Μου αρέσει αυτός ο τρόπος μάρκετινγκ, ξυπνάς ένα πρωί, ανανεώνεις τη σελίδα σε κάποιο κοινωνικό δίκτυο, βλέπεις μπροστά σου μια νέα έκδοση, δεν το ήξερες και δεν το περίμενες το βιβλίο αυτό. Αυτό συνέβη.
Δεν Υπάρχει Υποδιεύθυνση Αντιμιμιδίων.
Ο τρελός τίτλος, αυτό το δεν υπάρχει σαν να φέρνει στην επιφάνεια την πιθανότητα κάτι τέτοιο να υπήρχε δηλαδή, μια Υποδιεύθυνση Αντιμιμιδίων, όποιο και αν είναι το αντικείμενο μιας τέτοιας υποδιεύθυνσης, ο,τι και αν είναι τα αντιμιμίδια.
Το οπισθόφυλλο ελάχιστα σοφότερο με έκανε, όξυνε ωστόσο την περιέργεια, σε τέτοιο βαθμό που πήρε τη θέση του πάνω πάνω στη στοίβα με τα προσεχώς, αναταράσσοντας τον όποιο, εδώ γελάμε, αναγνωστικό προγραμματισμό.
Να ένα δείγμα: «Τα αντιμιμίδια είναι οντότητες που διαγράφουν κάθε ίχνος της παρουσίας τους. Τα αντιμιμίδια μπορεί να τρέφονται από τις πιο αγαπημένες σου αναμνήσεις, από τα πράγματα που σε κάνουν να είσαι αυτός που είσαι».
Σκέφτηκα: αυτό εδώ ή θα είναι τρομερά γαμάτο εγκεφαλικό κάψιμο ή τρελή φλόμπα, που ήταν της μόδας ως λέξη στη γειτονιά τη δεκαετία που μεγάλωσα, εναλλακτικά ακυριά ή μπαρούφα, ακόμα ακόμα.
Λόγω συνύπαρξης στο Δώμα, το μυαλό μου πήγε στον Λαμπατούτ, σε μια συγγένεια με το υβριδικό του έργο στο οποίο η επιστήμη συνυπάρχει με έναν ιδιαίτερο αφηγηματικό τρόπο, αλλά και την τόσο γοητευτική ευστροφία του, η έλξη που η ευφυΐα γεννά.
Τα παράδοξα, η σειρά που τρέχει ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, απέκτησε το τέταρτο μέλος της, το πιο πρόσφατο, το πιο σύγχρονο, το πιο φιλόδοξο ίσως, εξαιτίας της υπεραιχμής στην οποία κινείται.
Αν και οι καιροί έχουν ανεπιστρεπτί περάσει, ακόμα κάτι από τη ρετσινιά της παραλογοτεχνίας διατηρείται, όταν κανείς αναφέρεται στην επιστημονική φαντασία, τι και αν τόσα και τόσα στελέχη της έχουν πια περάσει στο πάνθεον του κλασικού και του κανόνα.
Όταν κάποιος διαβάζει από την προβλήτα του σήμερα για κόσμους μελλοντικούς με βάσεις εκτόξευσης το μακρινό παρελθόν, μπορεί με ασφάλεια να τα αντιμετωπίζει, κάποια αφελή, κάποια προφητικά, πόσο θα μισούσαν οι συγγραφείς αυτό τον τελευταίο χαρακτηρισμό.
Τι συμβαίνει όμως με τη συγχρονία; Μπορεί στη λογοτεχνία, γενικά και αόριστα, το σύγχρονο να φωτίζει αυτό που τώρα συμβαίνει, στην επιστημονική φαντασία, ωστόσο, τα πράγματα μοιάζουν και είναι διαφορετικά.
Θέλω να πω πως σε τέτοιους αλματώδεις τεχνολογικά καιρούς, χρειάζεται εξειδικευμένη γνώση, παρέα με την οξυδέρκεια, ώστε κάποιος να μπορεί να έχει ικανή επιστασία των εξελίξεων, των συμβάντων, των συνεπειών που αυτά φέρνουν.
Αν προσθέσει κανείς και τη φαντασία, τότε το μείγμα γίνεται, ή μπορεί να γίνει, εκρηκτικά οριακό στη σύλληψη, στην εκτέλεση και, κυρίως, στην πρόσληψη. Αυτό το: μα, πώς το σκέφτηκε αυτό; Μοιάζει και ίσως και να είναι αφελές.
Μα, πώς το σκέφτηκε αυτό; Είναι το σημείο αφετηρίας της προσέγγισης. Εν συνεχεία ακολουθεί: το έχει ξεκάθαρο στο μυαλό του, ένα ολόκληρο σύμπαν παράλληλο, δεν μας ταξιδεύει σε μια μελλοντικά αόριστη εποχή, βρισκόμαστε εδώ, θεωρητικά όλοι, στην ίδια σελίδα, και όμως.
Αυτό το παιχνίδι με το μυαλό προϋποθέτει μια ταυτόχρονη της φαντασίας και της επιστημονικής γνώσης αφηγηματική ικανότητα, να χτίσεις τον κόσμο, να υποδεχτείς τον αναγνώστη, να τον ξεναγήσεις. Αν εκείνος χαθεί, η παρτίδα σταματά να παίζεται.
Συμβαίνει, με βιβλία όπως αυτό, το εξής: όσο διαβάζεις όλα μοιάζουν με κάποιο παράδοξο τρόπο εξηγήσιμα και ξεκάθαρα, δοκίμασε τώρα να κλείσεις το βιβλίο και να πεις περί τίνος πρόκειται, μάλλον θα νιώσεις, εγώ νιώθω, χαζός, τουλάχιστον.
Ο Κουάντουμ (ψηφιακό ψευδώνυμο του Σαμ Χιουζ) άρχισε να ανεβάζει αυτή την ιστορία σε κάποια διαδικτυακή πλατφόρμα, η επιτυχία ήταν σχετικά μεγάλη, συνέχισε να εμπλουτίζει το περιεχόμενο, μέχρι που έγινε αναλογικό βιβλίο και κυκλοφόρησε.
Τον άθλο της μετάφρασης, η απόδοση ενός νεογνού σύμπαντος στα ελληνικά, ανέλαβε η ικανή Δέσποινα Κανελλοπούλου, την επιμέλεια ο Δημοσθένης Παπαμάρκος με τον Θάνο Σαμαρτζή, πάντοτε πρέπει να μνημονεύονται οι συντελεστές, πόσο μάλλον στην περίπτωση αυτή.
Οι νεολογισμοί, κυρίως αυτοί, που οφείλουν να είναι ακριβείς και ευκρινείς, να μην δημιουργούν περαιτέρω τριβή ανάμεσα στον αναγνώστη και το βιβλίο, η απλότητα με την οποία γίνεται η περιφορά του σύνθετου κόσμου οφείλει να υπηρετείται.
Η επιστημονική φαντασία, συνήθως, διακρίνεται για τον παραβολικό, έντονα κοινωνικοπολιτικό, χαρακτήρα της, η καλή επιστημονική φαντασία δεν το κάνει αυτό με έναν τρόπο προφανή, στρώνει πολλά στρώματα κάτω από την κειμενική επιφάνεια, επιτρέπει στα ενδεχόμενα να (συν)υπάρξουν.
Ένα δυνατό μυαλό, μια τρελή φαντασία ή μια οξυδερκής ματιά στον κόσμο γύρω μας, τι από τα δύο άραγε, μάλλον και τα δύο, ταυτόχρονα και σε υψηλό βαθμό, οι φιλόλογοι συχνά αποδεικνύονται ανεπαρκείς, θα πω και θα το αφήσω εδώ.
Βιβλία όπως αυτό αναδεικνύουν τα όρια της σκέψης και της αντίληψης του αναγνώστη, κάποιους αυτό τους ενοχλεί, αμύνονται επιτιθέμενοι, κάποιους άλλους τους γοητεύουν, τους έλκουν.
Σκέφτομαι τους ήρωες των ιστοριών όπως αυτή, η Μαρί Κιουρί, επικεφαλής της Υποδιεύθυνσης Αντιμιμιδίων του Οργανισμού Αγνώστων για το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία, που δεν έχουν παρά αναλήψεις από τον παρελθοντικό ταμιευτήρα προσωπικών στιγμών, διαρκώς βρίσκονται στο καθήκον.
Ήρωες γιατί ενεργούν με βάση μια ηθική δέσμευση απέναντι στο κακό, γιατί είναι έτοιμοι να θυσιαστούν στον αγώνα αυτό, τι και αν ελάχιστα ορατός ένας τέτοιος αγώνας είναι. Ήρωες σε μια εποχή, κάθε εποχή, απομάγευσης.
Η φυσική, κυρίως αυτή, είναι μια δεξαμενή εναλλακτικού ανορθολογισμού, κυρίως γιατί δοκιμάζει τα όρια του ορθού λόγου, της σχέσης αιτίου αιτιατού, κύμα που γλύφει τις ακτές του αντιληπτού κόσμου, οι εξισώσεις και η παρατήρηση κάπου χτυπάνε σε τοίχο, ως εδώ φτάνουμε, αναφωνούν, διόλου ηττημένες δεν ακούγονται.
Ο χρόνος είναι σχετικός, η πραγματικότητα επίσης, αυτό ως θεωρία είναι εύκολο να το παπαγαλίσει κανείς, έχει όμως ρίζες μέσα μας μια τέτοια διατύπωση, σημαίνει κάτι ή είναι απλά λόγος κενός;
Η μνήμη και η λήθη, ακόμα και εδώ, στην υπεραιχμή των πραγμάτων, στην οριακότητα της σκέψης, στο προκεχωρημένο φυλάκιο της φαντασίας, η μνήμη και η λήθη, μαζί ίσως με την αγάπη, ακόμα χορεύουν στην πίστα, γύρω τους εμείς.
Ίσως αυτό να μοιάζει επαναστατικό, ίσως αυτό να είναι προκλητικά επιθυμητό, η δυνατότητα να ξεχνάμε όσα ζήσαμε, να επιστρέφουμε ξανά στην πρώτη μέρα πριν από κάτι, ο Καιρός να έχει μαλλιά στο πίσω μέρος του κεφαλιού του, ακόμα και αν μας προσπεράσει να μπορούμε να τον τραβήξουμε πίσω, διατεθειμένοι να καταβάλουμε το τίμημα της λήθης.
Είναι τρελό, είναι τρελό, είναι τρελό, σκεφτόμουν/έλεγα/ένιωθα όσο διάβαζα το βιβλίο αυτό. Είναι τρελό, είναι τρελό, είναι τρελό σκέφτομαι/γράφω/νιώθω όσο αποπειρώμαι να γράψω κάτι σε αυτή την ψηφιακή γωνιά, κάτι που να διατηρήσει κάτι από την εμπειρία, τουλάχιστον.
Δηλαδή, σκέφτομαι ακόμα, ο τύπος αυτός έχει όλο αυτό το σύμπαν χαρτογραφημένο στο μυαλό του, έχει φωτογραφίες από τα τρομερά αντιμιμίδια που εδώ και ανυπολόγιστους αιώνες κατατρώνε τις αναμνήσεις, επιβιώνοντας μέσα από τη διαγραφή κάθε ίχνους παρουσίας τους;
Η ανάγνωση ενός βιβλίου όπως το Δεν Υπάρχει Υποδιεύθυνση Αντιμιμιδίων αναλογικά είναι ένα τριπάρισμα ψυχότροπο, ο παραβολικός του χαρακτήρας δεν παρουσιάζεται ολόκληρος, απέναντι, ακίνδυνος στην απόσταση του προφανούς διδύμου καλό κακό, αντίθετα, ανακινεί, ανασύρει, παρεμβάλει.
Να υπάρχεις χωρίς τη μαρτυρία κάποιου παρατηρητή, να είσαι ο παρατηρητής που καταβροχθίζει αυτό που τον παρατηρεί, να επιβιώνεις με τον τρόπο αυτό, είσαι ικανοποιημένος, έχεις, άραγε, συνείδηση αυτού;

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου