Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

Σκόνη





Ακόμα, τόσο καιρό μετά, ανακάλυπτε, σχεδόν καθημερινά, σημεία στο σπίτι που έμεναν σκονισμένα, παρά την όποια προσπάθεια εξόντωσης κατέβαλλε εκείνος. Σήμερα, για παράδειγμα, μπαίνοντας στο μπάνιο, αντίκρισε ένα παχύ στρώμα σκόνης, με υποψίες από χνούδια, να καλύπτει το επάνω μέρος της κρεμάστρας για την πετσέτα προσώπου, μια ελάχιστη επιφάνεια, παράλληλη του τοίχου, αρκετά κάτω από το ύψος των ματιών, μια ατέλεια, μια ακόμα ατέλεια να στέκει εκεί, με τον γάντζο σε κοροϊδευτική προεξοχή. Δεν έδωσε σημασία, μια γεμάτη προκλήσεις μέρα έστεκε μπροστά του. Αμφιταλαντεύτηκε αρκετά, αντιμέτωπος κυρίως με την οκνηρία, παρούσα εκ φύσεως στην επίλυση πρακτικών ζητημάτων, που στιγμιαία γιγαντώνονταν και αποκτούσαν σεξπιρικές διατυπώσεις. Δεν θα ξυριζόταν σήμερα, όχι γιατί εκείνη, μερικούς μήνες πριν, σε μια προσπάθεια να τον πικάρει, του είπε: όσο ήμασταν μαζί καθόλου δεν περιποιόσουν τον εαυτό σου, τώρα που χωρίσαμε όλο φρου φρου και αρώματα μου είσαι. Ποιος χρησιμοποιεί ακόμα αυτή την έκφραση, φρου φρου και αρώματα, αναρωτήθηκε, αλλά ο εκνευρισμός επικράτησε: να μην σε νοιάζει τι κάνω. Καριόλα, ήθελε να προσθέσει, κρατήθηκε όμως. Δεν θα ξυριζόταν σήμερα γιατί βαριόταν, αυτό ήταν όλο, θυμήθηκε μια ακόμα ξεχασμένη έκφραση, γένια τριών ημερών, γοητεία στηριγμένη στη συνειδητή μη περιποίηση, ένα από τα στυλ που κάποτε, σύμφωνα με τους ειδήμονες της αισθητικής τουλάχιστον, επικράτησε. Και τώρα, αντί να αφήσει το μπάνιο, τα δόντια έτσι και αλλιώς το πρωί ποτέ δεν τα έπλενε, και να συνεχίσει με τα υπόλοιπα μέρη του σπιτιού, όχι για να ανακαλύψει εστίες σκόνης, μα για να προετοιμαστεί, κυρίως σωματικά, και μόνο δευτερευόντως ψυχολογικά, για την επικείμενη έξοδο, εκείνος έμεινε να στέκει, κοιτάζοντας προς τον γάντζο, αναλογιζόμενος σχετικά με τα περιοδικά λάιφ στάιλ, την περίοδο ακμής, την επίδραση που ευτυχώς σε εκείνον δεν είχαν, έτσι ήθελε τουλάχιστον να πιστεύει, την πτώση του σαθρού αυτού οικοδομήματος, τη χαρά του για την εξέλιξη αυτή αλλά και τους εκατοντάδες απλήρωτους και άνεργους συναδέλφους του και ανάμεσα σε όλα αυτά, εικόνα στερεοσκοπική, εκείνη την άγνωστη κοπέλα να ξεπροβάλλει για να επαναλάβει: γιατί δεν μου είπες ότι είμαι όμορφη τότε;

Ήταν όντως όμορφη. Καθόντουσαν στο δίπλα τραπέζι, εκείνος διάβαζε, αλλά φρόντιζε να ρίχνει κλεφτές ματιές προς τη μεριά της, σε άτακτα χρονικά διαστήματα, εποπτεύοντας δήθεν το χώρο, αναλογιζόμενος μια φράση που τον είχε μόλις εκπλήξει, επιτυγχάνοντας, έτσι πίστευε, να μην καρφώνεται. Όσο για την ακουστική παρακολούθηση, δεν χρειαζόταν να κάνει τίποτα, αφού ήταν σαν να κάθονταν στο ίδιο τραπέζι. Γιατί δεν μου είπες ότι είμαι όμορφη τότε; απαίτησε εκείνη να μάθει, γιατί περίμενες να περάσει τόσος καιρός; Εκείνος είπε διάφορα χώνοντας εδώ κι εκεί ένα: μα αγαπούλα μου, να ενισχύσει τα επιχειρήματά του, δίχως να την πείσει, αν και, ώρα μετά, αποχώρησαν πιασμένοι από το χέρι. Είχε χάσει την αρχή της συζήτησης, το πώς οδηγήθηκαν τα πράγματα ως εκεί, όμως το ερώτημα της κοπέλας, ευθύ και απλό, τον τάραξε, γιατί αυτή η δυσκοιλιότητα στο κομπλιμέντο, διάολε. Εκείνο που θα έπρεπε να είναι φυσιολογικό, κρινόμενο μόνο από το βαθμό ειλικρίνειας ίσως, και από το στυλ βεβαίως, πάντα από το στυλ, όπως έλεγε εκείνος ο ποιητής, που διάφοροι χλευάζουν ως μέθυσο και περιθωριακό, τόσα νιώθουν οι δυστυχισμένοι, τι να πεις· από την ειλικρίνεια και το στυλ να κρίνεται η ανάγκη, γιατί περί ανάγκης πρόκειται, να πεις σε κάποιον: σε βρίσκω όμορφο. Εκ των προτέρων ενταγμένη στην κατηγορία: υστερόβουλη πρόθεση, εκεί που εδώ και χρόνια καταχωνιάζεται η σεξουαλική επιθυμία, σε ένα παιχνίδι με νικητές και χαμένους, κάποιος επιτυγχάνει το στόχο του κοροϊδεύοντας, ενώ ο άλλος εξαπατάται. Κοιτάζεις γύρω σου, συνέχιζε να σκέφτεται, και βλέπεις ανθρώπους να προσέχουν την εξωτερική τους εμφάνιση μέχρι και την πλέον αδιόρατη λεπτομέρεια, σε βαθμό υστερίας, και όμως όταν κάποιος τους πλησιάζει να τους πει: τι ωραία που σου πάει αυτό το παντελόνι, πέφτουν από τα σύννεφα, προσβάλλονται, τον κοιτάζουν με θυμό, σαν να επρόκειτο για την μεγαλύτερη προσβολή ή σαν ο στόχος να μην ήταν η ομορφιά μα η ασχήμια, κάποιοι επίσης λένε: θέλω να είμαι όμορφος μόνο για μένα.

Ένιωσε τα πόδια του να παγώνουν, κακή συνήθεια και αυτή να περπατά ξυπόλητος, είχε και επιχείρημα επ΄αυτού: πραγματικό σου σπίτι είναι εκεί που περπατάς ξυπόλητος και ύστερα δεν σιχαίνεσαι να ανέβεις πάνω στο κρεβάτι με τα καθαρά σεντόνια. Έτσι έλεγε, ακόμα και αν δεν τον ρώταγε κάποιος: γιατί περπατάς ξυπόλητος; Ένιωσε, λοιπόν, τα πόδια του να παγώνουν, κούνησε λίγο το βλέμμα, να ξεκολλήσει από τον γάντζο, να καθαρίσει το πεδίο. Πριν απ' όλα πρέπει να της πω πως είναι όμορφη, αυτό πρέπει να κάνω, σκέφτηκε, και πέρασε τον δείκτη πάνω από τη σκονισμένη πορσελάνη.

1 σχόλιο: