Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βοσνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βοσνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Σαράγεβο - Ozren Kebo

Ήμουν πέριξ των δέκα όταν αυτός ο πόλεμος συνέβη. Ελάχιστες αναμνήσεις έχω, αν και η τηλεοπτική αναμετάδοση εμφύτευσε αρκετές εικόνες στο μυαλό μου.

Ο Όζρεν Κέμπο, λίγο μετά τα τριάντα τότε, εγκλωβίστηκε στο Σαράγεβο και δεν το εγκατέλειψε μέχρι το τέλος της σερβικής πολιορκίας, λίγα χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε αυτό το βιβλίο, πρόσφατα μεταφράστηκε στα ελληνικά από τις ανήσυχες εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες, ένας ιδιότυπος οδηγός σε περίπτωση πολιορκίας.

Κάποιος μπορεί να ξέρει λιγότερα ή περισσότερα για ένα τέτοιο τερατώδες στιγμιότυπο της ανθρώπινης ιστορίας, κανείς ωστόσο δεν ξέρει πώς είναι η βίωσή του, η εξ αποστάσεως μελέτη και έρευνα έρχεται σύμφυτη με το εκ του ασφαλούς.

Θυμάμαι πριν λίγα χρόνια να διαβάζω την Καταστροφή του Χανς Έρικ Νόσσακ, ενός συγγραφέα που ο Ζέμπαλντ είχε περί πολλού, στο οποίο γινόταν αναφορά στους συμμαχικούς βομβαρδισμούς του Αμβούργου το καλοκαίρι του 1943 στο πλαίσιο της επιχείρησης Γόμορρα. Λίγες μέρες πριν, η σύντροφός του είχε καταφέρει να νοικιάσει μια καλύβα στην εξοχή της μεγαλούπολης, ώστε να μπορέσουν να επωφεληθούν ολιγοήμερων διακοπών. Οι σειρήνες ήχησαν, ήταν κάτι που συνέβαινε συχνά, οι πρώτες εκρήξεις ακούστηκαν, εξ αποστάσεως ο συγγραφέας είδε τους καπνούς πάνω από την πόλη στο βάθος του ορίζοντα. Μετά το τέλος της επιχείρησης θα επιστρέψει, στην Καταστροφή θα περιγράψει αυτή την επιστροφή στην βομβαρδισμένη πόλη, ένα οδοιπορικό ανάμεσα στα ερείπια, εκεί όπου το εδώ ήταν αυτό και εκεί το άλλο, τώρα ένας σωρός από χαλάσματα, διανύει την αφήγηση, παρέα με ένα διάχυτο τι θα είχε συμβεί εάν δεν απουσίαζαν εκείνες τις κρίσιμες μέρες. Ακόμα θυμάμαι την ανάγνωση εκείνη. Ακόμα θυμάμαι τον συγγραφέα να θέτει διαρκώς στο προσκήνιο της γραφής πως εκείνος δεν ήταν εκεί όταν ο βομβαρδισμός συνέβη. Οι βομβαρδισμοί των συμμάχων, οι θάνατοι και οι εκτεταμένες καταστροφές δεν βρέθηκαν ποτέ πραγματικά στο επίκεντρο της κριτικής, ήταν κάτι το αναπόφευκτο στη μάχη απέναντι στο κακό.

Είχα το βιβλίο εκείνο κατά νου διαβάζοντας το Σαράγεβο.

Θέλω αρχικά να μείνω σε δύο αντιδράσεις. Εκείνων που έλειπαν και επέστρεψαν τότε, εκείνων που έκτοτε μελετούν και γνωμοδοτούν τα σχετικά με εκείνη την πολιορκία. Την ατάκα των πρώτων, δεν είναι τόσο άσχημα όσο τα είχαμε φανταστεί, την ατάκα των δεύτερων, υποδόρια μομφή, ο Χ εκμεταλλεύτηκε το δείνα σκηνικό, πάτησε πάνω του, διεκδίκησε την προσοχή και την αναγνώριση. Μια μάχη, ένας πόλεμος, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Απέξω και μακριά όλα μοιάζουν διαφορετικά. Δείχνει απλοϊκό αυτό στο οποίο στέκομαι, όμως συμβαίνει. Με τα χρόνια μάλιστα εντείνεται, τώρα που ο καθένας πρέπει να έχει μερίδιο στη συζήτηση για το οποιοδήποτε συμβάν, επιπλέον συμβουλές να δώσει για το πώς έπρεπε να είχε αντιδράσει το αφηγηματικό υποκείμενο. Ακόμα και το διαδεδομένο γιατί δεν έφυγε, εμφανίζεται ως μια μορφή επίκρισης του θύματος.

Σκέφτηκα τον σεισμό στη Σάμο. Το πλέον οδυνηρά τρομακτικό σκηνικό που έχω βιώσει. Όχι συγκριτικά, ελπίζω, αλλά αναλογικά.

Αυτός ο ιδιότυπος οδηγός σε περίπτωση πολιορκίας διαπνέεται από έναν ρεαλισμό υποκειμενικό, το φίλτρο μέσα από το οποίο εισήλθαν και ακολούθως εξήλθαν τα στιγμιότυπα, οι σκέψεις, τα συναισθήματα, και πήραν τη μορφή αφήγησης, ενός βιβλίου χωρισμένου σε μικρά κεφάλαια. Εμείς, απέξω και εκ του ασφαλούς, λέμε: το βιβλίο αυτό συμβάλλει στη διατήρηση της μνήμης, ένα υπόμνημα, λέμε, είναι ώστε κάτι τόσο φρικώδες να μην επαναληφθεί, ένα οδυνηρό μάθημα για την ανθρωπότητα. Και λέγοντας αυτά απέξω και εκ του ασφαλούς απανθρωποιούμε τα χρόνια εκείνα, την εμπειρία των πολιορκημένων, παράγουμε θεωρία. Η απανθρωποίηση δεν είναι μία κατηγορία, είναι κάτι που αναπόφευκτα συμβαίνει εκ του μακρόθεν ή εκ των υστέρων, τα θύματα, οι παρόντες, οι βιώσαντες είναι μια άλλη ομάδα. Είναι και ένας μηχανισμός αυτοσυντήρησης ενάντια στο φόβο του θανάτου, ένα ξόρκι για το κακό, μια ελάχιστη επιφάνεια επί της οποίας δύναται να σταθούμε για να νιώσουμε πως έχουμε τον έλεγχο, πως κάτι τέτοιο σε μας, άγνωστο γιατί, δεν θα συμβεί.

Δεν ξεχνώ στιγμή την εκ του μακρόθεν θέση μου από το περιγράψιμο, από το βίωμα. Διαρκώς μου την υπενθυμίζω. Ακόμα και στο σίμωμα στον γλυκό καρπό της ενσυναίσθησης, στην ευκαιρία που ανοίγεται μπροστά μου για να πω: τον νιώθω, τον συμμερίζομαι, τον κατανοώ. Όχι. Τίποτα από αυτά δεν συμβαίνει. Το Σαράγεβο είναι ένα τεκμήριο μνήμης, μαζί με την εικόνα, μαζί με την ιστορική μελέτη, ένα ακόμα θραύσμα του ιστορικού κεφαλαίου της πολιορκίας του Σαράγεβο, κεφάλαιο στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας.

Η λογοτεχνία, γιατί περί λογοτεχνίας πρόκειται, έχοντας αρετές γλωσσικές, αφηγηματικές, εν γένει φιλολογικές που το διαχωρίζουν από το απλό ημερολόγιο πολιορκίας, που το προσθέτουν ως ξεχωριστό σώμα στην ιστορική καταγραφή ως μαρτυρία βίωσης εκ των έσω αυτής της πολιορκίας, η λογοτεχνία αυτή, η βιωματική, δομημένη γύρω από ένα φρικιαστικό συμβάν, εδώ πέρα από τις στενωπούς της ιδιώτευσης, η καλή λογοτεχνία που προσφέρει αναγνωστική απόλαυση φέρνει στην επιφάνεια το: πώς γίνεται να απολαμβάνω το βιβλίο αυτό; Το λεπτό τσιγαρόχαρτο της μυθοπλασίας απουσιάζει, αν και λεπτό σωτήριο για την πρόσληψη, για την άμυνα απέναντι στην κόλαση. Θα μπορούσα να συνεισφέρω επιχειρήματα όπως το μαύρο χιούμορ ή η έλλειψη πολιτικολογίας ή η απουσία μιας διάχυτης διδαχής ή αυτοηρωοποίησης του αφηγητή. Δεν θα απαντούσαν στο ερώτημα, άχρηστα θα ήταν.

Καλώς ή κακώς, σίγουρα κακώς αλλά και καλώς εν μέρει, χρειάζεται μια άλλη σκευή και μια άλλη συγκυρία για να αναλυθεί περαιτέρω η παραπάνω δυαδικότητα, έχουμε συλλογικά αναπτύξει μια δεξιότητα, δεξιότητα είναι ακόμα και αν έγινε χωρίς ιδία πρωτοβουλία αλλά εξαιτίας της διαρκούς έκθεσης στη φρίκη, μια δεξιότητα, έλεγα, να αντιμετωπίζουμε την κάθε φρίκη ως ένα θέαμα, από θέση θεατή, εκ του μακρόθεν και εκ του ασφαλούς. Έκανα νύξη και παραπάνω περί αυτού. Επιμένω σε αυτή τη θέση.

Είναι αδύνατο, βλακώδες και επικίνδυνο επίσης, να αποσυνδέσουμε το ψαχνό από την αφήγηση, να σταθούμε και να θαυμάσουμε τον τρόπο με τον οποίο ο Κέμπο διαχειρίζεται την εμπειρία εκείνη, ασύλληπτη, είπαμε, για έναν παρατηρητή. Ένας λάκκος με στερεότυπα εμφανίζεται μπροστά μας. Κενολογίες και τσιτάτα που ούτε σε σχολική έκθεση δεν θα περνούσαν με άριστα, αν και θα περνούσαν εν τέλει. Κακό πράγμα ο πόλεμος. Να ένα τσιτάτο.

Για διάφορους λόγους το Σαράγεβο είναι ένα συγκλονιστικό ανάγνωσμα, ποικίλων προσεγγίσεων, ακόμα μια αποθέωση της γκρίζας ζώνης, της πραγματικής ζωής πέρα από ασταθή ζεύγη μοναδικών αντιθέτων. Κακό πράγμα ο πόλεμος, καλό πράγμα η ειρήνη. Ωστόσο, ειρήνη προηγείται του πολέμου, άρα;

Δεν ήμουν σίγουρος πως/πώς θα έγραφα το παρόν κείμενο, ακόμα και όταν άνοιξα το πρόγραμμα επεξεργασίας κειμένου. Ένιωθα πως θα βούλιαζα στα τσιτάτα και στον βούρκο μηδενικής όρασης τριάντα και πλέον χρόνια μετά από τότε πολλά χιλιόμετρα μακριά από εκεί, ίσως και να συνέβη παρά την όποια επιφυλακή. Αν θα έπρεπε να προσκομίσω έναν λόγο για το κείμενο αυτό, πέρα από εκείνο της ολοκλήρωσης της ανάγνωσης, αυτός θα ήταν το άβολο συναίσθημα της απολαυστικής ανάγνωσης σε ευθεία σύγκρουση με το περιεχόμενο. Αυτό είναι κάτι που με απασχολεί. Σε ένα πρώτο επίπεδο σχετικά με την ανάγνωση, σε ένα δεύτερο σε μια αιώρηση σχετικά με τις συγγραφικές προθέσεις. Δεν νιώθω εξοπλισμένος πλήρως απέναντι στον κίνδυνο που παραπάνω εξέθεσα, να πω: τυχερός κάποιος να έχει ένα τέτοιο βίωμα ως υλικό γραφής. Για να νιώσω μαλάκας, λίγο μετά.

υγ. Για την Καταστροφή του Νόσσακ περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ
 
Μετάφραση Ηλίας Διάμεσης, Σπύρος Κουρόυκλης
Εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες

Δευτέρα 22 Μαΐου 2023

Πιάσε το λαγό - Lana Bastašić

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν απ' την αρχή. Έχεις κάποιον και μετά δεν τον έχεις. Κι αυτή θα ήταν, πάνω κάτω, όλη η ιστορία. Μόνο που εσύ θα έλεγες πως δεν μπορείς να έχεις κάποιον. Ή μήπως αντί για εσύ θα ήταν καλύτερα να έλεγα εκείνη; Ίσως αυτό να ήταν πιο εύστοχο· θα σου άρεσε, νομίζω. Να είσαι εκείνη σε κάποιο βιβλίο. Εντάξει λοιπόν.

Η Σάρα ζει στο Δουβλίνο τα τελευταία χρόνια. Συγκατοικεί με τον σύντροφό της στο σπίτι που αυτός έμενε όταν γνωρίστηκαν, η ζωή έχει λάβει έναν χαρακτήρα σταθερότητας, η Σάρα μοιάζει ικανοποιημένη εντός αυτού του πλαισίου. Ένα τηλεφώνημα αρκεί ωστόσο για να αναταράξει τα ήρεμα νερά της καθημερινότητας. Στην άλλη άκρη της γραμμής ακούγεται η φωνή της Λέιλα. Δώδεκα χρόνια έχουν να μιλήσουν εκείνες που κάποτε, μέχρι το πρώτο έτος της σχολής, ήταν φίλες κολλητές, ωστόσο η Σάρα διόλου δεν δυσκολεύεται να αναγνωρίσει αυτή τη φωνή από το παρελθόν. Της ζητάει να πάρει το αεροπλάνο και να πάει στη Βοσνία και από εκεί οι δυο τους οδικώς στη Βιέννη εκεί που η Λέιλα ισχυρίζεται πως εντόπισε τον αδερφό της μετά από χρόνια εξαφάνισης. Η Σάρα θα αναστατωθεί, θα πει ψέματα στον σύντροφό της σχετικά με τον σκοπό του ξαφνικού αυτού ταξιδιού. Αγοράζει ένα αεροπορικό εισιτήριο, πανάκριβο, της τελευταίας στιγμής. Χωρίς καλά καλά να το καταλάβει, μετά από χρόνια, βρίσκεται πίσω στη χώρα που συνειδητά εγκατέλειψε.

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση με την ξεκάθαρη απεύθυνση γίνεται εκ των υστέρων, όταν το ταξίδι αυτό ανήκει πια στο παρελθόν, ξεκινάει ωστόσο από τη μέρα που οι δυο τους μίλησαν στο τηλέφωνο, εκείνο είναι το σημείο μηδέν, το γεγονός που πυροδότησε την πλοκή. Το μυθιστόρημα της Λάνα Μπάστασιτς θα λέγαμε πως ανήκει στην ευρύτερη κατηγορία του road novel καθώς μεγάλο μέρος της αφήγησης λαμβάνει χώρα σε κάποιο μέσο μεταφοράς, πρώτα είναι το αεροπλάνο και ύστερα το αυτοκίνητο στον δρόμο για τη Βιέννη, ενώ και το ίδιο το τοπίο διαδραματίζει σημαντικό ρόλο. Για τη Σάρα, αυτή είναι μια επιστροφή στο παρελθόν, μια αναμέτρηση με όσα, ευκολότερα ή δυσκολότερα, άφησε πίσω της, τη χώρα, τη γλώσσα, την οικογένειά της, τη Λέιλα. Η Μπάστασιτς σπάει στα δύο την αφήγηση, κάθε ένα από τα δώδεκα αριθμημένα κεφάλαια, πλην του τελευταίου, χωρίζεται στα δύο, το ένα αφηγείται την ιστορία στο αφηγηματικό παρόν, το ταξίδι των δυο τους μέχρι τη Βιέννη, το άλλο, χωμένο ανάμεσα σε αγκύλες, το παρελθόν, όλα εκείνα που οδήγησαν στη ρήξη των δύο, αποτελώντας πρακτικά μια εγκιβωτισμένη ιστορία ενηλικίωσης στο κυρίως σώμα της αφήγησης. Οι παράλληλες αφηγήσεις λειτουργούν συμπληρωματικά όχι μόνο για τον αναγνώστη, που με τον τρόπο αυτό τοποθετεί τα κομμάτια του παζλ που λείπουν, αλλά και για την ίδια την αφηγήτρια που πραγματοποιεί έναν ιδιότυπο έλεγχο στατικότητας σε όσα θεωρούσε ακλόνητες βεβαιότητες και μετά το ταξίδι ταρακουνήθηκαν αρκετά.

Η αφήγηση γίνεται με σκοπό να γίνει βιβλίο, η πρόθεση αυτή επανέρχεται συχνά πυκνά στην αφήγηση, η Σάρα κάνει αρκετές φορές σχόλια επί της συγγραφικής διαδικασίας, συγκρίνει τον ρεαλισμό με τις πιθανές μυθοπλαστικές δυνατότητες καλλωπισμού του, τις αλλαγές που θα μπορούσε να κάνει για να δώσει διαφορετικό χρώμα και ύφος στην ιστορία αυτή. Τα βάζει με τον εαυτό της, δεν υπήρξε καλή παρατηρήτρια, δεν κράτησε τις σωστές σημειώσεις, με αποτέλεσμα η εικόνα να μην είναι πλήρης. Λεπτομέρειες που θα της πρόσφεραν απάγκιο από τους ισχυρούς ανέμους του συναισθήματος που έπνεαν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Ταυτόχρονα, έχει ενδιαφέρον και ο τρόπος που συνομιλεί ενδοκειμενικά με τη Λέιλα, σ' έναν υποθετικό διάλογο που λαμβάνει χώρα στο μυαλό της Σάρα και αποτυπώνεται στο χαρτί και περιλαμβάνει μέρος από εκείνα που δεν μπόρεσε ή δεν τόλμησε να της πει ευθέως. Όμως, εκείνο που την καίει είναι η πραγματικότητα, όσα τουλάχιστον εκείνη νόμιζε ως πραγματικότητα, και οι προσδοκίες που με βάση αυτή οικοδόμησε, για εκείνη η συγγραφή είναι ένα μονοπάτι επαναβάδισης του παρελθόντος, κατανόησης και ίασης. Και είναι αυτό το έντονο συναίσθημα που διατρέχει τις σελίδες του μυθιστορήματος εκείνο που αιτιολογεί την ίδια τη συγγραφή, εκείνο που δίνει μορφή στην ανάγκη της Σάρα, εκείνο που προσδίδει την απαραίτητη ένταση στο μυθιστόρημα αυτό.

Η επανασύνδεση της Σάρα με τη Λέιλα, η επιστροφή στον γενέθλιο τόπο αλλά και σε εκείνον της παιδικής ηλικίας, επιτρέπει στη Μπάσασιτς να γράψει ένα βιβλίο και για τη χώρα της, την τραυματισμένη από χρόνια διαμάχη χώρα της, που είδε μεγάλο μέρος του πληθυσμού να την εγκαταλείπει την ώρα που προσπαθεί να βρει τη νέα θέση της στον χάρτη. Ένα βιβλίο με τη ματιά κάποιου που για χρόνια έλειπε, γεγονός που του προσφέρει το αβαντάζ να μπορεί να δει με μεγαλύτερη ευκρίνεια τις αλλαγές που συντελέστηκαν κατά τη διάρκεια της απουσίας, αλλαγές που σε επίπεδο καθημερινής τριβής ίσως και να μην είναι τόσο ορατές ή να μη μοιάζουν τόσο τεράστιες. Και αυτό προσδίδει ένα πρόσθετο ενδιαφέρον στην ιστορία αυτή, προσθέτοντας χαρακτηριστικά εθνικής λογοτεχνίας στο Πιάσε το λαγό, επιτρέποντάς του να λειτουργήσει σε περισσότερα επίπεδα. Ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται η Μπάστασιτς αυτή την πτυχή της ιστορίας γίνεται με τρόπο που υπηρετεί την κεντρική ιστορία και γίνεται οργανικό μέρος της, χωρίς να ρίχνει βαριά τη σκιά, χωρίς το μυθιστόρημα να χάνει την πορεία του σε μονοπάτια εξωτισμού ή τουριστικού οδηγού. Χρηστικός είναι και ο τρόπος διαχείρισης, από κατασκευαστικής αλλά και αφηγηματικής πλευράς, των διαφόρων μικροευρημάτων και κυρίως εκείνων που σχετίζονται με τα επεισόδια που διάφορα ζώα πρωταγωνιστούν, μικροευρήματα που τελικά επιτρέπουν στη συγγραφέα να ολοκληρώσει της ιστορία αυτή χωρίς να μένει μετέωρη.

Το Πιάσε το λαγό μου θύμισε ένα άλλο ωραίο βιβλίο για την αναβίωση μιας χαμένης φιλίας που διάβασα σχετικά πρόσφατα. Πρόκειται για το Μια φιλία της Σίλβια Αβαλόνε. Μου θύμισε επίσης ένα βιβλίο που, εδώ και καιρό, βρίσκεται στη στοίβα με τα προσεχώς, την Καταγωγή του Σάσα Στάνισιτς. Το μυθιστόρημα της Μπάστασιτς είναι ένα ωραίο βιβλίο που διαχειρίζεται με συνέπεια τόσο το συναίσθημα όσο και τον καμβά της συγχρονίας, προσφέροντας αναγνωστική απόλαυση, χωρίς ιδιαίτερες λογοτεχνικές εκπτώσεις, ένα μυθιστόρημα που ανταποκρίνεται στις διαφαινόμενες συγγραφικές φιλοδοξίες, αρκετά οικείο στον Έλληνα αναγνώστη —και— λόγω της βαλκανικής του πραγματικότητας.

υγ. Για το βιβλίο της Αβαλόνε, Μια φιλία, περισσότερα βρίσκετε εδώ.

Μετάφραση Ισμήνη Ραντούλοβιτς
Εκδόσεις Gutenberg