Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2015

Τσάι στη Σαχάρα - Paul Bowles



Όλα ξεκίνησαν από την ασπρόμαυρη, μεσαίου μήκους ταινία της Αμερικανής Sara Driver, You are not I (1981), βασισμένη σε ένα διήγημα του Πωλ Μπόουλς. Η ίδια η σκηνοθέτις, μετά το τέλος της προβολής, αναφερόμενη στην ιστορία πίσω από την ταινία, αποκάλυψε πως μόνο αφού την ολοκλήρωσε έστειλε μια κόπια στον συγγραφέα, για να του ζητήσει την άδεια, και εκείνος απάντησε: ευτυχώς που έγιναν έτσι τα πράγματα, γιατί αλλιώς δεν θα σου είχα δώσει την άδεια και αυτό θα ήταν ένα μεγάλο λάθος. Μας μίλησε και για το πνεύμα συνεργασίας που υπήρχε, και ακόμα υπάρχει αν και σε σαφώς μικρότερο βαθμό, ανάμεσα στους κινηματογραφιστές της Νέας Υόρκης, αναγκασμένοι καθώς είναι να ζουν δίχως την οικονομική άνεση των μεγάλων στούντιο παραγωγής. Ο Τζάρμους, μας είπε η Driver, καλός της φίλος, έκανε τη φωτογραφία, έτσι γινόντουσαν τα πράγματα τότε. Η ταινία, γιατί πέρα από το μύθο των παρασκηνίων αυτό έχει τελικά τη μεγαλύτερη σημασία, ήταν υπέροχη, ένα αργό βύθισμα στον ασταθή ψυχικό κόσμο της ηρωίδας, την οποία υποδύθηκε η Suzanne Fletcher.

Και ύστερα θυμήθηκα το Τσάι στη Σαχάρα (The Sheltering Sky), το γνωστότερο ίσως βιβλίο του Μπόουλς, το οποίο για καιρό σκόπευα να διαβάσω αλλά πάντοτε μετέθετα για αργότερα. Αυτή είναι η ιστορία πίσω από την ανάγνωση.

Ο Πορτ κι η Κιτ Μόρσμπυ, παρέα με τον φίλο τους Τάννερ, λίγα χρόνια μετά το τέλος του πολέμου, αποφασίζουν να αφήσουν τη Νέα Υόρκη και να περιπλανηθούν στη Βόρεια Αφρική,  μια άγνωστη γωνιά του κόσμου, με μια αύρα μυστηρίου και εξωτισμού να τους γαργαλάει τη φαντασία.

Το βιβλίο αρχίζει εντυπωσιακά. Ο Πορτ, ξυπνώντας από έναν δύσκολο ύπνο, τον πρώτο σε στεριά μετά το πολυήμερο ταξίδι, αντικρίζει, κάπου μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, το δωμάτιο του ξενοδοχείου, παρατηρεί το χάος που επικρατεί με τα πράγματα σκορπισμένα κιόλας παντού, ακούει τους θορύβους από το δωμάτιο στο οποίο έχει καταλύσει η σύντροφός του, και στοχάζεται στη διαφορά ανάμεσα στον τουρίστα και τον ταξιδιώτη.

Δεν έβλεπε τον εαυτό του ως τουρίστα· αυτός ήταν ταξιδιώτης. Η διαφορά είναι εν μέρει ζήτημα χρόνου, εξηγούσε. Ενώ ο τουρίστας γενικά βιάζεται να επιστρέψει στο σπίτι του ύστερα από λίγες βδομάδες ή μήνες, ο ταξιδιώτης, μην ανήκοντας περισσότερο σ' ένα μέρος απ' όσο σ' ένα άλλο, κινείται αργά, για μεγάλες χρονικές περιόδους, από τη μια μεριά της γης στην άλλη.

Λίγο αργότερα θα διηγηθεί ένα όνειρο στην Κιτ και τον Τάννερ. Εκείνη θα ενοχληθεί και όταν μείνουν μόνοι τους θα του επισημάνει πως δεν το θεωρεί σωστό, να διηγείται τα όνειρά του μπροστά στον Τάννερ, αφού κάποτε θα επιστρέψουν στη Νέα Υόρκη. Εκείνος θα αδιαφορήσει.

Καθώς οι μέρες περνούν, και το ταξίδι συνεχίζεται όλο και νοτιότερα στην ήπειρο, οι ήρωες θα ενσωματώνονται στο περιβάλλον, θα αποκτούν κάτι από το χρώμα της ερήμου, δίχως η αντίληψη αυτής της μεταμόρφωσης να είναι συγχρονισμένα ορατή στους ίδιους. Ο Μπόουλς, ικανός στην παρατήρηση και την καταγραφή ακόμα και της ελάχιστης ψυχικής μεταβολής, θα διευθύνει αυτή την κάθοδο με μαεστρία, θα οδηγήσει τους ήρωες μακριά από την γνώριμη πραγματικότητα, σε ένα ταξίδι πρωτίστως εσωτερικό και ελάχιστα τουριστικό, εκεί που οι χρόνοι επιβραδύνονται διαρκώς και η άμμος καλύπτει τα πάντα.

Είναι και τα βιβλία που σου φέρνει στο νου ένα βιβλίο ένα σημαντικό μέρος της ανάγνωσης, μια συγγένεια, συχνά δυσδιάκριτη, που πυκνώνει τα νήματα και σε αναγκάζει να επιστρέψεις. Αρχικά Η περίπτωση Φράντσα, το σπουδαίο, παρότι ημιτελές και αποσπασματικό, βιβλίο της Μπάχμαν.Η Φράντσα που πηγαίνει στην Αίγυπτο εγκαταλείποντας μια σχέση πνιγηρή, σε ένα μέρος μακριά από κάθε τι γνώριμο, εκεί που χιλιάδες χρόνια πριν ξεκίνησαν όλα. Στη συνέχεια, η Πατρίσια Χάισμιθ και τα Δύο πρόσωπα του Ιανουαρίου, ένα ζευγάρι Αμερικανών, διωκόμενο από τις αρχές, φτάνει στην Ελλάδα για να κρυφτεί, στην πορεία συναντούν έναν ακόμα συμπατριώτη τους, ένα τρίγωνο δημιουργείται, καταλήγουν στην Κρήτη εκτός τουριστικής περιόδου, με τους αρχαιολογικούς χώρους άδειους, μα επιβλητικούς. Και τέλος Ο ξένος του Καμύ, το ξηρό κλίμα στο Αλγέρι. Μια τετράδα δημιουργήθηκε έτσι εντός μου. Ανάμεσα στην ανάγνωση και την ανάρτηση αυτή μεσολάβησε μια ακόμα συγγένεια, το μυθιστόρημα του Αυστραλιανού Κουκ, Στη νεκρή καρδιά της ηπείρου.

Την ταινία δεν την είχα δει. Την είδα, φοβόμουν την απογοήτευση και δεν την απέφυγα.


Μετάφραση Λουκάς Θεοδωρακόπουλος
Εκδόσεις Απόπειρα


Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2015

Οι κόκκινες βασίλισσες - Jonathan Lethem





Μόνο τυχαία δεν είναι η αφιέρωση του Λέθεμ: Για τον πατέρα μου, στα ογδόντα.


Την ιστορία, λένε, τη γράφουνε οι νικητές, ή την επιβάλλουν, διορθώνουν άλλοι. Αν όμως αυτό αποτελεί το μεγάλο κάδρο, την κυρίαρχη διήγηση, κανείς δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια απέναντι στις μικρές, ατομικές ιστορίες, που προσθέτουν πινελιές διαφορετικότητας στον ομοιόμορφο, εκ του μακρόθεν, καμβά. Ο Λέθεμ, ο σπουδαίος αυτός Αμερικανός συγγραφέας, επιθυμεί να συνθέσει την εικόνα μιας λιγότερη γνωστής πλευράς της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας, εκείνης των πολιτικών αγώνων και της αντίστασης, ξεκινώντας από το κομμουνιστικό κίνημα της δεκαετίας του '30 και φτάνοντας μέχρι το σήμερα και το κίνημα Occupy. Και ως σπουδαίος συγγραφέας, ο Λέθεμ ξέρει πως η σύνθεση της μεγάλης εικόνας απαιτεί την προσήλωση στο ατομικό, ψηφίδα την ψηφίδα μάς διηγείται, λοιπόν, την ιστορία της Ρόουζ Ζίμερ, η οποία είναι γνωστή ως Κόκκινη Βασίλισσα του Σάνισαϊντ του Κουίνς, και της κόρης της Μίριαμ. Μέσα από την προσωπική ιστορία των ηρωίδων του, τη στάση τους απέναντι στα πράγματα, που ενώνει το προσωπικό με το πολιτικό, επιχειρώντας τα απαραίτητα χρονικά μπρος πίσω, ρίχνει το απαραίτητο φως δίχως απόπειρες -φανερές τουλάχιστον- ηρωοποίησης ή αγιοποίησής τους, απόφαση που θα είχε μάλλον τα αντίθετα αποτελέσματα. Δυο γυναίκες, κυρίως και πρώτιστα δύο άνθρωποι, με πάθος για ζωή, δυναμικές και ανεξάρτητες, γύρω από τις οποίες κινούνται οι ζωές αρκετών αντρών, συζύγων, εραστών, γιών. Και όλα τα παραπάνω με φόντο τη Νέα Υόρκη, μια πόλη που πάλλεται από ζωή, που αφομοιώνει και απορρίπτει στους δικούς της χρόνους, ασκώντας γοητεία ακόμα και αργά το βράδυ στην πλέον κακόφημη γειτονιά της, μια πόλη που σου βγάζει -αν την έχεις μέσα σου βέβαια- την επιθυμία για έναν καλύτερο κόσμο.

Αυτό που επιχειρεί ο Λέθεμ είναι αρκετά φιλόδοξο, για δύο λόγους κυρίως. Πρώτον, για το εύρος της περιόδου την οποία επιθυμεί να καλύψει, και δεύτερον, για το πλήθος των ιστορικών, πολιτικών και κοινωνικών πληροφοριών και γεγονότων, τα οποία περιλαμβάνονται στο μυθιστόρημα, ιδιαίτερα για κάποιον που ζει εκτός Ηνωμένων Πολιτειών (ή και εκτός Νέας Υόρκης ίσως). Τα καταφέρνει σχετικά καλά, στηριζόμενος στην αφηγηματική του δεινότητα, στην ικανότητά του να διαχειριστεί το υλικό που με έρευνα έχει συλλέξει και γνωρίζοντας καλά και εκ των προτέρων την ιστορία που επιθυμεί να διηγηθεί, φροντίζοντας να παραμείνει σταθερός στον τελικό του προορισμό, επιτρέποντας στον εαυτό του μόνο μικρές παρεκκλίσεις κατά την πορεία. Σε ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα όπως αυτό είναι αναμενόμενο ο αναγνώστης να ταυτιστεί με κάποιους ήρωες περισσότερο σε σχέση με άλλους, μάλλον εκεί ελοχεύει ο κίνδυνος να χάσει στιγμιαία το ενδιαφέρον του θεωρώντας πως το μυθιστόρημα κάνει κοιλιά -μέρος του ρίσκου που παίρνει εν γνώσει του ο Λέθεμ-, συναίσθημα όμως προσωρινό, το οποίο γρήγορα υποχωρεί καθώς η ιστορία προχωρά, κάνοντας τους γνωστούς της κύκλους.

Το μυθιστόρημα του Λέθεμ είναι μεν απαιτητικό, όμως, στο τέλος, και καθώς οι μέρες από το πέρας της ανάγνωσης περνούν και το συναίσθημα κατακάθεται, αναδεικνύεται πιο ξεκάθαρα το όραμα του συγγραφέα, ενώ οι μορφές των δύο ηρωίδων στέκουν ολοζώντανες στη μνήμη. Ένα μυθιστόρημα που πιο αμερικάνικο δεν γίνεται!


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)



Μετάφραση Ελένη Ηλιοπούλου
Εκδόσεις Κέδρος

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2015

Ενηλικίωση




Είναι μία μορφή ενηλικίωσης η συνειδητοποίηση πως τα εκκλησάκια στην άκρη της εθνικής οδού είναι μικροί τάφοι, μία από τις πολλές και παράταιρες μορφές ενηλικίωσης.

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2015

Και η αγάπη πάλι θα καλεί #2

(πηγή rockap.gr)



Ήδη από την ανακοίνωση της επικείμενης συναυλίας των Διάφανων Κρίνων τα συναισθήματα ήταν ανάμεικτα, ένα διαρκές aller-retour Χαρά-Θλίψη. Από τη μία, η δυνατότητα να δει κανείς ζωντανά μια αγαπημένη μπάντα· είτε επρόκειτο για εκατοστή φορά, είτε για πρώτη, μικρή σημασία είχε· άλλωστε στη χώρα μας δεν έχουμε την πολυτέλεια ύπαρξης πολλών συγκροτημάτων με την επιδραστικότητα των Κρίνων. Από την άλλη, η ασθένεια του Θάνου, που αποτέλεσε και την αφορμή για την επανένωση αυτή. Στη συνέχεια, αποσυντονισμένος από τη θερινή ραστώνη, διαβάζω πως τα εισιτήρια για τη συναυλία εξαντλήθηκαν. Χαρά για το γεγονός, η εμπορική επιτυχία ήταν άλλωστε το βασικό ζητούμενο. Παρά την άμεση αναγγελία για την οργάνωση και δεύτερης μέρας, εγωιστικά ορμώμενος σκέφτομαι: μα την πρώτη μέρα θα έπρεπε κανονικά να είναι εκεί κανείς. Εντούτοις αγοράζω εισιτήριο για τη δεύτερη μέρα την ίδια στιγμή.

Περπατώντας το απόγευμα της Παρασκευής προς την Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων στο Γκάζι, και αφού είχα αντισταθεί και δεν είχα υποκύψει στην πρόκληση να παρακολουθήσω μέσω διαδικτύου στιγμιότυπα από την προηγούμενη βραδιά, επιθυμώντας να βρεθώ εκεί όσο το δυνατόν πιο "καθαρός", αναρωτιόμουν για τις ηλικίες των θεατών. Βλέπετε, τα Διάφανα Κρίνα διαλύθηκαν πριν από έξι χρόνια, και το γεγονός αυτό το θεωρούσα καταλυτικό, ένα χρονικό όριο ανάμεσα σε εκείνους που τους αγάπησαν -μεταξύ πολλών άλλων- για τα τρίωρα λάιβ τους και στους υπόλοιπους. Έπεσα έξω, γεγονός που φάνηκε ξεκάθαρα όταν οι ρυθμοί ανέβηκαν και η πιτσιρικαρία έστησε έναν τρελό χορό στις πρώτες σειρές της αρένας.

Πριν από την είσοδο των Κρίνων στη σκηνή, προηγήθηκαν οι Last Drive και ο Γιάννης Αγγελάκας με τη νέα του μπάντα, οι οποίοι φρόντισαν να προθερμάνουν ένα κοινό, το οποίο, περισσότερο από συνήθως, λαχταρούσε το κυρίως πιάτο της βραδιάς. Ανάμεσα στα ευχάριστα η καταληκτική ατάκα του Αγγελάκα, που ανανέωσε το ραντεβού του με το κοινό για τον χειμώνα, δημιουργώντας έτσι προσδοκίες για την επανεμφάνισή του έπειτα από ένα αρκετά μεγάλο διάστημα αποχής από τα μουσικά πράγματα.

Και κάπως έτσι ήρθε η ώρα να εμφανιστούν επί σκηνής τα Κρίνα. Αρχικά οι μουσικοί, οι γνωστοί τέσσερις (Παντελής Ροδοστόγλου, Νίκος Μπαρδής, Κυριάκος Τσουκαλάς, Τάσος Μαχάς) και μαζί τους στα πλήκτρα ένας φίλος από τα παλιά, ο Παναγιώτης Μπερλής, ο οποίος αποχώρησε το 2000. Οι πρώτες νότες, ο γνώριμος ήχος και η φυσική παρουσία των μουσικών στη σκηνή δημιούργησαν μια υπέροχη αίσθηση οικειότητας. Στην εξίσωση, μαζί με τη χαρά, μπήκε και η συγκίνηση. Με το τέλος του ορχηστρικού κομματιού ήρθε η σειρά του Θάνου Ανεστόπουλου να βγει στη σκηνή, το ζεστό και ενθουσιώδες χειροκρότημα υποδοχής ήταν ένα ελάχιστο προκαταβολικό ευχαριστώ εκ μέρους του κόσμου. Καταπονημένος, αλλά όρθιος, πήρε τη θέση του μπροστά στο μικρόφωνο παρέα με το γνώριμο αναλόγιο. Τον θυμάμαι κάποτε, πάνε χρόνια, να λέει: είναι καταπληκτικό αυτό που συμβαίνει στις συναυλίες μας, μοιάζει να είμαι ο μοναδικός που χρειάζεται σκονάκι για τους στίχους.

Μες στα βάθη της γης,
ξέρω ένα βοτάνι,
που τη λήθη χαρίζει σε αυτούς που αγαπήσαν.
Αν το βρεις, αν το βρεις, χάρισέ το σε μένα...

Ξαφνικά το παρελθόν φάνταζε τόσο κοντινό, κανείς δεν φάνηκε να έχει ξεχάσει τους στίχους συνοδεύοντας τον Θάνο στα φωνητικά, ενώ όλοι έδειχναν να έχουν ξεχάσει τη δυσάρεστη αφορμή, παραδομένοι στη μουσική έκσταση, μια γιορτή ιδιαίτερη, όπως αυτές που μόνο τα Κρίνα ξέρουν να στήνουν, μια γιορτή ρεαλισμού και ποίησης, στοχασμού και μνήμης. Για τρία τραγούδια ανέβηκε στη σκηνή μαζί τους ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, φίλος από παλιά του συγκροτήματος, με συμμετοχές ως μουσικός σε διάφορα άλμπουμ τους. Είπε όσα αρκετοί, ίσως οι περισσότεροι, από εμάς θα ήθελαν να πουν, αναφερόμενος στα Κρίνα, ευχαριστώντας τους όχι μόνο για όσα μας πρόσφεραν αλλά και για τη στάση τους εν γένει σε μια περίοδο που οι αξίες φθίνουν. Οι νεότεροι των θεατών έδιναν τον τόνο, με χορό μέχρι τελικής πτώσης, επενέβαιναν στον φωτισμό με τους πυρσούς που άναβαν. Ούτε μια παραγγελιά δεν ακούστηκε, ήταν η βραδιά των Κρίνων άλλωστε, εκείνοι είχαν το γενικό πρόσταγμα. Τι να πρωτοζητήσει άλλωστε κανείς; Και η συναυλία κυλούσε, και ο Θάνος έμοιαζε να παίρνει φωτιά, να ανακτά άμεσα τις δυνάμεις του, όταν έδειχναν να τον εγκαταλείπουν. Γύρω στα μεσάνυχτα έφτασε η στιγμή για το αντίο, για το εις το επανιδείν θα έλεγα εγώ. Μια υπόκλιση και ένα παρατεταμένο χειροκρότημα, λίγα λόγια ευχαριστίας και αποχώρηση από τη σκηνή. Ο κόσμος επέμεινε, κανείς δεν κουνήθηκε, οι μουσικοί επανήλθαν για ένα ορχηστρικό κομμάτι, ο Θάνος όχι. Ίσως έτσι να έπρεπε.

Και ενώ σίγουρα δεν είχε μεγάλη σημασία στη συναισθηματική πρόσληψη της συναυλίας, είναι απαραίτητο να αναφερθεί κανείς τόσο στον σπουδαίο ήχο, όσο και στον κατάλληλο φωτισμό, που υποστήριξαν τεχνικά την εμπειρία αυτή, και να δώσει συγχαρητήρια σε όσους βοήθησαν σε αυτό.

Επειδή τα πάντα είναι θέμα σύγκρισης, φεύγοντας από το Γκάζι, αναλογιζόμουν πόσο καιρό είχα να βιώσω κάτι ανάλογο, ένα βίωμα τόσο έντονο και καθαρτήριο. Πολύ, σίγουρα πολύ, ήταν η απάντηση.

Βάλτε να πιούμε!  

(πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Χανιώτικα Νέα)

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ταχυδρόμος του Νερούδα - Antonio Scármeta



Ο Ματίας ήταν κάθετος στην κρίση του: γλυκανάλατος για τα γούστα μου. Έτσι απάντησε όταν τον ρώτησα: είναι καλός αυτός ο Σκάρμετα; Είχα μόλις δει την ταινία ο Χορός της Βικτώρια και, αν και μου ήταν απόλυτα ξεκάθαρο πως δεν επρόκειτο για κάποιο αριστούργημα, εντούτοις, η γοητεία που μου ασκεί η εμφάνιση του ηθοποιού Ρικάρντο Νταρίν στη μεγάλη οθόνη ήταν τέτοια, που με ανάγκασε να ασχοληθώ λίγο ακόμα με την ταινία, αναζητώντας πληροφορίες στο διαδίκτυο σχετικές με τους συντελεστές, και κάπως έτσι έπεσα πάνω στον Χιλιανό συγγραφέα Σκάρμετα, στο ομώνυμο βιβλίο του οποίου βασίστηκε το σενάριο της ταινίας. Ο Ματίας, συμπατριώτης του συγγραφέα και δυνατός αναγνώστης, θα μου έκοβε τη φόρα όταν θα επικοινωνούσα μαζί του την επομένη. Πέρασαν έξι χρόνια από τότε.

Και τώρα πια δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με την κάπως αφοριστική άποψη του Ματίας, έχοντας τελειώσει πριν λίγες μέρες αυτή τη νουβέλα του Σκάρμετα. Τότε δεν τον είχα πάρει πολύ στα σοβαρά, τον Ματίας, αφού πίστευα, περισσότερο απ' ό,τι σήμερα, στην αβασάνιστη απάρνηση του εγχώριου και στη μανία για το ξένο, που κάποιες φορές κατατρύχουν τους αναγνώστες, και όχι μόνο, του κόσμου.

Ο Μάριο Χιμένες, κεντρικός ήρωας της ιστορίας, πιάνει δουλειά ως ταχυδρόμος στην Ίσλα Νέγρα, ένα μικρό νησί στο οποίο μοναδικός παραλήπτης και συντάκτης επιστολών είναι ο Πάμπλο Νερούδα. Όπως είναι εύκολο να υποθέσει κανείς, ο νεαρός μαγεύεται από τον ποιητή και γεννιέται μέσα του η επιθυμία να γράψει ποίηση με αποδέκτη μια νεαρή κοπέλα, την πιο όμορφη που έχει συναντήσει στη ζωή του. Ο Σκάρμετα, γύρω από αυτό το γεγονός, της γνωριμίας δηλαδή του νεαρού με τον ποιητή, επιχειρεί να αποτυπώσει την πλέον ταραγμένη δεκαετία της χιλιανής ιστορίας, κάνοντας παράλληλα και μια αναδρομή στη ζωή του Νερούδα.

Μια ιστορία με αρκετά χαλαρούς δεσμούς, με μια επιγραμματικότητα που μάλλον κουράζει παρότι ελαχιστοποιεί το μέγεθος της νουβέλας, η οποία υποστηρίζεται από διάφορες αφηγηματικές ευκολίες και από μια έντονη επίκληση στο συναίσθημα, μέσα από μια διάθεση υπέρ το δέον ποιητική και νοσταλγική, καταλλήγει να είναι μια γλυκανάλατη ιστορία, που μάλλον ελάχιστο ενδιαφέρον διαθέτει, και δυστυχώς δεν πιστεύω πως θα αποτελούσε έναυσμα για περαιτέρω έρευνα σχετικά με τον Νερούδα ή την χιλιανή ιστορία.       

Μετάφραση Λήδα Παλλαντίου
Εκδόσεις Ωκεανίδα

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

Οι Ενοικιαστές - Sarah Waters




Οι Μπάρμπερ είχαν πει ότι θα έφταναν κατά τις τρεις. Είναι σαν να περιμένεις να ξεκινήσεις για ένα ταξίδι, σκεφτόταν η Φράνσις. Αυτή και η μητέρα της είχαν περάσει το πρωινό κοιτάζοντας το ρολόι, ανίκανες να χαλαρώσουν. Στις δύο και μισή είχε κάνει έναν τελευταίο, όπως φανταζόταν, νοσταλγικό γύρο των δωματίων του σπιτιού. Ο εκνευρισμός της κορυφώθηκε ύστερα από αυτό, για να ξεφουσκώσει στη συνέχεια σταδιακά, και τώρα, κοντά πέντε η ώρα πια, να τη πάλι εδώ, να ακούει την ηχώ των ίδιων της των βημάτων χωρίς να νιώθει στάλα αγάπης για τα λιτά επιπλωμένα δωμάτια, ανυπομονώντας μόνο να φτάσει το ζευγάρι, να εγκατασταθεί στο σπίτι και να τελειώνει η υπόθεση.

Και οι Μπάρμπερ έφτασαν, με κάποια καθυστέρηση είναι η αλήθεια, μεταφέροντας τα πράγματά τους, ρούχα κυρίως και κάποια λίγα έπιπλα, και η ζωή της Φράνσις και της μητέρας της άλλαξε μία και διαπαντός, καθώς οι νοικάρηδες καταλαμβάνουν τον συμφωνημένο χώρο στο σπίτι. Η απόφαση να νοικιάσουν ένα μεγάλο μέρος του σπιτιού στους Μπάρμπερ δεν ήταν ούτε εύκολη ούτε απλή, ήταν όμως αναγκαστική· το σπίτι κατέρρεε και οι ελάχιστοι οικονομικοί πόροι από κάποιες, μάλλον αποτυχημένες, επενδύσεις του μακαρίτη κυρίου Ρέι έμοιαζαν με σταγόνα στον ωκεανό των όλο και αυξανόμενων εξόδων, το ενοίκιο θα μπορούσε να τους δώσει μιαν ανάσα, συνοδευόμενο βεβαίως από όλα τα, κακόβουλα και χαιρέκακα, σχόλια του αριστοκρατικού περιβάλλοντος, στο οποίο οι Ρέι ανήκαν λίγα μόλις χρόνια πριν, προτού δηλαδή χαθούν οι γιοι της οικογένειας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και πεθάνει ο κύριος Ρέι, αφήνοντας την κυρία Ρέι με τη Φράνσις μόνες σε ένα Λονδίνο που προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές του, σε έναν κόσμο που αλλάζει τάχιστα. Από την άλλη οι Μπάρμπερ ανήκουν σε μια νέα ανερχόμενη τάξη, εκείνος δουλεύει στο Σίτι σε μια ασφαλιστική εταιρεία, κερδίζοντας όλο και περισσότερα χρήματα, τα οποία η γυναίκα του φροντίζει να αξιοποιεί, καλοπίζοντας το σπίτι και φροντίζοντας την εξωτερική της εμφάνιση, επιχειρώντας την οριστική ρήξη με το παρελθόν και στοχεύοντας στην κοινωνική ανέλιξη, με την αλλαγή γειτονιάς να αποτελεί ένα πρώτο και σταθερό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Δύο κόσμοι, άλλοτε σε σύγκρουση, συνυπάρχουν πλέον κάτω από μία κοινή στέγη.

Βασικό στοίχημα για την Ουαλή συγγραφέα η αναβίωση μιας παρελθούσας εποχής, εκείνης του μεσοπολεμικού Λονδίνου, μιας εποχής μεταβατικής, με έντονες και βαθιές αλλαγές, σε όλους τους τομείς της καθημερινότητας, και κυρίως στην κοινωνική διαστρωμάτωση, για χρόνια σταθερή και αναλλοίωτη, με την ανάδειξη μιας νέας τάξης, της μεσαίας. Και είναι ένα στοίχημα, εν τέλει, κερδισμένο, με ευδιάκριτες τις επιρροές. Η Waters γοητεύεται από το Λονδίνο της δεκαετίας του '20, αντλεί την έμπνευσή της από αυτό, μέσα από την απαραίτητη ιστορική έρευνα και την ανάγνωση μυθιστορημάτων της εποχής, και επιθυμεί να μεταφέρει αυτή την ατμόσφαιρα στον αναγνώστη μέσα από ένα μυθιστόρημα εποχής. Βέβαια, δίχως την απαραίτητη πλοκή, η αποτύπωση της εποχής δεν θα αρκούσε για να στηρίξει ένα μυθιστόρημα, και μάλιστα πολυσέλιδο, όπως οι Ενοικιαστές, κάτι που η έμπειρη Waters γνωρίζει πολύ καλά, επενδύοντας αρκετά στην ιστορία της, στους χαρακτήρες και στις σκέψεις τους, σε μια συνεχή αίσθηση ανατροπής, που μοιάζει να παραμονεύει στην επόμενη σελίδα, ξέροντας πώς να επιμένει στη λεπτομερή αφήγηση, δικαιολογώντας την επιλογή της ακόμα και όταν μοιάζει να πλατιάζει, παραδίδοντας τελικώς ένα μυθιστόρημα εποχής, ταύτοχρονα ερωτικό και αστυνομικό.

Θα ήταν όμως ελλιπές ένα κείμενο σχετικά με τους Ενοικιαστές, αν τελείωνε δίχως να αναφερθεί το επίθετο γυναικείος, για να προσδιορίσει, τόσο τη γραφή, όσο και την οπτική γωνία των ηρωίδων. Είναι όμως τέτοια η προκατάληψη, απόρροια της αδυσώπητης και άστοχης χρήσης του όρου, προκατάληψη ορθή, καθώς το γυναικείο έχει ταυτιστεί με το κακό και επιφανειακό, με μια λογοτεχνία φτηνή. Όμως, αυτό δεν θα έπρεπε να αποτρέψει τον αναγνώστη από το να χαρακτηρίσει ως γυναικείο το μυθιστόρημα της Waters, ίσως θα έπρεπε να επιβάλλει τον χαρακτηρισμό αυτό μάλιστα, ακριβώς για να τονίσει την κατάλληλη χρήση του όρου, να μπει ένα φρένο στην επικίνδυνη, και με έντονη τη σημειολογία, διάκριση μεταξύ αντρών και γυναικών συγγραφέων, ενώ η μοναδική διαχωριστική γραμμή, ανεξαρτήτως των προσωπικών προτιμήσεων του καθενός, θα έπρεπε να είναι εκείνη που διακρίνει την καλή από την κακή λογοτεχνία εν γένει. 


(πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Δέσποινα Γιανναρούδη
Εκδόσεις Λιβάνη

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2015

84, Charing Cross Road - Helene Hanff



Μέρος, εδώ και καιρό, της περίλαμπρης στοίβας με τα προσεχώς. Βιβλία που βρέθηκαν στο κάτω μέρος της βιβλιοθήκης, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, και που η ανάδυσή τους καθυστερεί. Εκείνη είπε: είναι το βιβλίο που κάνω δώρο στις φίλες μου. Εγώ σκέφτηκα: γυναικεία λογοτεχνία. Ύστερα μου έκανα παρατήρηση, η ανάγνωση ως  τιμωρία ενός μυαλού μολυσμένου από στερεότυπα.

Σε ένα βιβλιοπωλείο μπορώ να πειθαρχήσω, σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο δυσκολεύομαι, το διακύβευμα είναι ή τώρα ή ποτέ (πιθανώς). Μία φορά τον μήνα κάνω βόλτα προς αναζήτηση τίτλων, όχι μόνο εξαντλημένων μα και οικονομικά προσιτών, κυρίως στο κέντρο, αν και έχω εντοπίσει μερικά ακόμα ενδιαφέροντα μέρη εκτός της καθημερινής μου εμβέλειας. Και αυτό το βιβλίο δεν το είχα διαβάσει!

Το 1949, η Helene Hanff έρχεται σε επαφή με το παλαιοβιβλιοπωλείο Marks & Co. αναζητώντας κάποιους εξαντλημένους τίτλους.

Η φράση "παλαιοβιβλιοπώλες" ελαφρώς με τρομάζει, γιατί για μένα "παλαιό" σημαίνει ακριβό. Είμαι μια φτωχή συγγραφέας που αγαπά τα παλιά βιβλία, όμως είναι αδύνατο να βρω όλα όσα χρειάζομαι στα εδώ βιβλιοπωλεία -εκτός αν καταφύγω σε πανάκριβες σπάνιες εκδόσεις ή στα θλιβερά καταλερωμένα σχολικά αντίτυπα που διαθέτουν οι Barnes & Nobles. 

Έτσι αρχίζει μια αλληλογραφία είκοσι χρόνων, μέσα από την οποία, εκτός της αγάπης για τα βιβλία, γίνονται φανερές οι ευρύτερες πολιτικοοικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Η σχέση δεν αργεί να γίνει προσωπική με τους υπαλλήλους του βιβλιοπωλείου, η γεμάτη νάζι αλλά δίχως επιτήδευση γραφή της Hanff συμβάλλει τα μέγιστα σε αυτό.

Τεμπελιά: μέχρι να μου στείλετε κάτι να διαβάσω, θα 'χω ΣΑΠΙΣΕΙ. Θα μπορούσα να τρέξω κατευθείαν στου brentano, αν έστω και ένα βιβλίο απ' όσα θέλω δεν είχε εξαντληθεί.
Η μόνη ένστασή μου σχετικά με το βιβλίο είναι η αίσθηση κρυφοκοιτάγματος από την κλειδαρότρυπα κατά την ανάγνωση της προσωπικής αλληλογραφίας. Παρά τη λογοτεχνική αξία του συγκεκριμένου βιβλίου και τη βιβλιοφιλία που διαπνέει τις σελίδες του και με γοήτευσαν, αυτή η παραβίαση προσωπικών στιγμών δεν μου επέτρεψε την πλήρη απόλαυση.

Αληθινά λατρεύω τα μεταχειρισμένα βιβλία που ανοίγουν μόνα τους στη σελίδα την οποία διάβαζε συχνότερα κάποιος προηγούμενο κάτοχός τους. Την ημέρα που ήρθε ο Hazlitt, άνοιξε στη φράση "Σιχαίνομαι να διαβάζω καινούρια βιβλία" κι εγώ κραύγασα "Σύντροφε!" σ' αυτόν (όποιος και αν ήταν) που είχε το βιβλίο πριν από μένα.



υ.γ Το βιβλίο της Hanff, όπως του ταιριάζει άλλωστε, υπήρξε λάφυρο επίσκεψης σε παλαιοβιβλιοπωλείο.




Μετάφραση/Επίμετρο Κατερίνα Σχινά
Εκδόσεις Πόλις