Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις γεννήτρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις γεννήτρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 30 Απριλίου 2026

Δεν θυμάμαι - Κωστής Μαλούτας

Τέλη του 2015 ή πρώτες μέρες του 2016. Στο υπόγειο βιβλιοπωλείο, χαζεύω. Ένα εξώφυλλο μου τραβάει το ενδιαφέρον, το όνομα ενός συγγραφέα που δεν ξέρω, ένας εκδοτικός οίκος που δεν μου λέει τίποτα, ένας τίτλος· Σαμουήλ Άσκοττ, εκδόσεις Έκλειψη, (ένας αριθμός) φορές. Το αγοράζω, το διαβάζω, μου αρέσει, γράφω γι' αυτό.

Καλοκαίρι, 2016. Μετά από προτροπή αναγνωστών που εκτιμώ, διαβάζω το μια φορά (και ίσως κι άλλη μία) του Κωστή Μαλούτα, εκδόσεις Εκάτη. Από τις πρώτες σελίδες κάτι μου θυμίζει το βιβλίο αυτό, σαν να έχω διαβάσει μια εκδοχή του ήδη, μια διαρκής προμνησία επικρατεί, νιώθω την ύπαρξη ενός γρίφου. Ασχέτως με την τελική λύση, σημειώνω το όνομα του συγγραφέα, θα με απασχολήσει ξανά στο μέλλον, σκέφτομαι.

Κάπου δύο χρόνια μετά, τέλη του 2017 ή πρώτες μέρες του 2018. Κυκλοφορεί το δεύτερο βιβλίο του, Το τελευταίο σήμερα, θυμάμαι εκείνο που σκεφτόμουν, αναρωτιέμαι αν υπάρχει ακόμα ένας γρίφος να λυθεί, το διαβάζω. Επεκτείνω τη σκέψη, ανανεώνω για το εγγύς μέλλον το αναγνωστικό μου ραντεβού μαζί του, πέρα από σκόρπιες ιδέες και ευρήματα, κάτι περισσότερο υπάρχει εδώ, κάτι που προμηνύει και υπόσχεται, ένα σύμπαν.

Περνάει καιρός. Λίγες φορές τον συναντώ τυχαία. Γράφεις; Γράφω. Μετά λίγα πράγματα για τη ζωή. Μέχρι την επόμενη φορά. Ησυχία. Πριν κάποιους μήνες οι εκδόσεις Γεννήτρια ανακοινώνουν το επικείμενο εκδοτικό τους πρόγραμμα, ανάμεσα σε άλλα, Κωστής Μαλούτας, Δεν θυμάμαι.

Στο εισαγωγικό σημείωμα ο συγγραφέας εξηγεί το πώς της γραφής. Θέτει τους περιορισμούς, τις διακειμενικές αναφορές, το πρώτο σπέρμα έμπνευσης, το πρόγραμμα γραφής, επιβεβαιώνει την αλήθεια εκείνων που δεν θυμάται, αφήνει ωστόσο την παρείσφρηση τριών ψευδών καταχωρήσεων. Μια λίστα, σε ημερολογιακή μορφή, πραγμάτων, προσώπων, γεγονότων που ο Μαλούτας θυμάται πως δεν θυμάται πια.

Μοιράστηκα την είδηση για την κυκλοφορία αυτή με δύο τρεις ανθρώπους. Είδα στα μάτια τους τον σκεπτικισμό απέναντι στον ενθουσιασμό μου, είχε να κάνει με την περιγραφή επί του περιεχομένου, ένα και τι με νοιάζει εμένα αναδυόταν. Ίσως, αν επέμενα παραπάνω, το της συγγραφής να αποκτούσε ένα ενδιαφέρον, το της ανάγνωσης ωστόσο, όπως συνήθως συμβαίνει, θα απαιτούσε να διαβάσουμε το βιβλίο.

(Παράλληλα με το βιβλίο του Μαλούτα κυκλοφόρησε και το καινούργιο βιβλίο του Σταύρου Κρητιώτη, Στις χαραμάδες των γεγονότων. Δεν είναι τυχαίο πως επισημαίνω αυτή την κυκλοφορία. Στο παιγνιώδες της γραφής, στα μέρη μας, εκείνον θεωρώ πρωτοπόρο.)

Δεν θυμάμαι αν πολλά από εκείνα που αφηγούμαι τα έζησα ή τα διάβασα κάπου. Αυτή θα ήταν η κύρια συνεισφορά μου σε μια αντίστοιχη με του Μαλούτα λίστα.

Με τον συγγραφέα ανήκουμε στην ίδια γενιά. Το αναφέρω αυτό γιατί αποδεικνύεται καθοριστικό στην ανάγνωση, πολλά από εκείνα που δεν θυμάται, δεν τα θυμάμαι ούτε εγώ, ενώ τα έζησα, σε κάποια άλλα ξέρω την απάντηση, όπως το παγωτό Λάκι Καπ, για παράδειγμα. Και αν φαίνεται παράδοξη μια σύνθεση του εαυτού μέσα από τη λήθη, διόλου τέτοια δεν αποδεικνύεται εν τέλει. Είναι ένα παρόμοιο μονοπάτι με εκείνο της μνήμης. Το ερώτημα είναι καθοριστικό και καίριο, πώς λειτουργεί ο μηχανισμός της μνήμης, οι αποθηκάριοι πώς δουλεύουν, αν δουλεύουν και δεν αράζουν πίνοντας μπύρες, δηλαδή.

Εδώ, ωστόσο, υπάρχει μια ειλικρίνεια, επιτρέψτε μου να πω. Το να μη θυμάσαι μοιάζει και είναι πιο καθαρό, πιο ακριβές. Το να θυμάσαι επιδέχεται φθορά και παραποίηση. Άλλωστε, ακόμα και αν δοκιμάσεις ο ίδιος να αφηγηθείς κάτι που έζησες, αυτό αναπόφευκτα θα έχει μυθοπλαστικά στοιχεία, περισσότερα ή λιγότερα, δεν έχει σημασία, δεν θα είναι ακριβές. Δεν θα είναι ακριβώς ανειλικρινές, όχι τουλάχιστον απέναντι στον αναγνώστη, δεν θα εμπεριέχει ίσως κακή πρόθεση, το πρώτο θύμα της ανακρίβειας είναι ο ίδιος ο πρωτοπρόσωπος, διόλου παντογνώστης εν τέλει, αφηγητής του εαυτού.

Στο μονοπάτι αυτό υπάρχει και ένα συναισθηματικό υπόστρωμα. Πώς στέκεσαι απέναντι σε κάτι που πια δεν θυμάσαι; Στεναχωριέσαι, νιώθεις ενοχές, απορείς ή δεν σε νοιάζει και τόσο; Αυτό το υπόστρωμα μένει εν πολλοίς ανενόχλητο να υπάρχει, ο καθένας μπορεί να κάνει τις γεωτρήσεις του κατά βούληση. Κυρίως όταν τον επισκεφτούν καρέ της δικής του λήθης.

Αυτή η υβριδική κατασκευή, αυτοβιογραφικό δοκίμιο όπως το οπισθόφυλλο την περιγράφει, έχει μια ιδιότητα ευκρινή, εκκινεί ως αυτοβιογραφική αφήγηση, έστω και παράδοξη, αλλά στην πορεία ενσωματώνει ιδιότητες δοκιμίου. Εκεί, στην πορεία, δημιουργείται η κοινή επικράτεια με τον αναγνώστη, άσχετα αν ο αναγνώστης θυμάται ή όχι κάποια από τις καταγραφές, δεν εντοπίζεται αποκλειστικά εκεί αυτό το έδαφος. Και αυτό δεν έχει να κάνει με το γεγονός πως διάφορες καταχωρήσεις είναι τόσο προσωπικές ώστε να υπάγονται αυστηρά και απόλυτα στην λήθινη επικράτεια του συγγραφέα. Ως ένα βαθμό έχει να κάνει με την ανάδυση υποψήφιων καταχωρήσεων από την πλευρά του αναγνώστη. Κυρίως έχει να κάνει, παρότι ο Μαλούτας ορθώς δεν στέκεται σε αυτή τη λειτουργία της μνήμης και σε όσα ερωτήματα πηγάζουν αυτής, με κάτι που έρχεται να παρενοχλήσει ένα δεδομένο: πως όσα θυμόμαστε μας αποτελούν, χωρίς να εξετάζουμε εκείνα τα άλλα που κάποιο κλικ τα διέγραψε και από τον κάδο ανακύκλωσης στην επιφάνεια του υπολογιστή. Ο συγγραφέας δεν εξετάζει το γιατί αλλά το τι ξέχασε. Και αυτό είναι ένα διαφορετικό μονοπάτι.

Το παιγνιώδες της γραφής, με τον τρόπο που τα παιδιά παίζουν, σοβαρά και χαρούμενα, η παρακαταθήκη που οι συνέταιροι στο Εργαστήριο Δυνητικής Λογοτεχνίας άφησαν σε κάποιους λίγους κληρονόμους, είναι κάτι το ευπρόσδεκτο, μια λογοτεχνία που δεν παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό της, ξύδι για τους ελιτιστές, ακόμα και αν κάπου υπάρχει ο στόχος να δημιουργηθεί κάτι διαφορετικό σε μια εποχή ολοένα και πιο έντονων ανακλάσεων, εν μέσω ενός διάχυτου: όσα ήταν να ειπωθούν, ειπώθηκαν. Οι περιορισμοί που τελικώς απελευθερώνουν και επιτρέπουν στο κείμενο να γραφεί και να μη μείνει ένα ακόμα προσχέδιο προθέσεων και επιθυμιών. Οι περιορισμοί, κειμενικοί αλλά και εξωκειμενικοί, όπως η δέσμευση της καθημερινής ενασχόλησης, εμμονή και πειθαρχία, προσδίδουν με εξωγενή γοητεία, εδώ που πολλά από τα φύλλα, τα περισσότερα, είναι ανοιχτά.

Είναι δύσκολο ή μη χρήσιμο να αποπειραθεί κανείς να εξετάσει το Δεν θυμάμαι με εργαλεία αμιγώς φιλολογικά. Η εμπειρία της ανάγνωσης είναι εδώ το μόνο κριτήριο, αν λειτούργησε ή όχι για τον αναγνώστη, για τον κάθε ένα αναγνώστη ξεχωριστά, αν πέρασε καλά, όπως και αν ορίζεται το καλά, αν τρίπαρε μέσα σε αυτή τη λίστα καταχωρήσεων, αν διέκρινε πράγματα δικά του, έναν τόπο κοινό αποτυχημένης μνήμης, αποτυχημένης δέσμευσης σε εκείνο το φιλόδοξο αυτό εγώ δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Πέρασα καλά, τρίπαρα, διέκρινα, έφαγα τα μούτρα μου, ξέχασα.

Το Δεν θυμάμαι σε μια εποχή αυτομυθοπλασίας, εκεί που το βίωμα είναι πανάκεια για την όποια συγγραφική αδυναμία, ένας τύμβος ατομικότητας που συχνά περνά αδιάφορος, συνεισφέρει κάτι, υπονομεύοντας τον εαυτό του, γιατί πολλοί περηφανεύονται για τη μνήμη τους, αλλά πόσοι για την αδυναμία τους; Ο Μαλούτας πετυχαίνει να δείξει κάτι που μοιάζει απλό και λογικό αλλά στην επιβολή του θυμήσου αμελείται, πως εκεί που δεν θυμάσαι υπάρχουν κάποια ψίχουλα, κάτι βρίσκεται εκεί, κάτι δικό σου, κάτι που έρχεται να φωτίσει με τον τρόπο του, τον παράδοξο και ίσως ακόμα και ενοχλητικό τρόπο του, αυτό που είσαι, αυτό που πίστευες πως θα είσαι, αυτό που πια δεν είσαι, αυτές τις εκδοχές του εαυτού.

Και όλα αυτά τα ψίχουλα λίγο λίγο συνθέτουν κάτι έξω από το αμιγώς υποκειμενικό της γραφής, μια παρελθούσα εποχή, μακρινή ή όχι και τόσο, θυμίζουν κάτι που ξέχασαν, αποδέχονται μια εν γένει αδυναμία του συστήματος, όχι παθητικά ωστόσο, ούτε πιέζοντας το μυαλό να ξεράσει ένα ακόμα καρέ, αλλά διερευνώντας.

υγ. Για (ένας αριθμός) φορές περισσότερα θα βρείτε εδώ. Για το μια φορά (και ίσως κι άλλη μία) εδώ. Για Το τελευταίο σήμερα εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!   

Εκδόσεις Γεννήτρια

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Τα θέλω όλα - Dominic Amerena

Μυθιστορήματα που έχουν στον πυρήνα τους άλλα μυθιστορήματα, υπαρκτά ή φανταστικά, και συγγραφείς, αλλά και την ίδια τη διαδικασία της συγγραφής, είναι πολύ του γούστου μου, η όχι και τόσο ένοχη απόλαυσή μου, η εμπειρία της ανάγνωσης και η αγάπη για τη λογοτεχνία ως βασικό συστατικό της γραφής. Το οπισθόφυλλο του Τα θέλω όλα μίλησε κατευθείαν στα βάθη της αναγνωστικής μου επιθυμίας, ο συγγραφέας ως φανατικός αναγνώστης, προσκυνητής σε έναν τόπο ιερό, μέσα από τον οποίο έμαθε τα περισσότερα απ' όσα έμαθε, ένιωσε τα περισσότερα απ' όσα ένιωσε και άλλη διαδρομή δεν υπήρχε εμπρός του παρά η συγγραφή, μια συγγένεια μεταξύ μας, ένας τόπος κοινός.

Ένας νεαρός wannabe συγγραφέας, που ζει κάπως χίπικα, ζωή που συνίσταται εν πολλοίς στην όσο το δυνατόν ελάττωση των εξόδων, σε μια χώρα πανάκριβη όπως η Αυστραλία, παρέα με τη σύντροφό του, επίσης επίδοξη συγγραφέα, θα συναντήσει μια μέρα στο κολυμβητήριο μια άγνωστη ηλικιωμένη κυρία, που όμως το πρόσωπό της κάτι του λέει, θα τη φωτογραφίσει στα κρυφά, θα τσεκάρει ξανά και ξανά τη φωτογραφία, θα συνειδητοποιήσει πως πρόκειται για την ερημίτισσα συγγραφέα, Μπρέντα Σέιλς, δημιουργό δύο βιβλίων που γνώρισαν τεράστια επιτυχία, που για διάφορους λόγους βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης, της αποθέωσης και της διαφωνίας, μια συγγραφέας που όπως ακόμα λίγοι, ο Πίντσον, ο Σάλιντζερ και η Φεράντε, για παράδειγμα, ζει εν κρυπτώ, η συγγραφέας ως παρατηρήτρια και όχι ως παρατηρούμενη, το βιβλίο ως ένα αυτοδύναμο κατασκεύασμα χωρίς τα εξωκειμενικά παραφερνάλια της ζωής και του λόγου της δημιουργού του. Η Σέιλς επέλεξε να παραμείνει στο περιθώριο, μόνο μια φωτογραφία της, εκείνη στην έκδοση του βιβλίου, κυκλοφορεί, κανείς δεν ξέρει τι να απέγινε εκείνη η κυρία, παρότι πολλοί δοκίμασαν να μάθουν, ως κύριο ή δευτερεύον σκέλος μιας ακαδημαϊκής ή κριτικής ενασχόλησης με το έργο της.

Μια ευκαιρία τεράστια παρουσιάζεται εμπρός του, μια παρεξήγηση θα του επιτρέψει να παρουσιαστεί ως ο εγγονός της, γιος του γιου της που από βρέφος δόθηκε σε υιοθεσία, κάθε δυνατότητα ή συγκυρία ώστε να δείξει ειλικρίνεια απολύεται, ακόμα και στη σύντροφό του λέει ψέματα, έχει, ωστόσο, ένα βιβλίο για να γράψει, μετά από δεκάδες ατέρμονες απόπειρες, τέλματα και αποτυχίες, μια ευκαιρία ανατέλλει στον προσωπικό του ορίζοντα, επιτέλους και αυτός στάθηκε λίγο τυχερός, ένα μυθιστόρημα για μια άγνωστη παρότι διάσημη συγγραφέα, ένα βιβλίο που σίγουρα θα βρει εκδότη, σίγουρα θα ταρακουνήσει τα ρηχά ύδατα της αυστραλέζικης λογοτεχνίας, με συνοδοιπόρο την ηχογράφηση του κινητού του θα την επισκεφτεί ξανά και ξανά, ένα βιβλίο γεννιέται.

Όμως, το Τα θέλω όλα δεν είναι το βιβλίο που γράφει, αλλά η ιστορία της συγγραφής του βιβλίου που προτίθεται να γράψει, ένα ημερολόγιο γραφής και έρευνας, ένας επίδοξος συγγραφέας, μια εξαφανισμένη συγγραφέας, δύο βιβλία σταθμός της εκεί λογοτεχνίας, μια σειρά από συνεντεύξεις, η πραγματική ζωή που κυλά παράλληλα. Και αν όλα αυτά ίσως μοιάζουν κάπως μπερδεμένα, ο Αμερένα, στο πρωτόλειο βιβλίο του, καταφέρνει να τα διατάξει με τρόπο όχι απλώς λειτουργικό αλλά και απολαυστικό, και είναι αυτό, το κομμάτι της απόλαυσης, κάτι το οποίο ολοένα και περισσότερο παραμερίζεται στη σύγχρονη λογοτεχνία, αυτό το παιγνιώδες της γραφής αρχικά, της ανάγνωσης μετέπειτα, είναι ένα καθοριστικό συστατικό του μυθιστορήματος αυτού.

Ο συγγραφέας υπονομεύει εξαρχής τον πρωτοπρόσωπο αφηγητή, ένα πιθανό άλτερ έγκο του, τον γδύνει από κάθε υψηλό ιδανικό, από κάθε ηθική στάση, τον οπλίζει με την αποφασιστικότητα της επιθυμίας να γίνει ο σημαντικότερος Αυστραλός συγγραφέας, η φιλοδοξία αυτή τον τυφλώνει, ακόμα και όταν νιώθει πως ο δρόμος που ακολουθεί είναι γεμάτος βρωμιές και λακκούβες, είναι ωστόσο καλό παιδί, θέλω να πω, παρά τις αμφίβολες αποφάσεις και ενέργειές του δεν γίνεται απεχθής, είναι ένας άνθρωπος, νέος και σύγχρονος της εποχής του, παράγωγο και συστατικό της, ένας από εμάς, τι και αν δεν φιλοδοξούμε, φανερά τουλάχιστον, να γίνουμε σπουδαίοι συγγραφείς, οι ευκαιρίες, μας λένε, μια φορά παρουσιάζονται και αλίμονο σε όποιον δεν τις εκμεταλλευτεί, δεν θα πετύχει. 

Από τη μια, λοιπόν, έχουμε τον νεαρό επίδοξο συγγραφέα, που νιώθει και πάλι γεμάτος αυτοπεποίθηση και όρεξη να κάτσει μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή του, ενώ από την άλλη, η Σέιλς, που ζει πια σε ένα γηροκομείο, μετά από δεκαετίες σπάει τη σιωπή της, μιλάει για τα χρόνια που πέρασαν, κυρίως για το πώς έγραψε τα δύο βιβλία εκείνα που ανυψώθηκαν στη σφαίρα του μύθου. Με μια αφήγηση ρέουσα, σε υψηλό τέμπο, ο Αμερένα παρασέρνει μαζί του τον αναγνώστη σε αυτή την ιστορία, επιτρέποντάς του να πάρει θέση φανερή μέσα στο μυαλό και το δωμάτιο εργασίας ενός συγγραφέα, να του επιτρέψει να δει πώς η πραγματική ζωή επιχειρείται να μετατραπεί σε λογοτεχνία.

Στον πυρήνα της κατασκευής, είπα κιόλας, βρίσκονται η συγγραφέας και τα δύο εκείνα βιβλία, ο Αμερένα, ίσως έχοντας στο μυαλό του κάποιο πρότυπο, επινοεί τη φανταστική ζωή μιας συγγραφέα και του έργου της, και, εκτός των άλλων, με όχημα το έργο της και την επίδραση που είχε στα λογοτεχνικά και όχι μόνο πράγματα, κάνει μια βόλτα στις παρελθούσες εκείνες δεκαετίες, μέσα από τα θέματα που με οξυδέρκεια η Μπρέντα Σέιλς διαπραγματεύτηκε, με επιμονή και καθαρή ματιά στον κόσμο γύρω της, και εξ αυτών αναδύονται οι τότε κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, όπως για παράδειγμα η θέση των γυναικών. Και αν το πρώτο βιβλίο είχε να κάνει με μια κοπέλα εγκλωβισμένη σε ένα δωμάτιο της πατρικής κατοικίας, αντιμέτωπη με τους εφιάλτες, τις τύψεις, τις ενοχές και τη βαρεμάρα, μεταξύ άλλων, στο δεύτερο βιβλίο με τίτλο Οι χήροι, έχουμε τις μαρτυρίες κάποιων ανδρών που στην προοπτική το διαζύγιο να διευκολυνθεί νομικά, διαμαρτύρονται για την απώλεια της θέσης τους, για την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, για την ανατροπή ενός σεπτού τρόπου ζωής.

Το μυθιστόρημα διαβάζεται αχόρταγα, ο Αμερένα κατορθώνει να μετατρέψει ένα εγκεφαλικό κατασκεύασμα σε απολαυστική λογοτεχνία, μην αμελώντας το παιγνιώδες, παίρνοντάς το ωστόσο στα σοβαρά, χωρίς εκπτώσεις και βαρετές ευκολίες, με κάποια μετρημένα ρίσκα και ξεκάθαρο πλάνο. Η γραφή και η διαδικασία της γραφής, ο λογοτεχνικός κόσμος, η σχέση μυθοπλασίας και πραγματικότητας, οι αμφιβολίες και οι φιλοδοξίες του συγγραφέα, του κάθε συγγραφέα, σε διαφορετικό βαθμό, η ματαιοδοξία πως έχουμε κάτι να πούμε που αφορά και ενδιαφέρει και τους άλλους, ο φθόνος που συχνά μας τυφλώνει απέναντι στην επιτυχία των άλλων. Ωστόσο, επειδή πρώτιστα επιθυμεί να γράψει ένα μυθιστόρημα, δεν αμελεί τα ευρήματα, μικρότερα ή μεγαλύτερα ώστε η πλοκή να προωθείται πιο συντεταγμένα, δεν αμελεί και τις ανατροπές, μικρότερες ή μεγαλύτερες ώστε να υπενθυμίζει διαρκώς στον αναγνώστη πως σε ένα παιχνίδι, εξαπάτησης στην προκειμένη περίπτωση, ποτέ δεν παίζει ένας μονάχα.

Το Τα θέλω όλα, το πέμπτο βιβλίο των νεόκοπων εκδόσεων Γεννήτρια, με τα προσεγμένα και καλαίσθητα βιβλία, είναι μια σύγχρονη πρόταση από μια αχανή μα λογοτεχνικά όχι αντίστοιχα γνωστή χώρα/ήπειρο, όπως η Αυστραλία.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Ένα βιβλίο και ένας συγγραφέας μου ήρθαν στο μυαλό, ένα νήμα διασύνδεσης προέκυψε, Το Oh! Canada του Ράσελ Μπανκς, για το μπρα ντε φερ δύο δημιουργών στον πυρήνα της πλοκής, περισσότερα εδώ. Και τον Ζοέλ Ντικέρ που σε κάθε βιβλίο του στήνει ένα ενδολογοτεχνικό σκηνικό, ένα πρώτο νήμα εδώ.
 υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Δημήτρης Καρακίτσος
Εκδόσεις Γεννήτρια

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2025

Η καρδιά το καταχείμωνο - Kevin Barry

Πρόσφατα εμφανίστηκαν οι εκδόσεις Γεννήτρια, τα τρία πρώτα βιβλία τους βρέθηκαν στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, ανάμεσά τους μια έκπληξη, το τελευταίο μυθιστόρημα του Κέβιν Μπάρρυ, Η καρδιά το καταχείμωνο, σε μετάφραση Δημήτρη Καρακίτσου. Δεν πάει πολύς καιρός που το Νυχτερινό πλοίο για Ταγγέρη (μτφρ. Ορφέας Απέργης, εκδόσεις Gutenberg) με είχε ενθουσιάσει, ανάμεσα σε άλλα προτερήματα, η ευδιάκριτη και καλά χωνεμένη επιρροή του Ρομπέρτο Μπολάνιο.

Αυτή εδώ είναι (ακόμα) μια ιστορία αγάπης. 1891, Μπιουτ, Μοντάνα. Στις αχανείς εκτάσεις των μεσοδυτικών πολιτειών, πόλεις που δημιουργούνται και  κατοικούνται από άντρες μετανάστες, που ο καθένας, για τους δικούς του φανερούς ή κρυφούς λόγους, ακολούθησε τη μυρωδιά του χρήματος, εκείνο που, υπό διαμόρφωση ακόμα, έμελλε να αποτελέσει τον πρώτο πυρήνα του αμερικανικού ονείρου. Κακόφημα μπαρ, αλκοόλ και πορνεία, περιλαμβάνουν την όποια ψυχαγωγία, καβγάδες και εγκλήματα, επίσης. Ένας τόπος σκληρός, καθιστά ακόμα πιο σκληροτράχηλους τους κατοίκους του, οι παγωμένοι χειμώνες απευαισθητοποιούν  το δέρμα, φράζουν τους συναισθηματικούς υποδοχείς, ακόμα και η έντονη κακοσμία περνά απαρατήρητη.

«Ένας ανυποψίαστος άνεμος έφερνε τα νέα του χειμώνα»: Ο Τομ Ρουρκ, για χάρη του Χάρρινγκτον, έγραψε το γράμμα που έπεισε την Πόλλυ Γκιλέσπυ να πάρει το τρένο και να διανύσει την απόσταση ως το Μπιουτ για χάρη του. Ένας έρωτας δια αλληλογραφίας με σκοπό τον γάμο. Ο Τομ και η Πόλλυ σύντομα θα γίνουν κρυφοί εραστές. Κάθε που ο Χάρρινγκτον φεύγει για το ορυχείο, εκείνος τρυπώνει στο κρεβάτι τής Πόλλυ. Όταν οι σωματικές ανάγκες ησυχάσουν, ή ίσως όταν θεριέψουν, τα όνειρα και τα γλυκόλογα εμφανίζονται, μια ηλιαχτίδα τρυπώνει από το ζοφερό ουράνιο περίβλημα, τα χρώματα σαν να ζωντανεύουν. Στα μέρη αυτά, τα όνειρα πάντα περιλαμβάνουν τη φυγή, τη θάλασσα και τον ήλιο. Οι εραστές θα οργανώσουν ένα σχέδιο, τίποτα το ιδιαίτερο· ο Ρουρκ θα βάλει φωτιά σε έναν ξενώνα, θα κλέψει το ταμείο, θα καβαλήσουν ένα κακότροπο άλογο, θα ακολουθήσουν τον ήλιο. Οι κυνηγοί, σύντομα, θα βρεθούν στο κατόπι τους.

Ο Μπάρρυ ταξιδεύει πίσω στον χρόνο, στα τέλη του 19ου αιώνα σε μια Αμερική υπό διαμόρφωση, μια άγρια γη. Είναι σύνηθες σε κάθε παρόν οι άνθρωποι να αναπολούν το παρελθόν, η σταθερότητα και το συντελεσμένο το καθιστούν ποθητό, στο σώμα του είναι εύκολο να καρφώσει κανείς πούλιες όπως ο ρομαντισμός και η αυθεντικότητα. Σε ένα παρόν, όπως το δικό μας, με τις ιλιγγιώδεις ταχύτητες και την ψηφιακή εγγύτητα, η ωραιοποίηση του παρελθόντος γίνεται με όρους νοσταλγίας, ακόμα και για περιόδους και μέρη τόσο σκληρά όπως η Μοντάνα του τότε.

Η ιστορία αυτή είναι αρχετυπική, πολλάκις ειπωμένη, δύο εραστές που δοκιμάζουν στη φυγή το τελευταίο τους χαρτί, ενεργοποιούν τη μοίρα, προκαλούν την αντίδραση του απατημένου συζύγου, που κινεί γη και ουρανό να τους εντοπίσει. Ο Μπάρρυ δεν πειραματίζεται με τη μορφή, υποτάσσεται στην ιστορία των δύο, επενδύει στο καθοριστικό χωροχρονικό περίγραμμα. Με εναλλαγές στην οπτική γωνία της αφήγησης, που κάθε μια αντιστοιχεί και σε μια από τις κορυφές του τριγώνου αυτού, ο συγγραφέας, μέσα από τη ματιά ενός παντογνώστη αφηγητή, εξιστορεί μια ιστορία σε στέρφα γη, χωρίς να εμπλέκεται συναισθηματικά, αποστασιοποιημένος, απομαγευμένος, δεν πιστεύει σε θαύματα.

Πάντοτε θα υπάρχει χώρος για (ακόμα) μια ιστορία αγάπης, για μια καλή ιστορία αγάπης, όπως αυτή που αφηγείται ο Μπάρρυ, σ' ένα βιβλίο που παρότι φαινομενικά διαφέρει έντονα από το Νυχτερινό πλοίο για Ταγγέρη, περιλαμβάνει, ωστόσο, τον συναισθηματικά άνυδρο ορίζοντα, άνθρωποι, ούτε κατ' ελάχιστο ηρωικοί, που τρεκλίζουν υπό το ίδιο τους το βάρος, άνθρωποι γνώριμοι, παρά το ανοίκειο της χωροχρονικής απόστασης με το εδώ και το τώρα. Ο συγγραφέας δεν προσδίδει κανένα περιττό λυρισμό, καμιά προσποιητή ποιητικότητα, δεν είναι ένα ρομάντζο αυτό, δεν είναι ένα παραμύθι με ευτυχές τέλος, είναι η ιστορία δύο εραστών, κάπως βιαστικών και αφελών, που δοκιμάζουν να πάρουν τα ηνία στα χέρια τους.

Η καρδιά το καταχείμωνο είναι ένα ωραίο βιβλίο, που μας υπενθυμίζει κάτι που τείνουμε να ξεχνάμε και να υποτιμούμε, πως η λογοτεχνία είναι και διασκέδαση, ένα μέρος να περνάμε καλά, και εδώ, μες το καταχείμωνο, ο Μπάρρυ τα καταφέρνει εξαιρετικά, απλά και όμορφα.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Για το Νυχτερινό πλοίο για Ταγγέρη, περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Δημήτρης Καρακίτσος
Εκδόσεις Γεννήτρια