Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014

Νουθεσία ημιόνου - Γιάννης Αστερής





Το βράδυ της εικοστής έκτης Νοεμβρίου του προπερασμένου έτους, λίγες ώρες προτού επιστρέψει στο διαμέρισμα όπου αντίκρισε τη σύζυγό του ξαπλωμένη και ασάλευτη στη συζυγική κλίνη, παραμορφωμένη από μια γκριμάτσα που για μια στιγμή τον τάραξε με τη θανατερή της ένταση, και ακριβώς το λεπτό (σκέφτηκε μήνες αργότερα) που η σύζυγός του, ακόμα ζωντανή και θλιμμένη, θα πρέπει να ετοίμαζε κάτι πρόχειρο για βραδινό, ο αρχιτέκτονας Γιώργος Αυγέρης έστεκε όρθιος ανάμεσα στους συνδαιτυμόνες του δικηγόρου πνευματικών δικαιωμάτων Κώστα Μάρκου και συλλογιζόταν την ιστορία του γλύπτη ο οποίος, παραλυμένος σε σημείο που να μην μπορεί να κουνήσει ούτε δάχτυλο, καθόταν νυχθημερόν μπροστά στο ημιτελές  αριστούργημά του, χυμένος σε μια μαυρισμένη , ξεσκισμένη και βρομερή πολυθρόνα, με τη σκέψη ότι όχι μόνον οφείλει αλλά είναι και ικανός να χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά το βλέμμα του στη θέση της σμίλης.

Ο Γιώργος Αυγέρης θα βρει τη σύζυγό του δολοφονημένη στη συζυγική κλίνη, εκείνος έλειπε καλεσμένος σε δείπνο στο σπίτι του δικηγόρου πνευματικών δικαιωμάτων Κώστα Μάρκου. Όμως οι υποτιθέμενοι συνδαιτυμόνες του θα αρνηθούν την ύπαρξη δείπνου στις δικαστικές και αστυνομικές αρχές. Το άλλοθι καταρρέει.

Η ιστορία του μοναχού Διονύσιου - αρχικώς εγκιβωτισμένη - διεκδικεί τις διαστάσεις που τις αναλογούν και έρχεται να συνομιλήσει με την κυρίως αφήγηση, προσδίδοντάς της στοιχεία μη αναμενόμενα εκ πρώτης και καθιστώντας εαυτό ισάξιο σκέλος του τελικού συνόλου.

Λόγος μακροπερίοδος, σμιλεμένος στη λεπτομέρεια, ικανότητα ζηλευτή - ας μην κοροϊδευόμαστε. Αναρωτιέμαι πόσες φορές να μετακινήθηκαν οι λέξεις μέχρι να ριζώσουν στη θέση τους, πόσα περάσματα μέχρι να λειανθεί εντελώς η επιφάνεια, να μη σκαλώνει ο λόγος πουθενά. Δεν αποκλείω όμως και την αβίαστη εναπόθεση μετά από πολυκαιρισμένη κύηση - τέτοια είναι η λάμψη του.

Το έδαφος υποχωρεί, η τελεία αργεί, μια λεκτική δίνη είναι αυτή που δίνει το ρυθμό. Τα σημεία στίξης διατηρούν ένα ρόλο λίγο πιο αφανή στην προκειμένη περίπτωση δίχως όμως να χάνουν την εμπιστοσύνη στην κομβικότητα της ύπαρξής τους. Κατηφόρα, δρόμος απείρως δυσκολότερος του αντιθέτου της, τα χαλικάκια ακούγονται καθώς οι σόλες σέρνονται επ' αυτών και τα τρίβουν με βία στην ίδια τη γη που τα γέννησε, ο ορίζοντας παραμένει σταθερός παρά την ψευδαίσθηση της νέας αποκάλυψης που δημιουργεί η υψομετρική διαφοροποίηση. Άφημα.

Δεν είναι μόνο πως το κείμενο το ίδιο ορίζει το ρυθμό, είναι και εκείνη η δεύτερη φωνή που, αρχικώς ανεπαίσθητα, σαν ηχώ επαναλαμβάνει τις λέξεις στο κατόπι σου, φωνή που δυναμώνει όσο βυθίζεσαι στην ανάγνωση, φωνή δίχως συναίσθημα, μηχανική, σίγουρα όχι του δημιουργού, υπηρέτρια του κειμένου και όχι αντικαταστάτρια αυτού.

Το ερώτημα που θέτει αρχικώς ο Αστερής είναι αν ο αναγνώστης πιστεύει τον Αυγέρη ή όχι. Το αστυνομικού χαρακτήρα ζήτημα υποχωρεί καθώς η αφήγηση αναζητά μονοπάτια πιο εσωτερικά, έτσι ο συγγραφέας επιτυγχάνει - μαεστρικά - να σπρώξει τον αναγνώστη από την ασφαλή θέση του θεατή/κριτή και να τον μετακινήσει - έστω λίγο - πιο μέσα στον ίδιο του τον εαυτό στα πλαίσια της υλοποίησης των ξεχασμένων υποσχέσεων της λέξης ψυχαγωγία.


υ.γ Την απόσταση προς τη νουβέλα του Γιάννη Αστερή συντόμευσε αυτή η αναφορά



Εκδόσεις Ίνδικτος  

     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου