Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

Η διόρθωση




Δεν έφυγαν, γιε μου, τους έδιωξαν, τον διόρθωνε κάθε φορά που εκείνος, μικρό παιδί ακόμα, έλεγε: Όταν ο παππούς και η γιαγιά έφυγαν απ' το χωριό για να πάνε στην Αθήνα. Τον διόρθωνε κάθε φορά έγκαιρα, πριν προλάβει να αλλοιώσει, θαρρείς, άθελά του την πραγματική ιστορία. Δεν έφυγαν, τους έδιωξαν. Και, πριν τους διώξουν, τους εκμεταλλεύτηκαν, τους φοβέρισαν, τους κυνήγησαν. Όμως αυτά του τα είπε μετά, όταν ήταν μεγάλος πια, παλιά, όσο ήταν μικρό παιδί, του αρκούσε η διόρθωση: Δεν έφυγαν, τους έδιωξαν. Ο βασικός πυρήνας της οικογενειακής μνήμης κρυβόταν σε εκείνη τη βίαιη μετατόπιση: Δεν έφυγαν, τους έδιωξαν. Αυτή ήταν η πληροφορία που έπρεπε να διαφυλαχτεί· μόνο γύρω από τον διωγμό μπορούσε κι έπρεπε να ανασυντεθεί η ιστορία.

Τον παππού δεν τον θυμάται, ήταν μικρός όταν πέθανε. Χρόνια μετά σκεφτόταν: Και γιατί ήθελε να τον θάψουνε εκεί; Εκείνη του έλεγε: Μην τα σκαλίζεις, ήταν δύσκολα χρόνια, όμως, πέρασαν, πάνε πια, εσύ να κοιτάς το σχολείο σου. Και σήμερα αυτό θα του έλεγε. Και εκείνη την ίδια επιθυμία με τον παππού είχε. Και τώρα δεν μπορεί να τους διώξει κανείς. Πεθαμένοι δεν τους πειράζουν.   
   

2 σχόλια:

  1. Η συγκινηση μου ειναι τοσο μεγαλη που τα βουρκωμενα ματια μου δεν μου επιτρεπουν ναγραψω τιποτε αλλο εκτος απο ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ και ενα πολυ μεγαλο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή