Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις βιβλιοπωλείο της εστίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις βιβλιοπωλείο της εστίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2025

Θλιβερός τίγρης - Neige Sinno

Το ανέβαλα διαρκώς. Λες και αν αναβάλλει κάτι κανείς διαρκώς τότε αυτό κάποτε παύει να εκπέμπει, αν κλείσω τα μάτια, ο κόσμος σταματά, η ιστορία παγώνει, ο ζόφος αραιώνει, σβήνει, χάνεται, λες και. Υποψιάζεσαι, σχεδόν είσαι σίγουρος, πως ο κόσμος δεν σταματά, η ιστορία δεν παγώνει, ο ζόφος δεν αραιώνει, δεν σβήνει δεν χάνεται, ωστόσο, επιμένεις να κλείνεις τα μάτια, αναβάλλεις διαρκώς, αντί να συνυπολογίσεις το προνόμιο σου, να αναβάλεις διαρκώς, να κλείνεις τα μάτια, το μετατοπίζεις στην επικράτεια της υψηλής ηθικής, της αρετής, λες, ξέρω εγώ τι συμβαίνει, δεν χάνω ευκαιρία να το εκστομίζω, να αναφέρομαι σε αυτό, πρόσφατα έμαθες την έννοια του δυσθεϊσμού, ένα ακόμα σημαιάκι στο κατάστρωμα του σαπιοκάραβου, ενός ναυαγίου που νομίζει πελάγη πως διασχίζει, σε θάλασσα πλαστική, είναι αρετή, λες, να μην αδιαφορείς, να μη λες, και τι με νοιάζει εμένα, να στέκεσαι σκυφτός πίσω από την από καιρό σβηστή ταμπέλα της υψηλής λογοτεχνίας, να επικαλείσαι διαρκώς το πορνό μιζέριας, μην είστε μίζεροι, μην διανοηθείτε να με ξεγελάσετε, να με κατευθύνετε συναισθηματικά, κάνετε, λες, σημαία τον πόνο σας, τον μεγαλοποιείτε, παραποιείτε το διαβατήριο για να ζητήσετε άσυλο και να επωφεληθείτε από τα επιδόματα της γης της λογοτεχνίας, με το δάχτυλο δείχνεις το θύμα, σίγουρος για τον εαυτό σου, αναπαυτικά καθισμένος σε θρόνο γελοίο.

«Τελικά η περιβόητη φράση του Αρτό (που την παραθέτει όλος ο κόσμος με κάθε αφορμή), εκείνη που λέει ότι ποτέ κανείς δεν έγραψε ή ζωγράφισε, σμίλεψε, έπλασε, κατασκεύασε, επινόησε κάτι παρά μονάχα για να βγει ουσιαστικά από την κόλαση, είναι ίσως μια σκανδαλώδης παρεξήγηση. Στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο, δηλαδή όποιος γράφει, σχεδιάζει κ.λπ. έχει ήδη βγει από την κόλαση και ακριβώς γι' αυτό μπορεί και γράφει. Διότι όταν είσαι μέσα στην κόλαση δεν γράφεις, δεν αφηγείσαι τίποτα, μήτε κι επινοείς, απλώς σε υπεραπασχολεί το γεγονός πως βρίσκεσαι μέσα στην κόλαση.

Αν μπορούμε να μιλήσουμε γι' αυτό, γράφει η Βιρτζίνια Γουλφ, είναι γιατί το συμβάν έχει αποσπαστεί από τον καθαρό πόνο που βιώνεται με τρόπο εξωπραγματικό. Γίνεται πραγματικό μόνο όταν συλλαμβάνεται μέσω της γλώσσας».

Και είναι ακριβώς αυτό το απόσπασμα που συνοψίζει μεγάλο μέρος του πυρήνα του βιβλίου της Σινό, ακόμα και του περιγραφικού σκέλους –παρενόχληση, βιασμός, ενοχές, εφιάλτες, απόφαση, δικαστήρια, επόμενη μέρα–, κυρίως όμως του αντίστοιχου κατασκευαστικού –του γιατί της αφήγησης, του γιατί τώρα, του γιατί σε μορφή βιβλίου, του γιατί της εξωστρέφειας. Και κατά κάποιο τρόπο είναι ακριβώς αυτό το απόσπασμα που συνοψίζει μεγάλο μέρος του πυρήνα της ανάγνωσης, ακόμα και του λογοτεχνικού σκέλους –να κάνεις ένα βήμα αριστερά, να βγεις από τον θάλαμο της πραγματικότητάς της, να αναφερθείς με όρους κριτικής και αντικειμενικότητας, να εντοπίσεις αρετές και προβλήματα, να αποφανθείς επί της ποιοτικής αξίας–, κυρίως όμως του αντίστοιχου συναισθηματικού –να νιώσεις το στομάχι κόμπο, να εξοργιστείς, να συμπονέσεις, να λυγίσεις κάτω από το βάρος της ανεπάρκειας, να πιαστείς στον ιστό μιας απόπειρας προσευχής, να θυμώσεις περαιτέρω με την πιθανότητα και μόνο της ύπαρξης μιας παρουσίας εκεί ψηλά.

Και μπορεί να είσαι μαλάκας, αν δεν σε νοιάζει, αλλά και το να σε νοιάζει, δεν σε κάνει καλό, αυτή η ανημπόρια, αυτό το αφελές χτύπημα στην πλάτη, αχ την καημένη, τι ζωή και αυτή, δεν μετατοπίζει τη συνάρτηση του ζόφου. Τα λογοτεχνικά κριτήρια, τα αισθητικά, εκείνο που η ανάγνωση αναμένουμε να μας χαρίσει, μια επαφή με το υψηλό, μια παρηγοριά καθώς κουλουριασμένοι μένουμε ανάπνευστοι στη γωνιά του μπούνκερ, μήπως και απαλλαγούμε για λίγο από όλο αυτό το περίκλειστο σύμπαν πανικού και αγωνίας, αυτά, λοιπόν, τα κριτήρια τα λογοτεχνικά μάλλον μόνο μέσα από την ενοχή δύναται να αναδυθούν, μα είναι δυνατόν να απολαμβάνω την ανάγνωση αυτού του βιβλίου, να σημειώνω φράσεις και να επισημαίνω αρετές γραφής, αναρωτιέσαι συχνά πυκνά κατά τη διαδρομή, νιώθεις το τέρας μέσα σου να βρυχάται, συντρίβεσαι γύρω από τις στιγμές της εξόδου, της αποστασιοποίησης, ένα προνόμιο να, μπορείς να αναπνεύσεις, να προσεγγίσεις μέσω ποικίλων διαδρομών το αφηγηματικό κατασκεύασμα, να βρεθείς σε μια παρέα, να μοιραστείς την ανάγνωση, να πεις: τι ζοφερή ιστορία, τι ωραία κατασκευή, να, υπάρχει η λέξη μυθιστόρημα στο εξώφυλλο, ποιο θα είναι το επόμενο.

Δεν παύει εκεί η ενοχή. Πάντα από θέση προνομίου, μπορεί και να εξισώσεις το τερατώδες βίωμα με την θεόσταλτη έμπνευση που επισκέπτεται τους συγγραφείς, σχεδόν να πεις τι τυχερή που είχε στα χέρια της ένα υλικό τέτοιο, μια τόσο δυνατή ιστορία, το τέρας βρυχάται, μοιάζεις σε αυτό, η γαματοσύνη ραγίζει και θρυμματίζεται μπροστά στα μάτια σου, ανακατεύεται με τη σκόνη του ασκούπιστου σαλονιού, την πατάς πηγαίνοντας να γείρεις σε έναν ύπνο χωρίς εφιάλτες, να αγκαλιάσεις ένα ανθρώπινο πλάσμα που ήδη έχει ζεστάνει το κρεβάτι, να το μολύνεις και εκείνο. Σκέφτομαι πως εκεί κοντά αναβλύζει γάργαρη η πηγή της ενοχοποίησης του θύματος, γιατί δεν έκανε κάτι γι' αυτό, γιατί τώρα μας τα λέει όλα αυτά, τι μας νοιάζει, συμβαίνουν αυτά, κρίμα αλλά έχω και εγώ τα δικά μου, που για κάποιο λόγο –επειδή είμαι γαμάτος, μην τα ξαναλέμε– απέφυγα όλες τις επικίνδυνες ατραπούς.

Η παραπάνω ενοχή, να διαβάζεις κάτι τέτοιο και να το απολαμβάνεις λογοτεχνικά, μετατρέπεται ξανά και ξανά σε προνόμιο, πάλι και πάλι το ίδιο σχήμα, να εξυψωθείς και να πεις πως αυτό το βιβλίο μου άρεσε γιατί ήταν καλογραμμένο και όχι γιατί παρασύρθηκα συναισθηματικά, γιατί ένιωσα πως το ελάχιστο που θα μπορούσα να κάνω –διότι είμαι γαμάτος και πάντα επιθυμώ να κάνω κάτι, τα είπαμε κιόλας αυτά– θα ήταν να μην νιώσω πως αυτό το βιβλίο –ο Θλιβερός τίγρης της Νεζ Σινό σε μετάφραση Λίζυς Τσιριμώκου– μου άρεσε γιατί το αφηγηματικό υποκείμενο υπέφερε όλα αυτά τα αισχρά από τον πατριό της, γιατί κατάφερε να επιζήσει, γιατί μπόρεσε να καταγράψει την εμπειρία της, να βγει, όσο μπορεί κανείς να βγει, απ' όλο αυτό και να το περιγράψει. Προνόμιο είναι επίσης να πεις πως νιώθεις μια συγγένεια μαζί της, και εσύ, να πεις, διαβάζεις και γράφεις για να κατανοήσεις και να αποφύγεις την πραγματικότητα.

υγ. Πρόσφατα διάβασα αυτό.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Λίζυ Τσιριμώκου
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας 

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2025

Όλο το μισό του κόσμου - Alice Zeniter

Τα μυθιστορήματα για τη γραφή και τα δοκίμια για την ανάγνωση· η –ένοχη– απόλαυσή μου. Τα πρώτα για τη γέφυρα που ρίχνουν ανάμεσα στις δύο όχθες, το (κρυφο)κοίταγμα από την κλειδαρότρυπα, τα δεύτερα για το πάθος τους, γι' αυτό το εγώ δεν είμαι κριτικός είμαι αναγνωστικό υποκείμενο, πρώτα και κύρια, αυτοπροσδιορίζονται έτσι. Ό,τι απόπειρα πρόζας έχω κάνει, (φιλοδοξεί να) έχει τη λογοτεχνία στον πυρήνα, το παλίμψηστο των διαβασμάτων και των ιστοριών γραφής, η πλοκή, η όποια πλοκή, είναι μάλλον προσχηματική. Ό,τι κάνω εδώ ζηλεύει (φθονεί μανιασμένα) τα δοκίμια για την ανάγνωση που διαβάζω, όσο ψηφιοποιείται ο κόσμος τριγύρω, τόσο το πάθος, το συναίσθημα εν γένει, ο υποκειμενισμός αποτελούν μια επικράτεια ποθητή, η αντικειμενικότητα, η όποια αντικειμενικότητα έχει αλωθεί δια παντός.

Και αν από τη μια, απόρροια της ανάγνωσης, στέκει η εμπειρία της ζωής, ποικιλότροπη και πολύχρωμη, πολύσημη σίγουρα, αποκαλύπτεται, αρχειοθετείται και τα κρακ ακούγονται πότε ρηχά και πότε βαθειά, υπάρχει ακόμα κάτι το οποίο αναδύεται. Μιλώ για το προνόμιο. Καταστάσεις που ποτέ δεν βίωσα, πεποιθήσεις παγιωμένες από την έλλειψη ανάγκης προσφυγής σε αυτές, η άλλη πραγματικότητα, η οπτική γωνία, κρυφή και σιωπηλή για αιώνες, που αποκαλύπτει έναν κόσμο ζοφερό, ταυτόχρονα, έναν κόσμο που αλλάζει, αργά, βαρετά, αλλά αλλάζει. Και επειδή όλα καταλήγουν, από το ένα ή το άλλο μονοπάτι, στην πολιτική, έχει σημασία να αναλογιστεί κανείς το διακύβευμα, ανάμεσα σε μια, στα όρια της εμμονής, ύμνηση του μακρινού παρελθόντος, τότε ήταν όλα καλά καμωμένα, λένε.

Έτσι συνέβαινε πάντα, έτσι θα συμβαίνει πάντα. Η συντήρηση θα δυσανασχετεί, θα εξυβρίζει το νέο, ώσπου να περάσει στην επικράτεια της συντήρησης, τότε να αναγνωριστεί ως κλασικό, αν και πάλι μόνο φαινομενικά, δεν θα έλειπαν αλλιώς τόσα ονόματα από τους κανόνες. Κάθε φορά που κάποιος σας λέει πως τα βιβλία που σας αρέσουν σήμερα θα έχουν ξεχαστεί σε πενήντα χρόνια, πείτε του: πόσα από τα βιβλία που σας αρέσουν στο χτες θα είχαν ξεχαστεί αν κάποια άτομα δεν γητεύονταν από το φρέσκο, από το σύγχρονό τους. Κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις.

Αναρωτιέμαι συχνά: είναι άραγε συμπτωματική η ομοιότητα ανάμεσα σε εκείνους που επιχειρούν να υψωθούν πάνω από όλα και να θέσουν περιορισμούς και υποχρεώσεις σε μια διαδικασία όπως η ανάγνωση, να ορίσουν το σωστό και το λάθος, το υψηλό και το χαμηλό, είναι σύμπτωση η λευκότητα, η αρρενωπότητα, η μέση και προς τα πάνω ηλικία; Δύσκολα. Και δεν σταματούν εκεί, προχωρούν και μας ανακοινώνουν γιατί πρέπει να μας αρέσει, πώς αναμένεται να νιώθει κανείς, ποιο είναι τελικά το διακύβευμα της αναγνωστικής πρακτικής, γεμάτος φωνακλάδες μέντορες ο τόπος. Αν επιχειρούσε κανείς να διακρίνει τους αναγνώστες σε δύο κατηγορίες, σίγουρα γενικεύοντας, τότε ένας διαχωρισμός ίσως να ήταν αυτός ανάμεσα σε εκείνους που διαβάζουν για να επιβεβαιώσουν –αλλά και να επιμηκύνουν– τις βεβαιότητές τους για το πώς –θα έπρεπε να– είναι ο κόσμος και σε εκείνους που γυρεύουν το ανάποδο, τη διαπλάτυνση του ορίζοντα, την περιστροφή γύρω από την εμπειρία και τη γνώση, την πολυσημία, τα κρακ στον εγκέφαλο, το μπορεί να είναι έτσι αλλά μπορεί και να είναι αλλιώς, να χύσουν το μελάνι ανάμεσα στο μαύρο και το λευκό, να ποδοπατήσουν το έτσι είναι τα πράγματα γιατί έτσι.

Μια μεγάλη εισαγωγή ήταν αυτή.

Η Ζενιτέρ, γεννημένη στη Γαλλία το 1986, μεταφρασμένη και διαβασμένη, ξεκινά να γράφει αυτό το βιβλίο εν μέσω πανδημίας, όταν επικράτησε η άποψη, αποτυπώθηκε σε νούμερα πωλήσεων, πως το αναγνωστικό κοινό αυξήθηκε κατακόρυφα, οι άνθρωποι έβρισκαν καταφύγιο στην ανάγνωση μένοντας στο σπίτι υποχρεωτικά. Και όμως, λέει η Ζανιτέρ και επιβεβαιώνω, αυτή η ανωμαλία εξέτρεψε τη σχέση της με την ανάγνωση, δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί, η διαρκής ενημέρωση αποτέλεσε επίδικο, η ανάγκη του μυαλού να καταπνίξει τον φόβο του ιού, οι νησίδες ηρεμίας, με κόπο δημιουργημένες, πλημμύρισαν. Γυρίζει πίσω στο 2010, όταν διαβάζοντας την Gurdian έμαθε για το τεστ Μπέκντελ, το οποίο εξετάζει τρία στοιχεία στο κάθε έργο: α. την ύπαρξη δύο βασικών γυναικείων ρόλων, που β. μιλάνε μεταξύ τους αλλά γ. όχι αποκλειστικά για άντρες.

Δεν είναι δύσκολο να πειστεί κανείς πως η τεράστια πλειοψηφία των έργων, απόλυτη όσο πηγαίνουμε πίσω στον χρόνο, δεν προβιβάζεται, το δύσκολο είναι να πειστεί κανείς πως ένα τέτοιο τεστ χρειάζεται, πως το κόψιμο σημαίνει κάτι. Αυτό, είμαι σίγουρος πως θα πουν, δεν έχει σημασία, σημασία έχει η ποιότητα, που βέβαια, θα πω εγώ, κάποιοι την όρισαν και την επέβαλλαν, παρέα με την ευρύτερη πρόσληψη και περιγραφή του κόσμου. Αυτά, θα επιμείνουν, έχουν ειπωθεί ήδη, το θέμα είναι το πώς, θα επιμείνουν και απλά θα ενισχύσουν την αναγκαιότητα η παρτίδα να παιχτεί ξανά.

Με πάθος περισσό και αγάπη βαθειά για τη λογοτεχνία, η Ζανιτέρ θα πιάσει την άκρη του μίτου που οδηγεί μέσα σε αυτόν τον λαβύρινθο, στον οποίο διάφοροι Μινώταυροι κατοικοεδρεύουν έτοιμοι να την κατασπαράξουν τώρα που αρνήθηκε η Αριάδνη τον Θησέα, ακόμα και εκείνος σε κάποιο δωμάτιο θα την προσμένει. Το τρομακτικό –σκόπιμη επιλογή λέξης– δεν είναι πως όσα καταθέτει η Ζανιτέρ αποτελούν κάτι πρωτότυπο, δεν φέρει κάτι νέο, αλλά, εκεί είναι το τρομακτικό, αναφέρεται σε πράγματα που ένας λευκός, δυτικός άντρας, όπως εγώ, δεν είχε ποτέ σκεφτεί, αν τα είχε σκεφτεί, ελπίζω πως θα ήταν κιόλας απαντημένα, τότε θα έλεγα πως όλα αυτό είναι αναμασημένες κοινοτοπίες, όμως, δυστυχώς, κάτι τέτοιο δεν μπορώ να το ισχυριστώ. Το πρόβλημα, ναι πρόβλημα είναι και μάλιστα μεγάλο, είναι πως μέρος του πληθυσμού, σε ευθεία αναλογία με τα προνόμια του, δεν έχει ποτέ χρειαστεί να το σκεφτεί, να το επισημάνει, να το αναδείξει, δεν ήταν όλα αυτά χαλικάκια ενοχλητικά στη διαδρομή, όλα ήταν στρωμένα με άσφαλτο άλφα ποιότητας, το έδαφος από κάτω έβραζε.

Η Ζανιτέρ μοιάζει να γράφει αυτό το δοκίμιο όχι τόσο για να πείσει ή να αποδείξει αλλά για να συνομιλήσει με την εαυτή της, να την παρατηρήσει ως αναγνώστρια-μετανάστη σε μια ξένη και συχνά αφιλόξενη γη, στην οποία μετοίκησε από ανάγκη, με μια αθωότητα που βήμα το βήμα κατακρημνιζόταν. Και πώς συνέβαινε αυτό; Πάμε πάλι πίσω στη σημασία της γραφής και της ανάγνωσης. Με τον καιρό το καλαθάκι της γέμισε, πρόσθεσε σε αυτό το δικό της κεφάλαιο, και κάπως έτσι το βιβλίο αυτό πήρε μορφή, σχήμα και περιεχόμενο.

Η θέση προνομίου από την οποία καθένας παρατηρεί τον κόσμο τριγύρω, βιώνει σε γενίκευση την ανθρώπινη εμπειρία και άρα και τη λογοτεχνία από τη μια ή την άλλη όχθη του ποταμού, καθορίζει εν πολλοίς την κάθε ανάγνωση και άρα και την άποψη, θέση ή στάση που κρατάμε απέναντι στον κόσμο συνολικά, την αντανάκλασή μας στην επιφάνεια του νερού, ποιοι πιστεύουμε πως είμαστε, ποιοι αρνούμαστε να το δούμε, να το ομολογήσουμε πρώτα και κύρια στους εαυτούς μας, να παραδεχτούμε πως πριν πάρουμε θέση οφείλουμε να πούμε: ποτέ δεν υπήρξε ανάγκη να σκεφτώ τα πράγματα από αυτή την πλευρά, κάπως έτσι τα κρακ ακούγονται.

Διαβάζω ξανά το κείμενο ως εδώ και παρατηρώ μια κάπως αόριστα εύμορφη αφέλεια, μια πίστη στον άνθρωπο πως απέναντι σε κάτι προφανές θα ομολογήσει και θα επανασχεδιάσει την πορεία του. Όχι. Δεν θα υπήρχαν δεινά στον κόσμο όλο, τότε. Και δεινά υπάρχουν, πολλά, άπειρα, κυρίως δεινά υπάρχουν. Επιστρέφω στους μέντορες, σ' εκείνους που δεν αμφιβάλουν ποτέ και για τίποτα, η αυτοπεποίθησή τους αγγίζει το κοντό τους ταβάνι. Όσο το διαφορετικό γυρεύει τη θέση του, τόσο οπλίζονται εκείνοι, για ατζέντες και δικαιωματισμό κάνουν λόγο, έχουν την εξουσία, έχουν τα χρήματα, έχουν τα όπλα, έχουν στο πλευρό τους και την αντίδραση, τους προδότες του φύλου, της τάξης και της καταγωγής, είναι αποφασισμένοι να κάνουν τα πάντα για να μην αλλάξουν τα πράγματα, να μην απολέσουν τα προνόμια τους αλλά να τα ενισχύσουν ακόμα περισσότερο.

Το δοκίμιο της Ζανιτέρ υπήρξε μάλλον κυριολεκτικά μια ένοχη απόλαυση κατά την ανάγνωσή του, ενοχή για το προνόμιο μου, καλέμι και σφυρί χρησιμοποίησε για να πει πράγματα προφανή για τα οποία δεν θα έπρεπε ακόμα να συζητάμε και όμως ούτε αυτό δεν κάνουμε. Η Ζανιτέρ δεν μίλησε από τη νήσο της βεβαιότητας και της γαματοσύνης, έφερε προσφορά και το δικό της προνόμιο.

Εξαιρετικό.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Μετάφραση Ρούλα Γεωργακοπούλου
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας 

Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2025

Ο χάρτης και η επικράτεια - Michel Houellebecq

Ο Μισέλ Ουελμπέκ, το 1985, εμφανίζεται στα γαλλικά γράμματα με τη μπέρτα του ποιητή, είναι κάτι που συχνά ξεχνιέται, ενώ το 1991 δημοσιεύει τη βιογραφία ενός συγγραφέα που αγαπά με πάθος, τον Λόβκραφτ, με τον οποίο, ίσως ασυνείδητα, μοιάζει να προοικονομεί μια παρεμφερή και πολεμική μοίρα ως προς την εξωκειμενική του πρόσληψη από την κοινή γνώμη αλλά και την κριτική. Το 1994, τριάντα χρόνια πριν, κάνει θριαμβευτική είσοδο στη λογοτεχνία με την Επέκταση του πεδίου της πάλης. Η συνέχεια είναι λίγο πολύ γνωστή.

Τον παρακολουθώ, προσμένοντας με λαχτάρα κάθε καινούργιο βιβλίο του, από τις αρχές της αναγνωστικής μου διαδρομής, παρά την αναπόφευκτη ενδοεργογραφική σύγκριση που αναδεικνύει και υποτάσσει τα έργα σε μείζονα και ελάσσονα, δεν έχω νιώσει ποτέ αναγνωστική απογοήτευση. Ούτε τα όσα του καταλογίζονται έχουν υπάρξει ικανά να μικρύνουν το εμβαδόν στην αναγνωστική μου επιφάνεια. Ίσως, σκέφτομαι καμιά φορά, όλο και πιο συχνά η αλήθεια, αν ήμουν Γάλλος ή αν παρακολουθούσα από ελάχιστη απόσταση τα εκεί πεπραγμένα ίσως και να είχα με τον καιρό αποκτήσει μια εν γένει αντιπάθεια προς το πρόσωπό του, ίσως να είχα αποκτήσει δυσανεξία απέναντί του, κάτι το οποίο σαφώς και συμβαίνει με διάφορους εγχώριους συγγραφείς.

Το 2020, μετά από προτροπή του Γιάννη Κτενά και του Στέφανου Μπατσή, συμμετείχα στον συλλογικό τόμο αφιερωμένο σε εκείνον, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αντίποδες με τον ταιριαστό και έξυπνο τίτλο, Αρνητικό φορτίο. Τότε διάβασα ξανά, για δεύτερη φορά, μεγάλο μέρος της ως τότε βιβλιογραφίας του και επέλεξα ως άξονα περιστροφής για το κείμενο εκείνο την αναζήτηση μιας κοινής επιφάνειας με τον Σελίν. Ο διαχωρισμός ή μη δημιουργού και έργου είναι κάτι το οποίο, ίσως και λόγω της εποχής, με απασχολεί συχνά πυκνά και έχω μια διαρκή ανάγκη να επαναδιαπραγματεύομαι τη στάση μου που ως τώρα είναι ξεκάθαρα υπέρ του διαχωρισμού και εκείνος ο άξονας περιστροφής εν πολλοίς, συνειδητοποιώ εκ των υστέρων, με αυτή την ανάγκη για επιχειρηματολογία είχε να κάνει.

Το όνομα του Ουελμπέκ έρχεται συχνά στην επιφάνεια μεγάλου μέρους λογοτεχνικών συζητήσεων, ιδιαίτερα στον χώρο του Literature House όπου και εργάζομαι εδώ και κάποιο διάστημα. Και δεν είναι αδιάφορο κάτι τέτοιο, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς με πόσους σύγχρονους συγγραφείς εγείρεται τέτοιο πάθος υπεράσπισης, καταδίκης ή προβληματισμού. Μόλις πρόσφατα, η Δ. γύρεψε κάποιο βιβλίο του. Ήταν Σάββατο πρωί και το προηγούμενο βράδυ ένας φίλος της της μίλησε με πάθος για τον Ουελμπέκ ανοίγοντας εμπρός της έναν μονόδρομο υποχρεωτικής πορείας μέχρι το πλησιέστερο βιβλιοπωλείο. Επανήλθε αρκετές φορές για να προσθέσει περισσότερα βιβλία του στα διαβάσματά της, το πάθος είχε πια μετοικήσει και στο δικό της βλέμμα. Εκείνες οι συζητήσεις επικαιροποίησαν τη σκέψη μου να διαβάσω ξανά το Ο χάρτης και η επικράτεια. Όπερ και εγένετο.

Με όση γνώση διαθέτω θεωρώ πως ο Ουελμπέκ άγγιξε τις λογοτεχνικές του κορυφές με το Η δυνατότητα ενός νησιού και το Ο χάρτης και η επικράτεια. Με όσο θράσος η αναγνωστική επαφή μου μαζί του μου δίνει, θεωρώ πως με αυτά τα δύο έργα έδειξε ως πού μπορεί να ανέλθει και ύστερα, θεωρώντας πως η όποια αμφιβολία για τη συγγραφική του δεινότητα είχε πλέον λήξει, συνέχισε τη διαδρομή του σε ύψη αναγνωστικά πιο προσβάσιμα, το να πουλάει άλλωστε, είναι για εκείνον σημαντικό. Βέβαια, οφείλουμε να πούμε πως ακόμα και σε εκείνα τα χαμηλότερα εδάφη εξακολουθεί να είναι αρκετά πάνω από τον όποιο μέσο όρο.

Και αν στο Η δυνατότητα ενός νησιού έπαιξε με τα όρια της (επιστημονικής) φαντασίας, με τους κλώνους και τα παράλληλα σύμπαντα, δύσκολα ή αδύνατα στην περιγραφή, με το Ο χάρτης και η επικράτεια, χωρίς να διαφεύγει από το γνώριμο πεδίο ενδιαφέροντος του, τη μεσοαστική γαλλική τάξη για να το συνοψίσω, διεύρυνε τα όρια εκείνου που ο Μπαρτ εισήγαγε μιλώντας για τον θάνατο του συγγραφέα.

Ο Ζεντ, νεαρός μεσήλικας, μεγαλωμένος σε ένα περιβάλλον οικονομικής άνεσης απόρροια του αρχιτέκτονα πατέρα του που σύντομα εγκατέλειψε την όποιο καλλιτεχνική διάθεση για να υπηρετήσει το όραμα εργολάβων που περιελάμβανε πανομοιότυπες παραθαλάσσιες εξοχικές κατοικίες, ελάχιστα θυμάται τη μητέρα του που αυτοκτόνησε όταν εκείνος ήταν μικρός, συμβάν που παραμένει ιδιαιτέρως ομιχλώδες ως προς τα αίτια και τις τότε επικρατούσες συνθήκες στη ζωή της, καθοριστικό ωστόσο για τη συναισθηματική του διαδρομή. Η ενασχόλησή του με τη φωτογραφία, η έκθεση με αφορμή τη σειρά τουριστικών οδηγών της Μισελέν, του χάρισε μια κάποια φήμη, την οποία, χωρίζοντας στο μεταξύ με την όμορφη σύντροφό του, άφησε να σβήσει, αναζητώντας τα επόμενα βήματά του, εγκαταλείποντας τη φωτογραφία και επιστρέφοντας στη ζωγραφική, που ως αποτέλεσμα, κάποια χρόνια μετά, είχε μια άλλη έκθεση με στιγμιότυπα διαφόρων επαγγελματιών εν ώρα εργασίας και για την οποία, με την προτροπή του γκαλερίστα του, ζήτησε από τον συγγραφέα Ουελμπέκ να γράψει ένα κείμενο.

Έτσι ξεκίνησε αυτή η φιλική σχέση, αν κάτι τέτοιο είναι δυνατόν να υπάρξει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους όπως αυτοί οι δύο, με την τόσο έντονη κοινωνική δυσκοιλιότητα, σχέση ωστόσο, που περιελάμβανε κάποιες επισκέψεις του Ζεντ, πρώτα στην Ιρλανδία και ύστερα στην γαλλική επαρχία όπου ο Ουελμπέκ μετακόμισε. Ανάμεσα στους πίνακες και το πορτραίτο του συγγραφέα, που έφτασε να αξίζει εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ στην αγορά τέχνης, και ο ζωγράφος επέμεινε στην υπόσχεσή του να του τον χαρίσει ως έκφραση ευχαριστίας για το κείμενο που ο Ουελμπέκ έγραψε, πορτραίτο που αποτέλεσε το κλειδί για τη διαλεύκανση της άγριας δολοφονίας του συγγραφέα και του σκύλου του.

Το μυθιστόρημα είναι απολαυστικό σε πλείστα επίπεδα. Η πρόζα του Ουελμπέκ, δεδομένης ικανότητας, ικανή να σε καθηλώσει αναγνωστικά ακόμα και στο τέλος μιας υπέρμετρα κουραστικής ημέρας, είναι μόνο ένα από αυτά. Η οξυδέρκειά του στην παρατήρηση του σύγχρονου χωροχρόνου, ο ρεαλισμός, η αιχμηρότητα της σκέψης του, η μη στρογγυλεμένες θέσεις του, η συμπερίληψη της μοντέρνας τέχνης και της λογοτεχνίας στον περιβάλλοντα χώρο, η ύπουλη ενσυναίσθηση απέναντι στους χαρακτήρες της πλοκής, είναι μερικά ακόμα. Αλλά εκείνο που καθιστά το μυθιστόρημα αυτό κορυφή της λογοτεχνίας είναι η παρουσία του ίδιου του Ουελμπέκ ως πρόσωπο του δράματος, με αποκορύφωμα τη δολοφονία του.

Ήδη από τα τέλη της πρώτης δεκαετίας του εικοστού πρώτου αιώνα, ο Ουελμπέκ, χαρακτηριστικό για το οποίο συνολικά το έργο του φημίζεται, διαθέτει την απαραίτητη αντίληψη ώστε να διακρίνει τη γέννηση και την κατακόρυφη εκείνου του ρεύματος που αργότερα ονομάστηκε αυτομυθοπλασία, εκεί που ο συγγραφέας, σε τρίτο πρόσωπο αφήγησης, συμμετέχει ως χαρακτήρας στο βιβλίο που γράφει. Εντοπίζει αυτή τη ροπή προς την ιδιωτεία, την εγκατάλειψη της οικουμενικότητας, ή ίσως ακριβέστερα την από διαφορετική οδό φιλοδοξία για οικουμενικότητα, και την τραβάει στα άκρα, όπως συνηθίζει να κάνει άλλωστε. Τοποθετεί τον εαυτό του εντός πλοκής, τον παρατηρεί απέξω, του δίνει τον λόγο, αλλά κυρίως τον σχολιάζει μέσα από την πρόσληψη του έργου του και την παραφιλολογία γύρω από το πρόσωπό του, όπως συνήθως γίνεται με τους δημιουργούς, σε μια εποχή, ας μην ξεχνάμε, που η ιδιωτική παρουσία δεν ήταν τόσο έντονη όσο σήμερα με την επικράτηση των κοινωνικών μέσων δικτύωσης.

Και είναι απολαυστικό όλο αυτό γιατί προσφέρει στον Ουελμπέκ όλο το πρόσφορο έδαφος για να απαντήσει, να επιβεβαιώσει και να απορρίψει τα σχετικά με αυτόν και τον μύθο γύρω του, να σμιλέψει εκείνος ο ίδιος τη φήμη του, αλλά ταυτόχρονα και να αναφερθεί εν γένει στη δημιουργία και δη τη συγγραφή, αλλά και ακόμα παραπέρα να βρεθεί σ' έναν χωροχρόνο αδύνατο, εκεί όπου ο ίδιος είναι νεκρός και παρατηρεί τις έρευνες για τη δολοφονία του αλλά, κυρίως αυτό, την απήχηση που ο θάνατός του έχει στο λογοτεχνικό σινάφι αλλά και ευρύτερα στην κοινωνία. Και όλα αυτά χωρίς στιγμή να χάνει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της πρόζας και της (έντονα σκεπτικιστικής και ελεύθερης φίλτρων) στάσης του απέναντι στα πρόσωπα και τις καταστάσεις.

Σκεφτόμουν κατά την ανάγνωση πως η πρόσληψη του Ουελμπέκ καθίσταται πιθανότατα προβληματική για μια μερίδα του κοινού, ακόμα και εκείνου που έχει και εκφράζει άποψη χωρίς ποτέ να έχει διαβάσει έστω και μια σελίδα του έργου του, για τρεις κύριους λόγους. Πρώτος και προφανής είναι η σκιαγράφηση του ανθρώπου Ουελμπέκ με έντονες μολυβιές και διάφορους επιθετικούς προσδιορισμούς σε -ισμός (ρατσισμός, μισανθρωπισμός, σεξισμός, φαλλοκρατισμός κτλ κτλ). Δεύτερος και ίσως ανεξερεύνητος, το γεγονός πως ασχολείται με μια φαινομενικά προνομιούχα κοινωνική ομάδα, εκείνη των μεσήλικων αντρών της μεσοαστικής βαθμίδας που πάσχουν από ματαίωση, μη νοηματοδότηση, αλλά κυρίως από μη ευτυχία, όπως ο ήρωας της Σεροτονίνης (πάσχετε από θλίψη, του ανακοινώνει ο γιατρός που επισκέπτεται κρατώντας ανά χείρας τις εξετάσεις αίματος). Οι άντρες αυτοί (και γιατί είναι άντρες) εξαιτίας του προνομίου τους δεν γίνονται αποδεκτοί με ενσυναίσθηση ή κατανόηση, για να το θέσω αλλιώς λίγοι είναι εκείνοι οι αναγνώστες που θα ήθελαν να τους προσφέρουν μια αγκαλιά.

Ο τρίτος λόγος, προέκταση του δεύτερου, είναι η απουσία εκείνου που γενικά και αόριστα περιγράφεται ως ανθρωπισμός, κάτι για το οποίο ένα μεγάλο μέρος της λογοτεχνίας είναι γνωστό, η πίστη στον άνθρωπο, στο καλό και σ' ένα υπό προϋποθέσεις καλύτερο αύριο. Ο Ουελμπέκ, τον φαντάζομαι να φορά μια μεσαιωνική στολή αρλεκίνου, να χοροπηδάει γύρω από τα συντρίμμια του δυτικού κόσμου, χορεύοντας σε έναν στακάτο ρυθμό και γελώντας δυνατά, φτύνοντας καθώς μιλά και δείχνοντας τον τριγύρω ζόφο, την παρακμή, χωρίς καμία πρόθεση να γλυκάνει τον πόνο, χωρίς καμία διάθεση να καλοπιάσει και να ψιθυρίσει λόγια αγάπης και φροντίδας. Και θυμίζω, ο Ουελμπέκ εμφανίστηκε πρώτα ως ποιητής. Ο ρεαλισμός του είναι ανυπόφορος σε όποια ακτή και αν κατοικεί ο εκάστοτε αναγνώστης, έχει κάτι το μπεκετικό ή το μακαρθικό, διόλου ανακουφιστικό, αλλά βαριά καταθλιπτικού. Και αυτό εξηγεί ίσως την εμμονική παρουσία προνομιούχων από κάθε πλευρά αντρών στους πρώτους ρόλους, αν ούτε εκείνοι μπορούν να ευτυχήσουν, να υπάρξουν χωρίς ένα ασήκωτο βάρος, τότε κανείς δεν μπορεί, τότε η παρακμή είναι πια σε προχωρημένη σήψη.

Ίσως θα διευκόλυνε αν εγκαταλείπαμε του ποιους μισεί ο Ουελμπέκ και αναζητούσαμε να βρούμε ποιους αγαπά. Το εαυτό του, θα έλεγαν πιθανότατα αρκετοί. Δεν θα είχαν εντελώς άδικο. Αλλά Ο χάρτης και η επικράτεια έρχεται να θέσει εν αμφιβόλω ακόμα και αυτό, άλλωστε ο Ουελμπέκ ποτέ δεν εξαίρεσαι εαυτόν από το πλήθος των προνομιούχων, ας μην το ξεχνάμε. Ακόμα, αν δεν μπορεί κάποιος να διακρίνει τη δυνατότητα ενός καλύτερου κόσμου, αν νιώθει πως πατά στον βούρκο και διαρκώς είναι λερωμένος και δύσοσμος, τότε είναι που το ένστικτο της αυτοσυντήρησης χτυπάει συναγερμό, παλεύοντας να διατηρήσει το όποιο προνόμιο του επιτρέπει να επιβιώνει με ευκολότερο τρόπο. Και αυτό δεν το λέω προς συγχώρεσή του, ούτε προς υπεράσπισή του, απλώς το σημειώνω ως παρατήρηση.

Αυτή η διττή παρούσα αναγνωστική αίσθηση, η αποστροφή του περιγραφόμενου και η γοητεία της περιγραφής, είναι που με καθηλώνουν στο έργο του Ουελμπέκ. Η πρόζα του από τη μια, τα πρόσωπα από την άλλη. Αυτό το ταυτόχρονα αντικρουόμενο συναίσθημα, η υπενθύμιση του κόσμου τριγύρω και η ανάγκη για μακιγιάζ, που εδώ όχι μόνο δεν υπάρχει για να κρύψει αλλά ένας τεράστιος προβολέας φωτίζει τη σκηνή. Και αν το γούστο είναι υποκειμενικό, ο κόσμος γύρω μας μέσα από τη ματιά του Ουελμπέκ έχει κάτι το αντικειμενικά απαισιόδοξο και ζοφερό. Ίσως αυτό το διαρκώς εντεινόμενο συναίσθημα παρακμής να είναι μέρος της ανά καιρού επιθυμίας μου να διαβάσω κάτι δικό του. Και για να κλείσω τον κύκλο που άνοιξα παραπάνω με την αναφορά στον Σελίν: όταν κυκλοφόρησε το Ταξίδι στην άκρη της νύχτας από έναν ως τότε παντελώς άγνωστο τύπο που υπέγραφε με ψευδώνυμο, όλες οι ιδεολογικές σκοπιές έσπευσαν να το καλωσορίσουν ως δικό τους και να το οικειοποιηθούν. Μόνο αργότερα, όταν εμφανίστηκαν οι επιφυλλίδες του, ζέχνοντας μίσος και αντίδραση, η ιδεολογική αποφυγή αποτέλεσε παράγοντα λογοτεχνικής κρίσης.

Δεκατέσσερα χρόνια πριν συνόψιζα το βιβλίο ως εξής: «Αστυνομική βιογραφία με έντονα δοκιμιακά στοιχεία, έτσι θα περιέγραφα το είδος στο οποίο ανήκει Ο χάρτης και η επικράτεια. Η φωτογραφία, η ζωγραφική, η συγγραφή. Ο θάνατος, το έγκλημα, ο πλούτος. Η μοναξιά του καλλιτέχνη και τα φώτα της δημοσιότητας. Το σπίτι που ζήσαμε τα παιδικά μας χρόνια. Ο τόπος και η εμμονή. Ο χάρτης και η επικράτεια». Πιο λακωνικός υπήρξα τότε, αλλά αρκετά ακριβής κρίνοντας από τη νέα επιστροφή.

υγ. Για άλλα κείμενα στο μπλογκ σχετικά με τον Μισέλ Ουελμπέκ πατάτε εδώ.

Μετάφραση Λίνα Σιπητάνου
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2025

Κυμύλη ή Η νήσος των δυνατοτήτων - Άγης Πετάλας

Ο Άγης Πετάλας συστήθηκε λογοτεχνικά πριν από δέκα χρόνια σχεδόν με το βιτριολικά καυστικό και υπέροχα χαμαιλεόντειο Η δύναμη του κύριου Δ* (Αντίποδες, 2015). Η συγκυρία άφησε, ως τα τώρα, αδιάβαστο το πολυσέλιδο Εις την ψυχήν ελπίδα (Εστία, 2018). Δύο χρόνια αργότερα, διάβασα το συνεργατικό, με τον πρόωρα χαμένο, πολυποίκιλα ενδιαφέροντα Κώστα Καλφόπουλο, Όταν έρθει η μέρα που ξέρεις (Εστία, 2020), ένα λογοτεχνικό παιχνίδι με τον τρόπο των παιδιών, όχι παιδιάστικο, όχι παιχνιδιάρικο και χωρίς σεβασμό, αλλά παιγνιώδες και γοητευτικό. Και λίγο πριν από το περσινό καλοκαίρι κυκλοφόρησε το Κυμύλη ή Η νήσος των δυνατοτήτων.

Ο παραπάνω πρόλογος σκοπό, πέρα από το προφανές της σύστασης, έχει να φανερώσει τα νήματα με τα οποία έφτασα αναγνωστικά ως την Κυμύλη, το αιγαιοπελαγίτικο αυτό νησί, το μοναδικό στο οποίο φύεται ένα πυκνό και πλούσιο δάσος, προστατευόμενο από την UNESCO ως παγκόσμιο φυσικό μνημείο. Ο αφηγητής, που περνούσε τα καλοκαίρια του στον μαγικό εκείνο τόπο, ταξιδεύει στην Ιταλία ώστε να μιλήσει για την Κυμύλη σ' ένα συνέδριο νησιωτικής κοινωνικής γεωγραφίας. Περιεχόμενο της ομιλίας του θα είναι οι αναφορές μέσα στους αιώνες στον μαγικό εκείνο τόπο στο κέντρο (λίγο πιο δεξιά, λίγο πιο αριστερά, τι σημασία έχει;) του αρχιπελάγους, ωστόσο, ως είθισται να συμβαίνει, αυτό που τη στιγμή αυτή είναι καινοτόμο και πρωτοπόρο, την επόμενη στιγμή φαντάζει κιόλας παρωχημένο.

Ήδη, από την πρότερη επαφή μου με το έργο του Πετάλα, είχα υπόψη μου τον διττό χαρακτήρα της γραφής του, από τη μια, την ικανότητα στον εξεζητημένο, παλιακό, επίσημο λόγο, αλλά από την άλλη, ταυτόχρονα, τη ροπή προς το παιγνιώδες. Στους παραπάνω συντελεστές της λογοτεχνικής εξίσωσης, από τις πρώτες κιόλας σελίδες, μια ακόμα ιδιαιτερότητα κάνει την εμφάνισή της, εκείνη της φιλοδοξίας, σε αντιστοιχία πάντοτε με την ίδια τη γραφή, κάπου, δηλαδή, ανάμεσα στο εξεζητημένο και το ανάλαφρα παιγνιώδες. Και όπως, πολλάκις έχω επαναλάβει, η φιλοδοξία στη γραφή είναι κάτι που μου ασκεί τεράστια γοητεία, η διάκριση της πρόθεσης να τοποθετηθεί ο πήχης ψηλά, να ξεφύγει από το τετριμμένο και την ασφάλειά του, να δοκιμάσει ο συγγραφέας κορυφές δυσπρόσιτες με τον κίνδυνο, πάντοτε τον κίνδυνο, να μην τις πατήσει, αλλά προσφέροντας μια γοητευτική διαδρομή ως εκεί. Και η φιλοδοξία εδώ είναι διάχυτη.

Με μεταμοντέρνα αμφίεση ο αφηγητής κινείται ανάμεσα στις παραγράφους της επικείμενης ομιλίας του στο συνέδριο, εκεί όπου η θεωρία και η έρευνα συναντούν την πραγματική ζωή, το παρελθόν αλλά και τις προκλήσεις του παρόντος, δημιουργώντας ένα ακόμα ζευγάρι, φαινομενικά ετερόκλητων, μα στη ζωή διαρκώς παρόντων, στοιχείων, εκείνο του ερευνητή, χωμένου στις βιβλιοθήκες, και του τριγύρω, σαφώς πιο χαοτικού και όχι ελέγξιμου περιβάλλοντος. Αλλά, επίσης, και μένοντας στον ρόλο του ερευνητή, ακόμα ένα ζεύγος εμφανίζεται, το οποίο και μετατρέπεται στην παρούσα αφήγηση, ο ερευνητής που ακολουθεί τα στοιχεία με μέθοδο και προσοχή αλλά δεν μπορεί ταυτόχρονα να διαφύγει της ίδιας του της φαντασίας, που έρχεται να τοποθετήσει μυριάδες γέφυρες δίνοντας ζωή στα άψυχα και από καιρό νεκρά θραύσματα σχετικά με την Κυμύλη, επιτρέποντας στη μυθιστορία να διεισδύσει και να εξαπλωθεί.

Και επειδή η λογοτεχνία κάποιες φορές προηγείται της πραγματικότητας, λίγο καιρό μόνο αργότερα από την κυκλοφορία της Κυμύλης, ένα άλλο φανταστικό νησί έγινε βάιραλ, μονοπωλώντας μεγάλο μέρος της ψηφιακής κοινότητας, ο λόγος φυσικά για τη διάσημη Ψίμυθο.

Μέρος της συγγραφικής φιλοδοξίας υπήρξε η πρόθεση να αποδειχτεί λειτουργικό λογοτεχνικά το μυθιστόρημα αυτό, να μην περιπέσει στο πρόσκαιρο γέλιο που μια φάρσα γεννά, να μην αποδειχτεί όμως και στρυφνό για τον αναγνωστικό ουρανίσκο. Σε τέτοιες απόπειρες γραφής, πάντοτε μου έρχεται κατά νου ο Περέκ, όχι ως μέτρο σύγκρισης, αλλά ως μια εκλεκτή συγγένεια και χαρακτηριστικότερο όλων παράδειγμα περί γραφής με τον τρόπο που τα παιδιά παίζουν, τη φαντασία στο φουλ αλλά και τη σοβαρότητα παρούσα. Γιατί, δεν είναι κάποια πρωτοτυπία αυτό που θα πω, το κωμικό ή σατιρικό στην τέχνη, ακόμα και το πλέον ελάχιστο ψήγμα του, είναι ικανό να ανατινάξει όλη την επιθυμητή κατασκευή σε γελοία κομμάτια, σε διάσπαρτα καρέ απλής αυτοϊκανοποίησης του επίδοξου δημιουργού.

Ο Πετάλας τα καταφέρνει περίφημα ίσως γιατί δεν χρησιμοποιεί την Κυμύλη ως όχημα για να σατιρίσει ή να πολιτικολογήσει, κάτι που θα είχε ως αποτέλεσμα η νήσος να μετακινηθεί εκτός του κέντρου εστίασης. Και εδώ η Κυμύλη είναι και παραμένει στο επίκεντρο, εξ αυτής και εκ της συνύπαρξής της με τον, πέρα από τη θάλασσα που την περιβάλλει, κόσμο, εκπορεύονται τα πάντα. Η φαντασία, οργιώδης και χρηστική, δεν εξαντλείται στην πρόσκαιρη λάμψη της πρώτης ιδέας, εκείνης που γέννησε την Κυμύλη και την τοποθέτησε ως έναν τόπο δυνατοτήτων στη μέση του πελάγους, ούτε από τη δεύτερη, εκείνη του αφηγητή που φέρεται να είναι ειδικός σ' αυτόν τον τόπο. Γιατί τέτοιες ιδέες, οι παραπάνω αλλά και άλλες ίσως μεμονωμένες, όσο πρωτότυπες ή υποσχόμενες και αν είναι, δύσκολα αποδεικνύονται αρκετές για να υψωθεί και να ισορροπήσει πάνω τους το σύνολο της κατασκευής.

Και αν η φιλοδοξία είναι ένα ζητούμενο, η εξυπνάδα του αφηγητή, του συγγραφέα κατά προέκταση, είναι επίσης καλοδεχούμενη. Στο έργο του Πετάλα η εξυπνάδα αποδεικνύεται ο πλέον πιστός υπηρέτης της φαντασίας, εκείνη που της δίνει τον χώρο αλλά δεν την αφήνει να χαωθεί, εκείνη που επιτρέπει στον συγγραφέα να διακρίνει καθαρά τη νήσο των δυνατοτήτων,  εκείνη που επιβάλλει σκύψιμο ξανά και ξανά πάνω από το κείμενο, που δεν αφήνει το βλέμμα να θαμπωθεί από τις πρώτες κιόλας απόπειρες αλλά να δείξει την απαραίτητη υπομονή, που θα επιτρέψει στο μυθιστόρημα να μην ξεφτίσει μετά τον αρχικό ενθουσιασμό, αλλά να λειτουργήσει πολυεπίπεδα.

Η τεχνοτροπία της κατασκευής, η καταφυγή στο δοκίμιο και την έρευνα, προσφέρει γόνιμο έδαφος ώστε περισσότερα του ενός επίπεδα να ενταχθούν ομαλά και να αναπτυχθούν χωρίς να βαραίνουν ή να αποπροσανατολίζουν το ταξίδι του αφηγητή μέχρι το πόντιουμ από το οποίο θα εκφωνήσει την ομιλία του. Γιατί σ' ένα συνέδριο νησιωτικής κοινωνικής γεωγραφίας, όποια και αν είναι η άποψη του καθενός για συνέδρια όπως αυτό, δεν μπορεί παρά να λείπει ένας γενικότερος προβληματισμός γύρω από την πολυποίκιλη βιωσιμότητα γαιών καταμεσής της θάλασσας, απομονωμένων από τα κέντρα αποφάσεων, απειλούμενα από την κλιματική αλλαγή και τη μετατροπή της οικονομίας σε παροχή υπηρεσιών, όπως καλή ή κακή ώρα ο τουρισμός, και τα λοιπά και τα λοιπά.

Απολαυστικό μυθιστόρημα που δεν αναλώνεται απλώς και μόνο στην ευφάνταστη πρώτη ύλη ή την παιγνιώδη ανάπτυξή του. Φιλόδοξο και πετυχημένο.

υγ. Για το Η δύναμη του κύριου Δ* περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Όταν έρθει η μέρα που ξέρεις εδώ.

Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2024

Υδάτινη χώρα - Graham Swift

Κάτι παραπάνω από δέκα χρόνια πριν, διάβασα για πρώτη φορά κάποιο βιβλίο του Γκράχαμ Σουίφτ, ακολουθώντας το νήμα που ο θαυμασμός μου για το λογοτεχνικό έργο της Άντζελας Δημητρακάκη δημιούργησε. Εκείνη είχε μεταφράσει το τότε καινούργιο βιβλίο του, Τελευταίος γύρος. Πέρα από τη δεδομένη αναγνωστική απόλαυση που βίωσα, ακόμα ένα συναίσθημα γεννήθηκε, ένα συναίσθημα με τα χρόνια ολοένα και πιο ακριβό, ο καθησυχασμός πως εκεί έξω υπάρχει ένας δημιουργός που το έργο του ξέρεις πως ανά πάσα στιγμή θα σου προσφέρει, όταν οι συνθήκες το απαιτήσουν, ένα ήσυχο καταφύγιο μακριά και πέρα από τον τριγύρω κόσμο, τη βουή και τον ζόφο του.

Μου είχαν πει (;), είχα διαβάσει (;), όπως και να 'χει είχα από νωρίς κυκλώσει την Υδάτινη χώρα ως ένα από τα βιβλία του που ήθελα κάποια στιγμή να διαβάσω. Ο εφησυχασμός πως ένα βιβλίο σε περιμένει στο ράφι του βιβλιοπωλείου αποδεικνύεται συχνά πυκνά παγίδα που φέρει τον τίτλο: εξαντλημένο από τον εκδοτικό οίκο· παγίδα που αποκαλύπτεται όταν εσύ περισσότερο από ό,τι άλλο έχεις ανάγκη το συγκεκριμένο βιβλίο, τι και αν εκατοντάδες άλλα είναι διαθέσιμα, εσύ εκείνο θες.

Ευτυχώς, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, και κυρίως χωρίς να απαιτηθεί ένα υψηλό κόστος, βρήκα την Υδάτινη χώρα, που στα ελληνικά, σε μετάφραση Ερρίκου Μπελιέ, κυκλοφόρησε το 1987 (!) από τις εκδόσεις Εστία. Άπαξ και το βιβλίο έφτασε ως εδώ, έμενε να περιμένω την κατάλληλη στιγμή.

Θα ήταν ψέμα να πω πως μόνο επαγγελματικοί λόγοι με ωθούν προς τις νέες κυκλοφορίες, είμαι, κι εγώ, ένα θύμα του μάρκετινγκ και του καταναλωτισμού, που ενώ βρίζω για το πόσα βιβλία κυκλοφορούν, δεν χάνω την ευκαιρία να ρωτήσω στον εκάστοτε εκδοτικό οίκο ποια βιβλία σκοπεύουν να κυκλοφορήσουν στο άμεσο μέλλον, σε μια διαρκή διευθέτηση και αναδιοργάνωση της στοίβας με τα προσεχώς και τις προσδοκίες. Δεν προλαβαίνουμε να διαβάσουμε τα βιβλία που θέλουμε να διαβάσουμε, πόσο μάλλον να διαβάσουμε βιβλία που κάποτε θελήσαμε, και δεν προλάβαμε, να διαβάσουμε, για να μη μιλήσω για εκείνα τα βιβλία που έχουμε την πρόθεση να διαβάσουμε ξανά κάποια στιγμή.

Ο Γκράχαμ Σουίφτ είναι ένας σημαντικός λογοτέχνης του καιρού μας, γεννημένος το 1949, που δεν είμαι σίγουρος για το πόσο χαίρει εκτίμησης στην πλατιά μάζα του εγχώριου αναγνωστικού κοινού. Κρίνοντας από τις αντιδράσεις στην ανάρτηση της φωτογραφίας της Υδάτινης χώρας στο πλαίσιο του Παρασκευή είναι όταν διαλέγεις το επόμενο βιβλίο, είναι περισσότερο γνωστός απ' όσο θα πίστευα, αλλά ίσως λιγότερο γνωστός απ' όσο οι αντιδράσεις του ψηφιακού μου μικρόκοσμου έδειξαν. Δεν έχει και τόση σημασία ίσως.

Εκείνο που σίγουρα έχει σημασία είναι το γεγονός της ανάγνωσης ενός βιβλίου όπως αυτό, τη στιγμή που τα κύματα της εκδοτικής τρέλας των Χριστουγέννων ήδη γλείφουν τις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Γιατί η ανάγνωση ενός βιβλίου εκτός εποχής προσφέρει, αν είναι καλό το βιβλίο, μια κάποιου είδους και πάντοτε καλοδεχούμενης αποκοπή από το υψηλής ταχύτητας παρόν.

Ένας ηλικιωμένος μεσήλικας καθηγητής ιστορίας στο τοπικό σχολείο βρίσκεται αντιμέτωπος με την αποπομπή, η αφορμή δόθηκε όταν η σύζυγός του έκλεψε ένα μωρό και το έφερε σπίτι δηλώνοντας πως της το χάρισε ο θεός. Ωστόσο, ο διευθυντής, εναρμονισμένος με το σύγχρονο πνεύμα της και καλά χρηστικής εκπαίδευσης, από καιρό σκεφτόταν να αφαιρέσει το μάθημα της ιστορίας από το πρόγραμμα σπουδών, ως κάτι που τίποτα δεν πρόσφερε, ίσως μόνο αποπροσανατολισμό από το επερχόμενο μέλλον το οποίο κάθε γενιά όταν αποφοιτούσε θα καλούταν να υπηρετήσει.

Το τι και το πώς είναι τα εργαλεία ενός ιστορικού, το μπέρδεμα εμφανίζεται όταν προκύπτει η ανάγκη για γιατί, όταν οι αναλογίες και οι αιτίες του παρόντος, μαζί με τον φόβο για το μέλλον, αναδύονται, τότε η πολιτική εμπλέκεται. Ο Σουίφτ έχει μια ιστορία να πει, την ιστορία του αφηγητή, ενός καθηγητή ιστορίας, που γεννήθηκε και έζησε σε ένα τοπίο υγρό και επίπεδο, ιστορία που, όπως κάθε ατομική ιστορία, πορεύεται χέρι με χέρι με τη μεγάλη, εκείνη που συχνά γράφεται με το γιώτα κεφαλαίο, ακόμα και αν τα υποκείμενα της ζωής δεν έχουν επίγνωση του τι συμβαίνει στον κόσμο την κάθε δεδομένη στιγμή που η δική τους ιστορία δοκιμαζόταν και ανατρεπόταν, ξανά και ξανά.

Είναι μια πρώτη διαφορά του τότε και του τώρα, τότε ήταν δύσκολο να ξέρεις, τώρα είναι δύσκολο να μην ξέρεις, τότε αργούσες να μάθεις τι συμβαίνει, τώρα γρήγορα το ξεχνάς αφού κάτι άλλο συμβαίνει. Ο φόβος αναζωπυρώνεται διαρκώς.

Με μια περίτεχνη δομή, που πότε μοιάζει με μονόλογο σκέψης, πότε με εντός της τάξης παράδοξη παράδοση μαθήματος και πότε με μια κατ' ιδίαν συνάντηση με έναν μαθητή που διαρκώς προκαλεί τον καθηγητή, ρωτώντας και ζητώντας να μάθει το γιατί πρέπει να διδάσκεται την ιστορία, ο Σουίφτ, με θαυμαστή αφηγηματική άνεση, χειρίζεται ένα ογκώδες υλικό, διερχόμενος από αλλεπάλληλες αναλήψεις από το παρελθόν, που αρχικά παιδεύουν αλλά σύντομα αρχίζουν να φανερώνουν τη σημασία τους στο μεγάλο και φιλόδοξο κάδρο, για να παραδώσει ένα σπουδαίο μυθιστόρημα με την πατίνα του κλασικού.

Και αυτό το βιβλίο είναι εξαντλημένο. Μάλιστα.

υγ. Της Υδάτινης χώρας είχαν προηγηθεί: ο Τελευταίος γύρος (εδώ), το Αύριο (εδώ) και το Κυριακή της Μητέρας (εδώ). Έχει περάσει καιρός από το τελευταίο βιβλίο της Δημητρακάκη (ΤΙΝΑ, εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας, περισσότερα εδώ), σε κάθε αφιέρωμα για βιβλία που αναμένεται να κυκλοφορήσουν με αδημονία γυρεύω το όνομά της. Για κείμενα σχετικά με τα βιβλία της, μια αρχή μπορεί να γίνει από εδώ.

Μετάφραση Ερρίκος Μπελιές
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2024

Υπόγειος κόσμος - Don DeLillo

Έφτασε ο καιρός ένα ακόμα γραμμάτιο να εξοφληθεί.

Στις συζητήσεις γύρω από τον ΝτεΛίλλο εμφανίζονται συχνά δύο στρατόπεδα που, αφού πρώτα έχουν συμφωνήσει σχετικά εύκολα για τη δεδομένη συγγραφική του αξία, ένας, συνήθως λένε, από τους μεγάλους σύγχρονους συγγραφείς, στη συνέχεια βρίσκονται να διαφωνούν ανάμεσα στα πολυσέλιδα μυθιστορήματά του, εκείνα που χαρακτήρισαν το πρώτο μισό της εργογραφίας του, και στα πιο ολιγοσέλιδα της ύστερης περιόδου. Παρότι διαισθητικά έπαιρνα το μέρος των πιστών της πύκνωσης και του λακωνικού, δεν επέμενα, δεν είχα διαβάσει αυτό που κατά γενική ομολογία θεωρείται το magnus opus του ΝτεΛίλλο, τον Υπόγειο κόσμο.

Πρώτα η παραδοχή· δύσκολα ένα κείμενο ανάγνωσης μπορεί να σταθεί αντάξιο ενός έργου όπως αυτό, ακόμα και ένα κριτικό κείμενο, που ίσως φέρει μια διαφορετική, πιθανώς λοξή, ματιά, θα χρειαστεί μερικές χιλιάδες λέξεων, πέρα από το ταλέντο και την εργατικότητα του γράφοντος. Και αυτή η παραδοχή έρχεται να αναγνωρίσει τη συγγραφική φιλοδοξία, πέρα από το ταλέντο και την εργατικότητα του συγγραφέα. Το έντονο συναίσθημα που μου γεννά η φιλοδοξία, έστω και η υπόνοιά της, πόσο μάλλον το βροντοφώναγμά της είναι κάτι που πολλές φορές έχω καταθέσει σε αυτή εδώ τη γωνιά.

Δύσκολο επίσης είναι να συνοψίσει κανείς και την υπόθεση του μυθιστορήματος, όχι μόνο λόγω της έκτασής του, αλλά κυρίως για το εύρος των θεμάτων, των ιδεών και των δεκάδων υποϊστοριών, σε πλείστα χωροχρονικά πλαίσια. Η αφήγηση ξεκινά με έναν πιτσιρικά που καταφέρνει να μπει χωρίς εισιτήριο σε έναν αγώνα μπέιζμπολ, που λιγοστό φίλαθλο κοινό είχε προσελκύσει, εξαιτίας της κακής πορείας της γηπεδούχου ομάδας, που ωστόσο έμελλε να μείνει στην ιστορία ως ένας από τους σημαντικότερους αγώνες της ιστορίας εξαιτίας ενός δυνατού χτυπήματος με το μπαστούνι να στέλνει τη μπάλα στην κερκίδα, δίνοντας τελευταία στιγμή μια ανέλπιστη νίκη. Ο μικρός θα καταφέρει να οικειοποιηθεί τη συγκεκριμένη μπάλα και να γυρίσει μαζί της σπίτι του.

Περνώντας ο αγώνας στο πάνθεον του μπέιζμπολ, θα αποκτήσει μυθικές διαστάσεις, η λάμψη του θα διατηρηθεί για χρόνια, πολλοί θα ισχυρίζονται πως ήταν παρόντες, ενώ είχαν αδιαφορήσει, μην πιστεύοντας πως θα έχαναν την ευκαιρία της παρουσίας σε μια σπουδαία στιγμή της μετέπειτα συλλογικής μνήμης. Η μπάλα, ως σουβενίρ, που μοιάζει με οποιαδήποτε άλλη μπάλα, και είναι μάλλον αδύνατο να αποδειχτεί πως είναι η συγκεκριμένη μπάλα, θα αποτελέσει το απόλυτο ζητούμενο κάθε συλλέκτη αναμνηστικών. Οι Αμερικανοί, με μια δόση υπερφίαλης στάσης, αναφέρονται στα εθνικά τους πρωταθλήματα ως παγκόσμια, θεωρώντας δεδομένο πως εκτός των υπόλοιπων πολιτισμικών, οικονομικών ή πολιτικών εκφάνσεων του αμερικανικού τρόπου ζωής, και του αντίστοιχου ονείρου, αποτελούν το κέντρο της παγκόσμιας σφαίρας.

Αυτοί οι τρεις άξονες που διατρέχουν, πότε φανερά και πότε όχι, το μυθιστόρημα βοηθούν σε μια σηματοδότηση των συγγραφικών προθέσεων, έστω μέρους αυτών. Και αν οι δύο πρώτοι άξονες εμφανίζονται συχνά, ο τρίτος, η πεποίθηση πως η Αμερική αποτελεί την κυρίως πίστα, παρότι απλή και προφανής, προσδίδει, κατά τη γνώμη μου, μια ενδιαφέρουσα διάσταση σε εκείνο που συνηθίζουμε να αποκαλούμε μεγάλο αμερικανικό μυθιστόρημα. Υπάρχει ένας μικρής έκτασης διάλογος που διαπραγματεύεται αυτό ακριβώς, όταν ο ένας συνομιλητής αναρωτιέται αν όντως το συγκεκριμένο παιχνίδι είναι κάτι που απασχολεί τον κόσμο συνολικά, και ο έτερος του απαντά, κάπως αμήχανα, πως σίγουρα το παιχνίδι μεταδόθηκε ραδιοφωνικά στις διάφορες αμερικανικές βάσεις ανά την υφήλιο.

Ο ΝτεΛίλλο, απλά, όπως η οξυδέρκεια ενός δυνατού μυαλού μπορεί, δείχνει πως –είμαστε στα τέλη του περασμένου αιώνα– η πεποίθηση πως η Αμερική είναι το κέντρο του κόσμου, αν όχι του σύμπαντος, είναι ισχυρή σαν μια φυσική και οικουμενική αλήθεια. Έτσι, το αμερικάνικο όνειρο οριοθετείται και τοποθετείται στο κάδρο εντός του κόσμου που δέχεται τη διαρκή και έντονη αυτή επίθεση σε διάφορα επίπεδα, που οδηγεί, αν δεν έχει κιόλας οδηγήσει, σε μια ομογενοποίηση και απομάγευση του κόσμου, ένα καθολικό «δεν υπάρχει εναλλακτική», την πεποίθηση του μέσου κατοίκου των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

Ο ΝτεΛίλλο, όπως και άλλα δυνατά και επίμονα μυαλά, βρίσκεται στο επίκεντρο της σύγχρονης αυτοκρατορίας, αντιλαμβάνεται και επεξεργάζεται τα μικρά, αν όχι ελάχιστα, βήματα του δυτικού κόσμου, μπορώντας έτσι να υποθέσει με σχετική ασφάλεια το πού θα οδηγηθεί ο κόσμος εντός των επόμενων χρόνων. Και είναι αυτή η οξυδέρκεια που επιτρέπει σε ένα μυθιστόρημα που όταν κυκλοφόρησε ήταν στην υπεραιχμή της συγχρονίας, να μην απολέσει τίποτα από τη φρεσκάδα του ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, όταν πια διαθέτει ήδη τις δάφνες του κλασικού. Εδώ είναι που το επίθετο προφητικός μπαίνει στην εξίσωση, προσδιορισμός τουλάχιστον προσβλητικός για τον ίδιο τον συγγραφέα που μάλλον ένα καμπανάκι ήθελε να σημάνει παρά να δικαιωθεί. Τα ευχολόγια είναι αλλεργιογόνοι παράγοντες, ας ειπωθεί και αυτό

Και αν ο αγώνας του μπέιζμπολ χαρακτηρίζει τη μια όψη της καθημερινότητας, δεν θα μπορούσε να απουσιάζει το ψυχροπολεμικό κλίμα της περιόδου, με τη Σοβιετική Ένωση εντυπωσιασμένη από τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι να καταβάλει τεράστιες προσπάθειες να αποκτήσει πυρηνικό οπλοστάσιο, κάνοντας δοκιμές. Χωρίς να το κάνει νιανιά, ο συγγραφέας αφήνει να αιωρείται ο σχεδόν απλοϊκός, μα οδυνηρά εύστοχος, συλλογισμός, πώς γίνεται κάποιος που έχει κιόλας πράξει το κακό να αντιμετωπίζει με έκπληξη την απόπειρα κάποιου να τον ακολουθήσει. Συλλογισμός που έρχεται να συμπληρώσει, σε πιο σοβαρό επίπεδο από έναν αγώνα μπέιζμπολ, τη διάχυτη εγωκεντρική πεποίθηση.

Υπάρχουν διάφορες στιγμές στο μυθιστόρημα αυτό που εντυπωσιάζουν τον σημερινό αναγνώστη, ιδιαίτερα σε μια χώρα όπως η δική μας που ο καπιταλισμός καθυστερεί να φτάσει, όπως για παράδειγμα η διαχείριση των απορριμάτων, από τα πιο απλά και αθώα οικιακά κατάλοιπα μέχρι τα πυρηνικά. Ο ανθρώπινος πολιτισμός ίσως να εκκινεί τη στιγμή που ο άνθρωπος παράγει σκουπίδια και ασχολείται με την εναπόθεσή τους, μακριά και κρυμμένα καλά, αργότερα σε χώρες που έναντι ενός χρηματικού ποσού είναι διατεθειμένες να τα εισάγουν.

Ας αναφερθώ και σε δυο τρία, μάλλον προφανή και αναμενόμενα, τεχνικά χαρακτηριστικά. Ο τρόπος με τον οποίο ο ΝτεΛίλλο διαχειρίζεται το τεράστιο υλικό του είναι τουλάχιστον συγκλονιστικός, το μέγεθος όχι μόνο δεν αποτελεί μειονέκτημα, αλλά αποτελεί ένα πλεονέκτημα, αφού ο συγγραφέας τοποθετεί τον αναγνώστη, ακόμα και εκείνον που ζει χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό περιβάλλον, βαθιά μέσα στην Αμερική του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα. Ο Υπόγειος κόσμος είναι ένα μυθιστόρημα ξεκάθαρα πολιτικό, χωρίς να το φωνάζει ή να το επικαλείται διαρκώς. Ειδική αναφορά πρέπει στα διαλογικά μέρη του βιβλίου, που αποτελούν υπόδειγμα αληθοφάνειας, πετυχαίνοντας αυτό που καλούνται να αποτυπώσουν, το πώς, δηλαδή, σκέφτονται και εκφράζονται τα πρόσωπα της ιστορίας, πως δύο παράλληλοι μονόλογοι συνήθως συγκροτούν αυτό που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε διάλογο και που συχνά στη μυθιστορηματική του εκδοχή ξενίζει. Οι διάλογοι, επίσης, είναι το μέρος στο οποίο ο συγγραφέας τοποθετεί την γκαρνταρόμπα των χαρακτήρων, απαλλάσσοντας τον κατά τόπους παντογνώστη αφηγητή από το βαρετό αυτό καθήκον.

Αυτό που γίνεται ξεκάθαρο στον αναγνώστη είναι πως ο Υπόγειος κόσμος, παρέα με τα μεγάλα βιβλία του Πίντσον, αποτελούν το πρότυπο του μεγάλου αμερικανικού μυθιστορήματος που με τόση επιμονή, στο όριο της εμμονής, επιχειρούν να γράψουν οι νεότεροι συγγραφείς, τουλάχιστον όσο αφορά τη μεταμοντέρνα εκδοχή του, ένα μυθιστόρημα που θα περιλαμβάνει τα πάντα, που θα καλύπτει κάθε σπιθαμή του κόσμου, λειτουργώντας ταυτόχρονα στο παρόν αλλά και στο προσεχές μέλλον, μην αφήνοντας το παρελθόν απέξω, αυτό που θα τα καταστήσει σύγχρονα κλασικά έργα και θα τα σώσει από τη συντομία του πυροτεχνήματος στον γεμάτο από φωτεινή ρύπανση ουρανό.

Η ονοματοδοσία του μυθιστορήματος προκύπτει από το ομώνυμο, επινοημένο ωστόσο, φιλμ τού κινηματογραφιστή Αϊζενστάιν. Από τον Υπόγειο κόσμο πηγάζουν τα περισσότερα από τα μετέπειτα έργα του ΝτεΛίλλο, από δυσδιάκριτα ξέφτια και ευδιάκριτα νήματα, από όσα προοικονομήθηκαν και συνέβησαν. Και τελικά; Με ποιους και απέναντι σε ποιους θα κάτσω στο τραπέζι; Ο αναγνωστικός ίλιγγος συνέβη, ξεπέρασε μάλιστα όσα είχαν ειπωθεί και τοποθετηθεί ως ορίζοντας προσδοκιών, εντούτοις, ο τρόπος που ο ΝτεΛίλλο διαχειρίζεται τον χρόνο, το πώς τον πυκνώνει και τον επιβραδύνει είναι ένα συναίσθημα που δεν μπορώ να ξεπεράσω άπαξ και το βίωσα. Άλλωστε, τις ενδοεργογραφικές συγκρίσεις τις θεωρώ άδικες και, για τα γούστα μου, περιττές.

Για βιβλία όπως ο Υπόγειος κόσμος υπάρχει η διάκριση ανάμεσα σε ανάγνωση και αναγνωστική εμπειρία. Για βιβλία όπως αυτό υπάρχει ο κανόνας και οι χοντρές τελείες στην πορεία τού λογοτεχνικού ποταμού. Για βιβλία όπως αυτό η μεγάλη φόρμα, η πολύ μεγάλη φόρμα για την ακρίβεια, είναι ο προσφιλής μου λογοτεχνικός τόπος. Για βιβλία όπως αυτό η λογοτεχνία αποτελεί ένα φιλάνθρωπο μπούνκερ απόστασης από τον γύρω κόσμο, παρότι με τοίχους γεμάτους από πόστερ και φωτογραφίες τεράτων και τερατωδών πράξεων.

υγ. Σύνδεσμοι για προηγούμενα έργα του ΝτεΛίλλο: Οι χρόνοι του σώματος (εδώ), Λευκός θόρυβος (εδώ), Zero K (εδώ), Η σιωπή (εδώ) και Σημείο Ωμέγα (εδώ).

Μετάφραση Έφη Φρυδά
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας

Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2023

Στοχασμοί για την Κοινότητα - Θωμάς Συμεωνίδης

Ο πολυπράγμων Θωμάς Συμεωνίδης, έξι χρόνια μετά το μεταμοντέρνο μυθιστόρημά του, Μυθιστόρημα (Γαβριηλίδης, 2017), επιστρέφει με το Στοχασμοί για την Κοινότητα, ένα υβριδικό αφήγημα, μυθιστόρημα όπως η ίδια η έκδοση αναγράφει, στο οποίο συνυπάρχουν η λογοτεχνία, η φιλοσοφία και τα εικαστικά, άξονες που αποτελούν μεγάλο μέρος των ενδιαφερόντων του, όπως αυτά αποτυπώνονται στην εργογραφία του. Άλλωστε, παράλληλα με τις μυθοπλαστικές απόπειρες, ο γεννημένος το 1977 συγγραφέας έχει να επιδείξει έναν αξιοσημείωτο αριθμό δοκιμίων σχετικά με τη φιλοσοφία και την τέχνη, αλλά και μεταφραστικές δουλειές, με σημαντικότερη ίσως την ενασχόλησή του με το έργο τού Σάμιουελ Μπέκετ.

Με την εν γένει συζήτηση γύρω από την ελληνική λογοτεχνία  πάντοτε παρούσα, σε μια απόπειρα κατανόησης και χαρτογράφησης των χαρακτηριστικών της, αλλά και της θέσης της στην παγκόσμια λογοτεχνική μήτρα, θεωρώ πως είναι καθοριστικό να γίνει αναφορά σε δύο αρετές που συναντώνται σπάνια στα μέρη μας και αυτές δεν είναι άλλες από τη φιλοδοξία και το ευδιάκριτο προσωπικό στίγμα. Στο έργο του Συμεωνίδη, ήδη από τα πρώτα του βήματα, αυτές οι αρετές είναι ορατές δια γυμνού οφθαλμού. Και αν η συγγραφική φιλοδοξία, παρά την αρνητική χροιά που για κάποιους έχει, είναι μάλλον ξεκάθαρη, δεν συμβαίνει το ίδιο και με το προσωπικό στίγμα, αφού ως χαρακτηριστικό δημιουργίας συγχέεται με τη μάλλον αόριστη και χιμαιρική έννοια της πρωτοτυπίας, με τις ενστάσεις να σχετίζονται με τις περισσότερο ή λιγότερο εμφανείς επιρροές στο έργο ενός δημιουργού, λες και υπήρξε ποτέ παρθενογένεση στην τέχνη και τον στοχασμό.

Ο πλήρης τίτλος του βιβλίου αυτού είναι: Στοχασμοί για την Κοινότητα και τη Ζωή και την Αγάπη και τη Ζωή μετά τη Ζωή σε μια εποχή που υπάρχει ένας Μαύρος Κύβος στην Πλατεία, ένα Άνοιγμα λίγο πιο πέρα και ένα Δοχείο στο έδαφος. Τίτλος που εν πολλοίς περιγράφει συνοπτικά μεγάλο μέρος των ιδεών που πραγματεύεται το μυθιστόρημα. Η Κοινότητα, ένας μπεκετικός τόπος με έντονο το στοιχείο του ανοίκειου, είναι ο χώρος, για τον οποίο ο συγγραφέας μάς προσφέρει τον απαραίτητο χάρτη πλοήγησης, τη στιγμή που ο χρόνος δεν δίνεται αλλά είναι παροντικός, ένα διαρκές τώρα που έχει επικρατήσει στη μάχη της νοσταλγίας αλλά και της προσμονής. Τόπος περίκλειστος, ένα ιδιότυπο νησί με ορισμένες διαστάσεις και όρια, ο οποίος κυβερνάται από μια απρόσωπη αρχή και κατοικείται από μέλη με ιδιότητες, άλλοτε επαγγελματικές (ο Αριχτέκτονας Ρεμ, ο Φιλόσοφος Σοπ, η Γυμνάστρια Φράνσις κ.τ.λ.) και άλλοτε χαρακτηριολογικές (ο Αποσυνάγωγος Μπλέικ, η Ματαιόδοξη Ρουθ κ.τ.λ.).

Η ονοματοποιία παίζει καθοριστικό ρόλο στη συγγραφική αυτή απόπειρα, η επιλογή των ονομάτων δεν είναι τυχαία, ακόμα και όταν αυτά δεν προσφέρουν μια άμεση και ορατή διακειμενικότητα. Ένας από τους πρωταγωνιστές της σύνθεσης αυτής είναι ο Σουπρίμους, μυθοπλαστική εκδοχή των ιδεών του Ρώσου καλλιτέχνη Καζιμίρ Μάλεβιτς, ενώ, ανάμεσα σ' άλλους, στην Κοινότητα κατοικούν ο Νταζάιν (βλ. Είναι και Χρόνος του Χάιντεγκερ) και η Γκρέις. Στην Κοινότητα αυτή, ο αφηγητής–συγγραφέας θα δοκιμάσει να δώσει απαντήσεις σε ένα πλήθος ερωτημάτων φιλοσοφικής και αισθητικής προέλευσης, σε μια απόπειρα εκ προοιμίου φιλόδοξη, που, όπως συνήθως συμβαίνει, γεννά, πολλαπλάσια των αρχικών, νέα ερωτήματα.

Ο Συμεωνίδης πετυχαίνει να εμφυσήσει συναίσθημα σε μια εγκεφαλική κατασκευή, να σχεδιάσει και να προωθήσει μια μάλλον προσχηματική, πλην όμως λειτουργική, πλοκή, να πειραματιστεί σε μεταμοντέρνα μονοπάτια, να απλώσει νήματα στον αναγνώστη για περαιτέρω αναζητήσεις, να γοητεύσει με την άνεση με την οποία διαχειρίζεται τις γνώσεις και τις αναφορές του, να επιτρέψει την πρόσβαση στην ποιητική και τα παρασκήνια της κατασκευής, να στρέψει με σύνεση το βλέμμα στο μέλλον της τεχνητής νοημοσύνης, να καταθέσει ένα βιβλίο βαθιά πολιτικό αλλά σε καμία περίπτωση στρατευμένο και με απαντήσεις προφανείς και εύκολες, άλλωστε, τα ερωτήματα και ο οριακός στοχασμός είναι εκείνα που πάντοτε ανοίγουν με τον τρόπο τους νέες οδούς στη σκέψη αλλά και την ίδια την ύπαρξη. Κυρίως όμως πετυχαίνει να σταθεί αντάξιος των απαιτήσεων του δικού του οράματος, μια φιλοδοξία που πατάει σε έδαφος στέρεο. Το Στοχασμοί για την Κοινότητα είναι ένα σημαντικό, από πολλές απόψεις απαιτητικό, στη δημιουργία αλλά και την ανάγνωση, πολλαπλών επιπέδων μυθιστόρημα.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Ανοιχτό Βιβλίο)

υγ. Για το Μυθιστόρημα περισσότερα θα βρείτε εδώ.

Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας

Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2023

Ο ποταμός της μνήμης - Richard Powers

Πριν από αρκετά χρόνια, οκτώ αν κάνω σωστά τις πράξεις και τους υπολογισμούς, η Σ., με βλέμμα γεμάτο λάμψη, μου μίλησε για το βιβλίο αυτό. Ωστόσο, οι μηχανισμοί που φέρνουν στα χέρια μας το επόμενο βιβλίο είναι, τις περισσότερες φορές, ανεξήγητοι, η πληροφορία καταγράφηκε αλλά δεν αξιοποιήθηκε παρά μόνο πριν από λίγες μόλις μέρες, όταν η ανάγκη για μια πολυσέλιδη, γενναιόδωρη αφήγηση χτύπησε με επιμονή την πόρτα. Πριν από τρία χρόνια διάβασα ένα άλλο βιβλίο του Πάουερς, Οι κορυφές της ζωής, που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Ενθουσιάστηκα. Ήταν το βιβλίο που τότε είχα ανάγκη, μια μεγάλη αφήγηση ικανή να δημιουργήσει χώρο σε μια περίοδο αρκετά ασφυκτική. Και τα βιβλία αυτά, που, αριστουργήματα ή μη, κάποτε μας βοήθησαν να μείνουμε στην επιφάνεια και να βρούμε τις ανάσες μας ξανά, έχουν μια θέση ξεχωριστή στην καρδιά μας. Τέτοιο βιβλίο ήταν Οι κορυφές της ζωής. Η εμπειρία εκείνη έφερε ξανά στο προσκήνιο την ανάμνηση εκείνου του γεμάτου λάμψη βλέμματος. Πέρασε αρκετός καιρός από τότε. Άλλα βιβλία μεσολάβησαν. Στο παζάρι της Κλαυθμώνος Ο ποταμός της μνήμης κόστιζε δυόμιση ευρώ. Δεν είχα πλέον κάποια δικαιολογία. Η στιγμή έφτασε. Οι προσδοκίες αναπόφευκτα βάραιναν την επιλογή.

Η Κάριν κατάφερε να ξεφύγει από το ασφυκτικό περιβάλλον της μικρής επαρχιακής πόλης στις βορειοαμερικανικές μεσοδυτικές πολιτείες, εκεί που γεννήθηκε και μεγάλωσε, πόλη γνωστή εξαιτίας του ξεχειμωνιάσματος των καναδικών γερανών τους χειμερινούς μήνες στον ποταμό Πλατ. Δυσκολεύτηκε αρκετά αλλά κατάφερε να πάρει τον έλεγχο της ζωής της, να αφήσει μεγάλο μέρος του παρελθόντος της πίσω, να νιώσει καλά με τον εαυτό της, να βρει ικανοποίηση και νόημα στις ταπεινές δουλειές που χρειάστηκε να κάνει, να αφεθεί σε μια σχέση, όσο μπορούσε τουλάχιστον να αφεθεί. Πίσω, στη γενέθλια πόλη, άλλος συγγενής εκτός από τον Μαρκ, τον μικρότερο αδερφό της, δεν της είχε μείνει. Οι δυσκολίες της ενηλικίωσης, με εκείνη στον ρόλο της μεγάλης αδερφής, ύφαναν το κυρίως μέρος των μεταξύ τους συναισθημάτων. Η χιλιομετρική απόσταση φάνηκε να δίνει οριστικά το πραγματικό βάρος στη σχέση τους. Όμως, η ζωή είναι γεμάτη από ανατροπές.

Όταν το τηλέφωνό της χτύπησε, έχασε το έδαφος κάτω από τα πόδια της, ο αδερφός της ήταν σε κρίσιμη κατάσταση αλλά ζωντανός μετά από ένα αυτοκινητικό ατύχημα και νοσηλευόταν στην τοπική κλινική. Η Κάριν θα ζητήσει και θα λάβει μια ολιγοήμερη άδεια από τη δουλειά της για να βρεθεί στο πλευρό του Μαρκ, που την είχε ανάγκη. Η ανακούφισή της όταν ο Μαρκ επανέκτησε την επαφή με το περιβάλλον γρήγορα υποχώρησε αφού εκείνος αρνιόταν πεισματικά να δεχτεί πως ήταν η Κάριν εκείνη που βρισκόταν στο δωμάτιο και όχι κάποια σωσίας που είχε πάρει τη θέση της. Η υπομονή των πρώτων ημερών, πως αυτό ήταν μια κατάσταση προσωρινή, έδωσε τη θέση της στον εκνευρισμό μιας μόνιμης συνθήκης. Η Κάριν αναγκάστηκε να πάρει άδεια άνευ αποδοχών, ρισκάροντας πως η θέση της θα καλυπτόταν από κάποιον άλλο διαθέσιμο αντικαταστάτη. Η γνωμάτευση των θεραπόντων ιατρών ήταν πως ο Μάρκ έπασχε από το σύνδρομο Κάπγκρας, σπάνιο και όχι σύνηθες αποτέλεσμα κρανιοεγκεφαλικού τραύματος.

«Στο Κάπγκρας το άτομο πιστεύει ότι οι αγαπημένοι του έχουν αντικατασταθεί με ρομπότ, σωσίες ή εξωγήινους. Όλους τους άλλους τους αναγνωρίζει. Ενώ το αγαπημένο πρόσωπο διεγείρει μεν τη μνήμη, αλλά όχι και το συναίσθημα. Η απουσία συναισθηματικής επιβεβαίωσης υπερτερεί αυτού που λέει η λογική της μνήμης. Ή, για να το πω αλλιώς, η διάνοια επινοεί περίπλοκα λεπτομερείς μεν, αλλά παράλογες εξηγήσεις για να δικαιολογήσει μιαν ανεπάρκεια στο συναίσθημα. Η λογική εξαρτάται από το συναίσθημα».

Η Κάριν, σε μια προσπάθεια κατανόησης και, συναισθηματικής κυρίως, επιβίωσης, αρχίζει τη μελέτη γύρω από το σύνδρομο Κάπγκρας αλλά και τη γενικότερη μελέτη της λειτουργίας του εγκεφάλου. Θα επικοινωνήσει με τον Τζέραλντ Βέμπερ, έναν νευρολόγο και διάσημο συγγραφέα βιβλίων εκλαϊκευμένης νευρολογίας που ζει στην ανατολική ακτή. Θα καταφέρει να του κινήσει το ενδιαφέρον και να τον φέρει ως εκεί. Αυτό είναι σε γενικές γραμμές το περίγραμμα της υπόθεσης του μυθιστορήματος αυτού.

Ένας παντογνώστης αφηγητής θα ηγηθεί της προώθησης της πλοκής στην οποία πρωταγωνιστούν τα δύο αδέρφια και ο Βέμπερ, ενώ παράλληλα, καθώς οι μήνες κυλούν, οι γερανοί φτάνουν και αποχωρούν από τα μέρη εκείνα. Ο Πάουερς είναι σπουδαίος μάστορας στην κατασκευή, κάτι το οποίο είχα την τύχη να απολαύσω και στο προηγούμενο βιβλίο του. Μια αφήγηση ρέουσα που δεν ανακόπτεται χωρίς ωστόσο να παραμελεί τις απαραίτητες τεχνικές προδιαγραφές, χωρίς δηλαδή να υποκύπτει άνευ όρων στην ευκολία γυρίσματος της σελίδας. Τα σκοτεινά σημεία του ανθρώπινου εγκεφάλου μπορεί να μοιάζουν αρκούντως γοητευτικά, αλλά χωρίς την ορθή χρήση τους δεν θα κατάφερναν να διαμορφώσουν ένα ωραίο μυθιστόρημα. Ο συγγραφέας πείθει τον αναγνώστη πως έχει επαρκή και εις σχετικό βάθος γνώση για το αντικείμενο, πως το σύνδρομο Κάπγκρας δεν είναι ένα απλό και φαντασμαγορικό εύρημα που στην πορεία αποδεικνύεται αντί για θησαυρός άνθρακας, και αυτό, παρότι βρισκόμαστε σε μυθοπλαστικά εδάφη, είναι απαραίτητο.

Ο Βέμπερ θα μπορούσε, στα μάτια μου τουλάχιστον αυτό συνέβη, να θεωρηθεί άλτερ έγκο του Όλιβερ Σακς. Η παρουσία του, εκτός από καταλυτική για την προώθηση της κεντρικής πλοκής, διαπραγματεύεται αρκετά ακόμα ζητήματα που έχουν να κάνουν με την έννοια ή τον ρόλο, αν προτιμάτε, του επιστήμονα, την ταλάντευση ανάμεσα στην επιλογή της περαιτέρω επιστημονικής έρευνας και την εκλαΐκευση της εμπειρίας, ανάμεσα στη συγγραφή επιστημονικών άρθρων που αφορούν λίγους ειδικούς και την απόπειρα επεξήγησης σε ένα πιο ευρύ κοινό, το ηθικό ερώτημα αν πρόκειται για εκμετάλλευση των ασθενών ή όχι η μεταφορά των περιστατικών στις σελίδες των βιβλίων του, αν προκύπτουν ζητήματα σχετικά με τη χρήση ευαίσθητων και ξεκάθαρα προσωπικών δεδομένων, αλλά και αν η απόπειρα απόκρυψής τους αποτελεί μια καλή δικαιολογία για τον μυθοπλαστικό εμπλουτισμό τους προς τέρψιν εντυπωσιασμού. Ο Πάουερς έχει τη διορατικότητα να μην του στήσει έναν ανδριάντα, αλλά να προσδώσει στον Βέμπερ τα απαραίτητα, ανθρώπινα χαρακτηριστικά, καταφέρνοντας να δώσει το απαραίτητο βάθος στον χαρακτήρα αυτό, ίσως τον πιο καλοσχηματισμένο και σίγουρα τον πλέον γοητευτικό μεταξύ των προσώπων της πλοκής.

Εκείνο ωστόσο που κυρίως πετυχαίνει ο Πάουερς είναι να διαποτίσει το σύνολο του μυθιστορήματος με τα λόγια του Βέμπερ: Η λογική εξαρτάται από το συναίσθημα. Το επιστημονικό και σπάνιο εύρημα του συνδρόμου Κάπγκρας δεν εξαντλείται στον εντυπωσιασμό, αλλά καθίσταται οργανικό μέρος της συνολικής αναγνωστικής πρόσληψης. Και αυτό αποδεικνύεται ο πλέον καθοριστικός παράγοντας που επιτρέπει στο Ο ποταμός της μνήμης να υπερβεί κατά πολύ τους όποιους περιορισμούς καλείται να αντιμετωπίσει ένα μυθιστόρημα όπως αυτό, που εξαρτάται σε τόσο μεγάλο βαθμό από το κεντρικό εύρημα και τη διαρκή προσήλωση στην προώθηση της πλοκής. Ο πρωτότυπος τίτλος του μυθιστορήματος είναι The Echo Maker. Παρότι δεν ξέρω τους λόγους για τους οποίους λήφθηκε η απόφαση για την αλλαγή του στην ελληνική έκδοση, οφείλω να παραδεχτώ πως αποδεικνύεται αρκετά λειτουργικός και επαρκής.

Ένα πολύ καλό μυθιστόρημα ήταν αυτό.

υγ. Για το Οι κορυφές της ζωής περισσότερα εδώ, ενώ οι εκδόσεις Gutenberg έχουν προαναγγείλει το τελευταίο του βιβλίο.
 
Μετάφραση Μιχάλης Μακρόπουλος
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2022

Όταν έρθει η μέρα που ξέρεις - Άγης Πετάλας/ Κώστας Καλφόπουλος

Μου αρέσουν τα λογοτεχνικά παιχνίδια, με ιντριγκάρουν. Ιδιαίτερα εκείνα που προκύπτουν από τη συνεργασία δύο ή περισσότερων συγγραφέων. Τότε το γράψιμο, μια διεργασία εκ φύσεως μοναχική, μετατρέπεται σε διάλογο, η συνδιαμόρφωση απαιτεί υποχωρήσεις και γεφύρωμα των διαφωνιών σε βαθμό μεγαλύτερο από εκείνο που απαιτεί η ισορροπία μεταξύ συγγραφέα και επιμελητή, όταν υπάρχει επιμελητής και όχι απλώς ένας κακοπληρωμένος διορθωτής δηλαδή. Κατά την ανάγνωση το παιχνίδι συνεχίζεται, υποθέσεις σχετικά με το ποιος κρύβεται πίσω από κάποια ιδέα ή αν το τουίστ που οδήγησε στην κύρια ανατροπή ήταν αποτέλεσμα ανταγωνισμού μεταξύ των συγγραφέων. Επιχειρώ διαρκώς να διακρίνω τις ραφές ανάμεσα στα δύο πληκτρολόγια, πού σταματάνε οι λέξεις του ενός και πού αρχίζουν του άλλου, προσπαθώ να φανταστώ τους κανόνες που έθεσαν, τις υποχωρήσεις που έγιναν, τις στιγμές που μια ιδέα εμφανίστηκε, τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούσαν κατά τη διάρκεια του εγχειρήματος, έγραφαν, για παράδειγμα, στο ίδιο δωμάτιο κάποιες φορές ή δεν συναντήθηκαν ποτέ από κοντά· τέτοια πράγματα σκέφτομαι. Αλλά κάποιες φορές το αποτέλεσμα απογοητεύει, το παιχνίδι δεν λειτουργεί σε λογοτεχνικό επίπεδο.

Το Όταν έρθει η μέρα που ξέρεις κυκλοφόρησε το 2020· άργησα αλλά το διάβασα.

Η ιστορία του βιβλίου αυτού ξεκινάει το καλοκαίρι του 2019, όταν ο Μισέλ Φάις ζήτησε από τον Καλφόπουλο ένα αστυνομικό διήγημα 800 λέξεων για την Εφημερίδα των Συντακτών. Παρά τη δυσκολία του περιορισμού των λέξεων, ο Καλφόπουλος παρέδωσε το διήγημα Η κίτρινη εσάρπα. Ακολούθως, αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα. Εκεί το διάβασε ο Πετάλας. Λίγες μέρες αργότερα έστειλε ένα μέηλ στον Καλφόπουλο επισυνάπτοντας μια πιθανή συνέχεια της ιστορίας. Κάπως έτσι γεννήθηκε το βιβλίο αυτό, που πήρε τον τίτλο του από το τραγούδι «Quando arriverá» ένα χιτ της δεκαετίας του '60, δεκαετία κατά την οποία διαδραματίζεται το διήγημα, και τραγουδούσε ο Τόνυ Πινέλλι στην ταινία Μοντέρνα Σταχτοπούτα (1965). Στο βιβλίο περιλαμβάνεται η αρχική εκδοχή του διηγήματος. Για τις ανάγκες της έκδοσης Η κίτρινη εσάρπα μεγάλωσε, παίρνοντας τη μορφή ολοκληρωμένου διηγήματος, πάνω στο οποίο πάτησε τελικά το όλο εγχείρημα.

Το καλοκαίρι του 1968, ο αφηγητής, μαθητής λυκείου που έμεινε μετεξεταστέος στα λατινικά, ακολουθεί τους γονείς του στις καλοκαιρινές διακοπές στο διαμέρισμα που νοικιάζουν χρόνια στη Βούλα. Διακοπές συντομότερες του συνηθισμένου εξαιτίας της οικτρής αποτυχίας του που επιβάλλει την επιστροφή εν όψει της τελικής κρίσης. Τη στιγμή που η Ελλάδα είναι στον γύψο, διάφορα γεγονότα συνταράσσουν τον κόσμο: η δολοφονία του Κέννεντυ, η Άνοιξη της Πράγας και οι Ολυμπιακοί Αγώνες στο Μεξικό, μεταξύ άλλων, γεγονότα που ωστόσο τον νεαρό αφηγητή τον αφήνουν αδιάφορο, όπως κάθε τι έξω και μακριά από τον μικρόκοσμό του, δηλαδή, χαρακτηριστικό γνώρισμα της εφηβείας, συχνά δε όχι μόνο αυτής. Για καλή του τύχη, οι γονικοί περιορισμοί, απότοκοι της αποτυχίας του, δεν περιλαμβάνουν τα κιάλια με τα οποία ξεχνιέται χαζεύοντας τα αεροπλάνα να απογειώνονται και να προσγειώνονται στο αεροδρόμιο του Ελληνικού. Μια μέρα, το υποβοηθούμενο βλέμμα του θα πέσει στο απέναντι σπίτι, εκεί όπου μια γυναίκα εκθαμβωτικής ομορφιάς, τυλιγμένη μόνο με μια κίτρινη εσάρπα, περιφέρεται τραγουδώντας στα δωμάτια. Την επόμενη μέρα θα επιστρέψουν πίσω στην Αθήνα. Η εικόνα της γυναίκας θα χαραχτεί βαθιά στη μνήμη του άβγαλτου εφήβου και για χρόνια θα αναρωτιέται τι πραγματικά έγινε εκείνο το βράδυ όταν η κραυγή ακούστηκε και τα φώτα έσβησαν. Είκοσι χρόνια μετά, ο κατ' όνομα ανιψιός του αφηγητή, φιλοξενούμενός του στη Βούλα, θα βοηθήσει στη λύση του μυστηρίου.

Η αστυνομική υπόθεση αποτελεί, ως είθισται δηλαδή να συμβαίνει, την αφορμή. Ο Καλφόπουλος και ο Πετάλας, που θα μπορούσαν να είναι ο θείος και ο ανιψιός της ιστορίας, που τους χωρίζουν είκοσι χρόνια, μια περίοδος καθοριστική για την εμφάνιση του χάσματος, στήνουν μια ιστορία απομάγευσης της παιδικής ηλικίας ή μια ιστορία ενηλικίωσης αν προτιμάτε. Τα καλοκαίρια είναι η εποχή της νεότητας, όσο απομακρύνεται κανείς από αυτή τόσο απολύουν τη δύναμή τους. Εκεί, στα καλοκαίρια εκείνα, φωλιάζει η πρώτη ύλη, οι αναμνήσεις, τα πάθη, οι απογοητεύσεις, η βαρεμάρα του μεσημεριού και η μυρωδιά της θάλασσας. Όταν έρθει η μέρα που ξέρεις τίποτα δεν θα είναι όπως πριν, η αλήθεια θα αποδειχτεί υποδεέστερη της φαντασίας, η απομάγευση θα κατακλύσει τον χώρο. Κάπως έτσι είναι κάθε ιστορία ενηλικίωσης, ο μύθος καταρρέει και τα τρικ του ταχυδακτυλουργού αποκαλύπτονται ένα ένα.

Σε εγχειρήματα όπως αυτό, είναι κρίσιμο το τελικό αποτέλεσμα να είναι λειτουργικό και να μην αποδειχτεί απλώς ένα τζαμάρισμα. Οι δύο συγγραφείς σε αυτό τα καταφέρνουν μια χαρά καθώς το οικοδόμημα, παρά την ιδιαιτερότητά του, στέκει στέρεο ξεπερνώντας τους ειδολογικούς περιορισμούς και τον πειραματικό χαρακτήρα του. Χρησιμοποιούν δε το μεταμοντέρνο καλούπι με τρόπο χρηστικό, ώστε, μεταξύ άλλων, να συμπεριλάβουν και το πολιτικό στοιχείο στην ιστορία, καθώς η επιλογή του καλοκαιριού του '68 δεν θα μπορούσε να είναι τυχαία, ή ακόμα και αν αρχικά ήταν, δύσκολα θα έμενε ανεκμετάλλευτη. Το πολιτικό αυτό στοιχείο δίνει περαιτέρω διαστάσεις στη νουβέλα αυτή, που έχουν να κάνουν με τη σύγχρονη πρόσληψη της πραγματικότητας, την ατομική και συλλογική πρόσληψη και αξιολόγηση, την υποκειμενική κανονικότητα και τον στενό μικρόκοσμο, όλα όσα η μελέτη εν μέσω χούντας σημειολογικά φέρει. Η νουβέλα ξεχωρίζει επίσης και για τη χρήση πραγματολογικών στοιχείων, τα συστατικά της ποπ κουλτούρας και μυθολογίας της κάθε γενιάς, με τρόπο νοσταλγικά κριτικό. Η απόσταση, για παράδειγμα, ανάμεσα στον ακροατή των Beatles και εκείνο των Joy Division και όσα αυτή η απόσταση φανερώνει για την κάθε εποχή. Οι συγγραφείς, στο πλαίσιο της παιγνιώδους διαδικασίας, χρησιμοποιούν αρκετά και το προσωπικό στοιχείο, λιγότερο ή περισσότερο εμφανές, αλλά και τη διακειμενικότητα με το πρότερο έργο τους, όπως η εμφάνιση του κυρίου Δ* ή η αγάπη για τα φλίπερ.

Το Όταν έρθει η μέρα που ξέρεις δεν εξαντλείται στο ενδιαφέρον του πειράματος της συνεργατικής γραφής, με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της, αλλά διαθέτει ξεκάθαρη λογοτεχνική αξία και λειτουργεί αναγνωστικά. Είναι μια αστυνομική νουβέλα στην οποία η πολυπόθητη και ζητούμενη λύση του μυστηρίου δεν επενεργεί με τον συνηθισμένο τρόπο, ούτε στον αφηγητή ούτε στον αναγνώστη, και αυτή η υπονόμευση του είδους επιτείνει την ιδιαιτερότητά της.

Εσύ, θα ήθελες να βρεθείς στο εργαστήριο του ταχυδακτυλουργού;

υγ. Για το απολαυστικό Η δύναμη του Κύριου Δ* περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ, ενώ για το νοσταλγικό Φλίπερ εδώ.

Εκδόσεις βιβλιοπωλείον της Εστίας

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2022

Εκμηδένιση - Michel Houellebecq

Κάποιες Δευτέρες στα τέλη Νοεμβρίου ή στις αρχές Δεκεμβρίου, ιδίως όταν είσαι εργένης, έχεις την αίσθηση πως βρίσκεσαι στον προθάλαμο του θανάτου. Οι καλοκαιρινές διακοπές έχουν ξεχαστεί προ πολλού, ο νέος χρόνος είναι ακόμα μακριά· η εγγύτητα του τίποτα είναι ασυνήθιστη.

Ένα ή δύο βιβλία του Ουελμπέκ να έχει διαβάσει κανείς, με ευκολία θα μάντευε πως σε εκείνον ανήκει η παραπάνω εναρκτήρια παράγραφος. Σαράντα μία λέξεις είναι αρκετές για να περιγράψουν την εγγύτητα του τίποτα, για να δώσουν τις συντεταγμένες εντός των οποίων κινούνται οι χαρακτήρες του, ήρωες θα έγραφα παραλίγο και από το βάθος θα ακουγόταν ένα γέλιο βαθύ, χαρακτήρες λοιπόν. Η κυκλοφορία της Εκμηδένισης ήρθε να ανατρέψει πλήρως τον αναγνωστικό προγραμματισμό, και όχι έναν οποιοδήποτε εκ των δεκάδων γίνονται κατά τη διάρκεια της χρονιάς, αλλά τον πλέον συμβολικό, μαζί με εκείνον των αρχών του Σεπτέμβρη, της αρχής του νέου έτους, δηλαδή, ακαδημαϊκού ή ημερολογιακού, της επανεκκίνησης και της στοχοθεσίας. Χαλάλι του όμως.

Η Εκμηδένιση είναι το πλέον φιλόδοξο εγχείρημα του Ουελμπέκ από την κυκλοφορία του μυθιστορήματος Ο χάρτης και η επικράτεια (2010) και ύστερα, μυθιστόρημα που αποτελεί και την ψηλότερη κορυφή της εργογραφίας του, ενώ είχε προηγηθεί ένα ακόμα αριστούργημα, Η δυνατότητα ενός νησιού (2005). Αυτό δεν σημαίνει πως η Υποταγή (περισσότερα εδώ) ή η Σεροτονίνη (περισσότερα εδώ) που μεσολάβησαν δεν είναι σπουδαία μυθιστορήματα, κάθε άλλο, απλώς δεν φτάνουν τις κορυφές που άγγιξε ο Ουελμπέκ με τα προαναφερθέντα έργα.

Βρισκόμαστε στο εγγύς μέλλον. 2026. Μια σειρά από τρομοκρατικές επιθέσεις συγκλονίζουν περαιτέρω την ευρισκόμενη ήδη σε παρατεταμένη εύθραυστη ισορροπία παγκόσμια οικονομία. Οι επιθέσεις αρχικά μοιάζει να περιορίζονται σε στόχους γαλλικών ενδιαφερόντων, σύντομα όμως επεκτείνονται εκτός των συνόρων. Τα κίνητρα των δραστών είναι θολά, κάθε επόμενος στόχος αναιρεί και αποκλείει υποψήφιες κοινωνικές ομάδες ως δεξαμενές υπόπτων, η σκιαγράφηση ενός ιδεολογικού προφίλ αποδεικνύεται αδύνατη. Η Γαλλία βρίσκεται σε διαδικασία επιστροφής στις βασικές αρχές της καπιταλιστικής ανάπτυξης, επενδύοντας σε μία οικονομική εσωστρέφεια, αδιαφορώντας για τους όρους και τους περιορισμούς που η Ευρωπαϊκή Ένωση νομοθετεί. Οι προεδρικές εκλογές πλησιάζουν, ο απερχόμενος πρόεδρος, έχοντας εκπληρώσει το μέγιστο της θητείας του, αναζητά έναν ενδιάμεσο ώστε με ασφάλεια να επιστρέψει στις μεθεπόμενες εκλογές. Αυτό είναι το χωροχρονικό πλαίσιο εντός του οποίου διαδραματίζεται η Εκμηδένιση.

Στη σημερινή εποχή, που ανάμεσα σε τόσα άλλα, χαρακτηρίζεται από μια αδιαφορία για τη λογοτεχνία, ο Ουελμπέκ αποτελεί μια από τις ελάχιστες εξαιρέσεις πρόκλησης παθών και χωρισμού των αναγνωστών σε αντίπαλα στρατόπεδα. Διακύβευμα της αντιπαράθεσης δεν μοιάζει να αποτελεί η συγγραφική αλλά η ανθρώπινη αξία του Ουελμπέκ, καθώς οι πολέμιοι του χρεώνουν πως ενστερνίζεται μεγάλο μέρος των απόψεων των χαρακτήρων του· ρατσισμός, μισογυνισμός και σεξισμός, ανάμεσα σε άλλα. Τα πρόσωπα των έργων του Γάλλου συγγραφέα είναι άνθρωποι της εποχής μας, με σπουδές και οικονομική άνεση, που έχουν δουλειά και σπίτι, πηγαίνουν διακοπές σε μέρη εξωτικά. Είναι μόνοι. Η σχέση τους με την οικογένειά τους είναι όχι μόνο προβληματική αλλά και ανύπαρκτη. Είναι αρκούντως αντιπαθητικοί, ενίοτε αποκρουστικοί, παρότι διατηρούν χαμηλό προφίλ, παρότι μιλάνε ελάχιστα. Η ματαιότητα έχει διαποτίσει το είναι τους, έχει γίνει ένα με την πραγματικότητα που τους περικλείει. Η συναναστροφή μαζί τους, ακόμα και η αναγνωστική, εγείρει αισθήματα μισανθρωπίας. Ωστόσο, τα πρόσωπα αυτά διαθέτουν κάτι το βαθιά ανθρώπινο, καίτοι δυσδιάκριτο· είναι η ανθρώπινη αδυναμία και η αντιηρωική της φύση. Ο Ουελμπέκ τη διακρίνει και την ανάγει σε πρωτεύον γνώρισμα της λογοτεχνίας του.

Στην Εκμηδένιση, κεντρικός χαρακτήρας είναι ο Πωλ, παρότι το μυθιστόρημα είναι πολυπρόσωπο και η εστίαση συχνά εναλλάσσεται ανάμεσα στα υπόλοιπα πρόσωπα της πλοκής, γεγονός στο οποίο έγκειται μέρος της συγγραφικής φιλοδοξίας. Ο Πωλ είναι ένας αρκετά τυπικός ουελμπεκικός χαρακτήρας. Υψηλόβαθμο στέλεχος της δημόσιας διοίκησης, αδρά αμειβόμενο, τα τελευταία χρόνια είναι το δεξί χέρι του υπουργού οικονομίας, του πλέον ισχυρού προσώπου της κυβέρνησης, που ο ρόλος του στις επικείμενες εκλογές θα είναι κομβικής σημασίας ως προς το τελικό αποτέλεσμα αλλά και την επόμενη μέρα. Ζει μαζί με την γυναίκα του αλλά βρίσκονται σε διάσταση, κοιμούνται σε διαφορετικά δωμάτια, χρησιμοποιούν διαφορετικά μπάνια, με δυσκολία ανταλλάσσουν κάποια κουβέντα όταν διασταυρώνονται. Οι μέρες διαδέχονται η μία την άλλη. Το καθοριστικό γεγονός που πυροδοτεί την εξέλιξη της πλοκής δεν είναι ούτε οι τρομοκρατικές επιθέσεις, ούτε οι επερχόμενες εκλογές, αλλά το εγκεφαλικό επεισόδιο που παθαίνει ο πατέρας του Πωλ. Υψηλόβαθμο στέλεχος των μυστικών υπηρεσιών, συνταξιούχος πια, ζούσε με τη δεύτερη γυναίκα του στην επαρχία, μια ζωή απλή αλλά χαρούμενη, γεμάτη από αγάπη. Στο προσκέφαλό του στο νοσοκομείο θα συναντηθούν τα τρία αδέρφια μετά από καιρό.

Καθ' όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης ένιωθα πως διαβάζω μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, βαθιά προσωπική, και όμως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, είναι ο παντογνώστης αφηγητής εκείνος που τόσο πολύ πλησιάζει τα πρόσωπα του δράματος, που η αφήγησή του προσαρμόζεται στον κάθε χαρακτήρα με τόση συνέπεια, γεγονός που έχει τεράστια επίδραση όχι μόνο στο κτίσιμο των προσώπων αλλά και στην προώθηση της πλοκής, στην ένταξη του αναγνώστη στο περιβάλλον αυτό. Γιατί, για να γυρίσουμε στους αντιπαθητικούς χαρακτήρες του Ουελμπέκ, εκείνο που είναι ικανό να διαλύσει τον αναγνώστη είναι ακριβώς αυτή η αντίστιξη ανάμεσα στη λογική του που φωνάζει τους χειρότερους των χαρακτηρισμών και στο συναίσθημα που αναγνωρίζει την ανθρώπινη αδυναμία, προϊόν εν πολλοίς της εποχής και του συστήματος εντός του οποίου γεννιόμαστε και μεγαλώνουμε, ανίκανοι να συνομιλήσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό, ανίκανοι να αγαπήσουμε, ανίκανοι να αντέξουμε ένα βράδυ Δευτέρας εκεί γύρω στα τέλη Νοέμβρη, αρχές Δεκέμβρη.

Ο Ουελμπέκ άλλο δεν κάνει παρά να καταγράφει την εποχή μας, με αυτόν τον ντεπρεσιονισμό που τον χαρακτηρίζει, ο ποιητής που κλαίει για τον κόσμο αλλά που δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει λέξεις όμορφες, κενές περιεχομένου, δεν το επιτρέπει στον εαυτό του, έχει και η μυθοπλασία τα όρια της, από κάποιο σημείο και μετά μετατρέπεται σε απάτη. Γιατί δεν έχει και τόση σημασία τι θέλει να ακούσει κανείς, πώς φαντάζεται τα πράγματα, δεν κάνουν οι απαντήσεις αυτές λογοτεχνία, όχι καλή λογοτεχνία τουλάχιστον. Και είναι κάπως παιδικό να θεωρεί κανείς πως ο Ουελμπέκ, ο κάθε Ουελμπέκ, χρησιμοποιεί τη μυθοπλασία για να κάνει προπαγάνδα των θέσεών του, των απόψεών του.

Όπως εύκολα μπορεί κάποιος να υποθέσει από τον τίτλο, κανένα χάπι εντ δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα. Ο Ουελμπέκ, με τη δεδομένη αφηγηματική ικανότητα, κουνάει τα πιόνια στη σκακιέρα με τρόπο μελετημένο και έχοντας τον πλήρη έλεγχο του υλικού πετυχαίνει να προωθεί την αρκετά σύνθετη πλοκή με άνεση. Είναι εντυπωσιακή η απουσία εμφανούς κοιλιάς σε ένα μυθιστόρημα εξακοσίων πενήντα σελίδων. Όπως εντυπωσιακό είναι και το πλήθος των θεμάτων που θίγει, γεγονός που καθιστά μάλλον αδύνατο να κατατάξεις την Εκμηδένιση σε κάποια υποκατηγορία, αφού ταυτόχρονα είναι αστυνομικό δράμα, πολιτικό θρίλερ, οικογενειακή σάγκα, ερωτική και υπαρξιακή περιπλάνηση, δυστοπικό μυθιστόρημα κοινωνικοπολιτικής φαντασίας. Και μπορεί να μην καταφέρνει να φτάσει τις κορυφές του έργου του, ωστόσο με την Εκμηδένιση ο Ουελμπέκ κάνει μια δυναμική και πλουραλιστική επανεμφάνιση, σε μια εποχή που έχει ανάγκη τις μεγάλες αφηγήσεις.

Μετάφραση Γιώργος Καράμπελας
Εκδόσεις βιβλιοπωλείο της Εστίας

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2022

Η περίληψη - Γιώργος Κυριακόπουλος

Μετά τη βραβευμένη με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος συλλογή διηγημάτων Η τρισέγγονη της Αραπίνας και άλλες ιστορίες (Εστία, 2017), ο Γιώργος Κυριακόπουλος πραγματοποιεί το δεύτερο λογοτεχνικό του βήμα με το μυθιστόρημα Η περίληψη. Στο ενδιάμεσο είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Ποταμός Η αρχαιολογία του χτες, ένα εκλεκτό φωτογραφικό λεύκωμα ερειπωμένων σπιτιών και υποστατικών απ' όλο το Αιγαίο. Μια ματιά στο βιογραφικό του συγγραφέα αρκεί για να καταδείξει την ετερότητα και τον πλουραλισμό των ενδιαφερόντων του. Με σπουδές νομικής και πολιτικών επιστημών σε Αθήνα και Λονδίνο, ο γεννημένος το 1958 Κυριακόπουλος εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα, έχοντας ωστόσο φροντίσει να διαφυλάξει, όσο αυτό είναι δυνατόν, ένα παράλληλο, προσωπικό σύμπαν αποτελούμενο από την έρευνα για τη νεώτερη ελληνική κεραμική, τη φωτογράφιση ερειπωμένων σπιτιών του Αιγαίου, το γράψιμο, την πολιτική, την αρχιτεκτονική, την ιστορία και την αρχαιολογία.

Η περίληψη δεν θα μπορούσε παρά να διαδραματίζεται ανάμεσα στην Αθήνα και το Αιγαίο, και πιο συγκεκριμένα τη Σίφνο, εκεί όπου μια ετερόκλητη παρέα νεαρών θα περάσουν κάποιες μέρες κοινών διακοπών τον Σεπτέμβρη του 1977, λίγο μετά το τέλος της εξεταστικής και πριν την έναρξη του δεύτερου έτους, εξεταστική που για τον Νίκο, τον πρωτοπρόσωπο αφηγητή της Περίληψης, σημαδεύτηκε από μια ακόμα αποτυχημένη απόπειρα στο Ρωμαϊκό Δίκαιο. Στον δρόμο για τη Σίφνο, ο Νίκος και η Σοφία θα αποβιβαστούν στη Σέριφο. Ένα μαγικό τετραήμερο, τρεις νύχτες αξέχαστες, με χύμα κονιάκ, πολιτικές συζητήσεις στα καφενεία, τηγανητά αυγά και ρετσίνα στης γριάς και έρωτα, κυρίως αυτό, έρωτα. Στη Σίφνο, ο Νίκος θα συστηθεί με τον αδερφό της Σοφίας, τελειόφοιτο φοιτητή στην Οξφόρδη. «Αλέξανδρος Αλεξάνδρου, χαίρω πολύ». Ο Νίκος, μέχρι τότε, τον αντιπαθούσε εξ αποστάσεως, λες και δεν ήταν συγγενείς με την κυρία Αλεξάνδρου και τη Σοφία. «"Είσαι ο γκόμενος της αδερφής μου" πρόλαβε να πει γελώντας, χωρίς υπεροψία όμως, πριν του πω "Νίκος, χάρηκα κι εγώ"». Έτσι ξεκινάει αυτή η ιστορία, λίγους μήνες μετά την κηδεία της μητέρας του Νίκου.

Ο Κυριακόπουλος αφηγείται μια ιστορία έντονα νοσταλγική και με χαρακτήρα απολογιστικό. Η γραμμικότητα της αφήγησης σπάει σε κομμάτια. Αναλήψεις και προλήψεις. Η Σίφνος και η Αθήνα, αλλά και η Οξφόρδη. Ο τρόπος ενός μυαλού να ανακαλεί τα περασμένα, η αποσπασματικότητα και όσα ξάφνου ξεπηδούν, παρότι χωμένα στη λήθη, τι προηγήθηκε και τι ακολούθησε, οι συνδέσεις, όλα ένα κουβάρι. Η σημαντικότητα των γεγονότων καθίσταται αναπόφευκτα υπόθεση υποκειμενική, ο αφηγητής αποφασίζει πού θα σταθεί με λεπτομέρεια και τι θα προσπεράσει. Το παρελθόν, όσο και αν μοιάζει ακίνητο και ναρκωμένο, περασμένο και επαρκώς χαρτογραφημένο, με τους λογαριασμούς τακτοποιημένους, μάλλον σε ηφαίστειο προσιδιάζει. Το χτύπημα ενός τηλεφώνου αρκεί. Τέτοιου χαρακτήρα πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις, έντονα προσωπικές, όπως αυτή της Περίληψης, οφείλουν, για να είναι λειτουργικές, να υποστηριχθούν, κατά κάποιο τρόπο να δικαιολογηθούν. Ο Κυριακόπουλος αυτό το ξέρει καλά και δεν το παραλείπει, ενώ ταυτόχρονα πετυχαίνει να συνθέσει μια ευδιάκριτη αφηγηματική φωνή στην οποία αντανακλάται η χρονική απόσταση, η κατακάθιση, αλλά όχι εξάτμιση, του συναισθήματος, το σκληρό μάθημα που δίνει η ζωή περνώντας, η απομάγευση, η βασανιστική σκέψη πως τα πράγματα θα μπορούσαν να έχουν εξελιχθεί διαφορετικά.  

Ο συγγραφέας καθιστά τον τόπο κεντρικό άξονα της ιστορίας του. Η άνεση με την οποία κινείται αφηγηματικά τόσο στο αστικό όσο και στο νησιωτικό τοπίο φανερώνει τριβή, γνώση και, κυρίως, οξυδερκή παρατήρηση. Ο τόπος στην Περίληψη, έρμαιο και αυτός, όπως οι άνθρωποι, του χρόνου, επιτείνει τη νοσταλγικότητα της αφήγησης, κάνοντας, με τρόπο αβίαστο, τον αναγνώστη προσωπικά συμμέτοχο, ειδικότερα εκείνον που γνώρισε ένα Αιγαίο με λιγότερο αλλοτριωμένο χαρακτήρα. Στο κυρίως σώμα της αφήγησης, ο Κυριακόπουλος δεν παραλείπει να εντάξει το ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο. Μέσω της αφήγησης ο Νίκος καθίσταται αρκούντως γνώριμος στον αναγνώστη, ενώ και οι υπόλοιποι χαρακτήρες αποδίδονται ικανοποιητικά, δεδομένης της διαμεσολάβησης του αφηγητή. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν δύο δευτερεύοντες χαρακτήρες της πλοκής, η μητέρα της Σοφίας, η κυρία Αλεξάνδρου, και η φίλη της η Νινή, τόσο για τον τρόπο που λειτουργούν ως δίδυμο, όσο και για όσα συνεισφέρουν στην αφήγηση ως η προηγούμενη γενιά.

Με την Περίληψη, ο Κυριακόπουλος αντεπεξέρχεται επιτυχώς των δυσκολιών της μετάβασης από τη μικρή στη μεγάλη φόρμα, παραδίδοντας ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα που δεν εγκλωβίζεται στη νοσταλγία και δεν αφορά μόνο τη γενιά του.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο (επιμ. Μισέλ Φάις) της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 4 Δεκεμβρίου, το λινκ για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.

Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2021

ελαττωματικό αγόρι - Sam Albatros

Δεν είναι εύκολο να μιλήσεις για ένα βιβλίο όπως αυτό. Διάφορες βεβαιότητες που με τον καιρό έχουν δημιουργηθεί σχετικά με τη γραφή και την ανάγνωση υποχωρούν, για την ακρίβεια καταρρέουν, κάνοντας πάταγο. Δεν είναι εύκολο να μιλήσεις για ένα βιβλίο όπως αυτό ανήκοντας στην ελίτ που απαρτίζουν οι λευκοί ετεροφυλόφιλοι άντρες, και ας σε θυμώνει αυτό το ανήκειν, και ας νιώθεις πως τίποτα κοινό δεν έχεις με εκείνους, είναι όλα αυτά που είσαι και βίωσες που καθιστούν την ενσυναίσθηση σχεδόν αδύνατη και μόνο με τη λογική μπορείς να προσεγγίσεις το βίωμα κάποιου άλλου εκτός της ελίτ αυτής, και εδώ είναι που οι περί ανάγνωσης βεβαιότητες καταρρέουν με πάταγο, όταν, για παράδειγμα, θα πρέπει να επαναλάβεις την αποστροφή σου προς τον συναισθηματικό εξαναγκασμό στον αναγνώστη, εξαναγκασμό που τόσο καθόλου δεν αντέχεις, κι όμως εδώ το νιώθεις εξ αρχής να συμβαίνει, από την πρώτη ίσως σελίδα, ίσως και νωρίτερα, από το ποίημα του Richard Siken, Crush, που ο Sam Albatros μεταφράζει και τοποθετεί ως μότο στο βιβλίο, αλλά εδώ δεν αντέχεις να μιλήσεις σε πρώτο πρόσωπο και κρύβεσαι πίσω από μια λογοτεχνίζουσα απεύθυνση, πόσα να αντέχεις πραγματικά; Αλλά γι' αυτό διαβάζεις λογοτεχνία, έτσι ισχυρίζεσαι, όχι για να γίνεις καλύτερος άνθρωπος, αυτός ο αγώνας έχει άλλωστε από καιρό χαθεί, αλλά για την όχληση αυτή, για τα πετραδάκια που τα βιβλία κρυφά το βράδυ αφήνουν στα παπούτσια σου, και εσύ το πρωί ξεχνάς να τα τινάξεις και όλη τη μέρα βαδίζεις με αυτά, και τα πόδια πληγιάζουν και το βράδυ κοιτάζεις τις πληγές αυτές σχεδόν με αποστροφή, ξεχνώντας πως κάποιες άλλες παλιότερες τις έχεις κιόλας αποδεχτεί, όχι δεν τις έχεις αγαπήσει, άλλη ιστορία είναι αυτή.

Δεν είναι θεωρία, ούτε τρίχα που γίνεται τριχιά, ούτε εδώ ο κόσμος καίγεται και αυτό χτενίζεται, αυτός είναι κόσμος πραγματικός, μέρος του ανομοιόμορφου αυτού κόσμου, και πολύ θα ήθελα να ήξερα πού διάολο γνώρισε ο Τολστόι ευτυχισμένες οικογένειες, και κανείς δεν μπορεί να πει την ιστορία σου καλύτερα από εσένα τον ίδιο, και ο Sam Albatros λέει την ιστορία του, τα παιδικά του χρόνια, για το ελαττωματικό αγόρι, που παρότι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο ειδολογικά ανήκει σ' αυτό το νεοσύστατο, αρκετά της μοδός και του γούστου μου, είδος, το autofiction, και είδατε πώς αφήνω το βίωμα στην άκρη για να περάσω στη λογοτεχνία, ακόμα και σε αυτή της την εκδοχή που από το βίωμα θρέφεται και στο αυτοβιογραφικό παρασιτεί, ίσως όμως να μη μπορεί να γίνει και αλλιώς, αφού ως μυθιστόρημα το τιτλοφορεί ο ίδιος, και τα παιδικά χρόνια τι άλλο είναι παρά ένα μυθιστόρημα, με θολές αναμνήσεις και επίπλαστες μνήμες, με αναβράζον συναίσθημα και ακραία τυχαιότητα, και όταν λέω πως ο Sam Albatros  λέει για τα παιδικά του χρόνια, εννοώ προφανώς τη σύμβαση, την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, και δεν έχει σημασία αν κάτι έγινε έτσι ή έγινε αλλιώς, και αν τον έλεγαν Θανάση ή όχι, σημασία έχει το συναίσθημα, το τραύμα, η αγάπη, η αποδοχή, η απόρριψη, η αγκαλιά, η ζώνη στην πλάτη, αυτά έχουν σημασία εδώ, αυτή είναι η μόνη αλήθεια.

Και είναι κάποιοι που από το ζεστό τους δωμάτιο ‒τον χειμώνα‒ λένε πως η queer λογοτεχνία πουλάει και είναι μόδα, οι ντιγκιντάγκες υποστηρίζουν ο ένας τον άλλον και κονομάνε, όπως μόδα είναι και κάθε συζήτηση περί σεξουαλικότητας και φύλου, μόδα γι' αυτούς και οι δολοφονημένες, μόδα και ο Ζακ, τα πάντα μια μόδα, μια μόδα φρικτή και βαρετή, όπως έλεγε και ο Όσκαρ, που θα πρέπει κάθε εξάμηνο να την αλλάζουμε, αλλά εκείνος δεν μιλούσε για κάτι τέτοιο, αλλά πού να το καταλάβει αυτό κάποιος που θεωρεί την πραγματική ζωή σειρά που είναι στο χέρι του να μην δει τη δεύτερη σεζόν και επιπλέον να βγει και να την κράξει, την αηδία αυτή που άλλο δεν αντέχει να βλέπει, έτσι δεν αντέχει να βλέπει και πολλά άλλα πράγματα, θέλει και απαιτεί ομορφιά και ησυχία και όχι εκπλήξεις που να μην είναι ευχάριστες, και τι τέλος πάντων φταίει εκείνος να περπατά κανονικός στον δρόμο και να βλέπει αγόρια ντυμένα κοριτσίστικα. Και είναι και το δικό μου δωμάτιο ζεστό αρκετές μέρες, που έξω κάνει κρύο, και θέλω να απολαύσω τη σοκολάτα μου δίπλα στο αναμμένο τζάκι, χωρίς δυσάρεστες σκέψεις και κυρίως χωρίς νοτιά που το κάνει να καπνίζει, και κάποιες στιγμές θα ήθελα να είναι τα πράγματα διαφορετικά, και ίσως μόνο τα δικά μου προβλήματα να έχουν νόημα και προσοχή. Όλοι είμαστε κάπως έτσι, κάποιες στιγμές τουλάχιστον, και να μου επιτραπεί η γενίκευση. Τη χρειαζόμουν αυτή την παρένθεση απενοχοποίησης.

Και φτάνεις στο σημείο που θες να πεις πώς ήταν η ανάγνωση, οι λέξεις που σκέφτεσαι είναι κάπως ελαττωματικές, μου άρεσε, σκέφτεσαι, και ύστερα σκέφτεσαι πάλι: τι διάολο σου άρεσε, μήπως πέρασες και ευχάριστα την ώρα σου; όχι, αμύνεσαι, δεν εννοούσα αυτό, και κάπως έτσι συνεχίζει για ώρα αυτός ο εσωτερικός διπλός μονόλογος. Γίνεται όμως να αφήσεις το συναίσθημα έξω από την ανάγνωση ενός βιβλίου όπως αυτό; Δεν ξέρω, δεν νομίζω. Ίσως όμως είναι και μονόδρομος να γίνει κάτι τέτοιο, ίσως ο τρόπος με τον οποίο αφηγείται ο Sam Albatros να το καθιστά μονόδρομο, το συναίσθημα, μοιάζει να λέει, δεν πρέπει για κανένα λόγο να κυριαρχήσει, να επικαλύψει την αλήθεια, επίθετα όπως γλυκούλης και καημένος πρέπει να εξοβελιστούν από το σύμπαν του βιβλίου, γι' αυτό ίσως τονίζει τόσο την αντίστιξη της παιδικής ματιάς εντός του ζόφου, αυτή την παιδική αφέλεια, την παραμυθοποιητική ματιά στα πράγματα και τις καταστάσεις, εκεί που ένας ενήλικας πιθανότατα θα απέστρεφε το βλέμμα, θα κλεινόταν στον εαυτό του ή θα θύμωνε, ένα παιδί ρωτάει γιατί, ένα παιδί θέλει να καταλάβει τι (του) συμβαίνει, την ώρα όμως που ως παιδί νιώθει έστω και διαισθητικά τόσο βαριά τη μπότα της κανονικότητας, τη νόρμα, την αγέλη και νιώθει διαφορετικό, και νιώθει άσχημα γι' αυτό, για εκείνο όλα είναι ένα παιχνίδι, ή θα μπορούσαν να είναι, ή θα έπρεπε να είναι, και τότε όλα θα ήταν πιο απλά, και ένα παιδί δεν μπορεί ακόμα να καταλάβει πώς γίνεται να μην το αγαπά η μαμά του και ο μπαμπάς του, η δασκάλα και τα άλλα παιδιά στο σχολείο, και προσπαθεί και αγωνίζεται, και οι πληγές δεν κλείνουν και ματώνουν, και κάποια παιδιά μεγαλώνουν και ακόμα δεν μπορούν να καταλάβουν πώς γίνεται να μην τους αγαπά η μαμά τους και ο μπαμπάς τους, και κάνουν δικά τους παιδιά και η ιστορία της ανθρωπότητας προχωρά.

Και για να το κάνει ακόμα πιο δύσκολο, ο Sam Albatros οδηγεί τον αναγνώστη στο γέλιο. Το ξέρει και γελά μαζί του, έτσι όπως τον βλέπει να πέφτει στην παγίδα, που τόσο καίρια του έχει στημένη, κάπως, άλλωστε, πρέπει να μπει ένα τέλος σ' όλο αυτό. Γέλιο που μόλις φανεί αφήνει πίκρα.Τι γελάς ρε; Με τι γελάς; Εκτός και αν είσαι από εκείνους που περνούν τα άδεια τους βράδια βλέποντας βιντεάκια ανθρώπων να πέφτουν, να χτυπούν, να πονάνε, να ντρέπονται, και εσύ γελάς, ίσως να τα βλέπεις ξανά και ξανά, ίσως να μην τα χορταίνεις κιόλας. Τότε πάω πάσο. Αν όχι, τότε θα ματώσεις τα χείλη από το δάγκωμα, κάθε φορά που το γέλιο γάργαρο θα αναβλύζει και θα βιάζεσαι να του φράξεις τον δρόμο, θα νιώθεις άσχημα, η γαματοσύνη σου θα κουτρουβαλά σε νέες χαράδρες, πιο βαθιές και άγριες, και θα ματώσεις για να επιστρέψεις στην επιφάνεια. Ο Sam Albatros κρύβει το γέλιο πίσω από την παιδική αφέλεια, κανείς να μην μπορεί, με πρώτο εμένα, να τον κατηγορήσει για συναισθηματική χειραγώγηση. Και κάπως έτσι γυρίσαμε και πάλι πίσω στις βεβαιότητες και την κατάρρευσή τους. Δεν έχει καμία σημασία αν κάποιος νιώσει συναισθηματική καθοδήγηση διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, αν δεν νιώσει, τότε ναι, κάτι δεν πάει καλά, για εκείνον, αν δηλαδή μπορέσει να κρατήσει συναισθηματική απόσταση και μείνει να παρακολουθεί και να υπογραμμίζει ωραίες λέξεις και έξυπνες παρομοιώσεις, να αναλύει αφηγηματικές τεχνικές ακόμα ακόμα, τότε ναι, κάτι δεν πάει καλά, ακόμα και αν είναι ηλεκτρονικός αναγνώστης.

Για το τέλος αφήνω το σημαντικότερο. Το ελαττωματικό αγόρι δεν πάσχει από εγωπάθεια. Αυτό ήταν το μόνο που φοβόμουν πιάνοντας το βιβλίο στα χέρια μου, ένα εγώ να στέκεται σε ένα βάθρο ψηλό και να φωνάζει: κοιτάξτε με· και μόλις το κοιτούσες να συνέχιζε λέγοντας: μόνο εγώ έχω σημασία. Αυτό όμως καθόλου δεν συμβαίνει εδώ. Οι άνθρωποι που νιώθουν ελαττωματικοί θα έπρεπε ‒λέω την αποψάρα μου‒ να είναι οι λιγότερο πάσχοντες από εγωπάθεια, καθώς από πρώτο χέρι ξέρουν πως δεν είναι οι μόνοι στον κόσμο αυτό.

Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας