Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

Ιστορίες καλοκαιρινής ανάγνωσης




Δεκαπέντε ώρες. Τόσες έκανε το καράβι να φτάσει στο νησί. Κι εγώ το ευχαριστήθηκα. Είχα ανάγκη ένα ταξίδι. Αρκετοί με κοίταξαν κάπως παράξενα όταν μοιράστηκα μαζί τους τον ενθουσιασμό μου. Δεν ήθελα απλώς να βρεθώ στο νησί, ήθελα να ταξιδέψω μέχρι το νησί, διευκρίνισα κάπως άσκοπα. Κάτι αντίστοιχο, σκεφτόμουν, ίσως να συμβαίνει και με τα πολυσέλιδα βιβλία.

Μα δεν είναι φοβερή συγγραφέας η Γουίντερσον, είπα βγαίνοντας στον κήπο· είχα δει Το Πες μου μια ιστορία αφημένο πάνω στο τραπέζι του σαλονιού. Εκείνη συμφώνησε. Το τελείωσε λίγες μέρες αργότερα στην παραλία.

Μετά την τρίτη ή τέταρτη μέρα, έβαζα ξυπνητήρι. Κατέβαινα τη σκάλα με κάποια δυσκολία. Έφτιαχνα καφέ και έβγαινα στον κήπο. Η άβολη σιδερένια καρέκλα με βοηθούσε να ξυπνήσω. Περνούσα δύο ή τρεις ώρες διαβάζοντας. Τους υπόλοιπους δεν τους συναντούσα παρά αργότερα μέσα στην ημέρα, όταν κατέβαινα στην παραλία.

Είναι κάτι σαν παράδοση, να διαβάζω ένα βιβλίο του Σιμενόν κάθε καλοκαίρι, και ίσως ακόμα ένα κάπου γύρω στα Χριστούγεννα, απάντησα όταν εκείνη όλο έκπληξη με ρώτησε: πάλι Σιμενόν θα διαβάσεις;

Η βιτρίνα του βιβλιοπωλείου στο νησί ήταν αρκετά υποσχόμενη. Με αφορμή ένα δώρο που ήθελα να κάνω στο φιλόξενο ζευγάρι μπήκα μέσα ένα πρωί. Η αλήθεια, βέβαια, είναι πως έτσι και αλλιώς θα πήγαινα, αλλά πάντα χρειάζομαι μια αφορμή. Συνηθισμένος από τα βιβλιοπωλεία των μεγάλων πόλεων, ένιωσα μια απογοήτευση. Εκεί όμως που περιαργαζόμουν τα ράφια βρήκα έναν θησαυρό, την εξαντλημένη εδώ και χρόνια νουβέλα της Έρπενμπεκ, Ιστορία του γερασμένου παιδιού. Ποτέ δεν ξέρεις πώς θα εξελιχθεί μια βόλτα σε ένα βιβλιοπωλείο. Σιγά τη σοφία θα πείτε και θα έχετε δίκιο. Με την ευκαιρία διάβασα μετά από χρόνια το βιβλίο ξανά.

Φέτος, πρώτη φορά στη ζωή μου, διέσχισα νεκροταφείο νύχτα. Δεν ήταν προγραμματισμένο. Μια κοπέλα, λίγο αφού χωριστήκαμε, μετά από κάποια ποτά στην πλατεία του ορεινού χωριού, έτρεξε πίσω μας και μας είπε: μήπως θα θέλατε να σας δείξω κάποιες αρχιτεκτονικές ιδιαιτερότητες του τόπου; Δεχτήκαμε. Στο τέλος της βόλτας είχαμε δύο επιλογές: ή να περάσουμε μέσα από το νεκροταφείο ή να επιστρέψουμε από τον δρόμο που είχαμε πάρει. Εκείνες τις ημέρες διάβαζα το βιβλίο του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη, Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας, και κάποιοι θα βιαστούν να πουν πως επρόκειτο για απλή σύμπτωση.

Γιάννη, μου είπε μια γιαγιά στο καφενείο, το βράδυ οι ερωτευμένοι δεν διαβάζουν.




2 σχόλια:

  1. Ποσο δικιο εχει η γιαγια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Όταν είσαι ερωτευμένος κάνεις πάντα αυτό που αγαπάς ,όποτε έχεις ελεύθερο χρόνο χωρίς να κοιτάς την ώρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή