Μια γυναίκα αποφασίζει να αναλάβει μόνιμα τη βραδινή βάρδια στην εργασία της, κάτι που κανείς άλλος από τους συναδέλφους της δεν προτιμά, βγάζοντας από τη δύσκολη θέση την προϊσταμένη της και υπεύθυνη κατάρτισης του εβδομαδιαίου προγράμματος, χωρίς να πει γιατί, απλά το ζητά, η προϊσταμένη της ανακουφίζεται, εκείνη της αποκρύπτει, μήπως φανεί ή δείξει αφελής, πως το πραγματικό διακύβευμα είναι να κοιμάται χωρίς τη δαμόκλειο σπάθη του ξυπνητηριού που έρχεται και καρατομεί τα όνειρά της.
Υπάρχουν κάποιες ιδέες γέννησης ή περιστροφής ενός λογοτεχνικού κειμένου ταυτόχρονα πρωτότυπες και προφανείς, που οδηγούν τον αναγνώστη, άσχετα αν είναι ή όχι επίδοξος γραφιάς, να αμφιταλαντευτεί, ακριβώς επειδή είναι ταυτόχρονα πρωτότυπη και προφανής στην περίπτωσή μας η ιδέα/επιθυμία/ανάγκη ενός ατόμου να πάψει να ζει υπό την απειλή του πρωινού ξυπνητηριού διεκδικώντας τα όνειρά του, να αμφιταλαντευτεί για το αν είναι απλώς μια καλή ιδέα για ένα διήγημα ή αν είναι μια δική του ανάγκη, και επειδή μιλάμε για όνειρα, λέξη λάστιχο που τραβιέται τεντώνεται ξεχειλώνει ή σπάει, αυτή η αμφιταλάντευση επιτείνεται ακόμα περισσότερο, εσύ τι ονειρεύεσαι, με ρωτάει εκείνη η κοπέλα, και εγώ της απαντώ πως δεν ξέρω, χωρίς να είμαι σίγουρος σε ποια όνειρα αναφέρεται, του ύπνου ή του ξύπνιου, της λογικής σκέψης ή της συναισθηματικής φαντασίας, του ρεαλιστικού ή του ρομαντικού βασιλείου, του βυθού ή του ορίζοντα, όπως και να έχει δεν ξέρω, αυτό της λέω ενώ περπατάμε στην άδεια Πατησίων.
Και αυτή η γυναίκα και η διεκδίκηση των ονείρων της, παρόλο που κανείς δεν της στέκεται εμπόδιο, το αντίθετο συμβαίνει, το ξεφύσημα ανακούφισης της προϊσταμένης της το δείχνει, με κάποιο τρόπο έρχεται να συνοψίσει εν πολλοίς αυτή τη συλλογή διηγημάτων, το δεύτερο λογοτεχνικό έργο του Γιάννη Καρκανέβατου, που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Μια ιδέα ταυτόχρονα ορθή και λοξή, προφανής και πρωτότυπη με τον τρόπο της, ο καμβάς, ο μετασχηματιστής που θέτει το υπό διαμόρφωση σε κίνηση. Όπως και ο συγκάτοικός της, λίγα διηγήματα νωρίτερα, που παλεύει να βρει σπίτι στο Παρίσι και η μία κακοτεχνία διαδέχεται την επόμενη, τώρα εκείνος κρατάει μια γυάλινη σφαίρα, ένα σουβενίρ της πόλης, την αναποδογυρίζει και τότε χιονίζει, όποτε θέλει εκείνος χιονίζει στο Παρίσι, η αναζήτηση σπιτιού, σχέσεις τιμής και απόδοσης, επιθυμίας και συμβιβασμού, αποκτά κάτι το γκροτέσκο, δεν μπορείς παρά να γελάσεις με την αρχιτεκτονική ταχυδακτυλουργία, δεν μπορείς, ταυτόχρονα, να μη διακρίνεις το ζοφερό της συνθήκης, παρότι η ανάληψη αντλεί από τον παρελθοντικό ταμιευτήρα, όσα έγιναν έγιναν, τώρα ο αφηγητής κρατάει μια γυάλινη μπάλα στα χέρια του, αναθυμάται και εξιστορεί, ένας μικρός χιονοθεός.
Μικρού σχετικά μεγέθους, τα διηγήματα της συλλογής διαπνέονται από μια συνοχή, πότε χειροπιαστή και πότε διαισθητική, πότε ανά ζεύγη και πότε εν συνόλω, πότε τεχνικά και πότε στη σύστασή τους. Η συνοχή του συνόλου, ανάμεσα σε άλλα, λειτουργεί και ως ένα επόμενο δωμάτιο, εκεί διαδραματίζεται κάποια άλλη ιστορία, ταυτόχρονα όμως υπάρχει και ο απαραίτητος χώρος ώστε η προηγούμενη να συνεχίσει να επιδρά, η ουρά της καταφέρνει να ακολουθήσει τον αναγνώστη στο γύρισμα της σελίδας και στον επόμενο τίτλο, η βραδεία καύση εκτονώνεται, πυροδοτεί την ανάγνωση του επόμενου διηγήματος, μια αλυσίδα διαδοχικής αντίδρασης. Η βραδεία καύση, επί τούτου ή εκ της φύσεως της γραφής, διχοτομεί την ανάγνωση, μετά τα δύο τρία πρώτα διηγήματα, μέχρι ο καυστήρας να λειτουργήσει, μια αμηχανία κυριαρχεί, ακολούθως αυτή παύει, το τώρα της ανάγνωσης (το διήγημα που διαβάζεις) αναπτύσσεται με το τώρα της πυροδότησης (τα διηγήματα που διάβασες προηγουμένως). Η διχοτόμηση, συχνά και σε περισσότερα των δύο μερών, που στην πλειοψηφία της λογοτεχνίας υπάρχει από καταβολής της, το τότε και το τώρα, το αφηγηματικό υποκείμενο, η συγγραφική σκιά, η πραγματικότητα και η μυθοπλασία, το εσωτερικό και το εξωτερικό, μεταξύ άλλων, εμπλουτίζεται περαιτέρω.
Η απλότητα είναι ποθητή, σίγουρα. Ωστόσο, δεν είναι απλή στην αναγνωστική πρόσληψη, απαιτεί με έναν τρόπο χαμηλότονο, ήπιο, ευγενή, παίρνει όλο το ρίσκο να μην λειτουργήσει, έτσι είναι πλασμένη, αυτή είναι, διατεθειμένη να πεθάνει για τις ιδέες της. Η απλότητα είναι ένα ακόμα συστατικό συνοχής της παρούσας συλλογής. Η απουσία απόπειρας εντυπωσιασμού, επίσης, αν και η ίδια η απλότητα μπορεί να υπάρξει εργαλείο στα χέρια ενός εντυπωσιαστή, ας το θυμάμαι αυτό. Διάφορα ζεύγη χορεύουν στο κεφάλι μου αυτή τη στιγμή. Τυχαία τα φωτογραφίζω, αρμονικά και ετερόκλητα καθώς περιστρέφονται, σίγουρα εξισορροπιστικά, το κάθε μέλος αναδεικνύει τις αρετές του παρτενέρ του, την ώρα που τις δικές του δεν τις λαμβάνει περί πολλού. Ο συγγραφέας και τα διηγήματα, να ένα ζευγάρι, να ένα καλό (παρά)δειγμα. Ο γραφιάς και ο αναγνώστης, δύο εκφάνσεις μιας φύσης, να ακόμα ένα ζευγάρι.
Αυτό το ζευγάρι ίσως μπορεί να αποδειχτεί πεδίο γόνιμο για τον συλλογισμό, αλλά και για το συναίσθημά, μου. Ο αναγνώστης έχει διαβάσει επαρκώς, με τη δίψα ακόρεστη, τον ενθουσιασμό παρόντα, την απογοήτευση οδυνηρή όταν συμβαίνει, την απόπειρα να διακρίνει τα συστατικά της εκάστοτε κατασκευής, φιλόδοξος να απαντήσει ακόμα και στο γιατί του άρεσε τόσο πολύ, γιατί το θεωρεί υποδειγματικό ή σπουδαίο δείγμα γραφής, η ζήλια, εκείνο το συναίσθημα που σηκώνοντας το βλέμμα από μια σελίδα κοιτάζοντας ξανά εκείνο που έχεις κάθε λόγο να υποθέσεις πως σε περιμένει να το αντικρίσεις να μην είναι πια το ίδιο, σκέφτεται πως η συγγραφή είναι άλλο πράγμα, πιο σύνθετο, πιο απαιτητικό στον χώρο και τον χρόνο που γυρεύει αχόρταγα. Ο γραφιάς τρέφεται από την ανάγνωση, το ξέρει και γι' αυτό ποθεί υπό απειλή του δικού του αφανισμού τον αναγνώστη εαυτό του, συγκρίνεται αναπόφευκτα μαζί του, τι είναι εκείνο που αξίζει εδώ, αν όλα έχουν πια ειπωθεί, τι μένει ακόμα, αμφισβητεί ακόμα και την ίδια του τη φύση, την απόφαση, τη μέρα που κατάλαβα ότι θέλω να γίνω συγγραφέας, από ποιο ταμιευτήρα θα αντλήσει το απαραίτητο νερό ενός υδροφόρου ορίζοντα αγνώστου ποσότητας και ποιότητας κοιτάσματος, αν είναι ο γραφιάς ή ο αναγνώστης εκείνος που κοιτάζει, θυμάται, επιθυμεί να αφηγηθεί, αν ο τρόπος είναι ο δικός του ή αν πια τα δάνεια είναι τόσα πολλά που το αποταμιευτικό κεφάλαιο πια χάνεται πίσω από δεκάδες γραφειοκρατικές διεργασίες μέσα στα χρόνια, για να μην αναφερθούμε στο τι, ποιες από τις αναμνήσεις/ιδέες είναι δικές του χωρίς να παρεμβάλλεται ο αναγνώστης εαυτός. Οι δυο τους χορεύουν, δεν είναι πως υποτιμούν τον εαυτό τους, είναι πως νιώθουν πως χρειάζονται τον άλλον, πως μόνο μαζί του ο χορός μπορεί να έχει κάποιο νόημα, όποιο και αν είναι αυτό, κάποια ευχαρίστηση.
Σε πλάγια γράμματα παραπάνω χρησιμοποίησα τον τίτλο του καταληκτικού διηγήματος Επίλογος ή Η μέρα που κατάλαβα σε πλήρες ανάπτυγμα, μια εγκιβωτισμένη συλλογή μικροδιηγημάτων ή συμπυκνωμένων διηγημάτων εν σπέρματι, αποτελούμενη από δώδεκα καρέ, που απαντάνε στο ερώτημα ποια ήταν η μέρα που κατάλαβε ότι θέλει να γίνει συγγραφέας, και τώρα που είναι συγγραφέας τα αναπολεί, τώρα μπορεί να τα διακρίνει, ένα ακόμα ζευγάρι που χορεύει. Αλλά και το παιχνίδι που φλερτάρει με την αναξιοπιστία, η μέρα που κατάλαβα ότι θέλω να γίνω συγγραφέας δεν είναι μία. Αυτό το υβριδικό διήγημα δεν εξαντλείται στην ποιητική του συγγραφέα, δεν απαντά απλώς σε ερωτήματα, αν κάτι τέτοιο συνέβαινε θα είχε αξία απλώς αυτοδοκιμιακή ή θα ήταν μια καταχώρηση ημερολογιακού ενδιαφέροντος, αντίθετα καταφέρνει να λειτουργήσει τόσο αυτόνομα, όπως η ίδια η συλλογή στην οποία ανήκει, όσο και ως μια μινιατούρα, ένα κατασκευαστικό μοντέλο, ένα προσχέδιο που συνοψίζει προθέσεις, επιθυμίες και ιδιότητες του συγγραφικού πια υποκειμένου, αυτό που θα γινόταν τελικά.
Τελευταίο ζευγάρι: η κατασκευή και η ψίχα κάθε ιστορίας, η κατασκευή και η ψίχα τής συλλογής αυτής, το περιβόητο πώς και το απαραίτητο τι, και τα δύο τόσο δημοφιλή, εδώ συνυπάρχουν αντιστικτικά και ασύγχρονα, ιδανικά αλληλοτροφοδοτούμενα, πιάνονται και αφήνονται, κάθε ένα έτοιμο να ακολουθήσει το βήμα του άλλου, να θυσιάσει κάτι δικό του για να αναδείξει κάτι του παρτενέρ, ο οποίος με τη σειρά του θυσιάζεται για να αναδείξει κάτι από τη δεξιότητα του άλλου, και ξανά και ξανά και διαρκώς, ακόμα και όταν η τελευταία σελίδα γυρίσει, αυτό το ζευγάρι έχοντας απεκδυθεί των διαφορετικών κοστουμιών και σκηνικών τού εκάστοτε καρέ συνεχίζει να χορεύει, το βιβλίο είναι πια στο ράφι της καλής λογοτεχνίας.
υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
Εκδόσεις Το βιβλιοπωλείο της εστίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου