Αυτό είναι το πρωτόλειο μυθιστόρημα του Μάικλ Ντίγκλερ, Μέρες χωρίς αλκοόλ, βραβευμένο με το PEN-Hemingway Award, μεταφρασμένο από τον Πάνο Τομαρά, το εκατοστό δέκατο έκτο βιβλίο της σειράς Aldina των εκδόσεων Gutenberg. Το περίμενα πώς και τι. Το οπισθόφυλλο αρκούσε: «Μην ανησυχείτε για όσα έκανε ο Ντένις Μονκ όταν έπινε. Τώρα είναι νηφάλιος, έτοιμος να γίνει ξανά αποδεκτός». Με δελέαζε, παρότι σειρήνες ακούγονταν στο βάθος. Η έξη. Άπαξ και εμφανιστεί, εγκαθίσταται. Ακόμα και έξω από την έξη, το παρελθοντικό δεν επιτρέπεται. Δεν ήσουν, είσαι ακόμα. Μην το ξεχνάς. Ένα τίποτα σε γραπώνει ξανά, οι μέρες μηδενίζονται, το χωρίς παραπατά και πέφτει με τα μούτρα στο πάτωμα. Οι άλλοι σίγουρα δεν το ξεχνούν. Στην τρίτη δεκαετία της ζωής του, ο Ντένις αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα με το αλκοόλ —πόσο αποστειρωμένη ως περιγραφή— τώρα δεν πίνει.
Αν το μυθιστόρημα μπορούσε να πυκνώσει τόσο ώστε να γίνει μια παράγραφος, αυτή θα ήταν: «"Αισθάνομαι λες και πέρασα τα προηγούμενα οχτώ χρόνια σε κρουαζιερόπλοιο", είπα. "Δηλαδή ήταν απαίσια, σιχαμερά και πανάκριβα, αλλά ήμουν τύφλα, οπότε δεν μ' ένοιαζε. Και σ' όλη τη διάρκεια πετούσα στη θάλασσα πράγματα που νόμιζα πως δεν είχα ανάγκη. Σωσίβια, αποσκευές, ξαπλώστρες. Τα έριχνα από την κουπαστή. Κι ύστερα, σε μια στιγμή, δεν ξέρω, τρέλας, πήδηξα κι εγώ από το καράβι. Βούτηξα στη θάλασσα. Το κεφάλι μου καθάρισε από την ψυχρολουσία κι ένιωσα καλά για λίγο. Τώρα όμως κολυμπάω μόνος μου στα απόνερα του κρουαζιερόπλοιου. Και αρχίζω να κουράζομαι. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να γραπωθώ από τα πράγματα που έριξα στη θάλασσα, τις ξαπλώστρες και τις βαλίτσες, για να κρατηθώ στην επιφάνεια". Ακούγοντας τα λόγια μου, ο παραλληλισμός μου δεν μου φάνηκε τόσο βαθυστόχαστος όσο νόμιζα». Είναι η τελευταία πρόταση που πυκνώνει περαιτέρω το μυθιστόρημα αυτό.
Ο Βρετανός πρόξενος, η Υβόν και το μεσκάλ, το Μεθυσμένο ημερολόγιο, τα έργα του Μπουκόφσκι, επίσης. Να μια τριάδα περί αλκοόλ. Κάρβερ διάβασα αρκετά μεγάλος, το εικονοστάσι είχε τοποθετηθεί. Επέστρεψα Κάτω από το ηφαίστειο, πρόσφατα σχετικά, στα άλλα ακόμα όχι, περισσότερο γύρω από το πώς θα μου φανεί τώρα πια η λογοτεχνία του Μπουκόφσκι αναρωτιέμαι, και η χρόνια υπόσχεση στον εαυτό πως θα διαβάσω Μπερλίν. Υπήρχε κάτι το μαγικό γύρω από το αλκοόλ, το ίδιο και με τα ναρκωτικά σε ένα βαθμό, ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζονταν τα πάσης εθνικότητας όνειρα στα απόνερα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου απλοί άνθρωποι. Τώρα πια αυτό δεν υπάρχει, όχι σε έκταση τουλάχιστον, όχι πως οι συνθήκες δεν είναι δόκιμες για υποστυλώματα.
Τον Μονκ δεν τον πειράζει να μιλάμε για αλκοόλ, δεν τον πειράζει ούτε να πηγαίνει συνοδεύοντας κάποιον σε ένα μπαρ, περνώντας το βράδυ του πίνοντας νερό ή αναψυκτικό ενώ τα ποτά πάνε και έρχονται. Δεν επιθυμεί επιβράβευση επί αυτού. Εκείνο που τον απασχολεί, που τον κρατάει μουδιασμένο είναι τι θα κάνει τώρα κολυμπώντας στα απόνερα.
Κάπου εδώ θα μιλήσω για τις σειρήνες που ακούγονταν στο βάθος, σειρήνες που σίγησαν γρήγορα, λίγο μετά τις πρώτες σελίδες, όταν πια έγινε φανερό πως ο Ντίγκλερ δεν επιθυμούσε να γράψει μια αυτοβιογραφία, έναν πανηγυρικό για κάποιον που κατάφερε να σωθεί από το αλκοόλ, ούτε και ένα δακρύβρεχτο μυθιστόρημα, από τη ζωή βγαλμένο, για κάποιον που ξέφυγε και όλοι και όλα του γυρνούν την πλάτη, καμία διάθεση για εκβιασμό και καθοδήγηση, μήτε άγιος, μήτε ρεμάλι, ο Μονκ είναι ένας καθημερινός τύπος.
Παρένθεση. Δεν έχω υπάρξει ποτέ κοντά στον αλκοολισμό, ακόμα και αν για κάποιους φίλους μας το λέγαμε, δεν ξέραμε τι λέμε, μια δική μας ανάγκη μας ωθούσε στην υπερβολή. Οπότε δεν μπορώ να μιλήσω με τέτοιους όρους αληθοφανούς ρεαλισμού. Γνώρισα μια κοπέλα που είναι εδώ και ένα χρόνο καθαρή, αγόρασε το βιβλίο, υπήρξα αδιάκριτος, αν επιστρέψει θα τη ρωτήσω πώς της φάνηκε. Παρένθεση.
Δεύτερη παρένθεση. Θυμάμαι μια ταινία, μπορεί να ήταν και περισσότερες και το μοντάζ της μνήμης τώρα πια να τις έχει ενώσει. Ο νεαρός γιος λέει στη χήρα μάνα να τον κλειδώσει στο δωμάτιο και να μην του ανοίξει μέχρι να καθαρίσει από τα ναρκωτικά. Όταν η στέρηση τον καταβάλλει, χτυπάει με μανία την πόρτα, βρίζοντας και απειλώντας θεούς και δαίμονες, θυμάμαι, πλάνο κοντινό, το βλέμμα της μάνας να μην ξέρει τι να κάνει. Ηθικοπλαστικός κινηματογράφος, η συνέχεια της παιδικής/εφηβικής λογοτεχνίας της εποχής που σου μάθαινε πώς να λες όχι σε κάποιον που σου έδινε μια καραμέλα. Έχει κάτι το γκροτέσκο αυτή η ανάμνηση. Δεύτερη παρένθεση.
Πρόσφατα διάβασα το Ο Μεγάλος Ρέι του Μάικλ Κίμπαλ. Γιος μιλάει για τον νεκρό πατέρα. Η σύνδεση γίνεται για τον τρόπο, την αφηγηματική φωνή, για την οριακή απόσταση παρατήρησης και διαχείρισης του πρωτοπρόσωπου αφηγητή, για το ούτε αποστειρωμένα μακριά, ούτε παραμορφωτικά κοντά. Οι δύο Μάικλ, σε μια εποχή που το βίωμα έχει λάβει πρωτοκαθεδρία, δεν φοβούνται την επένδυση στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση που ωστόσο διατηρεί ορατή τη διάκριση γράφοντος και αφηγηματικού υποκειμένου.
Αν έπρεπε με ένα επίθετο να χαρακτηρίσω την πρόζα του Ντίγκλερ, θα έπαιρνα το ρίσκο της παρεξήγησης και θα χρησιμοποιούσα το αμήχανη. Σηκώνω το γάντι. Συμβαίνει, ξέρετε (προφανώς ξέρετε, όλα τα ξέρετε) κάποιοι να μην ξέρουν τι να κάνουν, πώς να το κάνουν, δεν έχουν ανά πάσα στιγμή ένα έτοιμο σχέδιο δράσης, περιφέρονται κάπως αμήχανα, έχοντας γνώση της άγνοιας ή της αδυναμίας ή της ατολμίας ή του παράλογου. Ίσως γιατί έχουν συνηθίσει να λαμβάνουν χωρίς να το ζητήσουν συμβουλές από ανθρώπους που δεν θα ήταν το πετυχημένος το πρώτο επίθετο που θα σου ερχόταν στο μυαλό. Αυτή η αμηχανία, τόσο σύγχρονα δοσμένη, είναι που κατά την ταπεινή μου γνώμη κάνει σπουδαίο αυτό το χαμηλόφωνο μυθιστόρημα, που το απαλλάσσει από άσκοπες και αχρείαστες φωνασκίες, από απόπειρες καταβύθισης σε δήθεν αβύσσους υπαρξιακής αγωνίας, από μια στράτευση, με το ζόρι να πάρει θέση και να διδάξει, από το όποιο στείρο και καλά κοινωνικοπολιτικό σχόλιο, από το να απομακρυνθεί από τον Μονκ και να επιμείνει να περικλύσει στις τριακόσιες πενήντα σελίδες τη σημερινή Αμερική στα πέριξ της Φιλαδέλφεια.
Αυτή η αμηχανία μεταβιβάζεται και στον αναγνώστη, κανένα νήμα για επείγουσα ενσυναίσθηση δεν πετιέται από την κουπαστή του κρουαζιερόπλοιου, ο Μονκ παλεύει όπως μπορεί ανάμεσα σε βαλίτσες και ξαπλώστρες, και αυτή η αμηχανία που διαποτίζει κάθε σχισμή, κάθε ίχνος σκέψης και απόφασης, κάθε περιστατικό δράσης, κάθε νέα απόπειρα να βρει ένα δωμάτιο, να βρει μια δουλειά, να δοκιμάσει ίσως να ξεφύγει από την πόλη αυτή, αποτυπώνει στα μάτια μου κάτι το αληθοφανές, προσφέρει το παροντικό στάτους του Μονκ, που δεν είναι πια διαρκώς μεθυσμένος, και αυτό έρχεται σε σύγκρουση με τον αναγνώστη που συνειδητοποιεί πως τον σκέφτεται με όρους αλκοολικού, δύσπιστα και καχύποπτα, ακόμα και αν βάζει ένα πρώην μπροστά. Και ο Ντίγκλερ ούτε με αυτό ασχολείται, ευφυώς θεωρώ, ο ίδιος ο Μονκ, νηφάλιος πια, είναι πιο δύσπιστος και καχύποπτος απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό από ό,τι οι συγγενείς, οι φίλοι και οι γνωστοί του, πόσο μάλλον από έναν τυχαίο αναγνώστη της ιστορίας του κάπου πολύ μακριά.
Μου άρεσε πολύ αυτό το χαμηλόφωνο μυθιστόρημα, χωρίς εξάρσεις και πυροτεχνήματα, χωρίς φανφάρες και διδαχές, χωρίς παραδειγματισμό, παρά μόνο καλή λογοτεχνία, σύγχρονη και άρα (πάλι) αμήχανη με τρόπο όχι βεβιασμένο αλλά γάργαρο, αφιλτράριστο και κυρίως γνώριμο και οικείο, με πρωταγωνιστή —φαντάζεστε να τον αποκαλούσα ήρωα τον Μονκ;— κάποιον που προσπαθεί να πατήσει στα πόδια του, που παλεύει να δει τι στο διάολο μπορεί να κάνει τώρα που το κεφάλι του είναι καθαρό, τώρα που οι δαίμονες άλλαξαν τάγμα και βάρδια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου