αν πια έχει συμβιβαστεί ή συμφιλιωθεί, ποιο είναι πιο κατάλληλο ρήμα άραγε, ο Συνασπισμός ηλιθίων είναι ένα βιβλίο που συνομιλεί με το μυθιστόρημα του Ντίαζ, δεν με απασχολεί να το αποδείξω αυτό, αλλά ο Ιγνάτιος και ο Όσκαρ είναι από την ίδια πάστα φτιαγμένοι, αυτή την πάστα που ο κόσμος γελά μαζί της, του φαίνεται αστεία, σίγουρα όχι θαυμαστή μια ζωή, που καλώς, δεν το παραδέχονται αλλά το σκέφτονται, υπήρξε σύντομη.

Ο Ντίαζ από το 2012 είναι σιωπηλός. Πού και πού κάποιο διήγημα σε κάποια συλλογή, το 2018 ένα παιδικό βιβλίο, ως εκεί. Ίσως κάτι να ετοιμάζει, ποιος να ξέρει, την πρώτη του συλλογή διηγημάτων, είμαι βέβαιος πως, κανείς δεν πρόκειται να την εκδώσει στα ελληνικά εκτός και αν στο μέλλον λάβει κάποια σημαντική διάκριση, οπότε ο αναγνωστικός λογαριασμός με τον Ντίαζ αναστέλλεται προσωρινά.

υγ. Για το Στα θερμοκήπια του Αυγούστου περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ, ενώ για το Συνασπισμός ηλιθίων εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
*Να πώς χάνεις μια γυναίκα, μτφρ. Νίνα Μπούρη, εκδόσεις Πατάκη
**Η σύντομη θαυμαστή ζωή του Όσκαρ Γουάο, μτφρ. Αλέξανδρος Καλοφωλιάς, εκδόσεις Λιβάνη 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου