Στα τέλη της πρώτης δεκαετίας αυτού του αιώνα κυκλοφόρησε το Rewind, το πρωτόλειο μυθιστόρημα της Μαρίας Ξυλούρη, απολαυστικό στη συγχρονία του μα κυρίως πολλά υποσχόμενο. Το Πώς τελειώνει ο κόσμος, τρία χρόνια αργότερα, επιβεβαίωσε και ενίσχυσε τις προσδοκίες, καθώς η συγγραφέας κατάφερε με άνεση να περάσει από τις στενωπούς του δεύτερου βήματος. Το 2015, Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου, υπήρξε μια αποκάλυψη, ένα σημαντικό λογοτεχνικό γεγονός για την εγχώρια λογοτεχνία, ένα τρομακτικής ομορφιάς και εκτέλεσης μυθιστόρημα, όλα πλέον ήταν ανοιχτά, η Ξυλούρη είχε βρει τη φωνή της, η αφηγηματική άνεση που συνείχε την απαιτητική αυτή κατασκευή διέθετε πάστα υψηλής λογοτεχνίας, επιπέδου Αντρέα Φραγκιά για να δώσω μια συντεταγμένη.
Τα Πέτρινα πλοία, η συλλογή διηγημάτων που κυκλοφόρησε το 2021, πέρα από την ικανοποίηση της ανάγνωσης, πρόσφερε στον αναγνώστη μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να επισκεφτεί τη συγγραφέα στο γραφείο της, να αντικρίσει στιγμιότυπα όσων την απασχολούσαν συγγραφικά, ο κόσμος της Ξυλούρη, αλλά και ο τρόπος που τον παρατηρεί και τον μεταφέρει στο χαρτί, ήταν εκεί, κάπου ανάμεσα στον ρεαλισμό και τη μαγεία, στο ορθολογικό και το φανταστικό, στο καταφύγιο που η λογοτεχνία προσφέρει, μια διέξοδος ολοένα και πιο αναγκαία.
Δεν θα μπορούσα να περιμένω για να διαβάσω την Υφάντρα, άπαξ και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Η Μπιάνκα, η «λευκή», είναι υφάντρα. Υφάντρες υπήρξαν και οι γυναίκες στην οικογένειά της πριν από εκείνη, μια τέχνη στην οποία η χρηστικότητα και η ομορφιά συνυπάρχουν. Μαζί με την τέχνη, από γενιά σε γενιά, μεταβιβάζεται και ο ίδιος ο κόσμος, ο χάρτης πορείας εντός του, ο ορθολογισμός του υπολογισμού, της ποιότητας του μαλλιού, της υλοποίησης του υφαντού, αλλά και οι συνήθειες και οι πρακτικές, όπως η δακτυλήρθα γεμάτη αίμα στο πρεβάζι του παραθύρου κάθε Σάββατο, η δυστυχία και η δυσφορία, επίσης.
Ο άντρας της την κακοποιεί, φεύγει, λείπει για καιρό επιστρέφει, μετά πάλι τα ίδια, η οικογένειά της πέρα από ένα μαχαίρι δεν της προσφέρει κάτι άλλο, το σκάει η Μπιάνκα, τριγυρνά στα χαμένα, από την ερημιά την περιμαζεύει ένας εκκεντρικός ξένος, ο κύριος Τέιλορ. Η ευγνωμοσύνη που δείχνει η φυγάδα για τον σωτήρα της κυριαρχεί καθώς ο φόβος μέρα με τη μέρα υποχωρεί, κουρνιάζει, μια ταξιδεύτρια που η ζωή δεν τη χωρούσε, βρίσκει λιμάνι.
Όταν η σύζυγος του κυρίου Τέιλορ —για τη σχέση τους τόσα και τόσα λέγανε και ακόμα λένε στη γύρω περιοχή— αρρωστήσει βαριά, η Μπιάνκα θα προσκαλέσει την Επισκέπτρια.
Η άφιξή της θα πυροδοτήσει την πλοκή, δύο παράλληλες αφηγήσεις, μία σύγχρονη της άφιξης και της παρουσίας της Επισκέπτριας και μία αλιευμένη απ' τον ταμιευτήρα του παρελθόντος της Μπιάνκα ξετυλίγονται παράλληλα μέχρι να συναντηθούν στο αφηγηματικό παρόν, δύο μοτίβα ύφανσης που θα σμίξουν.
Παρότι η γλώσσα είναι αναντίρρητα σημαντικό συστατικό της γραφής, θα τη διαχωρίσω. Η Ξυλούρη εφοδιάζει την τριτοπρόσωπη αφηγήτρια με μια γλώσσα ταυτόχρονα εξεζητημένη και φυσική, που ρίχνει έναν μανδύα αχρονίας πάνω από την αφήγηση, αιωρούμενη με άνεση, άκοπα ρευστή, παρότι δουλεμένη από άκρη σε άκρη. Είναι η γλώσσα και ο πλήρης έλεγχος που η συγγραφέας διαθέτει επ' αυτής, η αφηγηματική άνεση, που προσφέρει τους αρμούς για την άψογη διάρθρωση των επιμέρους αφηγήσεων, καθιστώντας την τελική κατασκευή τόσο θαυμαστή όσο και λειτουργική.
Όπως και στον Καλλιγράφο, έτσι και εδώ, παρότι φαινομενικά αναχωρητική και άχρονη, αποσπασμένη από τον τριγύρω κόσμο, η ιστορία είναι πλασμένη από χώμα και νερό, το αρχέγονο αυτό μείγμα. Είναι σημαντικό να ειπωθεί αυτό. Ο κόσμος της Ξυλούρη είναι αυτός, για τις ανάγκες της αφήγησης προσαρμοσμένος, αλλά την ίδια στιγμή αληθινός και πραγματικός, το μεταφυσικό δεν έρχεται να συσκοτίσει αλλά να επιτρέψει στην απομάγευση να βρει ακόμα μία διέξοδο, το άχρονο δεν απομακρύνει το παρόν από το κάδρο, το εντάσσει, αντίθετα, στη μακρά ροή του ποταμού της ανθρωπότητας. Ωστόσο, η συγγραφέας δεν αποπροσανατολίζεται και δεν προσποιείται, δεν ενδύεται παραβολικών προθέσεων και αναλογιών με το εδώ και το τώρα, παραμένει σταθερή στην αφήγησή της ιστορίας, γι' αυτό η Υφάντρα καταφέρνει να διαφύγει του όποιου ειδολογικού ή άλλου περιορισμού και να αναπνεύσει στην επικράτεια της καλής λογοτεχνίας.
Ένα κομψοτέχνημα είναι η Υφάντρα.
(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου