Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Η επαιτεία - Max De Paz

Η φτώχεια. Η επαιτεία. Η αστεγία.

Ένα επικίνδυνα μεταδιδόμενο νόσημα. Η απόσταση είναι η λύση. Το στρίψιμο του κεφαλιού. Από την άλλη, η θεωρητικοποίηση, ο αισθητικισμός, η ποιητικότητα. Η φιλανθρωπία. Να επιθυμείς να ορίσεις την κατάσταση, τη συμπεριφορά, την αμφίεση, το στυλ. Είναι άδικη η επίκληση διαρκώς στη Μαρία Αντουανέτα, ακόμα και ως παράδειγμα, ως σχήμα λόγου. Με βατήρα το δικό του προνόμιο ο καθένας μας. Ο εξοβελισμός σε μια καπιταλιστική ηθική, το λάθος, η μη προσπάθεια, να η αιτία που οδηγεί στο σχίσιμο του μανδύα της λύπησης. Η ευθύνη του υποκειμένου, τα καθαρά δικά μας χέρια.

Ήμουν είκοσι χρονών. Σαφέστατα ανώριμος. Τουρίστας στο Παρίσι με χόμπι τη φωτογραφία δρόμου, το κλείστρο, η έκθεση, το ασπρόμαυρο φιλμ. Μόνο ο φόβος με κρατούσε, όχι η ντροπή. Σήκωνα τον φακό από απόσταση να τραβήξω τους κλοσάρ. Ένα αξιοθέατο πραγματικής ζωής, κάτι που ο Άιφελ δεν ήταν. Ακόμα θυμάμαι την ενόχληση στο βλέμμα εκείνου. Καθόταν σε ένα ηλιόλουστο πεζούλι διαβάζοντας εφημερίδα. Με κοίταξε στα μάτια. Μετακινήθηκε πιο πέρα. Μόνο αργότερα κατάλαβα πως ο καημένος ήμουν εγώ.

Το μειωμένο προνόμιο αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη ορατότητα. Πια και οι αποχρώσεις αποδίδονται με κάποιο τρόπο. Δεν είναι όλες οι γυναίκες στην ίδια θέση, δεν είναι όλα τα κουήρ άτομα στην ίδια θέση, δεν είναι όλα τα μη λευκά άτομα στην ίδια θέση. Όσο και αν η γενίκευση υποστηρίζεται με μανία. Η φτώχεια είναι ίσως η συνθήκη που λιγότερο μπορεί να γίνει ορατή. Η συνθήκη εντός της οποίας η γραφή είναι μια πολυτέλεια. Οι αποχρώσεις είναι ακόμα περισσότερες.

Το 2024 διάβασα τα δύο βιβλία του Χάντερ (Chav Αλληλεγγύη από τα υπόγειαΑθλητικά ρούχα ψυχικά τραύματα προδότες της τάξης μας). Μια γροθιά στα μούτρα μου. Μια γροθιά που επαναλαμβανόταν όταν ο αφηγητής, μιας ζωής φρικώδης, συνέχιζε να επαναλαμβάνει: φίλε, εγώ φουλ προνόμιο, δεν έχεις επίγνωση τι συμβαίνει εκεί κάτω. Πώς ήταν δυνατόν, απλοϊκά σκεφτόμουν, ένα άτομο με μια τέτοια ζωή, να οικειοποιείται ένα προνόμιο; Δεν έχουμε καμία επίγνωση. Όσα νούμερα και αν διαβάσουμε. Όσα μέσα μαζικής μεταφοράς και αν χρησιμοποιήσουμε. Καμία μα καμία επίγνωση.

Η ανάγνωση, ο τρόπος να γνωρίζουμε τις εκτάσεις της ανθρώπινης συνθήκης. Το προνόμιο τής ανάγνωσης, της τέχνης, της θεωρίας, της απόστασης, της μη ευθύνης. Τουρίστες. Το 2015 διαβάζω το Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη, ένα λογοτεχνικό κομψοτέχνημα, μια απόπειρα να διασωθεί η ιστορία του φτωχού μετανάστη που πίνει μια μπύρα στο σούπερ μάρκετ, ο φύλακας τον βλέπει, τον κυκλώνουν, τον δέρνουν μέχρι θανάτου, η κάμερα αποτυπώνει, ο δικαστής λέει πως κανένας άνθρωπος δεν αξίζει να πεθάνει για μια μπύρα, η δημοσιότητα ελάχιστο χώρο και χρόνο καταλαμβάνει, ποιος είναι το τέρας, άραγε; Το στομάχι σφίγγεται, η οργή αποτυπώνεται, ωστόσο υπάρχει χώρος και για απόλαυση αναγνωστική. Υπάρχει ένα παιδικό βιβλίο που στον τίτλο του αναρωτιέται αν η ενσυναίσθηση τρώγεται.

Ακόμα και παραδεχόμενος πως δεν έχω καμία επίγνωση, ελάχιστη σημασία έχει. Με διατηρεί σε απόσταση, με ενδύει περαιτέρω με χιτώνες γαματοσύνης, πόσο ξεχωριστός είμαι εγώ, κοιτάξτε με πώς δηλώνω άγνοια σε μια εποχή που όλα δηλώνουν γνώση, τι γαμάτος που είμαι που το παραδέχομαι. Τους καημένους, μοιάζει να λέω. Περπατάμε στους ίδιους δρόμους, εγώ πετώ και εκείνοι μαζεύουν. Κάτι πρέπει να μας καθησυχάζει. Σαν μια ασπιρίνη για τον πονοκέφαλο. Κάτι πρέπει να μας αθωώνει. Κάτι πρέπει να μας δίνει μια αίσθηση ελέγχου της ζωής μας. Η όποια τυχαιότητα δεν θα μας άφηνε από αγωνία να κοιμηθούμε.

Είχα αμφιβολίες για το βιβλίο αυτό. Είκοσι δύο ετών ο Max De Paz γράφει την Επαιτεία. Το βιβλίο κάνει κάποια αίσθηση. Είναι η ιστορία ενός άστεγου επαίτη στο Παρίσι. Το βιβλίο μεταφράζεται και κυκλοφορεί στα ελληνικά. Το Ναπάλμ στην καρδιά, στην ίδια σειρά, μου άρεσε πολύ, πάρα πολύ, παρά τις αμφιβολίες ο αναγνώστης μέσα μου ζητά την ανάγνωση. Το ασπρόμαυρο μίνιμαλ εξώφυλλο με τον κουνημένο Άιφελ επιτείνει την επιθυμία.

Η αμφιβολία με συνοδεύει. Περιτριγυρίζοντας την αμφιβολία αυτή, εξετάζοντάς την, θα μπορούσα να καταλάβω πράγματα για μένα τον ίδιο. Δεν έχω χέρια καθαρά. Δεν έχω ήσυχη συνείδηση. Δεν έχω αυτοπεποίθηση πως τα κάνω όλα σωστά. Τι μπορεί, τελευταίο οχυρό άμυνας, να ξέρει ένας εικοσιδιάχρονος για τη ζωή στον δρόμο; Κάποιο άλλο κίνητρο θα έχει στην κρυφή ατζέντα. Κάπως θα πρέπει και εκείνος να χτίσει την προσωπική του γαματοσύνη. Βλέπετε πώς σπρώχνω το βαρκάκι αυτό ε;

Στο περιεχόμενο επωαζόταν η αμφιβολία, στον τρόπο η απόλαυση. Οι σελίδες περνούσαν. Οι σελίδες πέρασαν. Το αμφίθυμο ντουέτο συνέχισε να κινείται καθώς οι μέρες περνούσαν. Η μπίλια δεν καθόταν. Με τα χρόνια έχω αναδείξει την αδιαφορία ως το χειρότερο που μπορεί να χαρακτηρίσει κάποιο βιβλίο μέσα μου. Η σκέψη αυτή επιβεβαιώνεται ξανά και ξανά. Η επαιτεία δεν είχε, ωστόσο, να κάνει ακριβώς με αυτό, δεν ήταν μη αδιαφορία αυτό που ένιωθα. Και αφού η απόλαυση είχε κάπως αποκτήσει βάσεις, ο τρόπος, η αφήγηση, η γλώσσα, η οικονομία, όλα αυτά ήταν εκεί, από μόνα τους κάνουν συνήθως ένα καλό βιβλίο, η αμφιβολία δεν έλεγε να δαμαστεί. Μέσα από κανάλια διάφορα κάπως έγινε περιγράψιμη, κάπως αποκολλήθηκε από το αόριστο.

Απόπειρα να διατυπωθεί: Εκείνο το γιατί κάποιος εικοσιδιάχρονος γράφει μια τέτοια ιστορία παραμερίζει, εκείνο επίσης το πώς μπορεί κάποιος να γράψει για κάτι τέτοιο, εκείνο που κυρίως μένει να τρέφει την αμφιβολία, να τη τσιγκλά να γίνει θυμός και άρνηση και επίθεση και υπεράσπιση εαυτού είναι το να τοποθετήσει αυτούς τους ανθρώπους απέναντι στους περαστικούς, να αποτυπώσει τη χρωματική παλέτα, ενόχληση, περιφρόνηση, ενοχή ή φόβος, κάποια από αυτά τα χρώματα. Η πλοκή, η ιστορία παραμερίζουν, αυτονομούνται, περνούν στην επικράτεια της λογοτεχνικής αφήγησης, της μυθοπλασίας. Ο Max De Paz μας επιστρέφει το βλέμμα, των άλλων και το δικό μας, τη ντροπή και την ετεροντροπή. Και αυτό είναι κάτι που μπορεί κανείς να κάνει ακόμα και αν δεν είναι άστεγος επαίτης.

Η αμφιβολία έγινε το βλέμμα. Το δικό μας βλέμμα και όχι το δικό τους. Το δικό μας βλέμμα μάς ενοχλεί, μας πειράζει, δεν το θέλουμε, από το δικό μας βλέμμα θα θέλαμε να αποστρέψουμε το βλέμμα, από την ελάχιστη συγκατοίκηση μαζί τους, από την απειροελάχιστη χωροχρονική στιγμή. Θυμάμαι το βλέμμα εκείνου του κλοσάρ. Την ενόχλησή του. Του χαλούσα τη στιγμή στον ήλιο με την εφημερίδα. Αδιαφορούσε για μένα. Το βλέμμα του έμεινε ανεξίτηλο. Το βλέμμα μου ηλίθιο, τουλάχιστον. Το δικό μου βλέμμα είναι εκείνο που με ενοχλεί, μαζί του ζω, εγώ το φέρω, εμένα εξωστρακίζει από τη γαματοσύνη. Ήμουν μικρός, ανώριμος, μπλα μπλα μπλα.

Ο συγγραφέας πίσω από τον αφηγητή δεν γυρεύει από μένα τον αναγνώστη/διαβάτη τίποτα. Ο συγγραφέας πίσω από τον αφηγητή δεν θεωρητικολογεί, δεν επιχειρεί να διατυπώσει βεβαιότητες, να αποτυπώσει με ακρίβεια αυτή τη ζώνη, να πουλήσει. Δεν έχουμε ένα δοκίμιο ενός προνομιούχου, αν είχα αυτή την αμφιβολία. Ξέρω, θα μπορούσα να κρυφτώ πίσω από ένα αυτά τα ξέρουμε, να με βάλω σε ένα πρώτο πληθυντικό. Θα μπορούσα να μιλήσω για την έλλειψη κοινωνικής δικαιοσύνης. Να προτείνω λύσεις. Με άλλους εμείς να συζητώ τι μπορεί να γίνει. Σε ένα σαλόνι να μιλήσουμε για τους υπονόμους. Να κουνήσουμε το κεφάλι. Να μείνουμε για λίγο σιωπηλοί. Οτιδήποτε παρά να αντικρίσω το βλέμμα μου. Οτιδήποτε παρά να νιώσω δυσφορία.

Η ανάγνωση. Το προνόμιο της ανάγνωσης. Πράξη ενεργητική όταν δεν αναζητά επιβεβαίωση. Κοιτάξτε πώς η γαματοσύνη υπεισέρχεται, με πόση μαεστρία θα πω: να διαβάζεις θέτοντας σε κίνδυνο τον ίδιο σου τον εαυτό, καθώς ανά πάσα στιγμή το οχυρό των βεβαιοτήτων μπορεί να γκρεμιστεί αρκεί ένα μικρό πετραδάκι να κουνηθεί. Κίνδυνος, ρίσκο, ενεργητικότητα, λέω. Και ύστερα κλείνω το βιβλίο και κοιμάμαι.

υγ. Το 2018 κυκλοφόρησε ένα αριστούργημα η Καινούργια μέρα. Δεν εκτιμήθηκε όσο θα του έπρεπε, ρίξτε εδώ μια ματιά αλλά κυρίως αναζητείστε το βιβλίο αυτό. Για τα βιβλία του Χάντερ περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ. Για το Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Κλαιρ Νεβέ, Εύη Σιούγγαρη
Εκδόσεις Κείμενα 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου