Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

T2 Trainspotting (2017)





Κάθε γενιά έχει μία ταινία ορόσημο, τουλάχιστον μία, που ξεπερνάει τις προσωπικές αδυναμίες -συναισθηματικές, βιωματικές, αισθητικές- του καθενός μας και αποκτάει, στο πέρασμα των χρόνων, έναν χαρακτήρα οικουμενικό, συμπυκνώνει και αποτυπώνει τον σφυγμό μιας γενιάς, σφυγμό συχνά δυσδιάκριτο και μη αναγνωρίσιμο από την κοινωνία και τους "ειδικούς", μιας γενιάς που γνωρίζει την αυστηρότητα και την καταδίκη των μεγαλύτερων μέχρις ότου ωριμάσει και αντικατασταθεί από την επόμενη, για να προστεθεί με τη σειρά της, σε έναν αέναο κυκλικό χορό, στους κριτές.

Θεωρώ πως τέτοια ταινία για τη γενιά μου, ή έστω για ένα σημαντικό μέρος της -για να προλάβω την όποια ένσταση- υπήρξε το Trainspotting. Είτε στην αίθουσα του κινηματογράφου, είτε στο φοιτητικό δωμάτιο, το Trainspotting άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του, φτάνοντας στην περιοχή του μύθου, εκεί που λίγες ταινίες καταφέρνουν να φτάσουν, και ας μην περιληφθεί -και δικαίως ίσως- ποτέ στη λίστα με τις σημαντικότερες ταινίες όλων των εποχών. Το αφισάκι με το Choose life κόσμησε ουκ ολίγα νεανικά δωμάτια, το soundtrack δεν έπαψε να ακούγεται κατά καιρούς, η κινηματογράφηση άνοιξε νέους ορίζοντες στο βρετανικό -κυρίως- σινεμά, και ας έμεινε πιο έντονα χαραγμένη στη συλλογική μνήμη η καταβύθιση ενός εκ των πρωταγωνιστών στη λεκάνη της τουαλέτας.

Είκοσι ένα χρόνια μετά τι έχει να προσφέρει ένα σίκουελ; Αρπαχτή ή όχι;

Είναι εκείνες οι στιγμές που στο άκουσμα μίας είδησης νιώθεις να καταλαμβάνεσαι από αντίρροπα συναισθήματα υψηλής έντασης. Ήταν πρωί, λίγο πριν φύγω για τη δουλειά, όταν άκουσα την επερχόμενη κυκλοφορία του δεύτερου μέρους. Από τη μία πώρωση, το παλιό soundtrack φορτώθηκε πάραυτα στο mp3 player για τον δρόμο, δρόμο που διανύθηκε σε εντονότερο από τον συνηθισμένο ρυθμό, από την άλλη σκεπτικισμός -αυτή η μάστιγα-: βρε λες να είναι ακόμα μία αρπαχτή της κινηματογραφικής βιομηχανίας, της στερημένης εδώ και χρόνια από ιδέες και αξιόλογα σενάρια; Πέρασαν οι μήνες και όλο και επανερχόταν -χάρη στην τεράστια προωθητική καμπάνια- η είδηση της όλο και εγγύτερης κυκλοφορίας. Καλά, θα πάμε, δεν το συζητώ, έλεγαν οι περισσότεροι γνωστοί μου. Οι περισσότεροι μάλιστα έτρεξαν από τις πρώτες κιόλας μέρες προβολής. Οι αντιδράσεις ανάμικτες, ακραίες. Αριστούργημα και αρπαχτή, χαρακτηρισμοί εναλλάξ.

Πέρασαν οι εβδομάδες, το όποιο hype είχε πια για τα καλά κατακάτσει, σχεδόν δεν υπήρχε πια στις αίθουσες, μόνο σε μια μικρή -πολύ μικρή- αίθουσα του κέντρου βόλευε. Πήγαμε. Κατηφορίζοντας ένιωθα την πάλη μέσα μου σε έξαρση. Προσδοκίες ελάχιστες, περιέργεια τεράστια. Τα φώτα έκλεισαν.

Και ήταν κάπως όπως τότε. Κάπως, όχι ακριβώς. Δεν είμαι δεκαεπτά πια, ούτε οι ήρωες βέβαια, όλα είναι διαφορετικά πια, οι υποχωρήσεις και οι οπισθοχωρήσεις σε σχέση με τότε αρκετές -για να μην πω πολλές- τα εναπομείναντα οχυρά ελάχιστα, οι αναμνήσεις ξεθωριάζουν και μόνο κάποια στιγμιότυπα ηρωισμού μένουν να μας ανακουφίζουν, ξεγελάς τον εαυτό σου, ευτυχώς -σκέφτομαι- υπάρχετε και εσείς αντιπαραδείγματα και στη σύγκριση μαζί σας φαίνομαι κάπως γαμάτος και ας μη μοιάζω σε τίποτα με όσα ονειρεύτηκα και θέλησα κάποτε, και ας μην άλλαξε ο κόσμος αλλά εγώ. Έτσι περνούν οι μέρες πια, έτσι χαϊδεύω τα αυτιά μου τώρα, έτσι προχωρώ αβέβαια προς το αύριο, το κάθε μίας ημέρας αύριο.

Αρπαχτή δεν ήταν σίγουρα. Εκείνο που περισσότερο αναγνωρίζω στον Irvine Welsh -στο βιβλίο του οποίου βασίζεται η ταινία για να μην ξεχνιόμαστε πίσω από το όνομα του σκηνοθέτη Danny Boyle- είναι ότι αποφεύγει την επίκληση στη νοσταλγία, άλλωστε έχει και εκείνος μεγαλώσει πια και θα ήταν ανόητο και άσκοπο να αναζητήσει εκεί καταφύγιο. Και ας επαναλαμβάνονται τα λάθη, και ας στοιχειώνει το παρελθόν το παρόν, ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω.

Φανταζόμουν τη νύχτα που θα ακολουθούσε την προβολή κατάλληλη για βραδινή έξοδο: σκοτεινό μαγαζί, θέση στη μπάρα και αλκοόλ. Κάπως έτσι πίστευα πως θα ολοκληρωνόταν μια τέτοια βραδιά, μετά από μια τέτοια κινηματογραφική εμπειρία. Όμως όχι. Η ανάγκη που μου δημιουργήθηκε ήταν μια ανάγκη για ανοιχτό εξωτερικό χώρο, κάπου που να έχει το βλέμμα το απαραίτητο περιθώριο για να βολευτεί, λίγα λόγια, παρά τις όποιες στιγμιαίες εξάρσεις, ένα κουτάκι μπύρα από χέρι σε χέρι. Επιστροφή στο σπίτι τη βραδιά που κερδίσαμε μια ώρα φως.

Σίγουρα δεν είχε την τότε επίδραση, δεν ξέρω πως θα ένιωθα αν ήμουν πάλι έφηβος, δεν έχω κανένα στοιχείο για να κάνω έστω και μία παρακινδυνευμένη υπόθεση. Σίγουρα όμως έκανα καλά που την είδα, και μάλιστα σε κινηματογράφο, έστω και μόνο για την εκπληκτική σκηνή με το επαναδιατυπωμένο στη σύγχρονη εποχή Choose life.

Μία ευδιάκριτη άνω τελεία στην παρένθεση που άνοιξε τότε.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου