Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

Μαύρα σκυλιά - Ian McEwan




Από τη μία, το πλήθος των νέων εκδόσεων, όπως κάθε χρόνο, λίγο πριν τα Χριστούγεννα· από την άλλη, η αναπόφευκτη, μάλλον, διάθεση ανασκόπησης. Νιώθω την ανάγκη να επιστρέψω σε μέρη γνώριμα, να αισθανθώ την οικειότητα. Δεύτερη μέρα του νέου έτους. Ξύπνημα αργό και νωχελικό στο πατρικό, από το σαλόνι φτάνει η βουή της τηλεόρασης και σκόρπιες κουβέντες. Χαζεύω τη βιβλιοθήκη, από συνήθεια, πάντα χαζεύω τη βιβλιοθήκη, την κάθε βιβλιοθήκη, ιδιαίτερα κάτι αφηρημένα πρωινά δίχως ρολόι. Εδώ και καιρό έχω αποδεχτεί πως δεν γίνεται να έχω το σύνολο των βιβλίων σε αυτό που αποκαλώ: Σπίτι μου. Λόγω χώρου. Η ανοχή, σπουδαίο πράγμα, η φιλοξενία επίσης. Τις κούτες ακόμα τις έχω γλιτώσει, προς το παρόν τουλάχιστον. Τραβώ από το ράφι τα Μαύρα Σκυλιά. Ανάποδα να με γύριζες δεν θα έπαιρνα όρκο πως είναι εκεί. Πέφτει ένα ωραίο φως από το μπαλκόνι, αφήνω το βιβλίο στο τραπέζι και το τραβώ φωτογραφία. Παίζω με τα φίλτρα. Η βαρεμάρα του αναποφάσιστου οδηγεί πίσω στην απλότητα, ανεβάζω τη φωτογραφία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σημεία των καιρών, επίδειξη του λάφυρου, επιγραφή αφοριστική: Κατά την ταπεινή μου άποψη, αυτό είναι το κορυφαίο βιβλίο του Ιαν ΜακΓιούαν. Επιστρέφω στο κρεβάτι. Επιχειρώ αναμέτρηση με τη μνήμη ξέροντας εκ των προτέρων την έκβαση. Χάνω. Την αίσθηση όμως δεν θα μου τη στερήσεις ποτέ, αναλογίζομαι και αναθαρρεύω. Μηχανικά περισσότερο, παρά συνειδητά, αρχίζω να διαβάζω. Οικειότητα. 

Από τότε που έχασα τους δικούς μου σε τροχαίο όταν ήμουν οχτώ χρονών, είχα όλη μου την προσοχή στραμμένη στους γονείς των άλλων. Αυτό ίσχυε ιδιαίτερα στη διάρκεια της εφηβείας μου, την εποχή που πολλοί φίλοι μου απέρριπταν την οικογένειά τους, κι εγώ τα κατάφερνα αρκετά καλά μ' έναν τρόπο μοναχικό και ολιγαρκή.
Σηκώνω το βλέμμα. Εγώ, που ελάχιστες φωτογραφίες προσώπων έχω από την ενήλικη ζωή μου, κοπέλες και φίλους να ξεθωριάζουν στο σκοτεινό τούνελ του χρόνου, στέκω σε ένα δωμάτιο, μόνο κατ' όνομα δικό μου πια, με παρεμβάσεις δεκαπέντε χρόνων, γεμάτο κορνίζες να αναπαριστάνουν το αντρείωμά μου. Στις φωτογραφίες μοναδικός πρωταγωνιστής εγώ, οι δικοί μου παρόντες στο ρόλο του φωτογράφου, μια παρουσία έντονη, αντιπροσωπευτική της, εκτός κάδρου, ζωής. Η επιστροφή στο σπίτι, σκέφτομαι, με την ενοχλητική τηλεόραση στο σαλόνι, και τις στιγμές αμηχανίας στο γιορτινό τραπέζι, αποτελεί καταφύγιο, περιοδική ανάγκη. Είναι αυτή η ισορροπία που προσφέρει η απόσταση, η προσωρινή θλίψη κατά την αναχώρηση, αντίβαρο στη χαρά της άφιξης. Ανεξάρτητες ζωές ενήλικων ανθρώπων. Ίσως να έφταιγαν οι σκέψεις αυτές και το περιβάλλον που συνέχισα, εκτός προγράμματος, την ανάγνωση.  

Ο αφηγητής, ορφανός από οχτώ χρονών, αναζητά εκείνο που οι συνομήλικοί του απορρίπτουν. Ό,τι του λείπει του καθενός. Η ιστορία των γονιών της γυναίκας του τον συγκινεί, χωρισμένοι από χρόνια μα ανίκανοι να σπάσουν τον δεσμό που τους συνέδεσε κάποτε. Αποφασίζει να γράψει την ιστορία τους, τους επισκέπτεται συχνά, επιθυμεί να ακούσει την ιστορία από τη μεριά του καθενός, να αφαιρέσει και να προσθέσει, να επουλώσει τα κενά της μνήμης, να περισώσει αυτήν την ιστορία. 

Πίστευα, περπατώντας μέχρι το καφέ, που τώρα γράφω το κείμενο αυτό, πως ήθελα να πω αρκετά για την υπόθεση, για τη δομή, για την ικανότητα του ΜακΓιούαν στους χαρακτήρες και την αφήγηση, για το ιστορικό πλαίσιο, για την ιστορία με τα μαύρα σκυλιά. Να υπεραμυνθώ του αφορισμού μου πως ετούτο εδώ το μυθιστόρημα αποτελεί το καλύτερο του Βρετανού συγγραφέα -και το Σάββατο το χειρότερο. Όμως τελικά δεν ήταν αυτή η ανάγκη.

Το κείμενο αυτό αφιερώνεται σε εσάς, Κική και Νίκο.


Μετάφραση Βιβή Φωτοπούλου
Εκδόσεις Σέλας    

Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2015

Homo Faber - Max Frisch




Ήταν μια απόφαση σε εκκρεμότητα απ' το καλοκαίρι. Καθόλου τυχαία, η σκέψη της επανασυνάντησης με τον Homo Faber επανήλθε στο προσκήνιο λίγο πριν το τέλος του χρόνου· καθώς ο Γενάρης, η δεύτερη ευκαιρία για επανεκκίνηση, πλησίαζε. Οι λαμπερές μέρες πέρασαν, αναγνωστικές επιστροφές, από καιρό επιθυμητές, πραγματοποιήθηκαν, νέες εκδόσεις αγαπήθηκαν, οι πρώτες απογοητεύσεις δεν άργησαν να εμφανιστούν. Η δικαιολογία αυτή τη φορά υπήρχε· δεν έβρισκα το βιβλίο. Επανάπαυση και παράπονο, τι συνδυασμός! Δεν γνώριζα την ύπαρξη της έκδοσης του Κάλβου, με ημερομηνία 1971 και σε μετάφραση Αγγέλας Αρτέμη. Νωρίτερα, η Χ. με είχε καθησυχάσει: θα σου φέρω το δικό μου. Όταν βρεθήκαμε, τη ρώτησα: το κρατάς; Μου απάντησε ναι, κι εγώ το απαίτησα βιαστικά. Ύστερα ίσως να ξεχαστείς, είπα. Η πρώτη σκέψη όταν το κράτησα στα χέρια μου: αυτή η έκδοση μάλλον υπηρετεί καλύτερα το περιεχόμενο. Όταν σηκωθήκαμε να φύγουμε διαπίστωσα πως χωρούσε στην τσέπη του παλτού μου.

Προσπερνώ την ανάγνωση, μικρή χρονική παρέκβαση. Αναρωτιέμαι, είπα, αν ο Ξένος είναι όντως το αγαπημένο μου βιβλίο -ο παιδικός αυτός προσδιορισμός, αγαπημένο, με ενθουσιάζει. Η αλήθεια είναι πως καθ' όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης, καθ' όλη τη διάρκεια της συγκλονιστικής πράξης της ανάγνωσης του Homo Faber, είχα τον Μερσώ στο μυαλό μου. Άραγε, οι αφρικανικές προσλαμβάνουσες του Καμύ είναι εκείνες που του επιτρέπουν ή τον ωθούν, σε συνδυασμό με τη δεδομένη ευφυΐα του, να αφαιρέσει από τον ήρωά του κάθε μάσκα και πανοπλία για την αντιμετώπιση του παράλογου; Ίσως μια διάθεση να μιλήσει πιο καθαρά και ταυτόχρονα συμβολικά. Ο Φρις, από την άλλη, ο Ελβετός Φρις, γράφοντας στη γερμανική, επιλέγει για ήρωά του έναν άνθρωπο, τον Βάλτερ Φάμπερ, που ζει στην τεχνολογική αιχμή, στηρίζεται στη λογική, δουλεύει για την Unesco σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου, πιστεύει στην ανάπτυξη και παίζει στα δάχτυλα την κυβερνητική. Και αυτός ο άνθρωπος όμως, παρά το σιδερένιο πρόσωπο και το έντονο συναίσθημα βαρεμάρας στο τέλος των ολιγοήμερων διακοπών από τη δουλειά, καλείται να τα βγάλει πέρα σε αυτόν τον παράλογο κόσμο, σε αυτόν τον πραγματικό κόσμο, στον οποίο ευτυχώς, λέω εγώ, ενυπάρχει το ανεξήγητο και η ματαίωση των πιθανοτήτων, εκεί που η λογική εξήγηση είναι άχρηστη.

Ευτυχώς, σκέφτομαι καμιά φορά, που η μνήμη μου με προδίδει, με τέτοια ευκολία. Και όχι μόνο επί των λογοτεχνικών, αλλά και γενικότερα, στην πορεία της ζωής, και ας είναι η λήθη λιγότερο λαμπερή της συγχώρεσης. Το Homo Faber είναι από τα βιβλία εκείνα που μου ανατίναξαν το μυαλό, συνήθιζα να λέω. Οφείλω βεβαίως, και πριν προχωρήσω, να παραδεχτώ πως η ισχυρογνωμοσύνη μου παραλίγο να μου στερήσει την ανάγνωση εξαιτίας, αν είναι δυνατόν, του εξώφυλλου, ευτυχώς Εκείνη επέμεινε, Εκείνη που το είχε διαβάσει, διάολε, στη μητρική της γλώσσα, στο σχολείο. Επιστρέφω. Είναι από τα βιβλία εκείνα που μου ανατίναξαν το μυαλό, έλεγα. Επιστρέφω στις σελίδες του μετά από πέντε χρόνια, όλα είναι εκεί παρά τη διαφορετική έκδοση: η γλώσσα, η ατμόσφαιρα, η αίσθηση, τα γνώριμα συναισθήματα, η καθησυχαστική οικειότητα της αφήγησης. Είναι και κάποιες σκηνές παρούσες. Όμως, αν κάποιος με προκαλούσε να επανασυνθέσω την ιστορία θα έπαιρνα πολύ κάτω από τη βάση.

Δεν νομίζω πως θα πάψει ποτέ να με εντυπωσιάζει η τόσο έντονη συναισθηματική επίδραση μιας τόσο -φαινομενικά- εγκεφαλικής γραφής. Το ίδιο ένιωσα διαβάζοντας ξανά το Τούνελ του Σάμπατο. Αντίστοιχη και η επίδραση του Μπέρνχαρντ. Ένας από τους λόγους που ο Χαβιέρ Μαρίας και ο Πολ Όστερ με συγκινούν. Μερικά μόνο παραδείγματα, που αυτή τη στιγμή μου φαίνονται αντιπροσωπευτικά.

Όμως, αν εκτός των τεχνικών αρετών και του πηγαίου ταλέντου, έχεις και μια σπουδαία ιστορία να διηγηθείς, τότε το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ένα μυθιστόρημα όπως αυτό. Ο Φρις γνωρίζει πως έχει μια σπουδαία ιστορία να διηγηθεί και νιώθει εμπιστοσύνη στη φωνή του. Δεν διστάζει, γεγονός που μου φαίνεται προκλητικό, αν και αναγνωρίζω πως δύσκολα μπορεί να λειτουργήσει τόσο αψεγάδιαστα όπως εδώ, δεν διστάζει λοιπόν να προβεί σε πρώιμες αποκαλύψεις γύρω από την εξέλιξη της ιστορίας, αρνούμενος να παίξει το φτηνό παιχνίδι του σασπένς, δείχνει τα χαρτιά του στον αναγνώστη και ως εκ θαύματος, στο πλήρωμα της ιστορίας, εκείνος, ο αναγνώστης, θα μείνει εμβρόντητος από την εξέλιξη.

Και έρχεται αυτή η τρίτη ανάγνωση να συναντήσει όλες εκείνες που εκπορεύτηκαν της πρώτης. Προεξέχουσα, και σε ευθεία σύνδεση, η γνωριμία με την Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν. Και ανάμεσα σε τόσες σκέψεις και συναισθήματα, μια ρητορική ερώτηση: είναι άραγε η Χάννα του Φρις το άλτερ έγκο της Μπαχμαν ή μήπως η Φράντσα, στο μυθιστόρημά της Η περίπτωση Φράντσα, πιάνει το νήμα εκεί που το αφήνει η Χάννα;

υ.γ Της είπα: πρέπει να το διαβάσεις. Μαζεύτηκα. Δεν πρέπει τίποτα, διόρθωσα, αλλά θα καταλάβεις.


Μετάφραση Αγγέλα Αρτέμη
Εκδόσεις Κάλβος     

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

Ο Κηπουρός και ο Καιροσκόπος - Δημήτρης Φύσσας




Αθήνα, 1940.  Η γερμανική κατοχή είναι προ των πυλών. Ο Κηπουρός Αντώνης Αστεριάδης, υψηλόβαθμο στέλεχος του Υπουργείου Γεωργίας, μαζεύει επιμελώς στοιχεία σχετικά με τους κήπους και τις καλλιέργειες στην περιοχή της Αττικής, με σκοπό τη συγκέντρωση των παρατηρήσεων του σε ένα βιβλίο, που θα αποτελέσει πολύτιμη βοήθεια για τους καλλιεργητές. Με την επισιτιστική κρίση να αποκτά τεράστιες διαστάσεις, αναγκάζεται, οδηγούμενος πάντα από την αίσθηση του προσωπικού χρέους, να ασχολείται ολοένα και περισσότερο με την έρευνα και τη συλλογή δεδομένων. Ο Καιροσκόπος Χάρης Χωματάς, με σπουδές μετεωρολογίας στη Γερμανία, επιστρέφει στην Αθήνα, επιθυμώντας να εξασκήσει στην πράξη τις θεωρητικές γνώσεις που απέκτησε όλα αυτά τα χρόνια στην πόλη του. Με επιμονή, και σε πείσμα των καθημερινών δυσκολιών -απαγορεύσεις κυκλοφορίας, χαρακτηρισμός μετεωρολογικών σταθμών ως στρατιωτικών ζωνών- γυρίζει απ' άκρη σ' άκρη το λεκανοπέδιο, συλλέγοντας μετρήσεις και καταγράφοντας τις παρατηρήσεις που προκύπτουν. Επιθυμεί και αυτός να εκδώσει ένα βιβλίο, σχετικό με τη μετεωρολογία της Αττικής, τα μικροκλίματα και τις δυνατότητες αξιοποίησης των δεδομένων αυτών στην πολεοδομία της πόλης.

Εδώ ο κόσμος καίγεται, θα έλεγε κάποιος -αν όχι η πλειοψηφία δηλαδή-, και οι δυο τους, αντί για υψηλούς στόχους όπως η θεωρητική αντίσταση και οι συζητήσεις για το μέλλον, ασχολούνται με την κηπουρική και τη μετεωρολογία. Κάτι παρόμοιο ίσως έλεγε κάποιος και για τον συγγραφέα, που κάνει ήρωες του μυθιστορήματός του δύο απλούς ανθρώπους αντί να αναζητήσει ήρωες κανονικούς, άλλωστε όλοι οι άλλοι, πλην του Χάρη και του Αντώνη, αποτέλεσαν ενεργά μέλη της αντίστασης, δεν συνεργάστηκαν με τους κατακτητές, δεν πλούτισαν στη μαύρη αγορά, δεν σιώπησαν. Ναι, καλά.

Πυρήνα του βιβλίου αποτελούν τα λόγια του Καιροσκόπου, λόγια που δεν τόλμησε να αρθρώσει σε μια από τις ελάχιστες συγκεντρώσεις που παρευρέθηκε, νιώθοντας μάλλον άβολα ανάμεσα σε μεγαλοστομίες και ενθουσιώδη σχέδια:

Με τα λόγια δεν πρόκειται ποτέ να γίνει τίποτα. Όχι πολιτικολογίες και θεωρίες. Είσαι ζωγράφος; Από σένα περιμένω να ζωγραφίσεις τους καλλίτερους πίνακες. Είσαι αρχιτέκτονας; Να σχεδιάσεις τα ωραιότερα σπίτια. Είσαι βιομήχανος; Να παράγεις όσο αρτιότερα προϊόντα μπορείς. Κοιτάω τη δουλειά μου και την επιστήμη μου όχι επειδή δεν νοιάζομαι για το τι γίνεται γύρω μου, αλλά επειδή έτσι μπορώ να προσφέρω και στον εαυτό μου και στους άλλους. Μόνο αν η πολεοδομία υιοθετήσει τα μετεωρολογικά πορίσματα, θα έχει νόημα μια τέτοια προσπάθεια. Κι αυτό δεν έχει να κάνει με Κατοχή, με αντίσταση ή όχι, με βασιλεία, με κομμουνισμό ή με οποιαδήποτε καθεστώτα ή ιδεολογίες.

Το μυθιστόρημα, χωρισμένο σε πέντε ετήσια κεφάλαια, από το 1940 μέχρι και το 1944, αποτελεί μια συρραφή αποσπασμάτων, προερχομένων κυρίως από τις σημειώσεις των δύο πρωταγωνιστών, ένα ιδιότυπο ημερολόγιο με φόντο την κατοχή και την αθηναϊκή καθημερινότητα, μα με άξονα περιστροφής την πίστη τόσο του Κηπουρού, όσο και του Καιροσκόπου, στην πρόοδο μέσα από την επιστήμη, τη συνειδητή θέση μάχης που παίρνουν, την εκπλήρωση του χρέους απέναντι στον εαυτό και το σύνολο. Μια μέθοδος συγγραφής που αρχικώς πιθανόν να ξενίσει τον αναγνώστη, μα γρήγορα αποδεικνύεται ιδανική για να υπηρετήσει το στόχο του συγγραφέα και δίνει ένα βιβλίο ολοζώντανο, γειωμένο, βαθιά πολιτικό, δίχως συνθήματα και φωνές, επίκαιρο. Ο Φύσσας δεν πέφτει στην παγίδα μήτε του διδακτισμού, μήτε της επαναστατικότητας, επιμένει στην προσωπική έρευνα ως βάση για να συλλέξει τα απαραίτητα στοιχεία, μαρτυρίες και πίνακες, που συνθέτουν το αναγκαίο ιστορικό πλαίσιο, κατασκευάζοντας ένα παράλληλο ημερολόγιο κατοχής. Εμπιστεύεται την έμπνευση τόσο κατά τη συγγραφή της ιστορίας των δύο μυθιστορηματικών χαρακτήρων, όσο και κατά το τελικό στήσιμο αυτής, μη διστάζοντας να επέμβει εν μέσω αγκυλών και παρενθέσεων, για να σχολιάσει, να αντιπαραβάλει το παρόν ή να σπάσει τον χρονικό άξονα αυτού του ακριβώς χρονικά τοποθετημένου Αθηνογραφήματος. Ένα σπουδαίο βιβλίο.


(Πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Εκδόσεις βιβλιοπωλείον της Εστίας  


 

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

Ψηφιακός Νάρκισσος - Γιώργος Λαμπράκος




Πριν δύο μήνες, διάβασα το άρθρο "Η γενιά του ναρκισσισμού" της Αστερόπης Λαζαρίδου στο περιοδικό ΒΗmagazino, αναφερόμενο, όπως από τον τίτλο άλλωστε είναι φανερό, στην εποχή της επικράτησης των μέσων δικτύωσης στην κοινωνική ζωή. Καλογραμμένο και με κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία, δεν ένιωσα όμως πως μου προσφέρει κάτι το καινούριο. Εκείνο όμως που πραγματικά μου φάνηκε ιντριγκαδόρικο ήταν το γεγονός πως, λίγες βδομάδες αργότερα, κυκλοφόρησε στους τοίχους κάποιων φίλων μου στο Facebook. Και μου φάνηκε ιντριγκαδόρικο γιατί έμοιαζε να αυτοαναιρείται, να μιλάει για τον ίδιο του τον εαυτό ο χρήστης που μέσα από ένα μέσο, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο, αποτελεί το ιερό του ψηφιακού ναρκισσισμού, κουνούσε το δάκτυλο στους υπόλοιπους χρήστες κατηγορώντας τους για λάθος χρήση του μέσου, ένας αψεγάδιαστος στη χώρα των Νάρκισσων σε μια πράξη που πιθανότατα θα έπρεπε να κριθεί με όρους χριστιανικής ηθικής. Είναι όμως ένα σύνηθες στοιχείο της ανθρώπινης φύσης, ακριβώς αυτός ο διαχωρισμός της ατομικής ανωτερότητας περιτριγυρισμένης από ατελή όντα.

Διαβάζοντας τα διηγήματα της συλλογής του Γιώργου Λαμπράκου, Ψηφιακός Νάρκισσος, συνειδητοποίησα πως η εισβολή του ψηφιακού στο καθημερινό αποτελεί ένα θέμα που ελάχιστα έχει απασχολήσει τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, ένδειξη μάλλον χαμηλών αντανακλαστικών, ίσως γιατί η εισβολή αυτή δεν τιτλοφορήθηκε επακριβώς, μήτε έγινε καραμέλα από τους απανταχού πομπούς και δέκτες, όπως για παράδειγμα συνέβη με την οικονομική κρίση. Και είναι ένα θέμα, όπως και οι επίκαιρες πρόοδοι της επιστήμης, που προσφέρει ένα ιδιαίτερα γόνιμο έδαφος για τη γέννηση του μύθου. Από την άλλη, σκέφτομαι, ίσως να είναι καλύτερα έτσι, η έμπνευση να αναζητά τον συγγραφέα και να τον βρίσκει, αντί εκείνος, με πυξίδα το θέμα, να την κυνηγά. Ο Λαμπράκος, έχοντας στο βιογραφικό του ένα εντυπωσιακό συγγραφικό ντεμπούτο, τη νουβέλα Αναμνήσεις από το ρετιρέ (εκδόσεις Γαβριηλίδης), κινείται με άνεση σε ένα περιβάλλον για τον ίδιο γνωστό, με εφόδια τη φιλοσοφική παιδεία και την επαφή με τις νέες τεχνολογίες, δημιουργώντας ιστορίες, που κάποτε θα ανήκαν στην κατηγορία της φουτουριστικής λογοτεχνίας, μα τώρα αποτελούν πραγματικότητα, αναλογική και ψηφιακή, αν είναι απαραίτητη η διευκρίνηση.  

Η αποδοχή ή όχι της τεχνολογίας αποτελεί, ίσως περισσότερο από ποτέ, μία από τις διακρίσεις ανάμεσα στη συντήρηση και την πρόοδο, με τον όρο τεχνοφοβία να αποτυπώνει, αν και κάπως εχθρικά, τη μεριά της συντήρησης. Αποτελεί όμως και απόδειξη πως η εξέλιξη, λέξη φορτισμένη λανθασμένα μονοσήμαντα και θετικά, δεν ανακόπτεται· καλώς ή κακώς.  Η διαμάχη αυτή δεν θα μπορούσε να απουσιάζει από τον χώρο της λογοτεχνίας, ξεκινώντας, χρόνια πριν, με το δίπολο μολύβι-γραφομηχανή  και φτάνοντας στο σήμερα με το ψηφιακό βιβλίο να είναι εδώ και να διεκδικεί τον χώρο που του αναλογεί, ενώ το ενδεχόμενο, η αυτόματη γραφή των σουρεαλιστών να εξελιχθεί σε αυτόνομη γραφή υπολογιστών έπειτα από παραγγελία του χρήστη, παραμονεύει (βλ. Γιατί;).

Οι ιστορίες της συλλογής φανερώνουν μέρος από το εύρος του στοχασμού του Λαμπράκου, ζητήματα βιοηθικής (βλ. Α.Γ.Υ.Α. οικογένεια), την πιθανότητα ψηφιακής άσκησης της δημοκρατίας (βλ. Η εκκλησία του δικτύου), τα όρια της σύγχρονης τέχνης (βλ. Προσοχή στις απομιμήσεις), η τεχνολογική πρόοδος στην υπηρεσία του Κράτους και του Κεφαλαίου (βλ. Ταλώς Α.Ε.) αλλά και του εγκλήματος (βλ. Θανατοδιακόπτης), η ματαιοδοξία του εθελοντισμού (βλ. Βιοφιλία) και ο έρωτας στα χρόνια των κοινωνικών δικτύων (βλ. EROS ANIKATE MAHAN).

Συγχρονισμένος με την εποχή του, ο Ψηφιακός Νάρκισσος έχει επίγνωση των ορίων του, τίμημα της θεματικής και της προσέγγισης, όμως επιχειρεί, και καταφέρνει κάτι φιλόδοξο, να συνδυάσει έννοιες συνήθως ασύμβατες, μα παρούσες στην καθημερινότητα σε ένα τελικό αποτέλεσμα που διακρίνεται για την συνάφεια των ιστοριών του, συνάφεια όχι μόνο θεματική, μα επίσης γλωσσική και υφολογική. Ιστορίες που, ακόμα και αν δεν μας αφορούν άμεσα, εντούτοις μας περιλαμβάνουν όλο και πιο έντονα στο πέρασμα του καιρού.



(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)



Εκδόσεις Γαβριηλίδης         

Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

Εκ του πατρός εκπορευόμενοι - Ανδρέας Μπελεγρής




Στο τέλος τέλος, είχε χρόνια πολλά να γίνει έγκλημα στα μέρη όπου μεγαλώσαμε. Δεν ήμασταν συνηθισμένοι από τέτοιους θανάτους εμείς. Έτσι, εκείνον τον μακρινό Αύγουστο, ήταν σαν να πιάσαμε όλοι μαζί οι κάτοικοι ταυτόχρονα ένα ηλεκτροφόρο καλώδιο, όταν μάθαμε πως ένα μαχαίρι έκοψε το λαιμό του δημάρχου Φίλιππου Τυπάλδου.

Η δολοφονία εξιχνιάστηκε γρήγορα, δράστες οι ομοζυγωτικοί δίδυμοι γιοι του δημάρχου, οι αυτόπτες μάρτυρες δεν μπόρεσαν με βεβαιότητα να πουν ποιος από τους δύο ήταν εκείνος που, με το καλά ακονισμένο χασαπομάχαιρο να στάζει ακόμα αίμα, εγκατέλειψε το δημαρχείο νωρίς τα ξημερώματα. Η δίκη, που ακολούθησε τις εισαγγελικές ανακρίσεις και την αστυνομική καταδίωξη, έριξε φως και ονομάτισε τον έναν δολοφόνο και τον άλλον συνεργό. Από τότε έχουν περάσει έξι χρόνια. Την ημέρα της εκταφής του νεκρού, μια ετερόκλητη παρέα ντόπιων συναντιέται στο καφενείο του χωριού, και το θέμα συζήτησης δεν θα μπορούσε να είναι άλλο, ακόμα και μετά από τόσο καιρό, ένα ταξίδι πίσω στον χρόνο, εμπλουτισμένο με μαρτυρίες, φήμες και γνώμες. Ανάμεσά τους ένας νεαρός δημοσιογράφος, στον οποίο ο συγγραφέας παραδίδει τα κλειδιά της αφήγησης και την ευθύνη να επανασυνθέσει το μωσαϊκό της δολοφονίας, εστιάζοντας, αντίθετα με ό,τι είθισται στην πλειοψηφία των αστυνομικών ιστοριών, όχι στην αναζήτηση του δολοφόνου, αλλά σε εκείνα τα στοιχεία που οδήγησαν στην δολοφονία, στοιχεία που η δικαστική έρευνα δεν τα αξιολόγησε ως ιδιαίτερης σημασίας.

Ο συγγραφέας, αρνούμενος να ακολουθήσει την κλασική φόρμα της αστυνομικής ιστορίας που στο τέλος του δρόμου θα αποκαλύψει την ταυτότητα του δολοφόνου, φροντίζει να φανερώσει τα φύλλα του από τις πρώτες σελίδες, και να τα ανακατέψει καλά πριν τα ρίξει ξανά, επιχειρώντας κάτι δύσκολο: να διατηρήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Και τα καταφέρνει. Κυρίως γιατί μοιάζει να γνωρίζει τη σημασία που έχει η δομή για την ιστορία του και φροντίζει να τη διατηρήσει σφιχτή και στακάτη, δίχως να πλατειάζει φλυαρώντας και να χάνει το νήμα εκείνο που, έστω και δυσδιάκριτο, ενώνει τα ανάκατα φύλλα, με αλλεπάλληλα μα ξεκάθαρα πήγαινε έλα στο χρόνο, με μια πολυφωνικότητα που ξεδιαλύνει και φωτίζει τις σκιερές πλευρές της ιστορίας.

Η μικρή κοινωνία του παραθαλάσσιου μεσογειακού χωριού, προσφέρει στον συγγραφέα ένα πεπερασμένο και διαχειρίσιμο αριθμό προσώπων, δίνοντάς του έτσι την ευκαιρία, όχι μόνο να περικυκλώσει το έγκλημα από το σύνολο σχεδόν των πιθανών γωνιών θέασης, αλλά και να του προδώσει τις απαραίτητες κοινωνικές διαστάσεις, που σε επίπεδο αστικού κέντρου θα χάνονταν στη βουή. Εκτός από τον τόπο, ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο χρόνος στον οποίο διαδραματίζεται η αφήγηση, η μέρα της εκταφής, η έξοδος του νεκρού στο φως. Οι ομοζυγωτικοί δίδυμοι ως δράστες, πέρα από τη δυσκολία διάκρισης για τους αυτόπτες μάρτυρες και για τις αρχές, προσφέρουν κάτι ακόμα σημαντικότερο στον συγγραφέα, τον πλέον ισχυρό και άρρηκτο δεσμό που μπορεί να ενώσει δύο συνεργούς, τουλάχιστον μέχρι την αποκάλυψη του εγκλήματος.
   
Ένα αξιοπρόσεκτο συγγραφικό ντεμπούτο.



(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Εκδόσεις Ιανός

  

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

Υπερ-Ατλαντικός - Βίτολντ Γκομπρόβιτς




Τόπος, που να μου ασκεί τέτοια μαγεία, όπως η Αργεντινή της δεκαετίας του '50, δεν υπάρχει. Εκεί, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, διαγώνια από το πεδίο έντασης, τα απόνερα φτάνουν στις ακτές της και φέρνουν παράξενους ταξιδιώτες, φυγάδες από τον εκάστοτε νόμο, ανθρώπους φοβισμένους από τη φρίκη, και φρίκες φοβισμένες από τους ανθρώπους.

Ο Γκομπρόβιτς, λίγο αφού εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο, που έτυχε μάλλον χλιαρής υποδοχής, επιβιβάζεται, μετά από διάφορα παιχνίδια της τύχης, στο πολωνικό υπερωκεάνιο Χρόμπρε με σκοπό να καλύψει δημοσιογραφικά το παρθενικό του ταξίδι. Η άφιξή τους στην Αργεντινή συμπίπτει με την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, εκείνος αποφασίζει να μην γυρίσει, έτσι και αλλιώς η επιστροφή στην Πολωνία θα ήταν μάλλον αδύνατη.

Τις εμπειρίες των πρώτων αυτών χρόνων στην Αργεντινή υποτίθεται πως περιγράφει ο Γκομπρόβιτς στον Υπερ-Ατλαντικό. Υποτίθεται, γιατί, όπως είναι γνωστό, στο έργο του Πολωνού δημιουργού, κάτι που είναι έτσι είναι ταυτόχρονα και αλλιώς, έτσι και ο Υπερ-Ατλαντικός, παρωδία της γκαβέντα, του παραδοσιακού πολωνικού επικού μυθιστορήματος, γραμμένη σε παρωχημένο και στερεότυπο ύφος, πηγάζει αρχικώς από την ανάγκη του Γκομπρόβιτς να αφηγηθεί τα πρώτα χρόνια του στην Αργεντινή.


Αισθάνομαι την ανάγκη να μεταβιβάσω στην Οικογένεια, στα ξαδέλφια και στους φίλους την αρχή ετούτων πλέον, των παλαιών κατά μια δεκαετία περιπετειών μου στην πρωτεύουσα της Αργεντινής.  Δεν προσκαλώ τον οιονδήποτε να μοιραστεί μαζί μου αυτές τις πολυκαιρισμένες Χυλόπιτές μου, αυτό το μάλλον ωμό γογγύλι μέσα σε τούτη τη Γανωμένη γαβάθα, Άνοστο και Κακό και επιπλέον Αισχρό μαυροζούμι, ούτε αυτό το πηχτό πλιγούρι, ούτε αυτό το Κουρκούτι μου από μαύρο σιτάρι, που είναι αρτυμένα με το λάδι των Αμαρτιών μου·αχ, και να μην τα έπαιρναν, να μην τα έπιαναν ποτέ στο Στόμα τους -αυτό θα ήταν για τον αιώνιο Χαμό και τον Εξευτελισμό μου, την ώρα που, χωρίς τέλος, ακολουθώντας την πορεία της Ζωής μου, ανεβαίνω εξουθενωμένος αυτό το δικό μου μολύβδινο Βουνό.
Η πλοκή δεν αποτελεί τίποτα παραπάνω από ένα πρόσχημα· Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει πλοκή στα βιβλία του Γκομπρόβιτς. Εδώ, ο συγγραφέας φτάνει στο Μπουένος Άιρες και αποφασίζει να μείνει και να μην επιστρέψει στην εμπόλεμη Πολωνία. Με ελάχιστα χρήματα, καμία γνώση της γλώσσας και δίχως γνωριμίες το μέλλον διαγράφεται ζοφερό. Θα γνωρίσει έναν puto, μια αδερφή δηλαδή που είναι ερωτευμένος με έναν νεαρό Πολωνό, και αναλαμβάνει ένα ρόλο διαιτητή της κατάστασης, είναι εκείνος που θα αποφασίσει να ρίξει τον νεαρό στην αγκαλιά του ή να το αποτρέψει. Δίλημμα που συνοψίζεται ως εξής: πίστη στο παρελθόν ή ελευθερία να πλάθει ο καθένας τον εαυτό του όπως επιθυμεί. Δίλημμα που δεν οδηγεί σε ηθικολογία μα σε κωμωδία όπως μόνο ο Γκομπρόβιτς ξέρει να μετατρέπει. Το καθαρό παράλογο, το παράδοξο, κυριάρχο στοιχείο του λογοτεχνικού του σύμπαντος.

Αυτός ο άνθρωπος (ένας από τους πιο παράξενους ανθρώπινους τύπους που είδα ποτέ μου) ήταν άκρως εκλεπτυσμένος και κάθε στιγμή Εκλεπτυνόταν περισσότερο. Τυλιγμένος μέσα σε ένα μακρύ μανδύα, φορούσε τεράστια μαύρα ματογυάλια που τον χώριζαν σαν φράχτης από τον περιβάλλοντα Κόσμο, στο λαιμό ένα μεταξωτό φουλάρι διάστικτο με ημικυκλικά στίγματα, στα χέρια μαύρα γάντια από οργαντίνα που άφηναν τα μισά δάχτυλα έξω, στο κεφάλι ένα μαύρο ημιπλατύγυρο καπέλο. Έτσι περίεργα ντυμένος, απομονωμένος, σήκωνε κατά διαστήματα μέχρι το στόμα του ένα μπουκαλάκι απ' όπου έπινε μια γουλιά, σκούπιζε το πρόσωπό του με ένα Μαντίλι από μαύρη οργαντίνα, έκανε αέρα.
Μοναδική αναγνωστική εμπειρία η επαφή με το έργο αυτού του σπουδαίου δημιουργού. Είχε προηγηθεί η Πορνογραφία.



Μετάφραση Τασία Χατζή
Εκδόσεις Νεφέλη

  

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

Πρώτος έρωτας - Samuel Becket



"Συνδέω, λανθασμένα ή σωστά, τον γάμο μου με τον θάνατο τού πατέρα μου, μέσα στο χρόνο". Έτσι αρχινά ο Μπέκετ και νιώθω να με αφορά η σύνδεσή του αυτή μέχρι τα βάθη της δικής μου ύπαρξης, και ας μην έχω χάσει τον πατέρα μου, και ας μην έχω παντρευτεί. Και δεν ξέρω να πω γιατί νιώθω να με αφορά σε τέτοιο βαθμό, και λέω: αυτό είναι το γνώρισμα της υψηλής λογοτεχνίας. Όλες οι ιστορίες άλλωστε, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, έχουν ειπωθεί εδώ και χρόνια, κι όμως η δίψα για μια ακόμα ιστορία όχι μόνο δεν μοιάζει να σβήνει, μα θεριεύει, καθώς η πραγματικότητα επιτίθεται λυσσαλέα, με μια μανία αυξανόμενη που δεν ξέρω αν οφείλεται στην εποχή ή στο γεγονός πως εγώ μεγαλώνω.

Πόσα χρόνια έχουν περάσει άραγε από εκείνο το Πάσχα, μάλλον έξι, τώρα που κλείνοντας το αριστερό μάτι κάνω τις αφαιρέσεις, μάλλον έξι χρόνια έχουν περάσει από εκείνο το Πάσχα της γνωριμίας με τον Μπέκετ, της κατά μόνας γνωριμίας με τον Μπέκετ, με τα λογοτεχνικά του κείμενα, εκείνη η Μεγάλη Εβδομάδα ενός άπιστου που ένιωσε την κάθαρση της Ανάστασης δυνατότερη και από τους νηστεύοντες την τροφή και τις απολαύσεις. Εκείνος ο κωλόγερος να σκαλίζει με το νύχι τη βρωμιά και να σου την επιδεικνύει με ένα λειψό χαμόγελο χαιρεκακίας. Κοίτα τι βρήκα, κύριε τέλειε, να λέει, και να σου σκαμπιλίζει τη βρωμιά στα μούτρα, και εσύ να μην ξέρεις πού να σταθείς και τι να νιώσεις, από τη μία καθαρότερος όμως ταυτόχρονα με το εγώ σου πληγωμένο, με τη γαματοσύνη σου ραγισμένη. Αυτό το ταυτόχρονο αίσθημα μίσους και αγάπης, σε βαθμούς απόλυτους όμως και όχι σχετικούς.

Τότε Εκείνη είχε κάνει μια εργασία, τώρα Εκείνη είχε κάνει μια παρουσίαση. Μόνος μου δεν θα τολμούσα το βήμα. Και είναι κλισέ να πει κανείς: πάντα τρομάζει το πραγματικό. Μα είναι και αλήθεια. Εκείνο που περισσότερο τρομάζει, αλλά και σώζει, είναι πως εκείνος δείχνει να ξέρει πράγματα που εσύ επιμελώς αγνοείς, αυτή η διαισθητική γραφή, που αναφέρεται σε κάτι απόλυτα συγκεκριμένο και προσωπικό του δημιουργού, και όμως εσένα σε οδηγεί με ακρίβεια σε μέρη γνώριμα, που έχεις καιρό να επισκεφτείς και αντικρύζοντάς τα μένεις έκπληκτος από το πλήθος των λουλουδιών, το όργιο φύσης και ομορφιάς, που επικρατεί, μένεις έκπληκτος και αναλογίζεσαι γιατί να έχεις αμελήσει να κάνεις μια βόλτα μέχρι εδώ τόσο καιρό. Ύστερα η μυρωδιά σού υπενθυμίζει πως είναι η κοπριά εκείνη που καλύτερα θρέφει τα άνθη.


Μετάφραση Αχιλλέας Αλεξάνδρου
Εκδόσεις Άγρα  

Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2015

Ασκήσεις επιβίωσης - Jorge Semprún



Πώς αλλιώς, άραγε, θα μπορούσε να διαχωρίσει κανείς το προσωπικό βίωμα από το μεγάλο κάδρο της ιστορίας, αναρωτιέμαι, αν όχι σπάζοντας τη γραμμική αφήγηση και ακολουθώντας υπάκουα τις βουλές της μνήμης; Ενίοτε, οι τεχνικές αφήγησης υπηρετούν πρωτίστως προσωπικές ανάγκες του συγγραφέα και ακολούθως λογοτεχνικές, γεγονός που οι θεωρητικοί συχνά αμελούν να λάβουν υπόψη τους στις μελέτες και τις αναλύσεις τους. Αυτός είναι ο τρόπος του Σεμπρούν να θυμάται.

Και η ανάγκη να θυμάται κανείς εντείνεται καθώς τα χρόνια περνούν· το 2005, ογδόντα δύο χρονών πια, ο Σεμπρούν αναζητά, επαναλαμβάνοντας νοητά ασκήσεις επιβίωσης, να βρει όσα ο χρόνος ανάγκασε να ξεθωριάσουν, να τα περάσει ξανά με μελάνι, αφού πρώτα -αναπόφευκτα- τα κρίνει ξανά. Ένα ταμείο που έμελλε να είναι το τελευταίο, ανολοκλήρωτο, έργο του, μια ματιά όσο το δυνατόν πιο αποστασιοποιημένη, βοηθούμενη από το πέρας του καιρού και την ηρεμία που εκείνο φέρνει, μια απόπειρα ώστε το βίωμα να υπερβεί το προσωπικό.

Στο Ωξέρ, στη βίλα με τον κήπο όπου μοσχοβολούσαν τα φθινοπωρινά τριαντάφυλλα, η κάθε ώρα σιωπής που κέρδιζα από τους μπράβους του δρος Χάας, του τοπικού διοικητή της Γκεστάπο, ενίσχυε τη βεβαιότητά μου πως, ακριβώς, ο κόσμος μού ήταν πολύ οικείος.
Ο οποίος κόσμος μού ανήκε. Ή, πιο σωστά: εγώ ανήκα σε εκείνον.
Καθεμία από εκείνες τις κερδισμένες ώρες σιωπής, όπως μπορούσα εύκολα να διαπιστώσω, ερέθιζε και σάστιζε τους γκεσταπίτες. Η κάθε κερδισμένη ώρα μ' έκανε πιο πλούσιο και στερούσε από εκείνους τα αγαθά αυτού του κόσμου -τους έκανε ακόμα φτωχότερους, τους ήδη φουκαράδες! 

Μια λεπτή, εύθραυστη μεμβράνη διαχωρίζει τον πωλητή παρελθόντος από τον αφηγητή· η εγγύτητα της ειλικρίνειας και της περιαυτολογίας συσκοτίζει τις προθέσεις και επιτρέπει στους καιροσκόπους την είσοδο, όμως το κάθε τι, στο τέλος, υποχωρεί από το ίδιο του το βάρος· νόμος της φύσης δίχως εξαιρέσεις. Και είναι ακριβώς εκείνοι οι σφετεριστές που καταλαμβάνουν αρχικώς τη σκηνή, αναγκάζοντας τους υπολοίπους να μείνουν, ιδία πρωτοβουλία, μακριά από τα φώτα, τουλάχιστον μέχρι να καταλαγιάσει η σκόνη, ή ίσως και για πάντα. Μεσολάβησαν δεκαοχτώ χρόνια ανάμεσα στην αποφυλάκιση του Σεμπρούν από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μπούχενβαλντ και τη γέννηση του Μεγάλου ταξιδιού. Παρότι, μαζί με τον Πρίμο Λέβι και τον Ζαν Αμερύ, επιφανής εκπρόσωπος της «στρατοπεδικής λογοτεχνίας», όρος ο οποίος επικράτησε κατά τις τελευταίες δεκαετίες, για να δημιουργήσει μια ακόμα λογοτεχνική υποκατηγορία, στην οποία ανήκουν οι μαρτυρίες επιζώντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης καθώς και λογοτεχνικά έργα που περιστρέφονται γύρω από αυτήν τη θεματική, η λογοτεχνία του Σεμπρούν στέκεται -και- πέρα από το εβραϊκό ζήτημα. Πρώτο καταφύγιο, μετά την αποφυλάκιση, η σιωπή, η αλλαγή ταυτότητας, η απόπειρα να περάσει απαρατήρητος τις γραμμές του ομοεθνούς εχθρού, στη φρανκική Μαδρίτη ως μέλος του ΚΚΙ, μια νέα φυλακή, μια ιδιότυπη αυτοομηρία, που όμως ανάβλυζε ελευθερία και πίστη σε έναν σκοπό, μια διαρκής απόπειρα επιβίωσης. Ο εξοστρακισμός από το κόμμα και η ανάκτηση της ταυτότητας, η επιστροφή στη Γαλλία. Ο θάνατος του δικτάτορα και η επαναφορά της δημοκρατίας. Η υπουργοποίηση στην κυβέρνηση του Φελίπε Γκονθάλεθ και η ρήξη. Η συγγραφή και η μνήμη.

Είχα διατηρήσει αυτή τη συνήθεια της παρανομίας: να προσέχω τα πάντα γύρω μου· να παρατηρώ διαρκώς όσους βρίσκονταν κοντά μου, τις κινήσεις τους, το παρουσιαστικό τους. Τόσα χρόνια μετά, ακόμη και μέσα σε μια πρεσβεία, ακόμη και με την προστασία ενός σωματοφύλακα, ακόμη και πολύ μετά τον θάνατο του Φράνκο -τα έφιππα αγάλματα του οποίου συνέχιζαν, ωστόσο, να φιγουράρουν εδώ κι εκεί!-, διατηρούσα αυτή τη συνήθεια, ένα είδος εξαρτημένου αντανακλαστικού, μολονότι οι συνθήκες που το δημιούργησαν είχαν πάψει να υπάρχουν.

Είναι αυτός ο έντονος υποκειμενισμός του βιώματος στη γραφή του Σεμπρούν, που προσδίδει από τη μία το απαραίτητο νεύρο, ώστε να υπερβεί την ιστορική καταγραφή, και από την άλλη την αυθεντικότητα εκείνη που εξαιτίας της καχυποψίας απουσιάζει από την δημοσιογραφική έρευνα. Και έτσι, δεν πρόκειται για ένα ημερολόγιο, με τη συμβατική τουλάχιστον έννοια, που δεν αφορά κανέναν άλλον πέραν του συντάκτη και των εμπλεκόμενων σε αυτό προσώπων, αλλά για αυτό που ο τίτλος εύστοχα και ειλικρινά δηλώνει: μια άσκηση, μια διαρκής άσκηση επιβίωσης. Επιβίωση απέναντι σε ένα πλήθος εχθρών, που διαρκώς μεταμορφώνονται, που αρχικώς θεωρούνται σύμμαχοι και φίλοι, που υποτιμώνται και γιγαντώνονται, που τελικώς αποτελούν άτακτο στρατό του υπέρτατου εχθρού, της λήθης.



(πρωτοδημοσιεύτηκε στο Popaganda.gr)


Μετάφραση Έφη Κορομηλά
Εκδόσεις Πόλις
   



  

Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2015

Καρυότυπος - Άκης Παπαντώνης




Υπάρει ο κανόνας της πρώτης πρότασης: ανοίγεις το βιβλίο, διαβάζεις την πρώτη πρόταση και αποφασίζεις αν θα επιχειρήσεις ή όχι το αναγνωστικό ταξίδι. Ο Καρυότυπος αποτελεί αντιπροσωπευτικό παράδειγμα του κανόνα αυτού.

Υπήρχαν ημέρες που η ομίχλη υποχωρούσε.

Τις περισσότερες όμως ήταν εκεί, να σκεπάζει την Οξφόρδη. Ο Ν. άφησε πίσω του την Αθήνα, μοριακός βιολόγος στο επάγγελμα, η υποτροφία για συμμετοχή στο ερευνητικό εργαστήριο αποτέλεσε το απαραίτητο δέλεαρ. Η ρουτίνα του εργαστηρίου χαρακτηρίζει την καθημερινότητά του, η διάθεση για παρατήρηση και εξαγωγή συμπερασμάτων καλύπτει κάθε πτυχή του κόσμου του. "Δεν θα σου πάρει καιρό να συνηθίσεις την απουσία του", έλεγε στη μητέρα του από το τηλέφωνο τις μέρες που ακολούθησαν τον θάνατο του πατέρα του.
"Δεν καταλαβαίνω", του έλεγε εκείνη. Της ήταν αδύνατο να καταλάβει πως μπορεί κανείς να πάψει να αισθάνεται.
Της ζήτησε να κάνουν ένα πείραμα (το μόνο πράγμα που γνώριζε να κάνει). Να πιέσει με δύναμη το μπράτσο της σε συγκεκριμένο σημείο. Τη ρώτησε αν το νιώθει. Εκείνη απάντησε καταφατικά. Μερικά λεπτά αργότερα, κι ενώ δεν έλεγαν τίποτα, την ξαναρώτησε.
"Όχι πια", του είπε.
"Αυτό λέγεται εξοικείωση του υποδοχέα. Δεν θα σου πάρει καιρό να συνηθίσεις την απουσία του, ξέρω τι σου λέω".
"Αυτός είναι ο μεγαλύτερος φόβος μου", απάντησε εκείνη.
Δεν ξαναμίλησαν γι'αυτό.
Η ψυχραιμία αποτελεί αδιαμφισβήτητη αρετή του χαρακτήρα, έτσι λέμε και δεν νιώθουμε το ψυχρό αίμα να κυλά στις φλέβες. Ο Ν. στέκει τόσο αποστασιοποιημένος από την ίδια του τη ζωή, που είναι αδύνατον για τον αναγνώστη να νιώσει την οποιαδήποτε οικειότητα, πόσο μάλλον ταύτιση. Ένας ήρωας που προκαλεί τη δυσφορία και όμως ο Παπαντώνης, δίχως να αλλοιώσει στιγμή τον χαρακτήρα του Ν., καταφέρνει μία λεπτή τομή στον υμένα ασφαλείας που περικλείει τον παρατηρητή επιστήμονα, μια τομή από την οποία αναβλύζει αίμα καυτό.  

Υπάρχουν κάποια δεδομένα χαρακτηριστικά της νουβέλας αυτής, δεδομένα στο όριο τεχνικής και απόλαυσης, αντικειμενικού υποκειμενισμού που λέει και κάποιος γνωστός. 

Δεδομένο πρώτο: η ατμόσφαιρα. Η Οξφόρδη, με την υγρή ομίχλη και την ακαδημαϊκή ρουτίνα, μέσα από τα μάτια κάποιου, όπως ο Παπαντώνης, που έζησε εκεί και διαθέτει την ικανότητα με τις λέξεις.

Δεδομένο δεύτερο: η φόρμα. Η νουβέλα, που συχνά αντιμετωπίζεται ως μπάσταρδο τέκνο στο περιθώριο των διάσημων αδελφών της, δίνει τον απαραίτητο χώρο στην ιστορία του Ν., αυτό όμως από μόνο του δεν αρκεί. Η φόρμα ζητά και είναι απαιτητική· ο Παπαντώνης αφαιρεί με ακρίβεια κάθε τι το περιττό, δίχως όμως να ενδίδει στην πυκνότητα ως κρυψώνα.    

Δεδομένο τρίτο: το προσωπικό. Το βιογραφικό του συγγραφέα, συνοδευτικό της έκδοσης και επομένως επιλογή, δημιουργεί μια ψευδ-αίσθηση αυτοαναφορικότητας, ένα επιπλέον παιχνίδι με το μυαλό του αναγνώστη, μια έξοδο, από την απομονωμένη σφαίρα της φαντασίας του δημιουργού, στο πραγματικό.

Δεδομένο τέταρτο: το επιστημονικό. Ερωτήματα που ψάχνουν απαντήσεις: Είναι η γονεϊκή στοργή εγγενές ή επίκτητο χαρακτηριστικό; Είναι η μοναξιά επιλογή ή αναπόδραστη ανθρώπινη συνθήκη; Πότε απαλλάσεται κανείς από το βάρος των πρώτων βιωμάτων; Απαντήσεις απόλυτες, στα εργαστήρια, όχι στην ψυχολογία και τη φιλοσοφία, αλλά σε αποτελέσματα εξετάσεων, σε πειράματα με ποντίκια, σε ανάλυση του DNA. 

Τώρα, τόσες λέξεις μετά, σκέφτομαι να πατήσω ένα delete, να σβήσω τα πάντα και να κινήσω από την αρχή το κείμενο αυτό, καμία αναφορά στην τεχνική, καμία αναφορά στην ικανότητα, καμία αναφορά στη φόρμα και την ατμόσφαιρα. Να κινήσω από την αρχή το κείμενο αυτό: να πω πως ξενύχτησα και κουτούλαγα στη δουλειά την επόμενη μέρα, πως το διάβασα δεύτερη φορά, πως το πρώτο κεφάλαιο αποτελεί ένα από πιο ωραία κείμενα που έχω διαβάσει, να αφήσω τέλος πάντων τον ενθουσιασμό αχαλίνωτο και όπου βγει. Δεν θα το κάνω όμως, γιατί πίσω από τους ενθουσιαστικούς αλλαλαγμούς θα χανόταν ένα υπέροχο βιβλίο όπως ο Καρυότυπος. Άλλωστε, κάποια στιγμή πρέπει ακόμα και ο Μάρκος Αυρήλιος να διαψευστεί όταν λέει: Σύντομα θα τους ξεχάσεις όλους, σύντομα θα σε ξεχάσουν όλοι.   



Εκδόσεις Κίχλη