Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσεχία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσεχία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Ιουλίου 2023

Διψαλέοι σκύλοι - Glen Emery

Πάνε πια χρόνια από τότε που μια στιγμιαία σύγχυση μου χάρισε μια παντελώς απρόσμενη αναγνωστική εμπειρία. Αρχές της προηγούμενης δεκαετίας και το παζάρι βιβλίου στην Κλαυθμώνος ήταν σε εξέλιξη. Ανάμεσα σε δεκάδες τίτλους με τους οποίους φλέρταρα, λιγότερο ή περισσότερο πετυχημένα, ήταν και το Mini-passeport ενός Τυμπόρ Τάρντος, κάπου προς το τέλος των πάγκων, μέρος που ήδη καλυπτόταν από την πολυπληθή ουρά για το ταμείο. Βιαστικά και σε καθεστώς ζάλης μετά από τόση ώρα εκεί, διάβασα Τοπόρ και το μυαλό μου πήγε στον συγγραφέα-ζωγράφο, μέλος του Κινήματος του Πανικού, μαζί με τον Αρραμπάλ και τον Γιοντορόφσκι. Ενθουσιασμένος πρόσθεσα το ολιγοσέλιδο αυτό βιβλίο στη στοίβα που με μαεστρία επί ώρα ισορροπούσα. Όταν κατάλαβα το λάθος μου ήταν πια αργά, είχα ήδη απομακρυνθεί από το ταμείο. Διάβασα εκείνο το βιβλίο κυρίως (πιστεύω τώρα πια) για να με δικαιολογήσω για την επιλογή αλλά και για να έρθω αντιμέτωπος με μια παντελώς τυχαία ανάγνωση βιβλίου, μηδενικών ή ίσως και αρνητικών προσδοκιών. Κάπως έτσι έγιναν τα πράγματα τότε.

Εκείνο το βιβλίο, που αποδείχτηκε τρομερά ενδιαφέρον πέραν πάσης προσδοκίας, ήταν ένα ιδιότυπο μυθιστόρημα περιπλάνησης, μια εκδοχή του διάσημου Στο δρόμο του Κέρουακ, που διαδραματιζόταν στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ. Μια ιστορία αλητείας σε ένα περιβάλλον ανοίκειο, εντελώς διαφορετικό απ' ό,τι είχα διαβάσει προερχόμενο από εκείνη τη μεριά του πλανήτη, μη στρατευμένο στη μια ή την άλλη πλευρά ανάγνωσης της ιστορίας. Ανακαλώ συχνά εκείνο το βιβλίο που εν πολλοίς πέρασε απαρατήρητο από τα περισσότερα αναγνωστικά ραντάρ. Το θυμήθηκα πάλι όταν ξεκίνησα να διαβάζω το Διψαλέοι σκύλοι του Γκλεν Έμερι, βιβλίο που οι ιστορίες του διαδραματίζονται στην Πράγα μετά την πτώση του καθεστώτος αλλά και τη διαίρεση της Τσεχοσλοβακίας στα δύο. Κάποτε, πάνε χρόνια, κάπου κάπως είχα διαβάσει την ιστορία του σε ένα αφιέρωμα, μάλλον σε κάποιο ένθετο κάποιας κυριακάτικης έκδοσης εφημερίδας. Τον θυμάμαι να λέει πως γνώριζε μόνο τη νυχτερινή εκδοχή της Πράγας αφού ως ιδιοκτήτης μπαρ περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της μέρας κοιμώμενος. Άγνωστο πώς, το ρεπορτάζ εκείνο έμεινε σε μεγάλο βαθμό ανεξίτηλα χαραγμένο στη μνήμη μου. Άγνωστες οι βουλές και οι διαδρομές της μνήμης.

Η πρόσφατη κυκλοφορία αυτού του βιβλίου από τις, σχετικά νεοσύστατες, εκδόσεις Periplaneta, ήταν μια έκπληξη για μένα, αφού δεν γνώριζα τίποτα σχετικά με το ενδεχόμενο έκδοσής του στα ελληνικά. Ανακατάταξη αναγνωστικού προγραμματισμού αριθμός τεράστιος πια για να προκαλεί την όποια εντύπωση. Το Διψαλέοι σκύλοι, όπως μεταφράστηκε το Thirsty dogs του πρωτότυπου τίτλου, προερχόμενο από την ονομασία ενός εκ των μαγαζιών που ο Έμερι είχε στην Πράγα, καταφέρνει να αποδώσει το πνεύμα του βιβλίου, επιλογή που παρότι αρχικά ξενίζει για την εκκεντρικότητά της σε σχέση με κάτι πιο αναμενόμενο, όπως το διψασμένοι για παράδειγμα, αποδεικνύεται άκρως λειτουργικός, ένα κρέντιτ που οφείλει να δοθεί στους συντελεστές της, ιδιαίτερα προσεγμένης και όμορφης, έκδοσης. Το βιβλίο αποτελείται από μια σειρά ολιγοσέλιδων ιστοριών, ένα κάποιου είδους μεμουάρ του τρόπου με τον οποίο ο Έμερι βίωσε τη δεκαετία του ενενήντα, κυρίως αυτή, στην Πράγα, μια περίοδος ιλιγγιώδους μετάβασης σε καπιταλιστικό περιβάλλον.

Πέρα από τη δεδομένη ιδιαιτερότητα της αφήγησης ενός ανθρώπου της νύχτας, σημαντικός παράγοντας στο ενδιαφέρον της αναδρομής σε εκείνη τη μακρινή πια δεκαετία είναι και η ξενότητα του παρατηρητή και υποκειμένου της αφήγησης. Η ματιά του ξένου, αρκετά διαφορετική από εκείνη κάποιου γηγενούς, πάντοτε θα έχει αναπόφευκτα κάτι από Μπόουλς αλλά και Τσάτγουιν, κάτι το ενδιαφέρον ως προς τις γενικότερες προσλαμβάνουσες αλλά και τα φίλτρα μέσω των οποίων ο ξένος παρατηρεί και βιώνει διάφορες καταστάσεις σε ένα περιβάλλον μη οικείο, φέροντας στις πλάτες του ένα δεδομένο πολιτισμικό σαμάρι. Η λογοτεχνική φιλοδοξία του Έμερι δεν υπερβαίνει την απλή αποτύπωση των ιστοριών αυτών, δεν αφήνει κανένα περιθώριο ώστε να χαρακτηριστούν ως διηγήματα τα κείμενα αυτά, στόχος του είναι να μοιραστεί κάποιες, κατά βάση, αστείες ιστορίες, ενδεικτικές εκείνης της περιόδου, όταν αρκετοί ξένοι πέρασαν, για μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα, από εκεί, πριν η Πράγα καθιερωθεί ως ναυαρχίδα του παγκόσμιου τουρισμού και μετατραπεί σε ένα ιδιότυπο θεματικό πάρκο, ομογενοποιημένο πια με τον υπόλοιπο δυτικό κόσμο, όταν πια τίποτα δεν θυμίζει εκείνα τα χρόνια ανάμεσα στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την πτώση του καθεστώτος.

Ο Έμερι αποδεικνύεται ένας αξιοπρεπέστατος αφηγητής των ιστοριών του, που, με απλά μέσα και χωρίς να ρισκάρει με αφηγηματικές περιπλοκότητες, πετυχαίνει να αποδώσει το κλίμα της εποχής, χωρίς να υποκύπτει στη νοσταλγία ή στη γαματοσύνη των περασμένων, εκείνων που ως νέος έζησε αντίθετα με τους σημερινούς νέους τους καταδικασμένους σε ένα κακέκτυπο εκείνων των χρόνων της περιπέτειας και της ελευθερίας. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό που ευτυχώς λείπει από τις ιστορίες αυτές, χαρακτηριστικό που η παρουσία του θα τους προσέδιδε ένα τόνο διδαχής και ύστερης μεσήλικης μιζέριας για το παρόν, γνώριμης και συχνής δυστυχώς εντός και εκτός λογοτεχνίας. Το Διψαλέοι σκύλοι διαβάζεται ευχάριστα και πετυχαίνει να υπερκεράσει τα ειδολογικά όρια του ντοκουμέντου. Καλώς ή κακώς φέρει ένα περιβάλλον που σε διάφορους τομείς σήμερα δεν γίνεται αποδεκτό, κυρίως ως φέρον έντονο το στοιχείο του ρεαλισμού της πραγματικότητας. Αρκετές αποστροφές του λόγου και κάποιες αντιδράσεις του αφηγητή-πρωταγωνιστή χτυπάνε τον συναγερμό της μη ορθότητας στον σημερινό αναγνώστη, κυρίως στη θέση της γυναίκας και της αντιμετώπισής της, αλλά και, σε μικρότερο βαθμό, κάποιων αποχρώσεων ρατσιστικού λόγου. Παρότι ίσως ξενίσουν, οι ιστορίες διαθέτουν κάτι από την αυθεντικότητα των περασμένων, καθιστώντας πιο ολοκληρωμένη την εικόνα για την εποχή εκείνη, τον τρόπο με τον οποίο γινόταν η διάκριση σε αποδεκτό και μη αποδεκτό λόγο, βοηθώντας έμμεσα στη μη άκριτη μυθοποίηση του παρελθόντος.

Το βιογραφικό του Έμερι είναι από μόνο του τρομερά ενδιαφέρον, ένας περιπλανημένος, πρακτικά άπατρις, γεννημένος στον Καναδά, που κάποια στιγμή εγκαταστάθηκε στην Πράγα και συμμετείχε με τον τρόπο του στη μετάβαση και την εξέλιξή της ως τη σημερινή εποχή. Ο συγγραφέας δεν προσπαθεί, όχι έντονα τουλάχιστον, να στηθεί στο μέσο του κάδρου, όσο κάτι τέτοιο είναι εφικτό δεδομένης της προσωπικής φύσης των ιστοριών αυτών. Το κωμικό στοιχείο είναι έντονο χωρίς να υποκύπτει στην προσποίηση, χωρίς να τραβά τα σκηνικά από τα μαλλιά, διατηρώντας στον μεγαλύτερο αριθμό των ιστοριών αλώβητη τη σύμβαση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς να ενδιαφέρει ωστόσο τον αναγνώστη, όχι εμένα τουλάχιστον, μια ενδεχόμενη μυθοπλαστική μεταποίηση κατά τη μεταφορά τους στο χαρτί. Μια ευχάριστη και απροσδόκητη αναγνωστική έκπληξη ήταν το βιβλίο αυτό, που μεταξύ άλλων μου θύμισε πόσο είχα απολαύσει το Μεθυσμένο ημερολόγιο του Τόμσον.

υγ. Πλήθος διακειμενικών αναφορών στο κείμενο αυτό και ας τα πάρουμε με τη σειρά: Για το Mini passeport του Τυμπόρ Τάρντος περισσότερα θα βρείτε εδώ, για τον Ένοικο του Τοπόρ εδώ, για το Ψηλά πάνω από τον κόσμο του Μπόουλς εδώ, για το Ουτς του Μπάλντγουιν εδώ και για το Hell's Angels του Τόμπσον εδώ.

Μετάφραση Βασιλίνα Βαλλίνα Παπανικολάου
Εκδόσεις Periplaneta

Δευτέρα 19 Ιουλίου 2021

Ο Μπλούμφελντ, ένας γηραιός εργένης - Franz Kafka

Έχουμε ταχθεί υπέρ των Μαξ Μπροντ αυτού του κόσμου, τελεσίδικα, και, όσα και αν ισχυριστούμε, με τίποτα δεν μπορούμε να φανταστούμε τον κόσμο αυτόν χωρίς τα έργα που ο Κάφκα ζήτησε από τον φίλο του να καταστρέψει· ανακουφιζόμαστε, μάλιστα, ηθικά και συναισθηματικά, στην απλή σκέψη πως θα τα είχε καταστρέψει με τα ίδια του τα χέρια, όπως άλλωστε έκανε νωρίτερα με κάποια άλλα. Ανάμεσα σε εκείνα που η προδοσία του Μπροντ διέσωσε ήταν και Ο Μπλούμφελντ, ένας γηραιός εργένης, μια ανολοκλήρωτη νουβέλα (γι' αυτό και σπάραγμα), την οποία ο Κάφκα ξεκίνησε να γράφει τον Φεβρουάριο του 1915, μια ιστορία μ' έναν σκύλο, όπως σημείωσε στην καταχώρηση της 9ης Φεβρουαρίου, για την οποία δήλωνε δυσαρεστημένος και ανικανοποίητος, χαρακτηρίζοντας την αρχή άσχημη και μηχανική, ικανή να προκαλέσει πονοκέφαλο. Όμως, όπως εύστοχα σημειώνει ο Αλέξανδρος Κυπριώτης, ο άνθρωπος που βρίσκεται πίσω από αυτή την υπέροχη έκδοση, «είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον να δει κανείς τι είχε στις αποσκευές του μέχρι τότε ο 32άχρονος συγγραφέας της», σε επίπεδο επαγγελματικό, συναισθηματικό και δημιουργικό.

Τον Φεβρουάριο του 1915, λοιπόν, ο Κάφκα εργάζεται ήδη εξίμισι  χρόνια στο Ίδρυμα Ασφάλισης Εργατικών Ατυχημάτων, τον Γενάρη έχει προηγηθεί μια αποτυχημένη απόπειρα επανασύνδεσης με τη Φελίτσε Μπάουερ, μετά τη διάλυση του σύντομου αρραβώνα τους την προηγούμενη χρονιά, όταν και ξεκίνησε να γράφει τη Δίκη, τη συγγραφή της οποίας σταμάτησε κάποια στιγμή τον Γενάρη του 1915, αφήνοντας  ανολοκλήρωτα κάποια μέρη, έχοντας γράψει όμως την οριστική κατακλείδα, με τον Γιόζεφ Κ. να λέει «Σαν σκυλί!». Στα παραπάνω αξίζει να προσθέσει κανείς πως στις 10 Φεβρουαρίου ο Κάφκα μετακομίζει για πρώτη φορά μακριά από την οικογενειακή εστία, ώστε να μπορεί με ηρεμία να γράφει. Ωστόσο, λίγο παραπάνω από ένα μήνα μετά, σε μια ημερολογιακή καταγραφή που ξεκινά με τη φράση «Από τον θόρυβο κυνηγημένος», ο Κάφκα καταγράφει τους ανυπόφορους, σαν κύλισμα μπάλας του μπόουλινγκ, θορύβους που φτάνουν από το κενό διαμέρισμα του πάνω ορόφου. 

Από τον παράξενο αυτό θόρυβο θα γεννηθεί το παράδοξο με το οποίο έρχεται αντιμέτωπος Ο Μπλούμφελντ, ένας γηραιός εργένης, γυρίζοντας στο πάντα τακτοποιημένο διαμέρισμά του, αργά το απόγευμα, μετά από μια άκρως κοπιαστική μέρα στο εργοστάσιο λευκών ειδών όπου εργάζεται, παράδοξο ικανό να κλονίσει το στέρεο και υπό πλήρη έλεγχο οικοδόμημα. Ο Μπλούμφελντ, ένας γηραιός εργένης αποτελείται από δύο σεκάνς, στις οποίες και αποτυπώνονται τα δύο κολαστήρια του Κάφκα, η προσωπική και η επαγγελματική ζωή του ανθρώπου, οι δύο κύριοι άξονες περιστροφής του δυτικού κόσμου. Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για τους λόγους που οδήγησαν τον Κάφκα να εγκαταλείψει ανολοκλήρωτη τη νουβέλα αυτή, και να μην επιστρέψει σ' αυτήν ξανά, τουλάχιστον απ' όσα γνωρίζουμε από τα ημερολόγιά του, αφού η τελευταία καταγραφή στην οποία γίνεται αναφορά στον «Εργένη», όπως πια την αποκαλεί, είναι τον Ιούλιο του 1916, όταν και βρίσκονται με τη Φελίτσε διακοπές στο Μαρίενμπαντ και ο Κάφκα της διαβάζει την ιστορία του Μπλούμφελντ, για να γράψει λίγο αργότερα στο ημερολόγιό του: «Δυστυχισμένη νύχτα. Αδύνατον να ζήσω με την Φ. Ανυπόφορη η συμβίωση με οποιονδήποτε. Δεν λυπάμαι γι' αυτό, λυπάμαι για το ότι είναι αδύνατον να μην είμαι μόνος».

Δεν είναι η πρώτη φορά που Ο Μπλούμφελντ, ένας γηραιός εργένης μεταφράζεται και κυκλοφορεί στα ελληνικά, καθώς υπάρχει σε τουλάχιστον μία συλλογή με έργα του Κάφκα. Και όμως αυτή η καλαίσθητη έκδοση, από τις πρωτοεμφανιζόμενες εκδόσεις η βαλίτσα, είναι σημαντική για μια σειρά από λόγους. Αρχικά, είναι, απ' όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, η πρώτη δίγλωσση έκδοση κάποιου έργου του Κάφκα, η αξία σ' αυτή την επιλογή δεν εξαντλείται μόνο στη δυνατότητα αντιπαράθεσης του μεταφρασμένου με το πρωτότυπο κείμενο. Τα γραπτά του Κάφκα, όσα δεν εκδόθηκαν όσο εκείνος ήταν εν ζωή, έχουν την ιδιαιτερότητα της επιμέλειας στην οποία τα υπέβαλε ο Μπροντ πριν εκδοθούν για πρώτη φορά, διαδικασία η οποία περιελάμβανε κάποιες περαιτέρω προδοσίες. Στο δελτίο τύπου ο μεταφραστής Αλέξανδρος Κυπριώτης σημειώνει πως το γερμανικό κείμενο είναι το επιμελημένο κείμενο της έκδοσης του χειρογράφου του Μπλούμφελντ. Επιπλέον, η εισαγωγή, ιδιαίτερα εμπνευσμένη και κατατοπιστική, εντάσσει το συγκεκριμένο έργο στο γενικότερο πλαίσιο της ζωής του Κάφκα κατά την περίοδο εκείνη και αποτελεί έναν πρότυπο οδηγό πλοήγησης στο καφκικό corpus, εκεί όπου η λογοτεχνία αποτελεί μια κρυψώνα του προσωπικού, συχνά στα βάθη της συνείδησης, καθώς τα ημερολόγια, οι επιστολές και τα βιογραφικά στοιχεία της ζωής του Κάφκα έρχονται να συνεισφέρουν στην πρόσληψη και κατανόηση του συχνά ερμητικού έργου του. Στην κατεύθυνση αυτή κινείται και το επίμετρο με τη μορφή χρονολογίου, στο οποίο ο Κυπριώτης επιχειρεί να δώσει μια συμπυκνωμένα χαρακτηριστική εικόνα του Κάφκα και της εποχής του.

Η παρούσα έκδοση διαθέτει μια λεπτομέρεια, που διόλου λεπτομέρεια δεν είναι. Παρότι η ανάγνωση θεωρείται εμπειρία οπτική, στο βιβλίο περιλαμβάνονται QR κώδικες που οδηγούν στην ακουστική εκδοχή της έκδοσης. Γιατί η πρόσβαση είναι δικαίωμα όλων και συχνά εμείς οι τυχεροί το ξεχνάμε ή, ακόμα χειρότερα, το θεωρούμε ήσσονος σημασίας λεπτομέρεια.

Ο Μπλούμφελντ, ο γηραιός εργένης, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τη βαλίτσα σε μετάφραση, εισαγωγή και επίμετρο Αλέξανδρου Κυπριώτη, με το τόσο ταιριαστό με το περιεχόμενο σκίτσο της Μελίνας Γαληνού στο εξώφυλλο, είναι μια πλήρης απ' όλες τις απόψεις έκδοση ενός σπαράγματος που ο ήρωάς του, ο γηραιός εργένης Μπλούμφελντ, έχει μια σημαντική διαφορά από τους προηγούμενους απ' αυτόν ήρωες του Κάφκα, τόσο από τον Γκέοργκ Μπέντεμαν της Κρίσης και τον Γκρέγκορ Ζάμζα της Μεταμόρφωσης όσο και από τον Γιόζεφ Κ. της Δίκης, γεγονός που καθιστά το έργο αυτό περαιτέρω σημαντικό στην εργογραφία του Τσεχοεβραίου συγγραφέα.

Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις η βαλίτσα

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2019

Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν - Bohumil Hrabal





Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο, στην εποχή της εικόνας, κάποια βιβλία να είναι πιο γνωστά μέσω των κινηματογραφικών τους μεταφορών, ενώ είναι επίσης συχνό να επαναβαπτίζονται από τον τίτλο της ταινίας. Έτσι, Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν (Αρσενίδης, 1995) δεν είναι παρά ο ελληνικός τίτλος της ταινίας του 1966, μεταφοράς του βιβλίου του Τσέχου συγγραφέα Μποχουμίλ Χράμπαλ Τρένα υπό αυστηρή παρακολούθηση (Κουκκίδα, 2008). Εν τω μεταξύ, Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν είναι μυθιστόρημα του Σιμενόν, γραμμένο το 1938, (Πλέθρον, 1994/Άγρα, 2004). Ορισμένα πράγματα καλό είναι να διευκρινίζονται και να μην παραχώνονται κάτω από το χαλάκι με τις λεπτομέρειες.
Εκείνη τη χρονιά, το χίλια εννιακόσια σαράντα πέντε, οι Γερμανοί έπαψαν να κυριαρχούν στον ουρανό της μικρής μας πόλης, κι ακόμη περισσότερο στους ουρανούς του νομού κι ολόκληρης της χώρας. Τα βομβαρδιστικά καθέτου εφορμήσεως είχαν αναστατώσει την κυκλοφορία, σε τέτοιο βαθμό, που τα πρωινά τρένα περνούσαν το μεσημέρι, τα μεσημεριανά το βράδυ και τα βραδινά μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα κι αν κατά τύχη ένα απογευματινό τρένο έφτανε στη σωστή του ώρα, επρόκειτο απλώς για την πόστα που είχε τέσσερις ώρες καθυστέρηση.
Ένας σταθμός τρένων μίας μικρής επαρχιακής πόλης της Βοημίας είναι το σκηνικό στο οποίο εκτυλίσσεται το μυθιστόρημα του σπουδαίου Τσέχου συγγραφέα. Αφηγητής είναι ένας νεαρός δόκιμος σιδηροδρομικός υπάλληλος, πότε πρωταγωνιστής και πότε παρατηρητής των διάφορων επεισοδίων που συνθέτουν την καθημερινότητα αυτής της μικροκοινωνίας, με τον πόλεμο να μαίνεται, τη Δρέσδη να βομβαρδίζεται και τα τρένα με τους τραυματίες και τα πυρομαχικά να περνούν χωρίς να σταματούν στον μικρό αυτό σταθμό, τόσο κοντά αλλά ταυτόχρονα και τόσο μακριά από τη μικρή αυτή επαρχιακή πόλη. Ο Χράμπαλ, τοποθετώντας τον πόλεμο στο φόντο της ιστορίας του, επικεντρώνεται στον μικρόκοσμο του σταθμού και στη ζωή των υπαλλήλων, με μια διάθεση διονυσιακή, με τον ηρωισμό να παραχωρεί τη θέση της στη σεξουαλικότητα, πριν ο πόλεμος περάσει στο παρελθόν και γίνει έδαφος αφηγήσεων ηρωισμού και αυταπάρνησης. Έτσι η σεξουαλική ανικανότητα του αφηγητή υπό το βάρος του άγχους της πρώτης φοράς, ή το σκάνδαλο με τον υπασπιστή του σταθμού που θα γεμίσει σφραγίδες τους γλουτούς μίας όμορφης τηλεγραφήτριας, αποτελούν κάποια χαρακτηριστικά στιγμιότυπα της ιστορίας, διανθισμένα με ένα ιδιότυπο χιούμορ, πότε πικρόχολο, πότε γλυκόπικρο και πότε μαύρο. Ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του χιούμορ του Χράμπαλ. Πίσω από το χιούμορ μπορεί να διακρίνει κανείς μια κριτική απέναντι σε μια κοινωνία ελάχιστα συνειδητοποιημένη πολιτικά, που μοιάζει να διανύει μια έντονη εφηβεία, παίρνοντας αψήφιστα τα γεγονότα, ελπίζοντας απλώς να καταφέρει να κρυφτεί από τον ανώτερο. 

Η απλότητα της γραφής του Χράμπαλ, προσαρμοσμένη με επιτυχία στον αφηγητή, όχι μόνο δεν στερεί αλλά αντίθετα προσθέτει λογοτεχνική αξία στο τελικό αποτέλεσμα. Και μπορεί να μην εντάσσεται το μυθιστόρημα αυτό στην τυπική ηρωική αντιπολεμική ή στρατευμένη λογοτεχνία του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, διαθέτει όμως κάτι το αδιαμφισβήτητα οικουμενικό. Η ματιά του Χράμπαλ για τα πράγματα και τις καταστάσεις, ανεξάρτητη από τοτέμ και διατεθειμένη να κριτικάρει, μέσω της σάτιρας κυρίως, ήταν εκείνη, άλλωστε, που έθεσε απέναντί του τη λογοκρισία επί σειρά ετών. 

υγ. Η πρώτη μου γνωριμία με τον Χράμπαλ έγινε με το μυθιστόρημα Υπηρέτησα τον Άγγλο βασιλιά (περισσότερα εδώ).

    
Μετάφραση Μαρίνα Λώμη
Εκδόσεις Αρσενίδης



Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου 2017

Υπηρέτησα τον Άγγλο βασιλιά - Bohumil Hrabal




Προσέξτε τώρα τι θα σας πω.
Είναι η ιστορία ενηλικίωσης του Γιαν Ντίτιε, του κοντούλη και ταπεινού, μα όλο φιλοδοξίες νεαρού αφηγητή, που πιάνει αρχικά δουλειά ως βοηθός σερβιτόρου σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο, μαθαίνει τη δουλειά δίπλα σε πεπειραμένους μαιτρ, γνωρίζει ανθρώπους πλούσιους, βιώνει την απαξίωση αλλά και τη δύναμη της θέσης του και διανύει, με σύμμαχο την τύχη και την επιμονή, τον δρόμο προς την καταξίωση που μπορούν να προσφέρουν τα χρήματα, παρά το γεγονός πως η ταπεινή του καταγωγή πάντα θα αποτελεί τροχοπέδη για την αποδοχή του στους αριστοκρατικούς κύκλους.

Είναι όμως και η παράλληλη ιστορία της Τσεχίας μέχρι το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, η είσοδός της στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και η τελική επικράτηση του σοσιαλισμού, μιας αδύναμης χώρας με μακρά ιστορία στο επίκεντρο των διενέξεων των μεγάλων δυνάμεων, μια κωμικοτραγική ιστορία σε δεύτερο πλάνο, παράλληλο με εκείνο της ενηλικίωσης του  αφηγητή, που, παρά την αφέλεια που τον διακρίνει, δεν καταφέρνει να προκαλέσει την αμέριστη συμπάθεια του αναγνώστη, παρότι δεν μπορει να θεωρηθεί πλήρως υπεύθυνος για την αλλοτρίωση και την κατ' ανάγκη μεταμόρφωσή του, για να επιβιώσει σε έναν απαιτητικό, συνεχώς μεταβαλλόμενο και δύσκολο κόσμο.

Και αυτή η κάθε άλλο παρά αμέριστη και λειψή συμπάθεια του αναγνώστη για το πρόσωπο του Ντίτιε είναι καθοριστική και για την αναγνωστική απόλαυση και για τη λογοτεχνική αξία του μυθιστορήματος του Χράμπαλ, καθώς έτσι καταφέρνει να μετατρέψει μία προσωπική ιστορία σε πανανθρώπινη, χωρίς ταυτόχρονα να χάνει τις αρετές του μυθιστορήματος ενηλικίωσης, χωρίς να παραμελεί την εξέλιξη του ήρωά του, μέσω, μάλιστα, της δικής του αφήγησης.

Χωρισμένο σε κεφάλαια, τα οποία ξεκινούν με την προτροπή του αφηγητή: "Προσέξτε τώρα τι θα σας πω", για να καταλήξουν "Σας φτάνει αυτό; Μ' αυτό τελειώνω για σήμερα", το μυθιστόρημα διαθέτει μια αίσθηση απολογισμού, ασχέτως αν καμία στιγμή ο Ντιτιέ δεν επιχειρεί να δικαιολογήσει κάποια πράξη του, παρά εντάσσει το σύνολο της ζωής του στο ευρύτερο περιβάλλον που επικρατούσε, μη διστάζοντας να δείξει καιροσκόπος, φέρνοντας στο προσκήνιο τη βαρύτητα της ατομικής ευθύνης, αναδεικνύοντας εαυτόν σε αντιήρωα, έναν από τους πάμπολλους αντιήρωες που συνθέτουν τη μεγάλη ιστορία.
  
Η ανάγνωση του Υπηρέτησα τον Άγγλο βασιλιά μού έφερνε διαρκώς στον νου τον Παραγιό του Ρόμπερτ Βάλζερ, και τη γνώριμη αίσθηση της κεντροευρωπαϊκής λογοτεχνίας, εκεί που το κωμικό συνυπάρχει με το τραγικό. Η κυκλοφορία στα ελληνικά μετά από χρόνια ενός ακόμα βιβλίου του Χράμπαλ αποτελεί ένα σημαντικό γεγονός, ενώ τώρα έπεται η κινηματογραφική προβολή της ομότιτλης ταινίας.

Σας φτάνει αυτό; Μ' αυτό τελειώνω για σήμερα.

Μετάφραση Σόνια Στάμου-Ντορνιακόβα
Εκδόσεις Καστανιώτη