Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2016

Πώς ένας εκτελεστής λέει αντίο - Malcolm Mackay






Είχε προηγηθεί πέρυσι Ο αναγκαίος θάνατος του Λιούις Γουίντερ, πρώτο μέρος της τριλογίας της Γλασκώβης.

Με τις τριλογίες συνήθως συμβαίνει το εξής: όταν τελειώνει η ανάγνωση κάποιου πρώτου μέρους, έχω όλον τον ενθουσιασμό για τα επόμενα, που πρόκειται κάποια στιγμή -αν όλα πάνε καλά- να κυκλοφορήσουν· ύστερα περνά ο καιρός, η πρώτη ιστορία ξεθωριάζει και η έλευση του δεύτερου μέρους με αφήνει ασυγκίνητο. Ο Μακέι δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία.
Κάθεσαι έξω από μια πολυκατοικία, κοιτάζεις τη βροχή να αναπηδά στο παρμπρίζ. Περιμένεις και παρακολουθείς. Ελέγχεις ότι δεν είσαι ορατός. Βαρετό αλλά απαραίτητο κομμάτι της δουλειάς. Το πιο βαρετό κομμάτι αυτής της δουλειάς ξεπερνά το πιο ενδιαφέρον κομμάτι μιας κανονικής δουλειάς. Θα τον περνάνε για περίεργο, καθισμένο έτσι στο αυτοκίνητό του. Οποιοσδήποτε περαστικός θα μπορούσε να σε δει και να θυμάται το πρόσωπό σου. Να πάρει τον αριθμό των πινακίδων σου. Δύο μέρες μετά ακούνε για έναν φόνο που έγινε εκεί γύρω· κάνουν το καθήκον τους ως πολίτες και σε αναφέρουν στην αστυνομία. Ο Φρανκ έχει ακούσει κάθε ιστορία που υπάρχει. Όλους τους διαφορετικούς τρόπους που παγιδεύεται κάποιος. Τις δακρύβρεχτες ιστορίες εκατοντάδων ηλιθίων που φυλακίστηκαν εξαιτίας ενός λάθους.
Από τις πρώτες κιόλας γραμμές ο συγγραφέας επιτυγχάνει την πλήρη επαναφορά του αναγνώστη στη δική του Γλασκώβη, όσος καιρός και αν έχει μεσολαβήσει, διαβάζεις τις πρώτες γραμμές και σκέφτεσαι: Μάλκολμ Μακέι· και ας έχεις διαβάσει μόνο ένα δικό του βιβλίο, τόσο αναγνωρίσιμο είναι το ύφος του, κοφτό και άμεσο, τέτοια είναι η δυναμική της δευτεροπρόσωπης απεύθυνσης.

Ο Φρανκ, ο καλύτερος εκτελεστής στην πόλη, επιστρέφει μετά την απαραίτητη ανάρρωση από μια εγχείρηση στον γοφό, η δουλειά που του αναθέτει το αφεντικό φαινομενικά απλή, η κατάλληλη ευκαιρία για να δηλώσει εκ νέου το παρών. Αποτυγχάνει. Είναι τυχερός που σώζει το τομάρι του. Ας είναι καλά ο Κάλουμ ΜακΛιν. Πώς ένας εκτελεστής λέει αντίο;

Η Γλασκώβη σκοτεινή ακόμα και κατά τη διάρκεια της ημέρας, κλαμπ και μπιλιαρδάδικα που λειτουργούν μόνο ως βιτρίνες και πλυντήρια χρήματος, νέες συμμορίες που επιχειρούν να διεκδικήσουν μερίδιο στην αγορά, συμβόλαια θανάτου και νυχτερινά τηλεφωνήματα. Ο Μακέι επιμένει περισσότερο στην καθημερινότητα των εκτελεστών, στη ρουτίνα και τη μοναξιά τους, στη δυσκολία τους να σχετιστούν με ανθρώπους, να κάνουν σχέση ή οικογένεια, στα συνεχή μέτρα προστασίας, στο αδιάκοπο βλέμμα πίσω από την πλάτη. Ο Κάλουμ ΜακΛιν, που δεν επιθυμεί να δουλεύει μόνιμα για μια οργάνωση και προτιμά να είναι ελεύθερος επαγγελματίας και να επιλέγει ο ίδιος τις δουλειές του, τώρα έχει και μία σχέση -μετά από πόσα χρόνια αλήθεια;-, εκείνη δεν ξέρει τίποτα, υποψιάζεται, ρωτάει, σκαλίζει. Και ο Φρανκ, μεγαλύτερος σε ηλικία, που έχει περάσει όλη του τη ζωή ως εκτελεστής, τώρα βλέπει το τέλος να πλησιάζει, αντικρύζει το κενό που αφήνει η χρόνια προσήλωση στη δουλειά. Οι εκτελεστές του Μακέι δεν είναι αδίσταχτοι, αιμοσταγείς ή ό,τι άλλο επίθετο συνήθως επιλέγεται, δεν διαθέτουν τίποτα το ηρωικό, και αυτό τους κάνει -όσο είναι δυνατόν βέβαια- ανθρώπινους και οικείους, θλιμμένους και φέροντες το βάρος της ύπαρξης που αναλογεί στον καθένα.

Ο παντογνώστης αφηγητής σπάει σε κομμάτια την ιστορία, έτσι ώστε σε κάθε μικρό κεφάλαιο να ενδύεται και έναν διαφορετικό χαρακτήρα, οδηγώντας έτσι τον αναγνώστη στην απάντηση του ερωτήματος μέσα από μια πορεία κυκλική, καθώς ο χώρος συρρικνώνεται και το αίσθημα της ασφυξίας γίνεται πνιγηρό.

Αξίζει να διαβάσει κανείς Μακέι.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Άλκηστις Τριμπέρη
Εκδόσεις Πόλις    


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου