Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

Οι άγριοι ντετέκτιβ - Roberto Bolaño







Οικειότητα. Αυτή είναι η κατάλληλη λέξη για να τιτλοφορήσει τις πρώτες σελίδες ανάγνωσης ενός βιβλίου του Μπολάνιο. Η αίσθηση πως έχεις ξαναβρεθεί εδώ, έντονη σε σημείο να αναρωτηθείς περισσότερες από μία φορά: μήπως το έχω ξαναδιαβάσει; Έχουν προηγηθεί αρκετές ακόμα ερωτήσεις, που συνοψίζονται σε μία κεντρική: είναι η κατάλληλη περίοδος για να διαβάσω Μπολάνιο; Εκ των υστέρων η αίσθηση οικειότητας προσφέρει την απάντηση: πάντα είναι η κατάλληλη περίοδος για να διαβάσεις Μπολάνιο. Μετά την ανάγνωση, καθώς οι μέρες περνούν, το μέγεθος του έργου διεκδικεί και καταλαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερο εμβαδόν· η σύνθεση, η φαινομενική ευκολία με την οποία ο Μπολάνιο διαχειρίζεται το υλικό του, η φιλοδοξία, τα ρίσκα που δεν φοβήθηκε να λάβει, ο τρόπος με τον οποίο χαλιναγωγεί τη φαντασία του ενώ ταυτόχρονα δεν την καταπιέζει, η μικρή φόρμα που μοιάζει με μεγάλη και το αντίστροφο, οι δεκάδες, παράλληλες της κεντρικής, ιστορίες, που λειτουργούν τόσο αυτόνομα όσο και συνεκτικά, χωρίς καμία αίσθηση περιττού, οι αναφορές του και ο τρόπος του να κινείται ανάμεσα σε αυτές. Η οικειότητα βγάζει τα καθημερινά της ρούχα, φοράει τα καλά της, ντύνεται και στολίζεται, ο θαυμασμός και το δέος επικρατούν, και έτσι το ερώτημα περί καταλληλότητας της περιόδου για ανάγνωση ενός βιβλίου του Μπολάνιο υψώνεται ξανά σε νέες βάσεις για τη στιγμή που θα επανέλθει η επιθυμία για λίγο Μπολάνιο ακόμα, γιατί θα επανέλθει.

Δεν είναι η πρώτη φορά που θα αναφερθώ στην ιδιότητα των σπουδαίων πολυσέλιδων βιβλίων να διχοτομούν τη μέρα του αναγνώστη· τα ακόμα πιο σπουδαία βιβλία -όπως Οι άγριοι ντετέκτιβ στην προκειμένη περίπτωση- καταφέρνουν, πέρα από τη διχοτόμηση, να καθορίσουν και τον χρόνο που απομένει εκτός ανάγνωσης, γεννώντας την επιθυμία να μοιραστείς τον ενθουσιασμό, να αναφερθείς σε εκείνη ή την άλλη ελάχιστη ή μεγαλύτερη σκέψη για το βιβλίο, να κρατήσεις σημειώσεις. Κάπως έτσι περνούν οι μέρες της ανάγνωσης, με διαδοχικές εγκεφαλικές εκρήξεις και συναισθηματικές υπερβάσεις, και κάπως έτσι ακολουθούν και οι αμέσως επόμενες.

Ανατρέχω σε εκείνες τις σκέψεις.

Σκεφτόμουν πως θα ήταν μία τουλάχιστον ενδιαφέρουσα άσκηση δημιουργικής γραφής να διαβάζει κανείς δύο σελίδες από το συγκεκριμένο βιβλίο και ύστερα να κάθεται πάνω από μία λευκή κόλλα χαρτί. Σκεφτόμουν πως εμένα καθόλου δεν θα με ενδιέφερε να πραγματοποιήσω αλλεπάλληλες αναζητήσεις στο διαδίκτυο, γυρεύοντας να ανακαλύψω ποιοι από τους εκατοντάδες δημιουργούς είναι υπαρκτοί και ποιοι όχι. Σκεφτόμουν πως ο Μπολάνιο διαθέτει το κατ' εξοχήν χάρισμα του παραμυθά, να σε πείθει πως ό,τι σου εξιστορεί είναι αληθινό. Σκεφτόμουν πόσες ώρες μελέτης θα απαιτούσε ακόμα και το πλέον ελάχιστο φιλολογικό σχόλιο, πως χωρίς το απαραίτητο αναγνωστικό ταλέντο οι ώρες μελέτης δεν θα είχαν και τόσο νόημα τελικά. Σκεφτόμουν να γκρεμίσω τη στοίβα με τα προς ανάγνωση βιβλία και στη θέση της να υψώσω μία καινούρια, αποτελούμενη αποκλειστικά από βιβλία του Μπολάνιο, ταυτόχρονα όμως ένιωθα τη δίψα για ιστορίες να εντείνεται. Σκεφτόμουν τον Θέρκας, που δουλεύοντας ως δημοσιογράφος επισκέφτηκε τον Μπολάνιο στο σπίτι του, με σκοπό να του πάρει συνέντευξη, και ο Μπολάνιο, τον άφησε να περιμένει για λίγο στο σαλόνι και επέστρεψε με τα δύο βιβλία του Θέρκας, βιβλία ελάχιστης εμπορικής επιτυχίας, και του μίλησε γι' αυτά. Σκεφτόμουν την αγάπη του για τη λογοτεχνία, για όλα τα είδη της λογοτεχνίας, τη διάκρισή της όχι σε καλή και κακή, αλλά σε έμψυχη και άψυχη, και τον τρόπο με τον οποίο ο Μπολάνιο ενσωματώνει το σύνολο της λογοτεχνίας στο έργο του. Σκεφτόμουν πως το σύνολο της λογοτεχνίας είναι απαραίτητο για την εμφάνιση ενός συγγραφέα όπως ο Μπολάνιο. Σκεφτόμουν τον αντισυμβατικό τρόπο ζωής του, αντισυμβατικό όχι ως προς τη λογοτεχνία αλλά ως προς το στερεότυπο, στα όρια του ταξικού, που κάποιοι δεν παύουν σε κάθε ευκαιρία να αναπαράγουν. Σκεφτόμουν πως ο Μπολάνιο αντιμετώπιζε τη λογοτεχνία με τον ίδιο τρόπο που ένα παιδί αντιμετωπίζει το παιχνίδι. Σκεφτόμουν πόσο αντιστικτικός και ταυτόχρονα αρμονικός είναι ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει τη φρίκη, σκεφτόμουν αν από εδώ θα μπορούσε να αντλήσει κανείς έναν ορισμό για την ποίηση. Σκεφτόμουν τους συγγραφείς εκείνους που θα συνεχίσουν από το σημείο που σταμάτησε ο Μπολάνιο, όχι ως ελπίδα αλλά ως φυσικό επακόλουθο της ροής του ποταμού. Σκεφτόμουν πως δεν ένιωθα την ανάγκη του συγγραφέα να με εντυπωσιάσει, ασχέτως αν αυτό έκανε εκείνος διαρκώς. Σκεφτόμουν πως το δέος, ενίοτε, δεν ευνουχίζει αλλά εμπνέει. Σκεφτόμουν πως κάποιες φορές οτιδήποτε παραπάνω από την προτροπή "διάβασέ το" ίσως είναι απλή και αχρείαστη υπερβολή. Σκεφτόμουν, και το σκέφτομαι ακόμα, πως η οποιαδήποτε αναφορά στην ιστορία, ειδικά σε αυτή την ιστορία, δεν έχει νόημα.  

Διαβάζω ξανά και ξανά τις σκέψεις αυτές.

Σκέφτομαι τη διάκριση ανάμεσα στην ανάγνωση και την αναγνωστική εμπειρία. Σκέφτομαι κάποια από τα όνειρα που έβλεπα, σπίτια με παραμορφωτικούς καθρέφτες, άνυδρα τοπία, έρημες μεταμεσονύχτιες πόλεις, ατελείωτους δρόμους να απλώνονται, εγκαταλελειμμένα κάμπινγκ, στατικά καρέ να πλημμυρίζουν με αίμα, αμμουδιές να περιμένουν την επιστροφή της παλίρροιας, τη φυγή του Ρεμπό στην Αφρική· δεν τα σημείωνα όμως. Σκέφτομαι τη Μπλάνες, τη μικρή καταλανική παραθαλάσσια πόλη. Σκέφτομαι πως η θέση των Άγριων ντετέκτιβ στη βιβλιοθήκη είναι ανάμεσα στο Φυλαχτό και το 2666, δεξιά και αριστερά αυτών τα υπόλοιπα, σε τυχαία σειρά. Σκέφτομαι πως ένα βιβλίο του Μπολάνιο μπορεί να αποδειχτεί σωτήριο.

Μετάφραση Κώστας Αθανασίου
Εκδόσεις Καστανιώτη

1 σχόλιο:

  1. Οι λεπτομέρειες για την πλοκή ενός βιβλίου με κάνουν να πηδάω σημεία στις παρουσιάσεις.Πολύ ωραίο το κείμενό σου. Ακριβώς, δεν μπορείς να πεις πολλά, για το 2666 ας πούμε, σε όποιον δεν το έχει διαβάσει, και αφού είναι εμπειρία, και όσοι το έχουν διαβάσει δεν έχουν πολλά να πουν, νομίζω. Λατρεύω το 2666 και το Φυλαχτό, είναι τα μόνα που εχω διαβάσει. Κάποια μέρα σίγουρα θα το διαβάσω, όπως και τα άλλα του Μπολάνιο. Γειά, Μιχάλης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή