Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

Αγριόσπιτα - Colin Barrett

Λάτρης της μικρής φόρμας δεν είμαι, ποτέ δεν ήμουν. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν εξαιρέσεις, πάντα υπάρχουν. Τα διηγήματα που μου αρέσουν, μου αρέσουν πολύ, τα κουβαλώ μαζί μου, με καταλαμβάνουν παρά το μέγεθός τους, ή ακριβώς εξαιτίας αυτού, σαν χωράνε με κάποιο τρόπο στη μνήμη μου σε πλήρες ανάπτυγμα. Όταν διάβασα τα Νεαρά τομάρια του Κόλιν Μπάρετ, τη συλλογή διηγημάτων με την οποία συστήθηκε στο ελληνικό κοινό, τα βρήκα μεν τεχνικά άρτια, ωστόσο η αναγνωστική απόλαυση δεν ήταν ιδιαίτερα έντονη, αλλά κάπως άψυχη, το ταλέντο διακρινόταν, η δουλειά επίσης, όμως δεν ήταν αρκετό αυτό, παρότι υπήρχε κάτι το θελκτικό στη γραφή του, σκέφτηκα, τότε, πως θα ήθελα να τον δω στη μεγάλη φόρμα, πως ίσως εκεί οι αρετές της γραφής του να λειτουργούσαν καλύτερα. Με χαρά υποδέχτηκα την κυκλοφορία του Αγριόσπιτα.

Διαβάζοντας στο οπισθόφυλλο: «Ο Γκέιμπ και ο Σκετς Φέρντια, δύο μικροαπατεώνες από την Κομητεία Μάγιο, απάγουν τον Ντολ Ίνγκλις, τον μικρό αδερφό ενός συντοπίτη τους, ο οποίος πουλάει ναρκωτικά και τους χρωστάει αρκετές χιλιάδες ευρώ, και κρύβονται για ένα Σαββατοκύριακο στο απομονωμένο σπίτι του ευαίσθητου και εσωστρεφούς Ντεβ περιμένοντας τα λύτρα», και σε συνδυασμό με την ιρλανδική καταγωγή του συγγραφέα, μου ήρθε στο μυαλό ένα από τα πλέον απολαυστικά μυθιστορήματα που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια, το Νυχτερινό πλοίο για Ταγγέρη, ένα μπολανικού ύφους σκοτεινό βιβλίο. Είχα, λοιπόν, κάποια υλικά για να υψώσω τον ορίζοντα των προσδοκιών μου γι' αυτό το μυθιστόρημα.

Σ' έναν τόπο επαρχιακό, με λίγες διεξόδους και ευκαιρίες, το οικονομικό αδιέξοδο και η ανία κρατούν εν πολλοίς τα ηνία, αν κάποιος δεν καταφέρει να δραπετεύσει από τα ασφυκτικά όρια του μικρού μέρους, αναζητώντας στη μεγάλη πόλη κάτι διαφορετικό, μια δουλειά ή εκπαίδευση, λίγες είναι οι προοπτικές, να γίνει νεαρός γονέας, για παράδειγμα, να συχνάζει στα μπαρ, να αναζητά την έκσταση στις ουσίες, να μπλέκει σε καβγάδες, να απασχολεί την τοπική αστυνομία, να παλεύει με τους δαίμονες, τη μοναξιά, να ξεφύγει ίσως από ένα μονοπάτι προκαθορισμένο σε μεγάλο βαθμό, ή να ζήσει μια ήσυχη, βαρετά ήρεμη ζωή, που διόλου υποτιμητικά τη χαρακτηρίζω ως τέτοια.

Έχει κάτι το ποιητικό και το μαγευτικό η σκιαγράφηση της επαρχιακής ζωής, όταν ο βατήρας παρατήρησης είναι η μεγαλούπολη, με τα δικά της στραβά, που ως δια μαγείας μετατρέπονται σε ιδανικά. Ωστόσο, η εποχή των βουκολικών δραμάτων μοιάζει να έχει παρέλθει προ πολλού, η απομάγευση ρίχνει και στην ανοιχτωσιά τη σκιά της. Τα Αγριόσπιτα δεν είναι μια τέτοια περίπτωση, κάτι διαφορετικό επιχειρεί ο Μπάρετ να κάνει εδώ.

Φαντάζομαι να προηγείται η λεπτομερής καταγραφή της πλοκής, η είσοδος, η υποδοχή και η ξενάγηση, το ξετύλιγμα, οι απαραίτητες ανατροπές και κορυφώσεις, η έξοδος. Ο συγγραφέας έχει σκιτσάρει μια ωραία, σκοτεινή ιστορία, που δεν παλεύει, ωστόσο, να δειχτεί ως πρωτότυπη, τι το πρωτότυπο πια υπάρχει, άλλωστε. Ακολούθως δοκιμάζει να ανακατέψει χρονικά την τράπουλα, να παρεμβάλλει διάφορες αναλήψεις, να επιχειρήσει διάφορες διευκρινιστικές παρακάμψεις, ενώ η γραμμική αφήγηση συνεχίζει τη ροή της. Αναλήψεις και παρακάμψεις που φωτίζουν καλύτερα τα πρόσωπα, που τους επιτρέπουν να αναπνεύσουν έξω από το ασφυκτικό κοστούμι της στερεοτυπίας και της καρικατούρας. Αυτό, με τη σειρά του, επιστρέφει ανακλαστικά το κατάλληλο βάθρο επί του οποίου τα πρόσωπα ενεργούν όπως ενεργούν. 

Ο Μπάρετ, επιλέγοντας να ρίξει φως σε αρκετά πρόσωπα, φανερώνει τη συγγραφική φιλοδοξία να κατασκευάσει κάτι αρκετά πιο σύνθετο σε σχέση με όσα η περίληψη της πλοκής επιτρέπει να διαφανούν αρχικά. Και το σημαντικό, το κατασκεύασμα λειτουργεί, ο παντογνώστης αφηγητής ανταποκρίνεται, διατηρεί τον πλήρη έλεγχο, δίνει τον ρυθμό, ανεβοκατεβάζει στη σκηνή τα πρόσωπα, προωθώντας παράλληλα την πλοκή, χωρίς να απολύει τον βηματισμό του, χωρίς να βιάζεται ή να χρονοτριβεί, χωρίς να παραφορτώνει το τελικό αποτέλεσμα, έχει κατά νου τι θέλει να γράψει και το κάνει.

Ακολούθως προστίθεται ο τόπος, η επαρχία, οι αποστάσεις, η απομόνωση, η έλλειψη ιδιωτικότητας, ο τόπος, επίσης, συντελεί και στη δημιουργία της απαραίτητης ατμόσφαιρας, σκοτεινής και υγρής, ανησυχαστικής και ιρλανδικής επίσης, που έρχεται να κοντράρει την όποια πεποίθηση για μια ήσυχη επαρχιακή πραγματικότητα. Δεν έχω πάει στην Ιρλανδία, δεν έχω ζήσει στην επαρχία της, δεν έχω αντιμετωπίσει τον καιρό και τη γειτνίαση του ωκεανού, και όμως τολμώ να ισχυριστώ πως, χωρίς να πέφτει θύμα ενός εξωτισμού, τι και αν σε έδαφος ευρωπαϊκό, όχι γεωγραφικά, αλλά πολιτισμικά, εξωτισμός πάντα υπάρχει προς εξαγωγή, ιδιαίτερα σε μια λογοτεχνία όπως η ιρλανδική η οποία μεταφράζεται και διαβάζεται σε μεγάλο βαθμό και πέρα από τα εθνικά σύνορα, ο Μπάρετ αποτυπώνει με ρεαλιστική αληθοφάνεια τον τόπο και τις συνθήκες που εκεί επικρατούν, ως ένα σκηνικό που φιλοξενεί και ως κάποιο βαθμό διαμορφώνει τη δράση.

Έτσι, μια νουάρ ιστορία μετατρέπεται σε ένα απολαυστικό ανάγνωσμα, που δεν αναλώνεται μόνο στο σασπένς και τις ανατροπές στον δρόμο για τις τελευταίες σελίδες, αλλά προσθέτει ποικίλες αρετές στην ανάγνωση, γεγονός που επιτρέπει στο μυθιστόρημα να υπερβεί τους περιορισμούς του είδους και δίνει το περιθώριο για να ειπωθεί πως εδώ επιβεβαιώνεται καθησυχαστικά το κλισέ που λέει πως δεν έχει τόση σημασία η ιστορία που θα αφηγηθεί κανείς αλλά ο τρόπος με τον οποίο θα το κάνει, και ο Μπάρετ το κάνει άψογα, η μεγάλη φόρμα όντως του ταιριάζει.

Σκοτεινό, ιρλανδικό, απολαυστικό ανάγνωσμα.

υγ. Για το τρομερό Νυχτερινό πλοίο για Ταγγέρη έγραφα αυτό.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη
Εκδόσεις Στερέωμα 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου