Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

Ρόζα - Jonathan Rabb






Το Βερολίνο το Δεκέμβριο, για όσους γνωρίζουν την πόλη, δε μοιάζει με κανένα άλλο μέρος. Τα πρώτα χιόνια το στρώνουν για τα καλά και οι φαρδιές λεωφόροι από το Σαρλότενμπουργκ μέχρι το Ρόντελ ανασαίνουν την αψάδα του πρωσικού χειμώνα. Είναι η εποχή που τα αγοράκια τραβάνε με βιασύνη τις μανάδες τους από τις στολισμένες βιτρίνες του ΚαΝτεΒε ή του Βέρτχαϊμ ή τις κομψές αίθουσες τσαγιού του ξενοδοχείου Άντλον, για να πάνε πέρα στο Τίεργκάρτεν ή στη Ζίγκεσαλέ με την εντυπωσιακή σειρά των μαρμάρινων αυτοκρατόρων της.

Τώρα όμως ήταν Ιανουάριος και το χιόνι είχε μετατραπεί σε αδιάκοπο ψιλόβροχο, τόσο διαπεραστικό που περνούσε ακόμα και τις πιο χοντρές στρώσεις ρούχων. Κι αν αλλού διατηρούσαν ακόμα πεισματικά κάποια ίχνη ευγένειας, εδώ στην ανατολική πλευρά της πόλης, μέχρι πέρα τις φθηνές πανσιόν ύπνου του Πρεντσλάουερ Μπεργκ, οι άνθρωποι δεν είχαν ούτε το χρόνο ούτε την υπομονή για τέτοιες χειρονομίες. Τα Χριστούγεννα δεν είχαν φέρει τίποτα, εκτός ίσως από την αλήθεια πως ο πόλεμος είχε χαθεί πολύ πριν από το καλοκαίρι, και ότι οι στρατηγοί τούς δούλευαν όλους ψιλό γαζί μέχρι το τέλος του και τη συνθηκολόγηση του Νοεμβρίου. Αυτό είχαν φέρει τα Χριστούγεννα.

Το Βερολίνο υποβλητικό, λίγο μετά το - γραφειοκρατικό - τέλος του πολέμου, παρά τις φθορές, εξωτερικές και μη. Ο χειμώνας βαρύς, να το ντύνει με τα χρώματα, εκείνα τα σκούρα, που περισσότερο απ' όλα το κολακεύουν. Το σκοτάδι αναπόφευκτο, το φως του ήλιου δεν αρκεί, η υγρασία τροφή θρεπτική για τη μούχλα που έρχεται από τα χαμηλά. Το τοπίο ρευστό, ιδανικό προς διαμόρφωση, η χαρά των κρατούντων.

Γοητευμένος από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ (ή το μύθο αυτής), ο Ραμπ, επιλέγει το άνωθεν τελάρο για να κεντήσει την ιστορία του, ακόμα μία με πρωταγωνίστρια την Κόκκινη Ρόζα, τη μικρή Εβραία που προσπάθησε να μεταφέρει την επανάσταση του Λένιν στο Βερολίνο. Ο συγγραφέας επιχειρεί στον κορμό της Ιστορίας να μπολιάσει τη δική του, να τη δει να αναρριχάται και να πυκνώνει τα φύλλα της, από κάποια απόσταση να δείχνει ένα. Έτσι γεννιέται ο αστυνομικός επιθεωρητής Νικολάι Χόφνερ.

Η ανακάλυψη μιας σειράς από γυναικεία πτώματα κινητοποιεί τις αρχές, ο δράστης - με χαρακτηριστικά serial killer - απειλεί να διασαλεύσει τη φαινομενική και μόλις προσφάτως επανακτήσασα κανονικότητα της πόλης. Η έρευνα αλλάζει χαρακτήρα όταν ανακαλύπτεται το νεκρό σώμα της Ρόζα, η υπόθεση περνά υπό την αυστηρή επιτήρηση της Πόλπο, της πολιτικής αστυνομίας. Ο Χόφνερ όμως, όπως κάθε ντετέκτιβ της αστυνομικής λογοτεχνίας που σέβεται - έστω και ελάχιστα - τον εαυτό του, θα επιμείνει να οδηγήσει μέχρι τέλους την έρευνα, επιθυμώντας να αντικρίσει κατάματα την αλήθεια. 

Παρά την αδιαπραγμάτευτη υποβλητικότητα του Βερολίνου και τη συγγραφική ικανότητα του Ραμπ να δημιουργεί ατμόσφαιρα, η αλήθεια είναι πως άργησα να μπω στην ιστορία, ίσως να έφταιξαν τα πολλά ονόματα, ονόματα όχι μόνο προσώπων, αλλά και περιοχών ή οργανώσεων, ίσως και η - δεδομένη - ασθενής μου μνήμη. Όμως, άπαξ και εισήλθα δεν εγκατέλειψα στιγμή. Η συγκεκριμένη επιλογή αποτελούσε εξαρχής ένα στοίχημα διπλό, συνδυασμός ιδιαίτερος αυτός του αστυνομικού μυθιστορήματος  και του μυθιστορήματος εποχής, καθώς κανένα από τα δύο είδη δεν αποτελούν αναγνωστική μου αδυναμία. Έχοντας όμως ακούσει σχόλια κολακευτικά, ανθρώπων που με τα χρόνια έμαθα να εμπιστεύομαι την κρίση τους, αποφάσισα να δοκιμάσω ξανά, να προβώ σε ένα μίνι έλεγχο της αναγνωστικής μου εξέλιξης. Είναι τέτοιο άλλωστε το πνεύμα που φέρει η κάθε καινούρια αρχή.

Το αποτέλεσμα αναμενόμενο. Ναι μεν, αλλά. Υψηλή αναγνωστική απόλαυση, απόρροια της γραφής και της ιστορίας, το ξετύλιγμα της έρευνας προσφέρει επιπλέον αναγνωστικές λαβές, το μεσοπολεμικό Βερολίνο αποτελεί το κατάλληλο σκηνικό, οι ομοιότητες με το σήμερα δημιουργούν σκέψεις ανατριχιαστικές, η αύρα της Λούξεμπουργκ πανταχού παρούσα. Όμως, παρά τα όσα θετικά, το μυθιστόρημα του Ραμπ δεν κατάφερε να με ξεσηκώσει, να με ψυχαγωγήσει. Ένιωθα διαρκώς ένα διδακτισμό, η Ιστορία έριχνε τη σκιά της βαριά, το τέλος γνωστό και δεδομένο. Αν προσθέσει κανείς και την αδιαφορία μου για τη λύση των μυστηρίων γενικότερα, τότε μάλλον αντιλαμβάνεται γιατί αδυνατώ να δηλώσω γοητευμένος, παρόλο που στη Ρόζα αναγνωρίζω ένα καλογραμμένο βιβλίο, το οποίο οι λάτρεις του είδους πιθανότατα θα αγαπήσουν από τις πρώτες κιόλας σελίδες.


Μετάφραση Ρηγούλα Γεωργιάδου
Εκδόσεις Πόλις

   

2 σχόλια:

  1. Διάβασα πρόσφατα το βιβλίο και μου άρεσε πολύ. Δε θα έλεγα ότι βρήκα διδακτισμό, το θέμα είναι στενάχωρο από μόνο του... Η ιστορία έριχνε τη σκια της βαριά γιατί ΕΙΝΑΙ βαριά...
    Το πρόβλημά μου εμένα σ αυτά τα μυθιστορήματα είναι "πού σταματά η ιστορία και πού αρχίζει η φαντασία" . Ο Ραμπ δείχνει να σεβάστηκε όλα τα ιστορικά στοιχεία που χουν αποδειχτεί και "χώρεσε" το αστυνομικό στοιχείο χωρίς να προδίδει κανέναν. Άλλωστε, κάπως έτσι πρέπει να γινε, λες εντέλει... πώς αλλιώς; κι αν δεν υπάρχει τεκμηριωμένη αλήθεια, υπάρχει αληθοφάνεια, κι όχι παραχάραξη της ιστορίας.

    ΥΓ. Σου συνιστώ να... κρατάς σημειώσεις όταν τα ονόματα είναι πολλά... Σ αυτό το βιβλίο κράτησα κι εγώ, κι αυτό με έσωσε!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Χριστίνα σε ευχαριστώ για το σχόλιο και χαίρομαι που απόλαυσες το μυθιστόρημα του Ραμπ. Το βάρος αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της Ιστορίας, απλώς ποικίλει η παρουσία Αυτής στην κάθε επιμέρους διήγηση, εκεί βρίσκεται η "ένστασή" μου που περισσότερο έχει να κάνει με τα γούστα μου παρά με την επάρκεια του συγγραφέα.

    υγ Το "πρόβλημά" μου ήταν ακριβώς οι σημείωσεις, για χάρη των οποίων έπρεπε να διακόπτω την ανάγνωση ώστε να τις συμβουλεύομαι ;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή