Σάββατο, 23 Μαΐου 2020

Série Noire (1979)




Υπάρχουν κάποιες ταινίες που λειτουργούν υπονομευτικά και διαβρωτικά. Ταινίες βραδείας καύσεως. Σιγά το νέο, θα πείτε και θα έχετε δίκιο. Όμως -κάθε φορά- η εμπειρία αυτή μοιάζει να μην έχει όμοιά της άλλη. Κάθε φορά ένα διαφορετικό μονοπάτι ακολουθεί για να κυριεύσει το οχυρό της αδιαφορίας. Ορίστε πώς έγιναν τα πράγματα ετούτη τη φορά: Πρώτα διάβασα το Ellis island του Ζορζ Περέκ. Ύστερα έψαξα να δω το ομώνυμο ντοκιμαντέρ, δεν τα κατάφερα. Έπεσα πάνω στον Άνθρωπο που κοιμάται, ενθουσιάστηκα με την ταινία, τώρα ψάχνω το βιβλίο*. Έτσι έφτασα ως το Série Noire που σκηνοθέτησε ο Αλέν Κορνώ. Στη διασκευή του μυθιστορήματος του Jim Thompson έβαλε το χεράκι του ο Περέκ. Ορίστε το νήμα. 

Ο Φρανκ Πουπάρ (Patrick Dewaere), πλασιέ στο επάγγελμα, αναζητά τον Αντρέα Τικίντις (Andreas Katsulas) για να απαιτήσει την καταβολή μιας εκκρεμούς πληρωμής, για την οποία το αφεντικό του Φρανκ πιέζει ιδιαίτερα. Γυρεύοντας τον Έλληνα θα βρεθεί στο σπίτι όπου μένει η ανήλικη Μόνα με τη γριά θεία της, η οποία την αναγκάζει να εκδίδεται. Ο Φρανκ μένει με την Τζιν, με τη ροπή προς την ακαταστασία και τις απαιτήσεις για μια καλύτερη ζωή, ενώ αποφεύγει να επιστρέψει στη δουλειά. Ο Φρανκ τριγυρνά προσπαθώντας να πουλήσει το αμφιλεγόμενης ποιότητας εμπόρευμα, δεν αντέχει αλλά δεν ξέρει τι άλλο μπορεί να κάνει για να ξεφύγει απ' όλ' αυτά. Τότε, η Μόνα του εξηγεί το σχέδιο της.     

Όχι κάτι το ιδιαίτερο. Αυτό σκέφτηκα με τους τίτλους τέλους. Ένα καλό φιλμ αλλά με όρια, όχι κάτι το σπουδαίο. Δεν σκόπευα να γράψω γι' αυτό, αν και η ταλάντευση αυτή θα έπρεπε να με έχει βάλει αποβραδίς σε υποψίες πως κάτι άλλο συνέβαινε εδώ, η αδιαφορία είχε δεχτεί ήδη τα πρώτα πλήγματα. Πρώτα αναρωτήθηκα αν μια ερμηνεία όπως αυτή του Dewaere αρκεί για να στηρίξει μια ολόκληρη ταινία. Η ερμηνεία του Dewaere -απολαυστική, αυτό θαρρώ είναι το κατάλληλο επίθετο για να τη χαρακτηρίσει- λειτουργεί εν τέλει -ή τουλάχιστον σε μένα- παραπλανητικά, έτσι όπως έλκει το βλέμμα πάνω της και τα πάντα μοιάζουν να κινούνται γύρω από τον Φρανκ. Μου πήρε κάποιο χρόνο για να αποδεχτώ πως κάθε ερμηνεία σε αυτή την ταινία είχε κάτι το ιδιαίτερο, κάτι που εκτός από ταλέντο έκρυβε πίσω της ξεκάθαρες σκηνοθετικές οδηγίες. Ύστερα, στην επιφάνεια αναδύθηκαν σκηνές από την ταινία, η φωτογραφία και το κάδρο, η σκηνοθεσία, οι λεπτομέρειες στο σενάριο, το κωμικοτραγικό, ο Τικίντις να κατεβαίνει από το ρινγκ και να παίρνει ανθρώπινες διαστάσεις, το παράλογο, οι χιονισμένες παρυφές της πόλης, το πρόσχημα της δράσης, η υπονόμευση του είδους, η πολιτική διάσταση, η αγάπη για το αμερικανικό σινεμά. Πριν όμως αναδυθούν όλα αυτά είχα ήδη αρχίσει να εξετάζω το ενδεχόμενο να γράψω ένα κείμενο γι' αυτή την ταινία. Φανταζόμουν ένα κείμενο που να ξεκαθαρίζει από την αρχή πως το Série Noire δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο, αλλά του άξιζε ένα κείμενο για την εμπλοκή του Περέκ, για την ερμηνεία του Dewaere, για την παρουσία ενός Έλληνα στο καστ, για την από σπόντα αναφορά στην ταινία του Κορνώ Όλα τα πρωινά του κόσμου. Σε τέτοιες παραμέτρους σκόπευα να αναφερθώ, παραμέτρους που σπάνια αποδεικνύονται ισχυρές ώστε γύρω τους να στηθεί εν τέλει ένα κείμενο. Είπαμε όμως, ήταν τα πρώτα πλήγματα στην αδιαφορία αυτά.

Το επόμενο πρωί όλα έμοιαζαν διαφορετικά. Το βλέμμα της Μόνα που απαιτούσε φυγή ήταν εκεί. Η Μόνα έτοιμη να ανοίξει την πόρτα του αυτοκινήτου και να το σκάσει όταν ο Φρανκ δεν την άκουγε, δεν έπαιρνε στα σοβαρά το σχέδιο, όποτε εκείνος εξέφραζε δικαιολογίες και υπεκφυγές εκείνη άνοιγε την πόρτα για να τρέξει μακριά, μπουχτισμένη πια από τα λόγια και τις αναβολές. Το έρημο από ανθρώπους τοπίο ήταν εκεί. Μετρημένοι στα δάκτυλα των δυο χεριών όσοι εμφανίζονται στην ταινία, μετρώντας ακόμα και την πλάτη του αστυνομικού στο τμήμα. Αυτή η ερημιά προσδίδει κάτι το οριακό στην ταινία, αυτή η έλλειψη που πρώτα ενοχλεί και μετά διαπιστώνεται, κάτι που τις ημέρες της καραντίνας το βιώσαμε ως συναίσθημα αρκετοί. Ο Φρανκ, σκέφτομαι σήμερα, θα μπορούσε να είναι μια πρώτη πηγή έμπνευσης για τον Μάξγουελ Σιμ, τον ήρωα του Τζόναθαν Κόου, έτσι όπως στέκεται πίσω από το τιμόνι και ας μην έχει την κοπέλα του gps για συντροφιά. Ανάμεσα στον Φρανκ και τους ανθρώπους στέκει το χρήμα, όταν το πέπλο αυτό καταρρέει, τότε το βλέμμα του καθαρίζει, όταν για παράδειγμα αρνείται να εκμεταλλευτεί τη Μόνα, θα νιώσει γαλήνη, και ας είναι κάτι το οποίο χρειάζεται χρόνο για να συνειδητοποιήσει ο ίδιος, αυτή η όρεξη για χορό και τραγούδι δεν είναι δείγμα σαλού αλλά αντίθετα υγιούς μυαλού, όπως και η ανάγκη για συντροφικότητα και λιγότερη δουλειά.

Ακόμα πιστεύω πως η ταινία αυτή δεν ήταν κάτι το εντυπωσιακά ιδιαίτερο, άλλωστε πόσες τέτοιες ταινίες υπάρχουν άραγε; Τώρα όμως νιώθω πως υπάρχουν πολλά να πεις και να κρατήσεις από αυτήν, και ένα κείμενο, ξάφνου, μοιάζει απαραίτητο.    



*Με χαρά πληροφορήθηκα πως εντός των επόμενων μηνών πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Ύψιλον και σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη το βιβλίο του Περέκ, Un homme qui dort (για την ταινία μπορείτε να διαβάσετε εδώ), δίδυμο το οποίο βρίσκεται πίσω και από την κυκλοφορία του Έλις Άιλαντ στα ελληνικά και για την οποία μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου