Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

Μια φράση

Οι συνθήκες δεν θα είναι ποτέ οι κατάλληλες, τουλάχιστον όχι εκ των προτέρων, εκ των υστέρων μπορεί, έτσι όπως αναπολείς το παρελθόν και τι άλλο να το κάνεις δηλαδή το παρελθόν, αν όχι να το κοιτάς έτσι όπως ολοένα και ξεμακραίνει, εκείνα τα νησιά, πότε συμπλέγματα, πότε ελάχιστες επιφάνειες στεριάς, που, αργά ή γρήγορα, το ξέρεις, το έχεις καταλάβει, θα τις καλύψει ολοκληρωτικά η άνοδος της στάθμης της λήθης, οι νέες καταχωρήσεις, τα νερά που κατεβάζει ο χείμαρρος του παρόντος, φουσκωμένα ακόμα και όταν όλα μοιάζει να λιμνάζουν ενοχλητικά, ίσως μια κορυφή να διακρίνεται πού και πού, αλλά και πάλι, σκέφτεσαι, πότε ήταν η τελευταία φορά που ένιωσες πως βαριέσαι, σαν παιδί συνέβαινε συνέχεια, εκείνο το απόγευμα, ο δείκτης είχε μετακινηθεί εποχικά, πήγαινες και ερχόσουν από το τσιμεντένιο γήπεδο στο σπίτι, με τα πόδια ή με το ποδήλατο, δεν περνούσε η ώρα, δεν νύχτωνε, η ενόχληση σε διέλυε, η βαρεμάρα ή, μάλλον, η απουσία της να είναι άραγε ο πυρήνας της ενηλικίωσης, ο χρόνος που τρέχει καταπάνω σου, όλο λες να θα τον δαμάσω, θα τον πιάσω από τα κέρατα, όλο ξεγλιστρά αυτός.

Δεν έχεις άλλο τρόπο να γράψεις παρά μόνο αυτόν, μια φράση σου έρχεται στο μυαλό, οι συνθήκες δεν θα είναι ποτέ οι κατάλληλες, τουλάχιστον όχι εκ των προτέρων, εκ των υστέρων μπορεί, κάθεσαι εδώ στην κουζίνα, πληκτρολογείς και η στιγμή έχει παρέλθει, η φράση μένει χτυπημένη στην οθόνη, ο κέρσορας αναβοσβήνει, οι συνθήκες δεν θα είναι ποτέ οι κατάλληλες, βλέπεις, εκ των υστέρων θα μετανιώσεις, τότε ήταν η κατάλληλη στιγμή, εκείνη κοιμάται, το κινητό είναι ακόμα στο αθόρυβο, ο καφές δεν είχε τελειώσει, το φλιτζάνι σου ήταν πλυμένο και έτοιμο, ανακάτεψες κάποιους κόκκους ζάχαρης, έκαιγε πολύ, εσύ λαχταρούσες, πήρες στα χέρια σου το βιβλίο που το βράδυ στενάχωρα εγκατέλειψες για χάρη του ύπνου, του κακού ύπνου, να σηκώνεσαι ξανά και ξανά να γυρεύεις κάτι με γεύση, ο εγκέφαλος, είπε μια ειδικός, έχει εκπαιδευτεί να γουστάρει όποτε γουστάρει και να απαιτεί ενέργεια, τα μωρά, συνέχισε, τα ξεγελάνε με χαμομήλι, το στομάχι γεμίζει και στέλνει σήμα πληρότητας, ο εγκέφαλος, ωστόσο δεν παίρνει την ενέργεια που λαχταρούσε, σιγά σιγά παραδίδεται σε έναν ύπνο συνεχόμενο, ο καφές κρυώνει, ενώ εσύ διαβάζεις, ο καφές τελειώνει, ενώ εσύ πασχίζεις να διατηρήσεις τη στιγμή, αυτή η ιδέα, έμμονη ή περιοδικά μόνο επαναλαμβανόμενη, πως αυτό σου αρέσει να κάνεις τα πρωινά.

Η αντανάκλαση της μυρωδιάς σου στην επιφάνεια του απέναντι ήχου είναι μια φράση που δεν λέει τίποτα παρά μόνο πως σε αναζητούσα, την ώρα που σκέφτεσαι πως ζούμε σ' έναν κόσμο όπου ο άνεμος ονομάζεται από πού έρχεται και όχι πού μας πηγαίνει, αν μας πηγαίνει, μια θεώρηση παθητική, στατική, πεισματική, ο άνεμος ως κάτι κακό και όχι ως μια μεταφορά, την ώρα που σκέφτεσαι πως το πρόβλημα με το τσάι είναι πως η μυρωδιά του υπόσχεται περισσότερα απ' όσα η γεύση του προσφέρει, ο καφές τελείωσε και η φράση οι συνθήκες δεν θα είναι ποτέ οι κατάλληλες, τουλάχιστον όχι εκ των προτέρων, εκ των υστέρων μπορεί, σκέφτεσαι/θυμάσαι πως ήρθε μαζί με την εικόνα σας να περπατάτε στην ολοένα και πιο άδεια πόλη, είχε πια βραδιάσει, σε κάποια κόκκινη αναμονή εκείνη το είπε, όχι ακριβώς έτσι αλλά αυτό ήταν το νόημα, θα μπορούσε να πει μην χάνεις τον χρόνο περιμένοντας κάτι που δεν υπάρχει, κάτι που ποτέ δεν υπάρχει παρά μόνο εκ των υστέρων μπορεί, παρά μόνο ως αντικεμενικοποίηση ενός παρατηρητή εξωτερικού, του ίδιου σου του εαυτού πιθανότατα, οι τότε συνθήκες, άψογες και ιδανικές, επιτείνουν την ακαταλληλότητα των τωρινών, η ανακαίνιση στο πάνω διαμέρισμα, ο πονοκέφαλος, η μη έμπνευση, η μη επιθυμία να κάτσεις στο τραπέζι της κουζίνας, η αναμονή, η αναστάτωση, τα καρπούζια του Βαγγέλη, εκείνη που από στιγμή σε στιγμή θα ξυπνήσει, το ρεπό που θα μεσημεριάσει, η κόπωση της εβδομάδας, η διαταραχή του ελεύθερου χρόνου, οι δυνατότητες άπειρες, η ματαιότητα τα σκήπτρα.

Ξανά τον Σεπτέμβρη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου