Για τι πράγμα μιλάω, όταν μιλάω για εναρκτήριες φράσεις, για το κριτήριο ανάγνωσης με βάση αυτές:
«Πριν από μερικά χρόνια το ενδιαφέρον μου για τα ενυδρεία με έκανε να διακοσμήσω το σαλόνι ομορφιάς μου με ψάρια διαφορετικών χρωμάτων. Τώρα που το σαλόνι έχει μετατραπεί σε Νεκροτομείο, όπου περνούν τα τελευταία τους όσοι δεν έχουν πού αλλού να πάνε, δυσκολεύομαι να βλέπω τα ψάρια να χάνονται σιγά σιγά. Ίσως φταίει το πολύ χλώριο στο νερό της βρύσης ή που δεν έχω πια αρκετά χρόνο να τα φροντίζω όπως τους αρμόζει».
Έπαιξε με το μυαλό μου, άπαξ και εισήλθε σε αυτό, το απόσπασμα λειτούργησε ταυτόχρονα ανεξάρτητα, ένα σαλόνι ομορφιάς γεμάτο με ενυδρεία που μετατρέπεται σε Νεκροτομείο για απόκληρους ασθενείς, αλλά και υποσχετικά, τι θα ακολουθούσε, άραγε. Το σκεφτόμουν μέχρι να σχολάσω, συνέχισα την ανάγνωση περπατώντας για το σπίτι, Σάββατο απόγευμα, στην άδεια Κυψέλη.
Σε ελάχιστες λέξεις ο Μάριο Μπεγιατίν, δια μέσου του πρωτοπρόσωπου αφηγητή, υποδέχεται, εισάγει, δίνει τις καιρικές συνθήκες, το πώς ξεκίνησαν τα πράγματα, ανάλαφρα με ένα σαλόνι ομορφιάς, πώς κατέληξαν, τρομακτικά, και κάπου ανάμεσα τα πολύχρωμα ενυδρεία με τα εγκλωβισμένα ψάρια στους ψεύτικους βυθούς, μια ευσύνοπτη περίληψη, τα χαρτιά στο τραπέζι ανοιχτά, μια ανάληψη από το παρελθόν, τώρα που το μέλλον, τότε άγνωστο, ίσως και υποσχόμενο, τρεις συνέταιροι που ανοίγουν ένα σαλόνι ομορφιάς, που παρότι είναι unisex, μόνο γυναίκες το επισκέπτονται, η φήμη του διαρκώς αυξάνει, εκείνοι ντυμένοι όπως τους αρέσει, με γυναικεία ρούχα, χρωματιστά και αέρινα, περιποιούνται τις πελάτισσες, ο καιρός περνάει, τα ενυδρεία ολοένα και γεμίζουν, στην αρχή με βασιλικά γκάπι, τα πλέον ανθεκτικά, ιδανικά για έναν πρωτάρη, εν συνεχεία με πιο ευαίσθητα ψάρια, πολύχρωμα, ώσπου, μια άγνωστη και θανατηφόρα ασθένεια, κάπου αποκαλείται πανούκλα, ίσως είναι το έιτζ, ίσως κάτι άλλο, όπως και να έχει θανατηφόρα, οδηγεί στο σαλόνι ομορφιάς άντρες λίγο πριν από τον θάνατο, στην αρχή δοκιμάσανε γιατρούς και φάρμακα και θεραπείες και τίποτα δεν είχε άλλο αποτέλεσμα παρά την επιμήκυνση της ταλαιπωρίας και του πόνου, τώρα εκείνος, που έχει απομείνει μόνος, έχει θέσει κανόνες, μόνο άντρες, μόνο πραγματικά ετοιμοθάνατοι, όχι γιατροί και όχι φάρμακα, όχι επισκέψεις, μόνο ησυχία και μια ελάχιστη περιποίηση, η έξοδος από τη σκηνή να είναι όσο το δυνατόν πιο ανώδυνη, σωματικά και συναισθηματικά, η ελπίδα να μην εισχωρήσει γεμάτη από υποσχέσεις και ψέματα.
Δεν ήξερα τίποτα για το βιβλίο αυτό, ίσως κάποια ανάρτηση πως επρόκειτο να κυκλοφορήσει, τίποτα άλλο, ούτε γι' αυτό, ούτε για τον συγγραφέα, τον Μάριο Μπεγιατίν, γεννημένο στο Μεξικό, μεγαλωμένο στο Περού, απ' όπου και καταγόταν, σπούδασε θεολογία, επέστρεψε στα τριάντα πέντε του στην Πόλη του Μεξικού όπου ανέλαβε τη διεύθυνση του Τμήματος Λογοτεχνικών Σπουδών στο Universidad del Claustro de Sor Juana και ίδρυσε την πειραματική σχολή δημιουργικής γραφής Escuela Dinámica de Escritores. Αλλά είπαμε, η πρώτη φράση έφερε τη δεύτερη και ύστερα ακόμα μία και αυτό ήταν αρκετό.
Η νουβέλα, χωρισμένη σε επιμέρους μικρά κεφάλαια, λεπτοδουλεμένη και συμπαγής, με σχεδόν όλη τη δράση να διαδραματίζεται μέσα στο (άλλοτε) σαλόνι ομορφιάς, που, κάπως παράδοξα, αντί για ασφυξία προσφέρει μια ζώνη ασφάλειας, ένα καταφύγιο από τον έξω κόσμο, εδώ η κοινή γνώμη δεν εισέρχεται παρά μόνο ως ένα σύνολο από άναρθρες κραυγές, είναι κάτι που συνηθίζει να κάνει απέναντι στο διαφορετικό, απέναντι σε εκείνο που της δείχνει τι δεν μπορεί να είναι, απέναντι στον καθρέφτη που δεν λέει ψέματα, που αναδεικνύει τη βρωμιά και την ασχήμια της, που της στερεί το καθησυχαστικό έτσι κάνουν όλοι. Και ο αφηγητής που δεν επιθυμεί να επιδείξει ή να διδάξει, και σίγουρα όχι να απολογηθεί με κανέναν τρόπο, έτσι έκανα γιατί έτσι ήθελα να κάνω.
Ένα άθροισμα από ετερογενή συστατικά συμβιώνουν, λειτουργούν αντιστικτικά, έτσι αθροίζεται το ρεαλιστικό αποτύπωμα, η σκληρότητα, επίσης, το συναίσθημα αβίαστο, έτσι το φαινομενικά απλό, ίσως και οριακά απλοϊκό, μετατρέπεται σε κάτι πιο βαθύ, πιο οδυνηρό, έτσι ο Μπεγιατίν καταφέρνει να συμπεριλάβει κάτι από τον κόσμο μας σε αυτό το σαλόνι ομορφιάς, τα όνειρα και την επιθυμία για ομορφιά, τα όνειρα και την επιθυμία για ένα δικό μας μονοπάτι, με αυτά ξεκινάμε, τον σκληρό κόσμο που αργά ή γρήγορα θα ποδοπατήσει τα χωράφια και τις καλύβες, τη διάχυτη ματαιότητα, το τέρας του μισανθρωπισμού που ολοένα και αποκτά διαστάσεις τέρατος, αλλά και την αλληλεγγύη απέναντι στο κακό, καθώς το τέλος κοντοζυγώνει.
Η ανάλαφρη βιτρίνα ενός σαλονιού ομορφιάς, εξ αρχής κρύβει τα σκοτεινά ενδότερα, η πρόσχαρη καθημερινότητα τον ζόφο. Και όμως, ο Μπεγιατίν δεν επαναπαύεται στις μεταφορές και τις αναλογίες, δεν αγκαλιάζει μια ποιητικότητα σχηματική ή αναχωρητική, δεν πασπαλίζει με γκλίτερ, δεν αφήνει τη μαγεία ή την παραμυθία να εισχωρήσουν παραπάνω απ' όσο ο ρεαλισμός τους επιτρέπει, αλλά και από το αντιδιαμετρικά αντίθετο σημείο εκκίνησης, δεν τα παραμελεί όλα αυτά, γιατί υπάρχουν, γιατί μας επιτρέπουν να ζούμε εντός του δεδομένου πλαισίου. Δεν μηρυκάζει τη σκληρότητα και τη βία, δεν παραδίδεται σε αυτή, δεν υπερβάλλει, δεν ξύνει διαρκώς την πληγή ώστε εκείνη να ματώνει, δεν εκβιάζει το συναίσθημα. Ξέρει πως κάθε αφήγηση είναι πολιτική, δεν τη φορτώνει περαιτέρω. Μια θαυμαστή ισορροπία μεταξύ των δύο, πότε, σπάνια, παράλληλων, πότε, συνήθως, διασταυρωμένων μονοπατιών, γεμάτα από συγκρούσεις, αλλά και από στιγμές ελευθερίας όταν για λίγο ο ορίζοντας δεν σκιάζεται.
Το σαλόνι ομορφιάς, μια άρτια κατασκευή, που δεν παραλείπει τον πειραματισμό και το παιχνίδι, είναι ένα βιβλίο που με ενθουσίασε, αναγνωστικά, γιατί συναισθηματικά πέρασε από πάνω μου, από την πρώτη πρώτη φράση μέχρι το τέλος, και που παρά το μικρό του μέγεθος, γυρίζοντας την τελευταία σελίδα ένιωθα πως είχα διαβάσει κάτι πολυσέλιδο, μια εκτεταμένη αφήγηση, με πλήθος από λεπτομέρειες, και αυτό το φαινόμενο του παγόβουνου, όλα αυτά που υποθαλάσσια και αδιάκριτα δηλώνουν συνεχώς την παρουσία τους, ο τρόπος με τον οποίο η κοινή επικράτεια απλώνεται, όπου το φαινομενικά ανοίκειο και το επώδυνα οικείο βρίσκονται ταυτόχρονα ζευγάρι στη σκηνή. Τι βιβλίο!
Ένα σαλόνι ομορφιάς που μετατρέπεται σε νεκροτομείο εμπεριέχει σίγουρα κάτι το παράδοξο, κάτι το αλλόκοτο, κάτι το παράξενο, κάτι το ασυνήθιστο, ένα μικρό τι στο διάολο ίσως να ακουστεί. Και αυτό το παράδοξο, συχνά κάπως αφημένο σε ένα στρώμα υπερρεαλισμού ή μεταφυσικού, είναι κάτι που η σύγχρονη λογοτεχνία, ειδικά στο νότιο τμήμα της αμερικανικής ηπείρου, το διαπραγματεύεται, περίμενα κάτι τέτοιο, διαβάζοντας τις πρώτες φράσεις, αλλά όχι, ήταν όσο παράδοξο όσο το μυαλό μου το εξέλαβε αρχικά ως τέτοιο, η νουβέλα του Μπεγιατίν δοκίμασε τα όρια της αντίληψής μου, όχι με κάποιο φοβερά ιδιότυπο και πρωτότυπο εύρημα, αλλά κολυμπώντας στα ανοιχτά του ρεαλισμού.
υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου