Είναι ο νόστος
που ομορφαίνει τις σκιές στο παρελθόν
γλυκαίνει τον πόνο
κι εσύ ξεχνάς
μεθάς στο άρωμά του
ζητάς τον δρόμο
να επιστρέψεις εκεί
που κάποτε -έλεγες- βασίλευε το τέλμα
σταματάς τον χρόνο.
Δευτέρα 6 Ιουλίου 2015
Νόστος
Πέμπτη 2 Ιουλίου 2015
Οι Πληροφοριοδότες - Juan Gabriel Vásquez
Να αντιληφθώ: αυτός ήταν ο σκοπός μου, απλός και, ταυτόχρονα υπερφίαλος· και το ν' αναλογιστώ το παρελθόν, ν' αναγκάσω κάποιον να το θυμηθεί, ήταν ένας τρόπος για να το πετύχω, μια παρορμητική επίθεση κατά της εντροπίας, μια απόπειρα ν' αναχαιτίσω την προϊούσα αταξία του κόσμου, να την αιχμαλωτίσω, να τη δω ηττημένη έστω και μια φορά. Να αντιληφθεί, αυτός ήταν ο σκοπός του Γκαμπριέλ Σαντόρο όταν ζήτησε από τη Σάρα, μια Γερμανίδα που εγκαταστάθηκε με την οικογένειά της στην Κολομβία λίγο πριν από την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, να απαντήσει σε μια σειρά από ερωτήσεις, που σύντομα πήραν τη μορφή ηχογραφημένων συνεντεύξεων και τελικώς οδήγησαν στην έκδοση της βιογραφίας της με τίτλο: Μια ζωή στην εξορία. Βιβλίο το οποίο, μετά από ένα σύντομο πέρασμα από τις προθήκες, θα ξεχνιόταν χωμένο πίσω σε κάποια ράφια, ένα ακόμα ανάμεσα σε τόσα βιβλία, αν ο ίδιος ο πατέρας του δεν υπέγραφε μια μανιασμένη κριτική εναντίον του, επιτυγχάνοντας να ενεργοποιήσει τη δίψα των αναγνωστών για κουτσομπολιό. Το όνομα του πατέρα μου μπορεί να το αναγνωρίσει οποιοσδήποτε, κι όχι μόνο γιατί είναι το ίδιο που υπογράφει αυτό το βιβλίο (μάλιστα: ο πατέρας μου ήταν ζωντανό παράδειγμα αυτού του όχι πολύ σπάνιου είδους ανθρώπου που επαίρεται τόσο πολύ για τα επιτεύγματα της ζωής του, ώστε δεν έχει κανένα ενδοιασμό να βαπτίσει τον γιο του με το ίδιο του το όνομα), αλλά και γιατί ο Γκαμπριέλ Σαντόρο ήταν ο άνθρωπος που επί είκοσι χρόνια δίδαξε στο περίφημο Σεμινάριο Ρητορικής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κι εκείνος που, το 1988, εκφώνησε τον πανηγυρικό του εορτασμού των 450 ετών από την ίδρυση της Μπογκοτά, αυτό το θρυλικό κείμενο που έμελλε να θεωρηθεί ισάξιο των καλύτερων δειγμάτων ρητορικής, από τον Μπολίβαρ ως τον Γαϊτάν. Πέρασαν τρία χρόνια από τη δημοσίευση της κριτικής μέχρι να βρεθούν ξανά πατέρας και γιος, και μάλιστα από πρόσκληση του πρώτου, όχι για να διακόψει την πρόοδο της αποξένωσης μας, αλλά για να αισθάνεται λιγότερο μόνος όταν θα του άνοιγαν τον θώρακα μ' ένα ηλεκτρικό πριόνι και θα του έραβαν στην άρρωστη καρδιά μια φλέβα αποσπασμένη απ' το δεξί του πόδι. Αρκετό καιρό μετά το θάνατο του πατέρα του, ο Γκαμπριέλ Σαντόρο θα επιχειρήσει να συνθέσει τις αναμνήσεις του και το αρχείο του σε μια αναφορά που θα τον βοηθήσει να αντιληφθεί.
Η αναμέτρηση με το παρελθόν είναι πράξη υψηλού ρίσκου, καθώς μια ελάχιστη λεπτομέρεια αρκεί να γκρεμίσει ολόκληρο το οικοδόμημα, συμπαγές και στέρεο φαινομενικά μόνο και από απόσταση, αφημένο στην ανακουφιστική επέλαση της λήθης, είναι το τίμημα για όποιον αναζητά την αλήθεια, ή για όποιον ισχυρίζεται κάτι τέτοιο, δίχως όμως να αφήνει ανεπηρέαστο και όποιον κάθεται ήσυχα στο παρόν του, ή επιμελώς επιχειρεί να το κρατήσει κρυφό. Ο Χουάν Βάσκεζ επιθυμεί να αντιληφθεί, ιντριγκάρεται από το παρελθόν και χτίζει τις διηγήσεις του γύρω από την Ιστορία, ή με αφορμή την Ιστορία, όπως προτιμά να το δει κανείς. Στους Πληροφοριοδότες είναι η σκοτεινή περίοδος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, που εξώθησε πλήθος Ευρωπαίων στη Λατινική Αμερική, κυρίως Γερμανών και Εβραίων, εκείνη που τον απασχολεί. Μετανάστες, που ο καθένας έτρεξε μακριά από τον δικό του εφιάλτη, αναζητώντας πρωτίστως μια κρυψώνα και δευτερευόντως μια νέα αρχή. Η λίστα με τους συμπαθούντες το Ναζιστικό καθεστώς έπρεπε να συνταχθεί, και η εθελοντική συμμετοχή των πολιτών στην παροχή πληροφοριών ήταν κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτη.
Είναι όμως και η σχέση πατέρα γιου που ενδιαφέρει τον Βάσκεζ, με το μυθιστόρημα -ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος του- να καλύπτεται από μια διαρκή αίσθηση αναφοράς στην Επιστολή προς τον πατέρα του Κάφκα. Η συγγραφική επιλογή για συνωνυμία πατέρα γιου επιτυγχάνει τόσο να βάλει την πλέον χαρακτηριστική πινελιά στον χαρακτήρα του πατέρα, όσο και να υπογραμμίσει την επανάληψη της ιστορίας, όσο προφανές και αν μοιάζει κάτι τέτοιο. Ο γιος, που επιχειρεί να χαράξει αυτόνομη πορεία γράφοντας ένα βιβλίο από το οποίο απουσιάζει εντελώς η οποιαδήποτε αναφορά στον διάσημο πατέρα του, παρότι το βιβλίο αφορά μια παιδική του φίλη, και δεν καταφέρνει να ξεφύγει από τη βαριά σκιά που ρίχνει εκείνος, ακόμα και καιρό μετά τον θάνατό του, αναγκάζεται τελικά, για να αντιληφθεί και άρα να καταφέρει να προχωρήσει, να ανασυνθέσει το παρελθόν του πατέρα του.
Η σφιχτοδεμένη πλοκή του μυθιστορήματος πραγματικά εντυπωσιάζει και αναδεικνύει τα χρονικά πίσω μπρος, στα οποία με άνεση επιδίδεται ο συγγραφέας, επιτυγχάνοντας να δημιουργήσει μια αίσθηση δίνης. Οι ήρωες του Βάσκεζ συχνά αναρωτιούνται για την ικανότητά τους να αντιληφθούν πως κάτι είναι σημαντικό τι στιγμή που συμβαίνει, παρομοίως και ο αναγνώστης αναρωτιέται αν το στοιχείο που εμφανίζει ο Βάσκεζ, φαινομενικά μικρό και ασήμαντο, ένα ελάχιστο στοιχείο της πλοκής, θα επιστρέψει δριμύτερο ή αν θα παρασυρθεί μακριά από τον ποταμό της αφήγησης.
Όπως και στον Ήχο των πραγμάτων όταν πέφτουν, έτσι και εδώ, ο ήρωας κάποια στιγμή εγκαταλείπει την Μπογκοτά γεγονός που του επιτρέπει να δει πιο καθαρά τα πράγματα, μια αντιστοιχία με τον ίδιο τον συγγραφέα που από τότε που άφησε πίσω του την Κολομβία ως τόπο διαμονής μπόρεσε να έρθει συγγραφικά αντιμέτωπος με το παρελθόν της χώρας του.
Με αφήγηση δουλεμένη ώστε τίποτα να μην περισσεύει, φωνή ευδιάκριτα πια χαρακτηριστική και ορθή χρήση της ανατροπής, οι Πληροφοριοδότες είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα. Η μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη υπηρετεί και αναδεικνύει το κείμενο, ως συνήθως δηλαδή.
Το ένα είναι βιβλίο, το άλλο ήταν ζωή. Πρώτα ήρθε η ζωή, και μετά το βιβλίο. Σου φαίνονται χαζά αυτά που λέω; Έτσι ήταν πάντα. Αυτό δεν αλλάζει. Αργότερα, στα βιβλία, βλέπουμε τα σημαντικά πράγματα. Αλλά όταν τα βλέπουμε, είναι πια αργά, κι αυτό είναι το πρόβλημα, Γκαμπριέλ, συγχώρα μου την ειλικρίνεια, αλλά αυτό είναι το πρόβλημα με τα κωλοβιβλία.
Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ίκαρος
Δευτέρα 29 Ιουνίου 2015
Συνέντευξη
Είχα ποντάρει πολλά σε εκείνη τη συνέντευξη, όχι εξ αρχής βέβαια. Το τηλεφώνημα της δημοσιογράφου με αιφνιδίασε, έτσι στριμωγμένη καθώς ήμουν στο λεωφορείο, επιστρέφοντας απ' τη δουλειά, αργά το απόγευμα μέρα καθημερινή, σχεδόν δεν άκουγα τι μου έλεγε -σούσουρο, μηχανή και ανοιχτά παράθυρα- και μόνο αφού γύρισα σπίτι -πρώτα ξεντύθηκα και έκανα ένα γρήγορο ντουζ, όπως συνήθιζα πριν κάτσω στο τραπέζι- και του είπα πως με πήραν τηλέφωνο για μια συνέντευξη, τότε μόνο άρχισε η καλλιέργεια προσδοκίας. Αλήθεια, αγάπη μου;, είπε εκείνος όταν άκουσε το όνομα της δημοσιογράφου, και ο ενθουσιασμός του ήταν ήδη στο όριο να ξεχειλίσει. Σηκώθηκε και με πλησίασε, με αγκάλιασε και σχεδόν με σήκωσε απ' το έδαφος· εγώ καλά καλά δεν είχα καταπιεί την άπληστη πιρουνιά μακαρόνια, την πρώτη πρώτη πιρουνιά. Είναι η αναγνώριση των κόπων σου, κατέληξε, λες και ήταν έτοιμος από καιρό, αντίθετα με μένα, που περισσότερο ένιωθα το συναίσθημα της πείνας παρά οτιδήποτε άλλο, βέβαια κι εγώ, μάλλον ανακλαστικά, χαιρόμουν, με τη χαρά του. Με φίλησε. Αργότερα, όταν θα σκεφτόμουν εκείνη την πρώτη μου αντίδραση, πριν το ολοένα και αυξανόμενο συναισθηματικό ποντάρισμα, εκείνη την αμηχανία, ένα σύνθετο μόρφωμα αποτελούμενο από λίγη ντροπή, αρκετή αγοραφοβία, ισχυρή έκπληξη και αρκετά χαζά ερωτήματα -για παράδειγμα: πού βρήκε το τηλέφωνό μου η δημοσιογράφος;- ενώ εκείνος δεν σταματούσε να επαναλαμβάνει το όνομά της και να αναρωτιέται, μεταξύ άλλων, αν θα συνέχιζα να του μιλάω μετά τη συνέντευξη, κατέληξα πως, αντίθετα με τα φαινόμενα, δεν επρόκειτο για αντίδραση ενδεικτική χαμηλής αυτοπεποίθησης, αλλά για τάχιστα στημένη βιτρίνα απόκρυψης ενός τεράστιου παλλόμενου εγώ, έτοιμου προς πώληση. Όμως όλα αυτά, ανάμεσα σε άλλα, έγιναν αρκετά αργότερα, όταν εκείνος ήταν πια από καιρό πεθαμένος κι εγώ έβλεπα δυο φορές την εβδομάδα έναν περίφημο ψυχαναλυτή -κρίνοντας από την αμοιβή και τη διακόσμηση του ιατρείου του- ο οποίος δεν σταματούσε να με ρωτάει πώς νιώθω, κι εγώ ένιωθα σημαντική, γεγονός που εκείνον τον ικανοποιούσε.
Η μέρα της συνέντευξης έφτασε. Η εβδομάδα που μεσολάβησε από το πρώτο τηλεφώνημα πέρασε αργά, πολύ αργά, αν και διήρκεσε όσο διαρκεί πάντα μια εβδομάδα, δηλαδή επτά ημέρες ή αλλιώς εκατόν εξήντα οκτώ ώρες, κι εγώ, σε μια μυστική διανομή, πρωταγωνίστρια, δεν έχανα ευκαιρία να αλλάζω γνώμη, να παθαίνω κρίσεις πανικού και άγχους, να δηλώνω την αντίθεσή μου στις συνεντεύξεις ως διαδικασία, να απορώ με το τι θα πω και να κάνω υποθέσεις σχετικά με τις ερωτήσεις, να αμφισβητώ τα κίνητρα και τις ικανότητες της δημοσιογράφου, να σκέφτομαι τι θα φορέσω και να νιώθω τυχερή που υπήρχε η δουλειά να απασχολεί το μυαλό μου κάποιες ώρες την ημέρα -ευτυχώς που υπάρχει η δουλειά και αποφεύγουμε λίγο τον εαυτό μας, μου έλεγε κάποιος όταν ήμουν έφηβη· εγώ δεν θα γίνω έτσι, σκεφτόμουν τότε-. Χαρά πάντως δεν ένιωθα, ούτε προσμονή, λες και με είχε βρει κάποιο κακό. Εκείνος έδειχνε υπομονή, με μια ηρεμία ανεξήγητη, για την οποία τον κατηγορούσα, επιστρέφοντάς την ως αδιαφορία· ανάμεσα σε άλλα, όμως, συγχρόνως σκεφτόμουν πως μια μέρα θα γινόταν σπουδαίος πατέρας. Δεν του το είπα. Η μέρα της συνέντευξης έφτασε, εκείνος προσφέρθηκε να με συνοδεύσει μέχρι το καφέ και εγώ αρνήθηκα.
Η λογοτεχνία με έχει κάνει επιλεκτικότερη κουτσομπόλα, της είπα, όταν εκείνη, με έναν αδικαιολόγητο κατά τη γνώμη μου ενθουσιασμό στα μάτια -αλλά και στα χείλη, στο πρόσωπο, στα χέρια- με ρώτησε: τι σου έχει προσφέρει η λογοτεχνία; Ήταν η πρώτη της ερώτηση. Δεν ήταν προετοιμασμένη γι' αυτήν την απάντηση, του έλεγα αργότερα, όταν γύρισα εξουθενωμένη στο σπίτι -πρώτα ξεντύθηκα και έκανα ένα γρήγορο ντουζ, όπως συνήθιζα πριν κάτσω στο τραπέζι- και εκείνος με ρώτησε: πώς πήγε; Κι εγώ του διηγήθηκα το χρονικό μιας αποτυχημένης συνέντευξης. Τι σου έχει προσφέρει η λογοτεχνία; Ήταν η πρώτη της ερώτηση, αφού πρώτα είπε: ας αρχίσουμε! Κι εγώ δεν περίμενα εκείνη την ερώτηση, μου φάνηκε χαζή, ίσως γιατί δεν την περίμενα. Η λογοτεχνία, είπα με στόμφο, με έχει κάνει επιλεκτικότερη κουτσομπόλα. Το χαμόγελο στα χείλη της πάγωσε, ο αδικαιολόγητος κατά τη γνώμη μου ενθουσιασμός της εξαφανίστηκε ακαριαία, με κοίταξε επιθετικά, μες στα μάτια. Είσαι ηλίθια; έμοιαζε να σκέφτεται. Δεν ήταν προετοιμασμένη γι' αυτήν την απάντηση κι εγώ, όπως συνηθίζω, επέμεινα να διευκρινίσω τι εννοούσα· της εξήγησα, του έλεγα αργότερα, πως επειδή έχω διαβάσει τόσες ιστορίες, τόσες υπέροχα δοσμένες ιστορίες, δεν με ενδιαφέρει πια η κακοδιηγημένη ιστορία κάποιου άσχετου που αφορά έναν τρίτο, επίσης άσχετο, όσο εντυπωσιακή και αν είναι, όσες λεπτομέρειες από πρώτο χέρι και αν γνωρίζει, αυτό σκέφτηκα και αυτό είπα, δεν την περίμενα εκείνη την ερώτηση, ο αδικαιολόγητος ενθουσιασμός της εξαφανίστηκε ακαριαία, έπρεπε να τη δεις πώς μαζεύτηκε, πώς γυάλιζε το μάτι της όταν μου είπε: και τότε, γιατί επιμένεις να διηγείσαι τις ιστορίες σου στον κόσμο;
Παρασκευή 26 Ιουνίου 2015
Αυτό είν' όλο - James Salter
Έρχεται κάποτε η ώρα που συνειδητοποιείς ότι όλα είναι ένα όνειρο, και μόνο όσα διασώζονται επειδή κάποιος έγραψε γι' αυτά, έχουν πιθανότητες να θεωρηθούν αληθινά.
Το εισαγωγικό μότο, πέραν της ποιητικότητας, αποτελεί και έναν συμπυκνωμένο οδηγό ανάγνωσης εκ μέρους του συγγραφέα. Η διάσωση της ζωής του Φίλιπ Μπάουμαν μέσω της καταγραφής, ξεκινά από τις αναμνήσεις της θητείας του στο Πολεμικό Ναυτικό κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου σε ιαπωνικά χωρικά ύδατα, φτάνοντας μέχρι το αναπόφευκτο, στη ζωή του καθενός, σημείο απολογισμού, που για τον Μπάουμαν συμπίπτει με την είσοδο στο τελευταίο τρίτο αυτής.
Ο αφηγητής μοιάζει παντογνώστης όμως δεν είναι, γνωρίζοντας απλώς εκείνα που θυμάται, υποταγμένος σε μια μνήμη επιλεκτική, που άλλα τα μεγεθύνει και άλλα τα εξαλείφει, μια μνήμη προσωπική. Άλλωστε, η καταφυγή στη μνήμη περιλαμβάνει αρκετά σκοτεινά σημεία, με νήματα να στέκουν ασύνδετα, λεπτομέρειες να αναδύονται στην επιφάνεια, εκεί είναι που καταβάλλεται η μεγαλύτερη μάχη, εκείνα είναι που πρέπει να επανασυσταθούν σε ένα σώμα, τα δυσπρόσιτα κατά την πρώτη προσέγγιση σημεία. Τα υπόλοιπα, τα προφανή, που βρίσκονται σε ράφια χαμηλά, εύκαιρα σε πρώτη ζήτηση, χάνουν την σημαντικότητά τους, χωράνε σε μια απλή φράση. Έτσι, η αφήγηση διαθέτει μια αυθεντικότητα, μια ειλικρίνεια.
Ο Μπάουμαν είναι ένα τυπικός μεσοαστός στην μεταπολεμική Αμερική, ζώντας στις ανατολικές ακτές και έχοντας τη δυνατότητα να βρεθεί τόσο στην Ευρώπη, όσο και σε πολιτείες πιο κεντρικές, γεγονός που δίνει μια ευρύτερη αφηγηματική διάσταση στην ιστορία, ξεφεύγοντας από τα στενά όρια του προσωπικού. Μια τέτοια ζωή, όπως του Μπόουμαν, επιθυμεί να διηγηθεί ο Σόλτερ, μια ζωή συμβατική -επίθετο που δεν πρέπει να συγχέεται ή να ταυτίζεται με το βαρετή- και τέτοια είναι η γλώσσα που επιλέγει, μια γλώσσα απλή, αλλά όχι αδούλευτη, απόφαση συνειδητή και τελικά λειτουργική. Όπως λειτουργική είναι και η επιμονή σε διάφορα κλισέ και επαναλήψεις, με χαρακτηριστικό παράδειγμα να αποτελούν οι ερωτικές σχέσεις του Μπάουμαν, στις οποίες μπαίνει με ορμή για να συντριβεί στη συνέχεια ως άλλος ήρωας άρλεκιν.
Η ενασχόληση του Μπάουμαν με τον εκδοτικό χώρο, ως επιμελητή και συμβούλου εκδόσεων, προσδίδει μια γοητευτική βιβλιοφιλική διάσταση, υποταγμένη όμως στα όρια του ίδιου του ήρωα, στον οποίο ο Σόλτερ στιγμή δεν σκέφτεται να προσδώσει μια γοητεία που δεν διαθέτει. Χαρακτήρας αδιάφορος και συνηθισμένος, δεν προκαλεί ούτε την ταύτιση, ούτε την απόρριψη, σε κάποιες στιγμές όμως νιώθει κανείς την έντονη ανάγκη να τον πιάσει από τους ώμους, να τον ταρακουνήσει και να του πει: ξύπνα! Ακριβώς επειδή προκαλεί αυτή την οικειότητα του μέσου ανθρώπου.
Από τις πρώτες κιόλας σελίδες μού δημιουργήθηκε ο συσχετισμός ανάμεσα στον Φίλιπ Μπάουμαν και τον Φρανκ Μπάσκομπ, πρωταγωνιστή της τριλογίας του -τεράστιου- Ρίτσαρντ Φορντ (Αθλητικογράφος, Independence Day, Η χώρα όπως είναι). Βέβαια, πέραν της ομοιότητας των δύο συγγραφέων, πρέπει να επισημανθεί το γεγονός πως ο Φορντ χρειάστηκε τρία ογκώδη μυθιστορήματα για να διηγηθεί το ίδιο χρονικό διάστημα της ζωής του ήρωά του, διάστημα το οποίο ο Σόλτερ συμπύκνωσε σε μια μεσαίου μεγέθους διήγηση.
Ένα αμερικάνικο μυθιστόρημα, που στέκεται ισάξια μεταξύ άλλων σπουδαίων. Μια αυθεντική αναγνωστική απόλαυση.
Ο αφηγητής μοιάζει παντογνώστης όμως δεν είναι, γνωρίζοντας απλώς εκείνα που θυμάται, υποταγμένος σε μια μνήμη επιλεκτική, που άλλα τα μεγεθύνει και άλλα τα εξαλείφει, μια μνήμη προσωπική. Άλλωστε, η καταφυγή στη μνήμη περιλαμβάνει αρκετά σκοτεινά σημεία, με νήματα να στέκουν ασύνδετα, λεπτομέρειες να αναδύονται στην επιφάνεια, εκεί είναι που καταβάλλεται η μεγαλύτερη μάχη, εκείνα είναι που πρέπει να επανασυσταθούν σε ένα σώμα, τα δυσπρόσιτα κατά την πρώτη προσέγγιση σημεία. Τα υπόλοιπα, τα προφανή, που βρίσκονται σε ράφια χαμηλά, εύκαιρα σε πρώτη ζήτηση, χάνουν την σημαντικότητά τους, χωράνε σε μια απλή φράση. Έτσι, η αφήγηση διαθέτει μια αυθεντικότητα, μια ειλικρίνεια.
Ο Μπάουμαν είναι ένα τυπικός μεσοαστός στην μεταπολεμική Αμερική, ζώντας στις ανατολικές ακτές και έχοντας τη δυνατότητα να βρεθεί τόσο στην Ευρώπη, όσο και σε πολιτείες πιο κεντρικές, γεγονός που δίνει μια ευρύτερη αφηγηματική διάσταση στην ιστορία, ξεφεύγοντας από τα στενά όρια του προσωπικού. Μια τέτοια ζωή, όπως του Μπόουμαν, επιθυμεί να διηγηθεί ο Σόλτερ, μια ζωή συμβατική -επίθετο που δεν πρέπει να συγχέεται ή να ταυτίζεται με το βαρετή- και τέτοια είναι η γλώσσα που επιλέγει, μια γλώσσα απλή, αλλά όχι αδούλευτη, απόφαση συνειδητή και τελικά λειτουργική. Όπως λειτουργική είναι και η επιμονή σε διάφορα κλισέ και επαναλήψεις, με χαρακτηριστικό παράδειγμα να αποτελούν οι ερωτικές σχέσεις του Μπάουμαν, στις οποίες μπαίνει με ορμή για να συντριβεί στη συνέχεια ως άλλος ήρωας άρλεκιν.
Η ενασχόληση του Μπάουμαν με τον εκδοτικό χώρο, ως επιμελητή και συμβούλου εκδόσεων, προσδίδει μια γοητευτική βιβλιοφιλική διάσταση, υποταγμένη όμως στα όρια του ίδιου του ήρωα, στον οποίο ο Σόλτερ στιγμή δεν σκέφτεται να προσδώσει μια γοητεία που δεν διαθέτει. Χαρακτήρας αδιάφορος και συνηθισμένος, δεν προκαλεί ούτε την ταύτιση, ούτε την απόρριψη, σε κάποιες στιγμές όμως νιώθει κανείς την έντονη ανάγκη να τον πιάσει από τους ώμους, να τον ταρακουνήσει και να του πει: ξύπνα! Ακριβώς επειδή προκαλεί αυτή την οικειότητα του μέσου ανθρώπου.
Από τις πρώτες κιόλας σελίδες μού δημιουργήθηκε ο συσχετισμός ανάμεσα στον Φίλιπ Μπάουμαν και τον Φρανκ Μπάσκομπ, πρωταγωνιστή της τριλογίας του -τεράστιου- Ρίτσαρντ Φορντ (Αθλητικογράφος, Independence Day, Η χώρα όπως είναι). Βέβαια, πέραν της ομοιότητας των δύο συγγραφέων, πρέπει να επισημανθεί το γεγονός πως ο Φορντ χρειάστηκε τρία ογκώδη μυθιστορήματα για να διηγηθεί το ίδιο χρονικό διάστημα της ζωής του ήρωά του, διάστημα το οποίο ο Σόλτερ συμπύκνωσε σε μια μεσαίου μεγέθους διήγηση.
Ένα αμερικάνικο μυθιστόρημα, που στέκεται ισάξια μεταξύ άλλων σπουδαίων. Μια αυθεντική αναγνωστική απόλαυση.
υ.γ το επίμετρο που επιμελήθηκε η μεταφράστρια Αθηνά Δημητριάδου είναι ιδανικό συμπλήρωμα της ελληνικής έκδοσης, με τον συσχετισμό ανάμεσα στο μυθιστόρημα του Σόλτερ και το Πώς Είναι του Σάμουελ Μπέκετ να παρουσιάζει μεγάλο ενδαφέρον.
(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)
Μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια
Τετάρτη 24 Ιουνίου 2015
Τα ψέματα των γυναικών - Λουντμίλα Ουλίτσκαγια
Η συγγραφέας εμπνέεται από το γυναικείο ψέμα, διαφορετικό από εκείνο των αντρών, το οποίο μάλιστα χαρακτηρίζει πραγματιστικό, και γράφει αυτό το ιδιαίτερο βιβλίο· ένα, μάλλον, σπονδυλωτό μυθιστόρημα, με την κεντρική ηρωίδα, τη Ζένια, κατά τη διάρκεια της ζωής της, να γίνεται αποδέκτης γυναικείων ψεμάτων, αθώων στην πλειονότητά τους, τα οποία αποκαλύπτονται δίχως όμως να προκαλέσουν ιδιαίτερο κρότο. Η αλήθεια είναι πως δεν ενθουσιάστηκα με τις ιστορίες, ίσως με εξαίρεση μία ή δύο εξ αυτών, που μου φάνηκαν συμπαθητικές, ευνοημένες από τη σύγκριση, και δυο ή τρεις φορές φλέρταρα έντονα με την ιδέα να εγκαταλείψω την ανάγνωση.
Αν τελικά έφτασα έως το τέλος, αυτό, μάλλον, οφείλεται στον πυρήνα της έμπνευσης, στο ψέμα δηλαδή. Τα παραμύθια δεν είναι αλήθεια, αλλά τουλάχιστον δεν είναι ψέματα, τραγουδά ο Παύλος Παυλίδης, και ο στίχος αυτός περιγράφει με αρκετή ακρίβεια τη σχέση μου με τη λογοτεχνία, με τη μη αλήθεια. Μου έκανε εντύπωση, λοιπόν, το γεγονός πως μια συγγραφέας δηλώνει πως εμπνέεται από το ψέμα, το ψέμα που κατά μία έννοια αποτελεί το βασικό εργαλείο της συγγραφής, ακόμα και αν είναι πιο αποδεκτό ή προτιμότερο να βαφτίζεται φαντασία, εμπνέεται κατά δήλωσή της από το ψέμα, για να διηγηθεί μια ψεύτικη ιστορία, φανταστική αν προτιμάτε, επιθυμώντας, μάλλον, μια διάκριση ανάμεσα στο αντρικό και το γυναικείο ψέμα, μια ακόμα γενίκευση. Το ψέμα μέσα στο ψέμα.
Το ψέμα, για τις ηρωίδες της Ουλίτσκαγια αποτελεί περισσότερο ένα καταφύγιο, μια παραπλανητική βιτρίνα μιας αδιάφορης ζωής, παρά ένα εργαλείο ουσιαστικής εξαπάτησης, ψέματα αθώα δίχως πραγματική βαρύτητα, κοντινά στη μυθιστορία, μια διαφορετική προσέγγιση της πραγματικότητας, η εφαρμογή ενός συνόλου υποθέσεων και η επιλογή διαφορετικών μονοπατιών στα κρίσιμα σταυροδρόμια. Για αυτό και αδιάφορα κατά την ανάγνωσή τους. Οι ιστορίες διαπνέονται από μια αίσθηση σαρκασμού, κυρίως ως προς την αποτύπωση της σύγχρονης ρωσικής πραγματικότητας, μια διάθεση φάρσας με έναν μανδύα γλωσσικής και αφηγηματικής σοβαροφάνειας, που όμως τελικά δεν λειτούργησε.
Η αλήθεια είναι πως η Π., που με τόσο ενθουσιασμό μού συνέστησε κάποτε να γνωρίσω την Ουλίτσκαγια -μία εκ της αντιπροσωπευτικής τριάδας, κατ' εκείνη, της σύγχρονης ρωσικής λογοτεχνίας παρέα με τον Πελέβιν και τον Μακάνιν- είχε προτείνει τη Χαρούμενη Κηδεία, οπότε παρά τη χλιαρή πρώτη εντύπωση, το ραντεβού μαζί της ανανεώνεται για κάποια επόμενη στιγμή στο μέλλον.
Μετάφραση Σταυρούλα Αργυροπούλου
Εκδόσεις Καστανιώτη
Δευτέρα 22 Ιουνίου 2015
Η παράξενη ζωή ενός μοναχικού ταχυδρόμου - Denis Thériault
Την τελευταία πενταετία, ο Μπιλοντό ακολουθούσε το ίδιο ταχυδρομικό δρομολόγιο στη Σαν-Ζανβιέ-ντε- Αμ, μια λαϊκή συνοικία στην καρδιά της οποίας ήρθε άλλωστε και ο ίδιος να μείνει για να είναι κοντά στη δουλειά του. Όλα αυτά τα χρόνια τίμιου μόχθου έλειψε μόνο μία εργάσιμη μέρα, για να παραβρεθεί στην κηδεία των γονιών του που χάθηκαν σε δυστύχημα με τελεφερίκ στο Κεμπέκ. Θα τον έλεγες αφοσιωμένο υπάλληλο.
Κάθε πρωί στο ταχυδρομείο ο Μπιλοντό παραλαμβάνει την αλληλογραφία του τομέα ευθύνης του και την ταξινομεί σύμφωνα με το σταθερό δρομολόγιο διανομής. Στην ψηφιακή εποχή της άμεσης και εύκολης επικοινωνίας ελάχιστα είναι τα προσωπικά γράμματα, που περιέχουν ειδήσεις, ευχάριστες ή δυσάρεστες, τελευταία ίχνη μιας παρελθούσας εποχής, δυσεύρετα ανάμεσα σε πλήθος λογαριασμών και ειδοποιήσεων· ακόμα μια επικράτηση της γραφειοκρατίας. Εκείνα τα γράμματα είναι που ερεθίζουν την περιέργεια του Μπιλοντό και δοκιμάζουν την ηθική ενός αφοσιωμένου υπαλλήλου. Δεν μπορεί να αντισταθεί στον πειρασμό, ξεδιαλέγει την προσωπική αλληλογραφία, τη βάζει παράμερα και τη μεταφέρει σπίτι του, όπου τα βράδια, ήσυχα και μακριά από ενοχλητικά βλέμματα, κάνοντας χρήση της πανάρχαιας μεθόδου του ατμού, τρυπώνει στις ζωές των γειτόνων του, εκείνων των λίγων, τουλάχιστον, που επιμένουν ακόμα να γράφουν και να κατηφορίζουν μέχρι το ταχυδρομικό κουτί, μια μονομερής παρακολούθηση της επικοινωνίας, που αφορά μόνο την εισερχόμενη αλληλογραφία, μια χαραμάδα αρκετή, όμως, για τον ταχυδρόμο Μπιλοντό, μια ιδιαίτερη μορφή ψυχαγωγίας. Ανάμεσα στις ιστορίες που διαδραματίζονται, μία είναι η πλέον αγαπημένη του· η ανταλλαγή ποιημάτων Χαϊκού ανάμεσα σε έναν γείτονά του, ονόματι Γκρανπρέ, και μια κοπέλα από τη Γουαδελούπη, τη Σεγκολέν. Για την ακρίβεια ο Μπιλοντό είναι ερωτευμένος με τη Σεγκολέν.
Η κεντρική ιδέα γύρω από την οποία ο Τεριώ χτίζει αυτή την ιστορία αγάπης διαθέτει μια παιδικότητα τέτοια που την κάνει οικεία. Μια ιδέα απλή και ταυτόχρονα πρωτότυπη, κυρίως λόγω της υλοποίησής της, του περάσματός της στο χαρτί· μια κεντρική ιδέα απλή, που όμως χρειάζεται ένα ικανοποιητικό πλήθος ευρημάτων, για να μπορέσει να σταθεί και να λειτουργήσει ως μυθιστόρημα. Ο Τεριώ τα καταφέρνει περίφημα σε αυτόν τον τομέα, γεγονός που φαίνεται καθαρά στην τελική λύση του δράματος, απαραίτητη για την επίγευση της ανάγνωσης. Και τα καταφέρνει δίχως να θυσιάσει την απλότητα, πλατιάζοντας ή καταφεύγοντας σε μια αχρείαστη περιπλοκή της ιστορίας. Ο μοναχικός ταχυδρόμος Μπιλοντό που τα βράδια διαβάζει τα γράμματα των γειτόνων του, παρά την ανήθικη πλευρά της πράξης του προκαλεί τη συμπάθεια του αναγνώστη, που είναι διατεθειμένος να παραβλέψει αυτή την παρασπονδία, όπως και με τους ήρωες ενός παραμυθιού, κατατάσσοντας τον λαθραναγνώστη ταχυδρόμο αμετάκλητα στη μεριά των καλών, επιθυμώντας την δικαίωση του αγώνα του, ταυτιζόμενος σχεδόν εξ αρχής μαζί του. Η παραμυθένια αίσθηση ενισχύεται από την παρουσία των ποιημάτων Χαϊκού και της δεδομένης ανατολίτικης αύρας που αυτά φέρουν, καθώς συνυπάρχουν σε αρμονία με επιρροές της γαλλικής λογοτεχνίας, μετατρέποντας, θαρρείς, τον Καναδά, τόπο συγγραφής του μυθιστορήματος, σε τόπο συνάντησης Ανατολής-Δύσης. Ο διδακτισμός και η ενστάλαξη σοφίας, που συχνά συνοδεύει τη λογοτεχνική παρουσία της Άπω Ανατολής, απουσιάζει πανηγυρικά εδώ, ο Μπελοντό διακρίνεται για την προσήλωσή του στο προσωπικό, κοιτάζει τη δουλειά του, κυριολεκτικά και μεταφορικά, και τον έρωτά του για τη Σεγκολέν, με διακριτικότητα, δίχως φωνές και υστερίες, γεγονός που ενισχύει τη συμπάθεια του αναγνώστη προς το πρόσωπό του.
Εν ολίγοις, ο Τεριώ καταφέρνει να διηγηθεί μια απλή ιστορία, αλλά όχι με φτηνό τρόπο. Διαθέτει όλα εκείνα τα απαραίτητα συστατικά, προεξέχοντος του Μπελοντό, και καταφέρνει να τα συνδυάσει έτσι ώστε να διατηρήσει τις ισορροπίες, να κρατηθεί στον δρόμο και τελικά να παραδώσει ένα όμορφο μυθιστόρημα.
Σα δίνη νερού
κόντρα στο βράχο
ο χρόνος κλείνει κύκλους
Μετάφραση Μαρία Χρηστίδου
Εκδόσεις Χαραμάδα
Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015
Αλήθεια - Peter Temple
Ήταν ξαπλωμένη πάνω στον σάκο διακομιδής σε στάση ανάπαυσης γιόγκα -πόδια σε διάσταση, οι παλάμες προς τα πάνω, τα νύχια των ποδιών βαμμένα κατακόκκινα, μακριά πόδια, αραιές τρίχες εφηβαίου, μικρά στήθη.Για έναν επιθεωρητή, σαν τον Στίβεν Βιλάνι, με πολυετή προϋπηρεσία στο Τμήμα Ανθρωποκτονιών της Μελβούρνης, ο οποίος έχει ακολουθήσει όλη τη διαδρομή ανέλιξης, από την αρχή μέχρι τη θέση του επικεφαλής, η θέα ενός πτώματος αποτελεί ακόμα μια μέρα στη δουλειά. Όμως, η ομοιότητα της δολοφονημένης με την κόρη του αρκεί να τον αναστατώσει, ιδιαίτερα στο τέλος μιας δύσκολης μέρας. Το πτώμα βρέθηκε στο μπάνιο ενός διαμερίσματος, σε ένα νεόδμητο υπερπολυτελές συγκρότημα κατοικιών, μία από τις προβαλλόμενες αρετές του οποίου, για να προσελκύσει αγοραστές, είναι η υψηλού επιπέδου ασφάλεια. Τα συμφέροντα είναι μεγάλα και συνοψίζονται στα λόγια του υπουργού Δημόσιας Τάξης προς τον Βιλάνι: Δεν θέλουμε ένα περιστατικό με μια καριολίτσα να αμαυρώσει ένα έργο εκατομμυρίων δολαρίων, που είναι αιχμή του δόρατος για την πολεοδομία μας και ανεκτίμητο στολίδι για την περιοχή.
Με τις εκλογές να είναι προ των πυλών και τις κατασκευαστικές να οραματίζονται -μεταξύ άλλων- πολεοδομικές επενδύσεις ανάπλασης, ιδιαίτερα στον τομέα των μεταφορών και της ασφάλειας, οι πιέσεις που ασκούνται είναι τεράστιες, και αν σε αυτές προσθέσει κανείς και τη δημοσιογραφική έρευνα, έτοιμη να προσαρμοστεί στις εκάστοτε συνθήκες, αναζητώντας το οποιοδήποτε μελανό σημείο μπορεί να εντοπίσει, τότε το μείγμα γίνεται εκρηκτικό και η ηθική μετατοπίζεται εκτός κάδρου. Και ο Βιλάνι δεν είναι τέλειος. Έριξε το βάρος στην καριέρα του σε μια προσπάθεια να απεμπλακεί από το άσωτο παρελθόν του, που έθεσε τον γάμο του σε κίνδυνο, όμως η απουσία του συνεχίζει να αποτελεί την καθοριστική σταθερά αποτυχίας, κυρίως στο ρόλο του πατέρα, με την μικρότερη κόρη του, τη Λίζι, να περιπλανιέται στους δρόμους της Μελβούρνης αποπροσανατολισμένη υπό την επήρρεια ναρκωτικών ουσιών. Η σχέση του με τον πατέρα του, ο οποίος ζει πια μόνος του στη φάρμα, με το δάσος, που το φύτεψαν δέντρο δέντρο, και τα αγωνιστικά άλογα, ενώ το πύρινο μέτωπο, ευνοούμενο από τις υψηλές θερμοκρασίες και τους θυελώδεις ανέμους, αφήνει πίσω του μαύρη γη και πλησιάζει απειλητικά, πολύπλοκη.
Ο Πίτερ Τεμπλ παραδίδει ένα πολυεπίπεδο και πολυδιάστατο αστυνομικό μυθιστόρημα, δικαιολογώντας τόσο τα βραβεία όσο και τις επαινετικές κριτικές που κατά καιρούς έχει λάβει, αρνούμενος να διηγηθεί μια απλή ιστορία διελεύκανσης ενός εγκλήματος, επιχειρώντας -και επιτυχάνοντας- να αποδώσει πειστικά μια πραγματικότητα, εκείνη της πολιτείας της Βικτόρια, με χαρακτήρες -προεξέχοντος του επιθεωρητή Βιλάνι- στέρεους και φυσικούς, με γωνίες που δημιουργούν σκιές και σύνθετες επιφάνειες, αντίθετα με όσους παρελαύνουν στην πλειονότητα ομοειδών ιστοριών. Όμως, το στοιχείο εκείνο που με έθελξε περισσότερο και με έκανε να εκτιμήσω, και τελικώς να απολαύσω, ακόμα περισσότερο την Αλήθεια, ήταν η σύνθετη καθημερινότητα του Βιλάνι, και δεν αναφέρομαι τόσο στην προσωπική του ζωή, στοιχείο που δεν είναι πρωτότυπο, αν και το εύρος και η ένταξή της στην κεντρική ιστορία είναι αδιαπραγμάτευτα ένα ακόμα ατού στη φαρέτρα του Τεμπλ, όσο στην επαγγελματική του καθημερινότητα. Είναι κάπως βαρετοί και ψεύτικοι οι επιθεωρητές εκείνοι που έχουν την πολυτέλεια να ασχολούνται με μία και μόνη υπόθεση για μέρες ή και για μήνες, απαλλαγμένοι από οτιδήποτε άλλο συμβαίνει στον έξω κόσμο και άπτεται της αστυνομικής αρμοδιότητας. Ο Βιλάνι, επικεφαλής τμήματος μην ξεχνάμε, προΐσταται πλήθους υποθέσεων, έστω και αν ξεκάθαρα υπάρχει μία η οποία τον βασανίζει περισσότερο και γι' αυτό άλλωστε είναι αρκούντως ενδιαφέρουσα ώστε να την αφηγηθεί κανείς.
Η Αλήθεια διαθέτει όλα εκείνα τα απαραίτητα συστατικά μιας καλής αστυνομικής ιστορίας, γεγονός που όμως δεν θα ήταν αρκετό αν ο Τεμπλ δεν ήταν τόσο ικανός στη διαχείριση του υλικού και στην αφήγησή της, γεγονός που ξεχωρίζει το μυθιστόρημα αυτό ανάμεσα σε τόσα άλλα του είδους, άποψη την οποία ενισχύει η βράβευσή του με ένα αμιγώς λογοτεχνικό βραβείο ( 2010, Miles Franklin Literary Award).
(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)
Μετάφραση Γιώργος Μπέτσος
Εκδόσεις Τόπος
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






