Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

Τα διηγήματα - Daniele del Giudice

Θα το θυμάμαι αυτό, ποια υπόσχεση/πρόβλεψη πιο αποτυχημένη, λες και είναι στο χέρι σου. Ξανά και ξανά συμβαίνει, δεν μαθαίνεις, ξεχνάς, ξανά και ξανά. Σίγουρα το είχα πει, με αυτοπεποίθηση, πάντοτε με αυτοπεποίθηση, θα το θυμάμαι αυτό, πώς έφτασα μέχρι Το στάδιο του Ουίμπλεντον, και τώρα δεν θυμάμαι. Θυμάμαι, ωστόσο, πως ένιωσα έκπληξη όταν λίγους μήνες μετά που διάβασα εκείνο το παράξενα γοητευτικό και υποβλητικό βιβλίο οι εκδόσεις Κείμενα ανακοίνωσαν πως επρόκειτο να κυκλοφορήσουν μια ανθολογία διηγημάτων του Ιταλού Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε, ωραίες που είναι αυτές οι συμπτώσεις.

Δεκατρία διηγήματα, ποικίλου μεγέθους, άλλα από προηγούμενες συλλογές, άλλα ως τότε αδημοσίευτα και άλλα φιλοξενούμενα σε εφημερίδες ή περιοδικά, συνθέτουν αυτή την ανθολόγηση που κυκλοφόρησε το 2016 και στα ελληνικά μεταφράστηκε από τον Αλέξανδρο Λαβράνο. Παρότι τα διηγήματα δεν υπήρξαν εξ αρχής προορισμένα για να συνθέσουν μια συλλογή, κάτι που πάντοτε αναζητώ ως μια απαραίτητη συγκολλητική ουσία αιτιολόγησης, η ανθολόγηση πέτυχε εμφανώς κανένα από τα διηγήματα να μην μοιάζει παράταιρο, παρά την όποια αναγνωστική προτίμηση για το ένα ή το άλλο, αυτό δεν είναι θέμα της έκδοσης αλλά της ανάγνωσης.

Είναι, επίσης, επίφοβο όταν ένας συγγραφέας χαρακτηρίζεται απόγονος του, κάποιου σπουδαίου παλιότερου, όπως στην περίπτωση του Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε ο Ίταλο Καλβίνο, είναι επίφοβο, όπως το κάθε αντίγραφο για το κάθε πρωτότυπο, άτιμο πράγμα η διαχείριση της επιρροής, ανέφικτη η πανομοιότυπη συνέχιση του μονοπατιού, το κακέκτυπο ον παραφυλά. Η κληρονομιά, καταλαβαίνω, είναι σημαντική για την χαρτογράφηση, για τη διευκρίνιση, για την αναλογία, αλλά και για την υπερβολή που το μάρκετινγκ, ήπιο ή επιθετικό, μετέρχεται, μαζί με τα αποκόμματα κριτικών, να διαλαλήσει την πραμάτεια.

Παρθενογένεση, ωστόσο, δεν υπάρχει, το ποτάμι ρέει.

Τα τελευταία χρόνια, πια αρκετά, εντυπωσιάζομαι από τα δείγματα ιταλικής λογοτεχνίας που μεταφράζονται και κυκλοφορούν στα ελληνικά. Είναι μια λογοτεχνία που, πέρα από τους κλασικούς της, δεν είχα σε ιδιαίτερη εκτίμηση, δεν την ξεχώριζα. Αυτό, ωστόσο, έχει ανατραπεί πλήρως. Ίσως αυτή η πρόσφατη εκτίμηση να ήταν εκείνη που με οδήγησε ως Το στάδιο του Ουίμπλεντον, βιβλίο από καιρό εξαντλημένο. Αν και μάλλον, πέρα της γλωσσικής συγγένειας, η συμπερίληψη μιας γραφής όπως αυτή, σε ένα τόσο μεγάλο και διευρυμένο σύνολο, να είναι άτοπη.

Δεκατρία διηγήματα, λοιπόν, και παρότι εγώ μόνο ένα δείγμα έργου, και δη πρωτόλειου, είχα υπόψη μου, μπόρεσα να διακρίνω ένα ευδιάκριτο στίγμα γραφής. Το επίθετο εγκεφαλικό είναι το πρώτο που μου έρχεται αναζητώντας προσδιορισμούς, το ουσιαστικό κατασκευή ακολουθεί και λαμβάνει θέση δίπλα του. Στοιχεία που είχε και η γραφή του Καλβίνο, στοιχεία, ωστόσο, που δεν είχε μόνο η γραφή του Καλβίνο, που προλόγισε με ενθουσιασμό το πρωτόλειο έργο του Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε, διακρίνοντας μια λογοτεχνία του γούστου του, αλλά πολλοί ακόμα, τότε και τώρα. Αναπόφευκτα ο αναγνώστης, ακόμα και αν δεν είναι φιλόλογος με ειδίκευση στη συγκριτική της λογοτεχνίας, σε ένα ανοίκειο περιβάλλον, όπως η λογοτεχνία αυτή, γυρεύει τοπόσημα και λοιπά αναγνωριστικά στοιχεία, απαραίτητα για την περιήγησή του, μια οριοθέτηση του χάους ή, καλύτερα έτσι, ενός δυνατού μυαλού.

Εγκεφαλικές κατασκευές, λοιπόν, να ένας χαρακτηρισμός, που όσα λέει άλλα τόσο αποκρύπτει ή αποκλείει, μάλλον αποκλείει, όπως για παράδειγμα το συναίσθημα ή τον ρεαλισμό, το πρώτο διήγημα, Στο μουσείο της Ρενς, αποτελεί ένα χαρακτηριστικότατο παράδειγμα περί αυτού. Τα τοπόσημα της ανάγνωσής μου εκτείνονταν από τον Μπόρχες, τον Καλβίνο και τον Μπολάνιο, μέχρι τον Λαμπατούτ και τον Κεχαγιά. Το τόσο διευρυμένο πλαίσιο αναλογιών αποτυπώνει, ή δοκιμάζει να το κάνει, το συναίσθημα εντός των εγκεφαλικών αυτών κατασκευών, των διηγημάτων του Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε, μέχρι που κάποια στιγμή, αυτά αυτονομήθηκαν επαρκώς.

Η βιοποικιλότητα, το ανοίκειο, αυτό κυρίως, αμφισβητούν ευθέως τη δυναμική ενός τόσο στενού και συνάμα αφηρημένου προσδιορισμού όπως το εγκεφαλικές κατασκευές. Θα επιχειρήσω να διαπλατύνω, όπως μπορώ, τα δύο μέρη του. Εγκεφαλικές γιατί διαθέτουν μια καθαρότητα, παρά την πολυπλοκότητά τους, γιατί δοκιμάζουν τα όρια της αντίληψης, γιατί αποτυπώνουν το εύρος της σύλληψης και της εκτέλεσης, αλλά και την ακρίβειά τους, γιατί καθιστούν τόσο οικείο το ανοίκειο, γιατί φλερτάρουν με μια σειρά επιστημονικών κλάδων, τη φιλοσοφία, τη φυσική ή την τεχνολογία γενικότερα, ιδιαίτερα, για την τελευταία, αν συγκριθεί με τον χρόνο συγγραφής, τι και αν σχετικά πρόσφατος, με τα άλματα που σημειώνει η ανάπτυξη και η διάχυση της ψηφιακής συνθήκης, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί σχεδόν αρχαιολογικός, και άρα, εκ του αποτελέσματος, να μιλήσουμε για μια οξυδερκή και διορατική ικανότητα, γι' αυτό και η επιμονή με το εγκεφαλικό της γραφής.

Κατασκευές γιατί αποτελούν τέλειες υπάρξεις, με έναν ευδιάκριτο εσωτερικό μηχανισμό λειτουργίας, αποκομμένα στιγμιότυπα ενός παράλληλου και σύγχρονου κόσμου, γρανάζια ενός συγγραφικού σύμπαντος. Και αυτή η ύπαρξη ενός σύμπαντος, μιας διακριτής αρχής πρόσληψης και αποτύπωσης στη γραφή, είναι ο πλέον σύντομος δρόμος για να οδηγήσω και να εναποθέσω τον Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε μεταξύ των πραγματικά σπουδαίων, εκείνων που παρότι οδηγούν στα άκρα τη γραφή και αμφισβητούν την ικανότητα κατανόησης, το κάνουν με έναν τρόπο γοητευτικό, γιατί τι πιο γοητευτικό από το να στέκεις μονάχος απέναντι σε ένα τέτοιο καθαρό και δυνατό μυαλό, να επαναλαμβάνεις και να δοκιμάζεις νέους βηματισμούς περιήγησης. Η συγκεκριμένη συλλογή διηγημάτων αποδίδει το αίσθημα θέασης ενός σύμπαντος, με κύριους και δευτερεύοντες πλανήτες, με μακρινούς ήλιους, με δορυφόρους και αστερισμούς, επιτρέποντας την υπόθεση πως Τα διηγήματα είναι μια ιδανική αφετηρία γνωριμίας μαζί του.

Το συστατικό της συγχρονίας, εκείνο που περισσότερα από τα υπόλοιπα, αποδεικνύεται καθοριστικό είναι ο χρόνος, ο χρόνος που τελειώνει, ο χρόνος που δεν επαναλαμβάνεται, ο χρόνος που το πέρασμά του συμβαίνει πριν ιδωθεί, πριν αποτελέσει υλικό προς επεξεργασία, που κάθε τώρα είναι κιόλας πριν. Και είναι συστατικό συγχρονίας, και όχι διαχρονικότητας, γιατί πλέον ο χρόνος συστήνεται ακόμα λιγότερο γραμμικός, πολυδιασπασμένος. Η διαχείριση του χρόνου είναι εκείνη που δεν επιτρέπει τον πλήρη και χωρίς επιστροφή εξοστρακισμό της λογοτεχνίας του Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε στην επικράτεια του αναχωρητισμού.

Εκείνος που ξέρει πως θα χάσει την όρασή του και παλεύει να προλάβει να σταθεί απέναντι σε κάποιους πίνακες. Εκείνη που τον συνόδευσε. Εκείνος που πίστεψε πως υπήρξε αυτήκοος μάρτυρας αγοραπωλησίας χρόνου. Εκείνος που αφήνει μουσικές να εκπέμπουν τυχαία σε κάποια συχνότητα. Εκείνος που επιστρέφει σπίτι και περιμένει να βρει τη συνέχεια του διηγήματος ενός ψηφιακού ανώνυμου άβαταρ. Εκείνος που βρέθηκε στο μέτωπο μιας μάχης. Εκείνος που γράφει μια επιστολή ενώ πηγαίνει στον Νότιο Πόλο. Εκείνος που θα φωτογραφήσει ένα πτώμα μήνες μετά την ταφή του για τις ανάγκες ενός σόου. Εκείνος που επισημαίνει την τεχνική αρτιότητα του μοντέλου απέναντι στον ζωγράφο και δίνει ενδελεχείς οδηγίες επί αυτού. Εκείνος που αναζητά την αναβίωση των πρώτων πτήσεων. Εκείνος που γυρεύει το ιδανικό θύμα για μια τυχαία δολοφονία. Είναι κάποια από τα πρόσωπα.

Το ανοίκειο συναίσθημα συνοδεύεται και από μια ανησυχαστική αίσθηση, επίμονη και διαρκώς παρούσα, ένα κακό που δεν κατονομάζεται πάντα, ένα κακό που υπάρχει εκεί ως πρώτη ύλη, ακόμα και όταν ο προβολέας δεν το επισημαίνει. Επίσης, στη μηχανική του συγγραφέα έχει τεράστιο ενδιαφέρον το πώς πετυχαίνει ένα ακριβές και απαλλαγμένο από το περιττό αποτέλεσμα, τη στιγμή που καθιστά το πεδίο, τις συνθήκες και τα πρόσωπα σαφή, πώς, δηλαδή, καταφέρνει να συμπεριλάβει τα απαραίτητα για τη λειτουργία του κάθε διηγήματος, χωρίς να καταφεύγει μήτε στην πολυλογία μήτε στη στείρα και ύποπτη αφαιρετικότητα. Είναι δείγμα ευφυίας, ταλέντου επίσης και σκληρής δουλειάς, για έναν συγγραφέα να μην υποκύπτει ναρκισσιστικά στην γοητεία της ίδιας του της γραφής, να μην απομένει να τη θαυμάζει αλλά να επιμένει να την οδηγεί στα άκρα, να δοκιμάζει τα δικά του όρια.

Η περίπτωση του Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε είναι από εκείνες που ο αναγνωστικός συγκλονισμός και η ηδονή, ήδη από τις πρώτες σελίδες, οδηγούν στην ανάδυση του ερωτήματος: θα βρει άραγε το κοινό του; Ερώτημα που κρύβει την αγωνία: θα κυκλοφορήσει άραγε ακόμα κάποιο βιβλίο του στα ελληνικά;

υγ. Για Το στάδιο του Ουίμπλεντον περισσότερα θα βρείτε εδώ, για την επιρροή που η γραφή του Καλβίνο μπορεί να γεννήσει εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Αλέξανδρος Λαβράνος
Εκδόσεις Κείμενα 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου