Δευτέρα 10 Μαΐου 2021

Ένα πιάτο λιγότερο - Μαριλένα Παπαϊωάννου

Σαντορίνη, Ιούλιος 1965. Ένα συνεργείο εργατών πραγματοποιεί χωματουργικές εργασίες στο Ημεροβίγλι όταν ανακαλύπτει μια αρχαία επιτύμβια στήλη. Ο Σαράντης Καγιαλής, μέλος του συνεργείου, αρνείται να την εγκαταλείψει βορά στους αρχαιοκάπηλους και μένει να τη φυλάξει έως ότου έρθει η αρχαιολογική υπηρεσία. Όμως η μοίρα τού παίζει άσχημο παιχνίδι· γλιστρά στη σκαμμένη τρύπα και πέφτει προς τα πίσω με το κεφάλι μένοντας στον τόπο. Ο θάνατός του βυθίζει στο πένθος δύο οικογένειες. Την ίδια στιγμή στην Αθήνα γράφονται μερικές από τις πλέον μελανές σελίδες της ελληνικής ιστορίας, που θα οδηγήσουν στη δικτατορία των συνταγματαρχών. Η Μαριλένα Παπαϊωάννου (Αθήνα, 1982), στο τρίτο της συγγραφικό βήμα, χρησιμοποιεί και εδώ ως φόντο μια ταραγμένη πολιτικά περίοδο και αφηγείται την ιστορία τεσσάρων γυναικών ‒της γυναίκας του Σαράντη, της μητέρας του, της αδερφής του και μιας πρώην πόρνης‒, που για να αντιμετωπίσουν τη θλίψη που τους προκάλεσε ο χαμός του, θα βρεθούν να γυρεύουν με επιμονή μια δεύτερη αρχαία στήλη, κρυμμένη στο νησί από την εποχή της γερμανικής κατοχής, σε μια προσπάθεια να δικαιώσουν τον θάνατό του.

Λίγο πριν από την εισβολή των ναζιστικών στρατευμάτων στη χώρα, δόθηκε εντολή να μεταφερθούν τα εκθέματα από μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους και να θαφτούν με σκοπό να προφυλαχθούν. Αυτό συνέβη και στη Σαντορίνη. Όμως, τα περισσότερα από τα αρχεία που περιελάμβαναν τις κρυψώνες αυτές καταστράφηκαν ή έπεσαν σε λάθος χέρια, με αποτέλεσμα πλήθος αρχαίων αντικειμένων να καταστεί προϊόν αρχαιοκαπηλίας ή να παραμένει ως σήμερα στα έγκατα της κυκλαδικής γης. Με αυτή την όχι και τόσο γνωστή πτυχή της ιστορίας στο επίκεντρο, η Παπαϊωάννου προσαρμόζει τα πραγματολογικά στοιχεία στις μυθοπλαστικές ανάγκες της ανθρωποκεντρικής αφήγησής της, που διαδραματίζεται σε μια Σαντορίνη σχεδόν εξωτική σε σύγκριση τουλάχιστον με τη σημερινή άκρως τουριστικοποιημένη εκδοχή της. Το εύρημα της αρχαιοκαπηλίας προσδίδει μια αστυνομικού χαρακτήρα διάσταση στο μυθιστόρημα και  λειτουργεί ως κινητήριος δύναμη στην εξέλιξη της πλοκής, που βοηθά να σκιαγραφηθούν οι χαρακτήρες με λεπτομέρεια και να αναδειχτούν οι αντιμαχόμενες πλευρές της ιστορίας. 

Η δικαίωση του νεκρού Σαράντη και ο αγώνας να μην πέσει η στήλη σε βρόμικα χέρια· αυτή θα μπορούσε να είναι η σύνοψη του Ένα πιάτο λιγότερο. Άνθρωποι απλοί, καθένας με το δικό του παρελθόν, με υψηλό κώδικα αξιών, γεμάτοι από πάθος, αρνούμενοι να υποκύψουν στα σχέδια ισχυρών και σκοτεινών δυνάμεων, διεκδικούν το δίκαιο και την αλήθεια. Εδώ εδράζεται ο διάλογος με τα Ιουλιανά, ο οποίος και λειτουργεί περίφημα ως παραβολή της πραγματικής και της μυθοπλαστικής ιστορίας, με τις ομοιότητες και τις μεταξύ τους αναλογίες. Η δολοφονία του Πέτρουλα, οι αλλεπάλληλες διαδηλώσεις, το ύποπτο πολιτικό παιχνίδι στα παρασκήνια, οι λογαριασμοί του εμφυλίου που δεν έχουν τακτοποιηθεί, το όραμα για ένα καλύτερο αύριο, η σιωπηλή πλειοψηφία. Η αρχαία στήλη, και ο αγώνας γύρω από αυτή, σ' άλλο δεν αναλογεί παρά στη δοκιμαζόμενη δημοκρατία και στον κίνδυνο μιας ακόμα εκτροπής. Τοποθετώντας την κυρίως πλοκή της ιστορίας της στη Σαντορίνη, η Παπαϊωάννου πετυχαίνει, εκτός όλων των άλλων, να προσδώσει στις κυρίαρχες πολιτικές εξελίξεις μια ενδιαφέρουσα αίσθηση απόηχου, έτσι όπως οι ειδήσεις φτάνουν στο νησί με χρονική καθυστέρηση και εν μέσω φημών και δημοσιευμάτων. Με τον τρόπο αυτό προσθέτει την απαραίτητη βαρύτητα και αυτονομία στην ιστορία που αφηγείται, χωρίς όμως να την εξοβελίζει από το κυρίως κοινωνικοπολιτικό κάδρο.

Με αφηγηματική άνεση και πλήρη έλεγχο του υλικού της, η Παπαϊωάννου ξεδιπλώνει την ιστορία της, πορευόμενη μέχρι τέλους στο πλευρό των χαρακτήρων της, επιτρέποντας στον παντογνώστη αφηγητή να αποκαλύψει σταδιακά τα φύλλα του, διατηρώντας αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον, για να οδηγηθεί στο φινάλε με έναν τρόπο φυσικό και αβίαστο, χωρίς να στηρίζεται εξ ολοκλήρου στα λειτουργικά ευρήματα και τις απαραίτητες για την εξέλιξη της πλοκής ανατροπές. Δεν παρασύρεται από τις σειρήνες της ντοπιολαλιάς, αποφεύγει, έτσι, την επιτήδευση και καρπώνεται το φυσικό γλωσσικό αποτέλεσμα. Εκμεταλλεύεται στο έπακρο τα πραγματολογικά στοιχεία της έρευνάς της και τις ιδιαιτερότητες του τόπου, απαλείφοντας οποιαδήποτε μομφή περί τυχαιότητας στην επιλογή του τόπου και του χρόνου. Χρησιμοποιεί χρηστικά την ημερολογιακή καταγραφή, γεγονός που, εκτός από τις αναλογίες με τις πολιτικές εξελίξεις, συνεισφέρει και στην επίτευξη συνοχής. Ο τρόπος με τον οποίο η Παπαϊωάννου προσεγγίζει και διαχειρίζεται το πένθος είναι βαθιά ανθρώπινος. Χωρίς να καταφεύγει σε υπερβολές, δίνει τον απόλυτα προσωπικό και διακριτό χαρακτήρα του βιώματος της απώλειας, της συναισθηματικής στάσης απέναντι στον οικείο θάνατο, της μελωδίας και του ρυθμού του θρήνου.

Στο Ένα πιάτο λιγότερο η Παπαϊωάννου κάνει ένα ευδιάκριτο βήμα προόδου. Παρά τις όποιες επιρροές από τη γυναικεία και πολιτική εγχώρια λογοτεχνία μπορεί κανείς να διακρίνει, αυτές είναι χωνεμένες καλά, επιτρέποντας στην προσωπική φωνή της συγγραφέως να ακουστεί με ευκρίνεια. Ο τρόπος με τον οποίο αναμειγνύει το πολιτικό ντοκουμέντο με τη μυθοπλασία λειτουργεί περίφημα και εδώ, χωρίς να μετατρέπεται σε ένα κενά επαναλαμβανόμενο μοτίβο, σε μια κακώς εννοούμενη αφηγηματική μανιέρα. Η Παπαϊωάννου πετυχαίνει κάτι πραγματικά σπουδαίο· φτιάχνει λογοτεχνία που απευθύνεται στο ευρύ αναγνωστικό κοινό χωρίς να κάνει εκπτώσεις.

υγ. Μέρος του κειμένου αυτού πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, το Σάββατο 13 Μαρτίου, το λινκ για την ψηφιακή του εκδοχή εδώ.

Εκδόσεις Καστανιώτη 

Σάββατο 8 Μαΐου 2021

Uncle Frank (2020)

Δεν πάει καιρός, είχα δει το Six feet under και είχα γράψει αυτό. Στον Θείο Φρανκ έφτασα χαζεύοντας το βιογραφικό του Άλαν Μπολ, εμπνευστή και παραγωγού της σειράς, σκηνοθέτη και σεναριογράφου σε ορισμένα από τα επεισόδια, επίσης. Εδώ ο Μπολ, γνωστός από το σενάριο του ‒μάλλον υπερεκτιμημένου και έντονα επηρεασμένου από τη Λολίτα του Ναμπόκοφ‒ American Beauty, υπογράφει τόσο το σενάριο όσο και τη σκηνοθεσία. Η αλήθεια είναι πως δεν είχα ιδιαίτερες προσδοκίες από τον Θείο Φρανκ. Ήταν περισσότερο μια συναισθηματική επιλογή, στα απόνερα του δεσμού μου με τη σειρά και ‒κυρίως‒ τους χαρακτήρες της. Και ίσως γι' αυτό έβαλα να τη δω νωρίς το απόγευμα μιας ηλιόλουστης και ζεστής μέρας.

Την αφήγηση της ιστορίας επωμίζεται η ανιψιά του Φρανκ ( Πολ Μπέττανυ), Μπεθ (Σοφία Λίλλις), ξεκινώντας από την εποχή που ήταν δεκατεσσάρων χρονών και όλοι τη φώναζαν Μπέττυ. Στα μάτια του έφηβου κοριτσιού ο θείος της έμοιαζε να ξεχωρίζει από οποιονδήποτε άλλον ήξερε, κυρίως από την πολυπληθή οικογένειά της, που κουβαλούσε όλα τα στερεότυπα της χαμένης κάπου στα αμερικάνικα μεσοδυτικά μικρής πόλης. Ήταν ο μόνος που την άκουγε, που την κοιτούσε στα μάτια, που την αντιμετώπιζε ως κάτι το ξεχωριστό. Το πρόβλημα ήταν πως εκείνος ζούσε από χρόνια στη Νέα Υόρκη, διδάσκοντας λογοτεχνία σ' ένα κολέγιο, και δεν τους επισκεπτόταν παρά μόνο σε κάποιες ‒ιδιαίτερα βαρετές‒ οικογενειακές μαζώξεις. Έτσι έγινε και εκείνη τη φορά. Με αφορμή τα γενέθλια του παππού της και πατέρα του Φρανκ, βρέθηκαν όλοι μαζί, οι γυναίκες στην κουζίνα και οι άντρες να παρακολουθούν αμερικάνικο ποδόσφαιρο. Η Μπεθ, ούτε αρκετά μικρή για να συμμετάσχει στο παιχνίδι των μικρότερων, ούτε αρκετά μεγάλη για ενήλικες κουβέντες, θα βρει τον θείο της να διαβάζει στη βεράντα τη Μαντάμ Μποβαρύ. Κάθεται δίπλα του και συζητούν διάφορα θέματα που την απασχολούν, όπως το γεγονός πως δεν της αρέσει το Μπέττυ, όνομα που ταίριαζε περισσότερο σε μεγάλη γυναίκα και όχι σε μικρό κορίτσι, την οικογενειακή άρνηση να γίνει μαζορέτα στο σχολείο και το προδιαγεγραμμένο ακαδημαϊκό της μέλλον στο γειτονικό κολλέγιο, παρότι οι βαθμοί της θα ήταν ικανοί να της εξασφαλίσουν μια υποτροφία σε όποιο κολέγιο εκείνη θα ήθελε. Ο Φρανκ την ακούει με προσοχή. Της προτείνει να διαλέξει ένα άλλο όνομα, εκείνη με περισσή ηττοπάθεια, δηλώνει πως κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό. Ωστόσο, με την επίμονη παρότρυνσή του, θα καταλήξει στο Μπεθ. Νιώθει εγκλωβισμένη σε εκείνα που οι άλλοι επιθυμούν για λογαριασμό της, πιστεύει πως δεν είναι στο χέρι της να χαράξει ένα διαφορετικό, προσωπικό μονοπάτι. Ο Φρανκ, με αυστηρή αγάπη, θα της πει πως μπορεί να κάνει τα πάντα και πως δεν πρέπει διόλου να ενδιαφέρεται για τη γνώμη των άλλων, καθώς σημασία έχει να κάνει αυτό που εκείνη θέλει, αυτό που θα την κάνει να νιώθει καλά με τον εαυτό της. Γύρω από αυτή την ατάκα, καθοριστική για την ενηλικίωση της Μπεθ, στηρίζεται ολόκληρη η ταινία. Φεύγοντας θα της αφήσει το βιβλίο. Στο επόμενο πλάνο η Μπεθ βρίσκεται στη Νέα Υόρκη για να σπουδάσει. Εκεί, μέσα από μια συγκυρία θα της αποκαλυφθεί το μυστικό που χρόνια κρατάει κρυμμένο ο θείος της, μυστικό που δικαιολογεί τη διαχρονικά εχθρική στάση του παππού της απέναντί του. Βρισκόμαστε στο 1973.

Το αφηγηματικό εύρημα του Μπολ με την ιστορία του Φρανκ ιδωμένη μέσα από τα μάτια της νεαρής ανιψιάς του είναι καθοριστικό για την ταινία. Εκτός από το γεγονός πως αναδεικνύει ένα ζεύγος κεντρικών χαρακτήρων, γύρω από τους οποίους δομείται το σενάριο, καταφέρνει να υπερβεί τα όρια μιας κλασικής ‒πια‒ ιστορίας εξόδου από τη ντουλάπα. Η πλοκή προωθείται με διαρκείς αναλήψεις στο παρελθόν, καθώς τα μυστικά έρχονται στην επιφάνεια. Σκοπός όμως του Μπολ δεν είναι να εκπλήξει, καθώς οι αποκαλύψεις μοιάζουν ως ένα βαθμό αναμενόμενες. Ούτε όμως η συναισθηματική καθοδήγηση αποτελεί πρωτεύον ζητούμενο εδώ. Το αποτέλεσμα είναι αρκετά ρεαλιστικό, γνώριμο και οικείο, ίσως επειδή το ταξίδι του ήρωα δεν αφορά μόνο τον ίδιο, ίσως επειδή κατ' αντιστοιχία κάθε θεατής έχει βρεθεί αντιμέτωπος με την οικογενειακή αγάπη που συχνά μετέρχεται καρότο και μαστίγιο. Το θάρρος της ελεύθερης επιλογής και της γενικότερης αυτοδιάθεσης αποτελούν το ζητούμενο για το σύνολο των προσώπων της ιστορίας, έστω και αν δεν εκφράζεται ανοιχτά, ακόμα και αν αυτό σχετίζεται απλώς με το δικαίωμα στην αποδοχή και με την επιθυμία της εγγύτητας, με την πιο απλή προσωπική επιλογή. Ο Μπολ είναι αρκετά οξυδερκής για να πέσει στην παγίδα του ένας εναντίον όλων, στον απόλυτο διαχωρισμό καλών και κακών.  Σκύβει με ιδιαίτερη επιμέλεια πάνω από τους χαρακτήρες του και γυρεύει τα προσωπικά όρια του καθενός. Ο Φρανκ δεν είναι ένας σούπερ ήρωας, δεν είναι τέλειος, δεν είναι ο καλύτερος, δεν είναι ατρόμητος, δεν ζει σύμφωνα με τις ιδέες του, δεν αδιαφορεί για τη γνώμη των άλλων. Ο Φρανκ είναι ο Φρανκ.

Οι εξουσιαστικές σχέσεις υπάρχουν παντού γύρω μας και οι περισσότεροι είμαστε θύματα ‒αλλά και θύτες‒ αυτών. Ο Θείος Φρανκ είναι μια ιστορία για τα πρότυπα που έχουμε ανάγκη, όχι μόνο κατά την ενηλικίωση. Μια ιστορία για τη σημασία της διεκδίκησης, διεκδίκηση που δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο υποκείμενο αλλά επιδρά στον κόσμο όλο, όπως η πέτρα που πέφτει στο νερό. Μια ιστορία για τις προβληματικές οικογενειακές σχέσεις που στέκουν στο απυρόβλητο πίσω από την ταμπέλα της αγάπης και της παράδοσης, αλλά χαρακτηρίζονται από ανειλικρίνεια και έλλειψη συναισθηματικής εγγύτητας. Μια ιστορία διαχρονική παρά τα όποια βήματα έχουν έκτοτε πραγματοποιηθεί. Μια ιστορία που κυρίως υπενθυμίζει πως όσο μακριά και αν τρέξεις να κρυφτείς, η πληγή δεν θα επουλωθεί, πως όσο και αν διατυμπανίζεις την εκρίζωση του οικογενειακού ζιζάνιου, εκείνο θα επιμένει να βλασταίνει. Μια απλή και καλογυρισμένη ταινία, που δεν εντυπωσιάζει με την κινηματογράφησή της, παρότι έχει κάποια υπέροχα πλάνα ιδίως στο δάσος και τη λίμνη, με καλοσχηματισμένους και στέρεους χαρακτήρες για βασικό της ατού, με τον Φρανκ να θυμίζει αρκετά τον Τζορτζ από το αριστουργηματικό A single man, ταινία που φέρει με σαφήνεια την αλήθεια της, χωρίς να αναλώνεται σε άσκοπους μελοδραματισμούς. Μια ωραία ταινία.       

Πέμπτη 6 Μαΐου 2021

Η κριτική των όπλων - José Pablo Feinmann

Σήμερα, 21 Οκτωβρίου του 2002, είναι η Μέρα της Μητέρας. Για να τη γιορτάσω πραγματικά, για να τη γιορτάσω όπως έπρεπε να την είχα γιορτάσει εδώ και χρόνια, για να τη γιορτάσω όπως ποτέ δεν τόλμησα να τη γιορτάσω, για να ξεμπερδεύω μ' αυτή τη σχέση που δεν είναι ούτε αισχρή ούτε διαβολική αλλά απλώς ηλίθια, μια ηλίθια και ασφυκτική σχέση που μας δένει ανέκαθεν, για να μην υπάρξει πια ούτε για σένα ούτε για μένα άλλη Μέρα της Μητέρας, για όλους αυτούς τους λόγους μαζί, σήμερα, μαμά, θα σε σκοτώσω.

Ο πατέρας τού Πάμπλο, επιχειρηματικό πνεύμα, ανήσυχο και φιλόδοξο, αναζητούσε διαρκώς νέες ευκαιρίες, ίδρυσε μια εταιρεία κατασκευής και εμπορίας καλωδίων, παρατώντας την ιατρική, αφού η ανακάλυψη της πενικιλίνης, συνήθιζε να λέει, αποτέλεσε την ταφόπλακα του επαγγέλματος. Παρά τις περί του αντιθέτου παραινέσεις να γίνει δικηγόρος, ο Πάμπλο σπούδασε φιλοσοφία, γοητεύτηκε από τη μαρξιστική θεωρία, πολιτικοποιήθηκε και οργανώθηκε σε διάφορες αριστερές ομάδες, μοιράστηκε μαζί με τους συντρόφους του το όραμα για μια Αργεντινή στα πρότυπα της Κούβας, βρέθηκε από σπόντα να διδάσκει στο πανεπιστήμιο, έγραψε ένα σύγγραμα, συμμετείχε στην έκδοση ενός ριζοσπαστικού περιοδικού. Ταυτόχρονα, μαζί με τον αδερφό του, δούλευε στην οικογενειακή επιχείρηση, από την οποία κατάφεραν να εξοβελίσουν τον πατέρα, απολαμβάνοντας μια καλή ζωή, ανήκοντας στη μειοψηφία. Στα τέλη του Μαρτίου του 1976 επιβάλλεται η δικτατορία του Βιντέλα. Ο τρόμος κατακλύζει τον Πάμπλο καθώς βλέπει τις εκκαθαρίσεις του καθεστώτος· απαγωγές, βασανιστήρια, δολοφονίες· κάθε πιθανός εχθρός διώκεται. Η καθημερινότητα ωστόσο, ως συνηθίζει, προχωράει ακάθεκτη, ένα μεγάλο «θα 'χε λερωμένη τη φωλιά του» πλανάται πάνω από τη χώρα· δικαιολογεί και καθησυχάζει τους φιλήσυχους πολίτες. 

Ο Πάμπλο φοβάται. Εγκαταλείπει το Μπουένος Άιρες τις καθημερινές για δήθεν επαγγελματικά ταξίδια, επιστρέφει τα σαββατοκύριακα που τα τάγματα της αστυνομίας και του στρατού ξεκουράζονται. Διαβάζει μετά μανίας τις εφημερίδες σε μια απόπειρα να διακρίνει αν αποτελεί στόχο ή όχι, τηλεφωνεί στους άλλοτε συντρόφους του έντρομος, η γυναίκα του δεν συμμερίζεται τον πανικό του. Ο περίγυρός του θεωρεί πως έχει απλώς μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, για τη σημασία και την επίδραση των γραπτών και της δράσης του. Την ίδια στιγμή μεγαλύτερος πελάτης της εταιρείας είναι το κράτος. Ο Πάμπλο θα διαγνωστεί με καρκίνο στον όρχι. Μετά την επέμβαση αφαίρεσης, θα υποβληθεί σε θεραπείες, το ενδεχόμενο της μετάστασης στους πνεύμονες δεν επιτρέπει τον εφησυχασμό. Σε μια απόπειρα να αντιμετωπίσει τον φόβο του θα σκεφτεί τη φυγή σε μια χώρα μακρινή, στον Καναδά για παράδειγμα, να αφήσει πίσω του τον ζόφο. Θα ζητήσει από τον πατέρα του να του διασφαλίσει πως θα λαμβάνει ένα μηνιαίο εισόδημα. Εκείνος τον παραπέμπει στον αδερφό του, δική σας είναι η επιχείρηση τώρα, του λέει, εμένα φροντίσατε να με πετάξετε εκτός. Ο αδερφός του δεν το συζητά, μόνο όποιος δουλεύει πληρώνεται, του λέει. Θα αναζητήσει διέξοδο στην ψυχοθεραπεία, θα δοκιμάσει διάφορους ειδικούς, εναλλακτικές θεραπείες και φαρμακευτικές αγωγές. Δεν θα καταφέρει να ξεφύγει από τη νεύρωση. 

Χρόνια μετά το τέλος της δικτατορίας, το 2002, σε μια χώρα ρημαγμένη από το χρέος και σε διαρκή πολιτική αστάθεια, ο Πάμπλο Επστέιν, πενήντα εννέα ετών πια, ανήμερα της Μέρας της Μητέρας θα φτάσει νωρίς το πρωί στο γηροκομείο που εδώ και χρόνια ζει η μητέρα του. Κρατάει λουλούδια, ένεκα της ημέρας, και την αντιρυτιδική κρέμα που μετ' επιτάσεως εκείνη του ζήτησε να της φέρει. Θα περάσει τη μέρα του μαζί της, με σκοπό, λίγο πριν από τη λήξη του επισκεπτηρίου, να τη σκοτώσει. 

Πρώτα όμως θα αφηγηθεί την ιστορία του.

Η πρώτη παράγραφος του μυθιστορήματος αυτού, θα συμφωνήσετε φαντάζομαι μαζί μου, διέπεται από πρωτοτυπία, κυρίως για την αμεσότητα με την οποία εκφράζει τις προθέσεις του κεντρικού ήρωα, του Πάμπλο. Επιπρόσθετα, λειτουργεί ιδανικά ως εισαγωγή στην αφήγηση αυτή, αφήγηση με εμφανή τα στοιχεία παραληρήματος, που πετυχαίνει να ενσωματώσει στο μυθοπλαστικό σώμα την αργεντίνικη ιστορία, τη φιλοσοφία, το πολιτικό δοκίμιο, τη λογοτεχνία και την ψυχολογία, μετερχόμενη διαρκείς εναλλαγές στο αφηγηματικό πρόσωπο, στρέφοντας την απεύθυνση πότε στο πρόσωπο της μητέρας και πότε στον ίδιο τον αφηγητή, διασπώντας διαρκώς την χρονική ακολουθία, επανερχόμενη ξανά και ξανά στα ίδια, καθοριστικής σημασίας για τον αφηγητή, επεισόδια. Η κριτική των όπλων, όπως ευκρινώς ο τίτλος άλλωστε δηλώνει, αποτελεί και μια (αυτο)κριτική, συνήθως απούσα, για τα άτομα και τις ομάδες που στάθηκαν απέναντι στη δικτατορία, έστω και θεωρητικά, για τον τρόπο με τον οποίο αντέδρασαν, για τις διασπάσεις του μετώπου, για την παραίτηση, για τη φυγή στο εξωτερικό, για τις συνθήκες που οδήγησαν ως εκεί, κριτική που συνοδεύει τα γνώριμα συναισθήματα της απογοήτευσης και του φόβου. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά: οι παρά το δικτατορικό καθεστώς έκαναν εκείνα που έκαναν και η σιωπηλή πλειοψηφία κοίταζε τη δουλειά της. Η αφήγηση του Πάμπλο αποτελεί μια, έστω και έμμεση, παραδοχή της δικής του ευθύνης, παραδοχή που ξεφεύγει από το αυστηρά ατομικό και περιλαμβάνει το σύνολο των προοδευτικών δυνάμεων του τόπου. Ο Πάμπλο δεν διαθέτει τίποτα το ηρωικό, έτσι όπως είναι εγκλωβισμένος στην ανθρώπινη ατέλειά του, γεμάτη από αντιφάσεις, ανικανοποίητα όνειρα και αποτυχίες, με κύρια εκείνη της αδυναμίας να καταστήσει σύμμαχο τη μάζα για την ανατροπή και την ανοικοδόμηση, με αποτέλεσμα την ακόλουθη της πτώσης των στρατηγών καπιταλιστική επέλαση με τις γνωστές συνέπειες. Όμως, κριτική και απολογισμός χωρίς αυτοσαρκασμό δεν υφίστανται. Ο Πάμπλο δεν αποφεύγει -με την παρασκηνιακή συγγραφική συμβολή πάντοτε- να τσαλακώσει την εικόνα του και να φλερτάρει με τον αυτοχλευασμό, υποσκάπτοντας και προβοκάροντας τους φόβους και τις αποτυχίες του, τη δειλία του πρώτα και κύρια, την αδυναμία του να πάρει την κατάσταση υπό τον έλεγχό του, να ορίσει την ίδια του τη ζωή, εμμένοντας στον ρόλο του θύματος των καταστάσεων και της μοίρας, στρέφοντας όλα τα βέλη στη μητέρα του καθώς περιμένει να βραδιάσει για να τη σκοτώσει. 

Η κριτική των όπλων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα απογείωσης της αρχικής ιδέας διαμέσου της εκτέλεσης αυτής. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Φέινμανν αφηγείται την ιστορία του συνομήλικού του Πάμπλο, που καθιστά ξεχωριστή μια ιστορία εν πολλοίς γνωστή και πλειστάκις ειπωμένη, την ιστορία της Αργεντινής κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του περασμένου αιώνα. Η απαράμιλλη αφηγηματική δεινότητα του Φέινμανν εντυπωσιάζει και παρασύρει τον αναγνώστη σ' ένα μυθιστόρημα πραγματική έκπληξη, που μάλλον πέρασε απαρατήρητο στη δίνη της εκδοτικής παραγωγής.

Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια 

Δευτέρα 26 Απριλίου 2021

Ποίηση και καπιταλισμός, μια σύγχρονη παράξενη ιστορία

Δεν πάει καιρός που μου συνέβη κάτι ομολογουμένως παράξενο. Όλα ξεκίνησαν όταν έλαβα ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, του οποίου ο συντάκτης, για ευνόητους λόγους, τους οποίους θα κατανοήσετε παρακάτω, θα διαφυλάξω την ανωνυμία του, μου ζητούσε, αρκετά ευγενικά, η αλήθεια, αν θα μπορούσε να μου στείλει ταχυδρομικώς μια ποιητική συλλογή, για να του πω τη γνώμη μου. Κοιτάζοντας το μάλλον κακόγουστο εξώφυλλο στο συνημμένο αρχείο, τη στιγμή που ήμουν έτοιμος να απαντήσω πως τον ευχαριστώ πολύ αλλά εγώ σπανίως διαβάζω ποίηση, αντί να πω ευθαρσώς πως ποτέ δεν διαβάζω τέτοια ποίηση, παρατήρησα πως η συλλογή δεν ήταν δική του, αφού πάνω από τον γλωσσικά παρατραβηγμένο τίτλο και το λογότυπο του άγνωστου σε μένα μέχρι τότε εκδοτικού οίκου ήταν ένα γυναικείο όνομα, για ευνόητους λόγους, τους οποίους θα κατανοήσετε παρακάτω, δεν θα αποκαλύψω τα στοιχεία της έκδοσης. Δεν ξέρω τι ήταν εκείνο που με ώθησε να του απαντήσω άμεσα, ρωτώντας τον για τη σχέση του με την ποιήτρια, όμως το μετάνιωσα λίγο αφότου πάτησα Αποστολή. Δεν άργησε να απαντήσει. Είναι κάπως παράξενο αυτό που θα σας πω, έγραφε, και νιώθω κάπως αμήχανα τώρα που πρέπει να σας εξηγήσω, δικαιολογούνταν. Ακολουθούσε μια αρκετά εκτεταμένη παράγραφος, που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο έμοιαζε με βιογραφικό σημείωμα. Εν ολίγοις, εργαζόταν σε μια εταιρεία τους τελευταίους μήνες, σε μια θέση για την οποία μόχθησε πολύ, καθώς ανταποκρινόταν στις υψηλές επαγγελματικές του βλέψεις, και τώρα, αν και απόλυτα ευχαριστημένος, δεν μπορούσε να αντλήσει απόλαυση, καθώς τον κατέκλυζε ο φόβος πως για τον έναν ή τον άλλον λόγο θα έχανε τη θέση του. Να μη σας τα πολυλογώ, συνέχιζε, ψάχνοντας στο διαδίκτυο πληροφορίες για την προϊσταμένη μου διαπίστωσα πως έχει εκδώσει την παρούσα ποιητική συλλογή, σκέφτηκα λοιπόν πως αν, με κάποια αφορμή, κατόρθωνα να της κάνω κάποια σχόλια, προφανώς θετικά, για τα ποιήματά της, τότε το επαγγελματικό μου μέλλον θα αποκτούσε όπως και να το κάνουμε μια μεγαλύτερη ασφάλεια, για να μην πω προοπτική. Ελπίζω να καταλαβαίνετε, συμπλήρωνε. Ήταν κάπως παράξενο όλο αυτό και εγώ είχα εμπλακεί συναισθηματικά. Ωστόσο, το μόνο σίγουρο ήταν πως δεν καταλάβαινα. Η περιέργεια, βλέπετε. Άφησα κάποιες ημέρες να περάσουν, ήλπιζα πως, αμελώντας να απαντήσω, όλη αυτή η ιστορία θα περνούσε οριστικά και δια παντός στο βασίλειο της λήθης. Αδύνατον. Το σκεφτόμουν διαρκώς. Ένιωθα ευθύνη και ενοχή. Παρά τις μάχες που έδινα με τη λογική απέναντι σε αυτό το ύπουλο συναίσθημα, σε αυτόν τον αγώνα εσωτερικού διαλόγου έβγαινα διαρκώς χαμένος. Την έκτη ή έβδομη ημέρα τού απάντησα. Του είπα πως τον καταλαβαίνω αλλά δεν θα μπορούσα να τον βοηθήσω. Λυπάμαι πολύ, συμπλήρωσα. Παρά μια μικρή αμφιταλάντευση της τελευταίας στιγμής, πάτησα Αποστολή. Για κάποιες ημέρες δεν συνέβη κάτι. Την έβδομη ημέρα, όμως, έλαβα μια απάντηση. Δεν θα έπρεπε να σας έχω αποκρύψει εξ αρχής την αλήθεια, έτσι ξεκινούσε το μήνυμά του. Ας κάνουμε μια νέα αρχή, συνέχιζε. Μούφα η ιστορία, σκέφτηκα και στιγμιαία ένιωσα ανακούφιση. Ήταν ένα ευφάνταστο ψέμα, παραδεχόταν, δεν ήξερε γιατί δεν είπε από την αρχή την αλήθεια, τι τον έπιασε, ένιωθε ιδιαιτέρως άσχημα και θα το καταλάβαινε αν δεν τον συγχωρούσα ποτέ. Ήταν ένα ακόμα παράξενο μήνυμα, το οποίο τελείωνε ακόμα πιο παράλογα. Θα διαγράψω αυτόν τον λογαριασμό, θα φτιάξω έναν άλλον, άσπιλο και αγνό. Θα επανέλθω, κατέληγε. Η περιέργεια που ένιωθα μετατρεπόταν αργά και βασανιστικά σε εκνευρισμό, απείχα πολύ από το στάδιο της σωτήριας αδιαφορίας. Δεν απάντησα τίποτα. Την επόμενη ημέρα άνοιξα το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο μου με τη βεβαιότητα πως θα αντίκριζα ένα δικό του μήνυμα. Δεν είχε στείλει κάτι. Η βεβαιότητα μειωνόταν ενώ οι μέρες περνούσαν. Σχεδόν δεν το σκεφτόμουν πια. Πράγματα της ζωής μεσολάβησαν. Την προηγούμενη Τετάρτη, αργά το απόγευμα και λίγο πριν αποσυνδεθώ, έγραψε ξανά, στέλνοντας το πρώτο πρώτο μήνυμα, ακριβώς ίδιο, απλώς από άλλον λογαριασμό. Δεν ήταν, λοιπόν, ένα απλό σχήμα λόγου. Του απάντησα άμεσα ρωτώντας τον για τη σχέση του με την ποιήτρια, επιχείρησα από μνήμης να επαναλάβω και εγώ επακριβώς την πρώτη μου απάντηση, εκείνη την απάντηση που με έκανε να εμπλακώ σε όλο αυτό. Δεν άργησε να απαντήσει. Είναι κάπως παράξενο αυτό που θα σας πω, έγραφε, και νιώθω κάπως αμήχανα τώρα που πρέπει να σας εξηγήσω, δικαιολογούνταν. Ακολουθούσε ένα λιγότερο εντυπωσιακό βιογραφικό, από το οποίο συμπέραινε κανείς πως ο τύπος μάλλον τυχερός ήταν που τέτοιους ζοφερούς καιρούς είχε δουλειά. Φοβάμαι τις περικοπές, έγραφε. Κάθε Παρασκευή απολύουν κάποιον, πότε έναν, πότε δύο. Είναι ένα πραγματικό μαρτύριο αυτό που συμβαίνει. Η αφεντικίνα μου κάθε μέρα με ρωτάει αν διάβασα το βιβλίο της, αν το χάρισα στη γυναίκα μου, αν μίλησα γι' αυτό στους φίλους και τους συγγενείς μου, αν ποστάρω ποιήματά της στο προφίλ μου και γιατί δεν την έχω φίλη στα σόσιαλ, αν γράφω στίχους της στα καθίσματα των λεωφορείων και στις εισόδους των πολυκατοικιών, αν το φωτογραφίζω με φόντο το ηλιοβασίλεμα, αν από μνήμης μπορώ να τ' απαγγείλω, αν τ' ονειρεύομαι. Είμαι σε απόγνωση, δεν ξέρω τι να κάνω, φοβάμαι τις περικοπές. Αν μπορείτε να με βοηθήσετε θα σας είμαι υπόχρεος.

Ήταν πια βράδυ και εγώ ένιωθα πως όλο αυτό δεν είχε κάποιο νόημα.       

Σάββατο 24 Απριλίου 2021

Ιωάννης ο βίαιος (1973)

Η Τώνια Μαρκετάκη σπούδασε οπερατέρ στο Παρίσι, καθώς το τμήμα σκηνοθεσίας δεν δεχόταν την εποχή εκείνη γυναίκες, επέστρεψε στην Ελλάδα όπου και διώχτηκε από τη Χούντα των συνταγματαρχών, βρίσκοντας καταφύγιο στο Αλγέρι. Ο Ιωάννης ο βίαιος είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθέτησε μετά την επάνοδό της το 1973. Έψαχνα για καιρό την ταινία αυτή, αναβάλλοντας διαρκώς τη μέτριας ποιότητας εκδοχή της στο youtube. Στο εν εξελίξει αφιέρωμα της Ταινιοθήκης, Μνήμες δικτατορίας, ανάμεσα σ' άλλες σπουδαίες ταινίες της περιόδου, προβάλλεται και αυτή. Δεν άφησα την ευκαιρία να πάει χαμένη.

Αθήνα, μεσάνυχτα. Μια νεαρή γυναίκα πέφτει αιμόφυρτη από το μαχαίρι ενός άντρα, που χάνεται μέσα στη νύχτα. Οι αυτόπτες μάρτυρες καταθέτουν στην αστυνομία τη δική τους εκδοχή για το περιστατικό, καθένας από τη δική του οπτική γωνία. Περίτεχνα, η Μαρκετάκη καταγράφει με την κάμερα την εκδοχή του κάθε μάρτυρα, τη στιγμή που ακούγεται η κατάθεσή του στην αστυνομία. Αυτά τα βουβά πλάνα, επενδεδυμένα με το voice over της αφήγησης λειτουργούν άψογα ως εισαγωγή. Στην πορεία της ανάκρισης καλούνται να καταθέσουν και άλλα πρόσωπα που σχετίζονται με τη δολοφονημένη γυναίκα, όπως ο αρραβωνιαστικός της, οι γονείς της, η πεθερά της. Την ίδια στιγμή το φονικό βρίσκεται στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Οι φήμες φουντώνουν, άγνωστες πτυχές από το παρελθόν του θύματος έρχονται στο φως. Το ενδιαφέρον των εφημερίδων αποδεικνύεται υποκριτικό και κανιβαλιστικό, σε μια απόπειρα να διατηρήσουν με κάθε τίμημα το ενδιαφέρον των αναγνωστών δεν διστάζουν να σκυλέψουν τη νεκρή προσδίδοντας χαρακτήρα σαπουνόπερας στην ιστορία. Στο πρώτο αυτό μέρος της ταινίας, οι ομοιότητες με το διήγημα του Χάινριχ Μπελ, Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ, που κυκλοφόρησε την επόμενη χρονιά, είναι ευδιάκριτες, με τον αιμοδιψή χαρακτήρα του κίτρινου τύπου και τη ροπή στη δολοφονία χαρακτήρων να βρίσκεται στο επίκεντρο. Στο πρώτο αυτό μέρος, η Μαρκετάκη διαπραγματεύεται κυρίως την ασφυκτική πραγματικότητα της γυναίκας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, τη σεξουαλική αυτοδιάθεση και την πλήρη υποταγή στον άντρα, την ώρα που η άποψη του μεγαλύτερου μέρους της κοινής γνώμης συνοψίζεται ‒έως και σήμερα‒ σε ατάκες όπως «τα 'θελε ο κώλος της», «πήγαινε γυρεύοντας», «θα 'χε λερωμένη τη φωλιά της», «κάποιο λόγο θα 'χε ο δολοφόνος».

Σιγά‒σιγά και καθώς η δολοφονημένη περνά στη λήθη του ενδιαφέροντος, η Μαρκετάκη στρέφει την κάμερά της προς τον Γιάννη, που εμφανίζεται όλο και πιο συχνά στο κάδρο, να μελετά με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την εξέλιξη της έρευνας από τις σελίδες των εφημερίδων. Ο τρόπος με τον οποίο η Μαρκετάκη περνά από τη δολοφονημένη στον φερόμενο ως δολοφόνο είναι αριστοτεχνικός, υπόδειγμα αλλαγής εστίασης. Ο Γιάννης, ένας ψυχικά διαταραγμένος νεαρός, ορφανός από πατέρα, βρέθηκε υπό την προστασία της θείας του όταν η μητέρα του κλείστηκε σε ψυχιατρική κλινική, και τώρα ζει στο ίδιο σπίτι με τη γιαγιά, τη θεία και την ξαδέρφη του, παλεύοντας με τους δικούς του δαίμονες, αντιμέτωπος με τις φοβίες και τα τραύματα μιας δύσκολης παιδικής ηλικίας. Στην ξαδέρφη του θα υπερηφανευτεί πως είναι ο δολοφόνος και όσο εκείνη αρνείται να τον πιστέψει, τόσο εκείνος ηδονίζεται βλέποντας τον τρόμο να μεγαλώνει στα μάτια της. Ακολουθεί η σύλληψη και η ανάκριση από τις αρχές που θα τον οδηγήσουν μέχρι την αίθουσα του δικαστηρίου.

Με συνεχή, και συχνά δυσδιάκριτη, χρήση του φλας μπακ, η Μαρκετάκη ολοένα και συμπληρώνει τα κομμάτια του παζλ, διασπώντας συνεχώς την αφηγηματική γραμμικότητα, αφήνει σκοπίμως αναπάντητα διάφορα ερωτήματα, καθώς πλησιάζει στον κεντρικό ιδεολογικό πυρήνα της ταινίας, που αποτελεί μια πολυεπίπεδη και σύνθετη διαπραγμάτευση σχετικά με τον νόμο, τη σύγκρουση ατόμου και κοινωνίας, τη θέση της γυναίκας, την αντιμετώπιση της ψυχικής διαταραχής, τον ρόλο της κάθε μορφής εξουσίας και του τύπου. Μια λεπτομερής κοινωνική ακτινογραφία με καλυμμένες αναφορές στο πρόσφατο και σύγχρονο ιστορικό και πολιτικό σκηνικό, δείχνοντας και μη κατονομάζοντας, σε μια άψογη χρήση του ιστορικού πλαισίου ως καταλύτη της τραγικότητας των χαρακτήρων, που πέρασε απαρατήρητο κάτω από τη μύτη της λογοκρισίας. Η εξιχνίαση της δολοφονίας αποτελεί απλώς την αφορμή, τον μοχλό που θέτει σε κίνηση τη δράση. 

Αυτό που πετυχαίνει η Μαρκετάκη είναι τρομακτικά υπέροχο, δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να αποδοθεί επαρκώς με λέξεις. Με ζηλευτή σκηνοθετική δεξιοτεχνία, συνεπικουρούμενη από ένα άψογα επεξεργασμένο σενάριο και χαρακτήρες δουλεμένους, στο σύνολό τους, ως την τελευταία λεπτομέρεια, πετυχαίνει να τιθασεύσει το όραμά της και να ενορχηστρώσει το υλικό της προσφέροντας μια ανεπανάληπτη κινηματογραφική εμπειρία. Παρά την τρίωρη διάρκειά της, η ταινία διαθέτει θαυμαστή συνοχή, χωρίς να κουράζει ή να πάσχει από ανισότητες. Δεν υπάρχει κάτι στο οποίο να υστερεί η ταινία αυτή, με τις έντονες γαλλικές επιρροές, εναρμονισμένες όμως απόλυτα με την ελληνική πραγματικότητα της εποχής, και τον Μανώλη Λογιάδη στον ρόλο του Γιάννη να είναι εξαιρετικός και να μοιάζει, τόσο ερμηνευτικά όσο και φυσιογνωμικά, βγαλμένος από ταινία της νουβέλ βαγκ.

Η ιδιοφυής σύλληψη και η ιδιοφυέστερη εκτέλεση καθηλώνουν ακόμα και τον πλέον υποψιασμένο και μπαρουτοκαπνισμένο θεατή, ακόμα και εκείνον τον προκατειλημμένο με το ελληνικό σινεμά. Ο Ιωάννης ο βίαιος δικαίως θεωρείται μία από τις κορυφές του ελληνικού κινηματογράφου. 

info: Το φεστιβάλ της Ταινιοθήκης, Μνήμες δικτατορίας, διαρκεί μέχρι το βράδυ της Τρίτης, είναι δωρεάν και το βρίσκετε εδώ.      

Πέμπτη 22 Απριλίου 2021

Εξ αίματος - Octavia Butler

Έχασα το ένα μου χέρι στην τελευταία μου επαναφορά. Το αριστερό.
Κι έχασα επίσης γύρω στον έναν χρόνο από τη ζωή μου και ένα μεγάλο μέρος της άνεσης και ασφάλειας, που δεν τα εκτιμούσα παρά μόνο όταν δεν τα είχα πια.

Αυτή είναι η ιστορία της Ντέινα, όπως η ίδια την αφηγήθηκε εκ των υστέρων, όταν όλα είχαν πια τελειώσει. Το 1976, σε ηλικία είκοσι έξι χρονών και έχοντας μόλις μετακομίσει με το αγόρι της στο καινούργιο τους σπίτι, η Ντέινα θα βιώσει κάτι το τρομακτικό. Τη στιγμή που τακτοποιούν τα βιβλία τους στα άδεια ράφια, θα νιώσει μια στιγμιαία ζάλη και θα χάσει τις αισθήσεις της. Όταν συνέρχεται, βρίσκεται σ' ένα πυκνό δάσος. Στο ποτάμι, μπροστά στα μάτια της, ένα παιδί πνίγεται. Χωρίς δεύτερη σκέψη, η Ντέινα βουτάει και το σώζει. Πίσω στην όχθη, αντί για επαίνους, θα αντικρίσει την κάνη ενός όπλου να τη σημαδεύει. Φόβος την κατακλύζει. Χάνει εκ νέου τις αισθήσεις της και επανέρχεται πίσω στο διαμέρισμά της, στην αγκαλιά του έκπληκτου συντρόφου της, Κέβιν, που την είδε να εξαφανίζεται ξαφνικά και να εμφανίζεται ξανά, λίγα δευτερόλεπτα αργότερα. Η Ντέινα βρίσκεται σε κατάσταση σοκ, αναρωτιέται αν όλο αυτό όντως συνέβη ή αν απλώς το φαντάστηκε. Αναζητά στοιχεία που θα της επιτρέψουν να προσδιορίσει τον τόπο και κυρίως τον χρόνο του παράξενου αυτού ταξιδιού. Ήταν η πρώτη φορά, θα ακολουθήσουν και άλλες. Ένας εφιάλτης ξεκινά.

Το ταξίδι πίσω στον χρόνο θα επαναληφθεί και θα φέρει την Ντέινα αντιμέτωπη, ξανά και ξανά, με την σκληρή πραγματικότητα των προγόνων της. Η δουλεία δεν έχει καταργηθεί ακόμα. Οι συνθήκες διαβίωσης είναι αποτρόπαιες, οι λευκοί αφέντες, ιδιοκτήτες ψυχών, έχουν τον πρώτο και τελευταίο λόγο ζωής και θανάτου. Η Ντέινα δεν θα βρεθεί εκεί ως απλή παρατηρήτρια, ούτε με κάποιο πλεονέκτημα έναντι των άλλων. Αναγκάζεται να παλέψει για την ίδια της τη ζωή. Οι γνώσεις της σχετικά με την ιστορική αυτή περίοδο ελάχιστα χρήσιμες θα της φανούν, καθώς ανάμεσα στη θεωρία και το βίωμα μεσολαβεί μια άβυσσος. Δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στις εκεί συνθήκες, κυρίως γιατί επιμένει ‒και πώς αλλιώς‒ να σκέφτεται με όρους της δικής της πραγματικότητας, επαναπαυμένη στις βεβαιότητες της εποχής της, που καταρρέουν από τη μια στιγμή στην άλλη.

Η Μπάτλερ κινείται σε διπλό ταμπλό. Από τη μια, η Αμερική των αρχών του 19ου αιώνα, από την άλλη, η σύγχρονη εκδοχή της. Μια βιαστική ανάγνωση ίσως οδηγήσει τον αναγνώστη στο απλουστευτικό συμπέρασμα πως η συγγραφέας ωραιοποιεί τη ζωή μιας μαύρης γυναίκας, όπως  η Ντέινα, στο παρόν, συγκρίνοντάς τη με την αλλοτινή κόλαση. Κάθε άλλο. Η Μπάτλερ, στο περιθώριο της κυρίως πλοκής, σκιαγραφεί με αδρές γραμμές τη σύγχρονη πραγματικότητα, την κοινωνική και οικογενειακή πίεση που αντιμετωπίζει μια μαύρη κοπέλα, η οποία, μεταξύ άλλων, επιθυμεί να γίνει συγγραφέας και να παντρευτεί λευκό. Θέμα σύγκρισης των δύο εποχών προφανώς και δεν τίθεται, ούτε κατ' αναλογία. Η εξέλιξη που έχει συντελεστεί σ' όλους τους τομείς είναι χαοτική. Δεν είναι μόνο τα δικαιώματα των μαύρων και των γυναικών, αλλά και η πρόοδος στην επιστήμη, που έχουν άμεσο αντίκτυπο στην καθημερινή διαβίωση. Αυτό, ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν νέες προκλήσεις σε όλους τους τομείς, πολλά βήματα μένουν ακόμα να γίνουν.

Η συγγραφέας γεφυρώνει την απόσταση ανάμεσα στο χτες και στο σήμερα, στην απλή γνώση και στο βίωμα, για να υπενθυμίσει, θαρρείς, κάτω υπό ποιες συνθήκες και με ποιο τίμημα οι άνθρωποι εκείνοι διεκδίκησαν το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, με πόσο αίμα είναι ποτισμένη η διαδρομή μέχρι το σήμερα, το κάθε σήμερα, φέρνοντας τον αναγνώστη προ της δικής του ευθύνης, στοιχείο που καθιστά το μυθιστόρημα αυτό διαχρονικό και διαρκώς επίκαιρο. Τίποτα δεν χαρίζεται, τίποτα δεν κερδίζεται χωρίς αγώνα, τίποτα δεν πρέπει να λαμβάνεται ως δεδομένο. Στο Εξ αίματος, η Μπάτλερ, που ασχολήθηκε κυρίως με τη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας, αν και μετέρχεται του ευρήματος του ταξιδιού στον χρόνο, κινείται σε πιο ρεαλιστικά μονοπάτια σε σχέση με τα υπόλοιπα έργα της. Με γλώσσα απλή και αφήγηση στρωτή, η προώθηση της πλοκής πραγματοποιείται αβίαστα, χωρίς να προκαλεί σύγχυση. Η Μπάτλερ εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις δυνατότητες της κεντρικής ιδέας, χωρίς να επιδεικνύει οποιαδήποτε διάθεση για διδακτισμό, ενώ αποφεύγει τη στείρα ιδεολογική στράτευση, επενδύοντας στην ιστορία της. Η συγγραφέας μπολιάζει επιτυχώς το κοινωνικοπολιτικό στοιχείο στο σώμα της πλοκής, χωρίς να της στερεί το απαραίτητο σασπένς, που αναγκάζει τον αναγνώστη σε μια αχόρταγη ανάγνωση.          

Είναι δύσκολο να κατατάξει κανείς το Εξ αίματος σε μία και μόνο κατηγορία. Με το ευφυές και προπαντός λειτουργικό εύρημα, η Οκτάβια Μπάτλερ πετυχαίνει να συνδυάσει το ιστορικό και το φανταστικό στοιχείο, σ' ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα, που κυκλοφορεί για πρώτη φορά στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αίολος σε μετάφραση Γιώργου Μπαρουξή. Ένα μυθιστόρημα που ήδη ανήκει στον κανόνα της αμερικανικής λογοτεχνίας.

Μετάφραση Γιώργος Μπαρουξής
Εκδόσεις Αίολος

Δευτέρα 19 Απριλίου 2021

Η ιστορία μιας νουβέλας - Thomas Wolfe

Το autotheory, ως ορολογία, εμφανίστηκε σχετικά πρόσφατα για να συμπεριλάβει έργα που συνδυάζουν το βίωμα με το δοκίμιο, λειτουργώντας συμπληρωματικά με το autofiction. Η χρονική συγκυρία της ονοματοδοσίας, ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ταυτιστεί με τις απαρχές της γραφής που έρχεται να περιγράψει. Η ιστορία μιας νουβέλας, στην περίπτωσή μας, θα μπορούσε να είναι ένα τυπικό δείγμα δοκιμίου σχετικά με τη συγγραφή και την επιμέλεια, ιδανικό εγχειρίδιο για κάθε ενδιαφερόμενο, από την πένα του Τόμας Γουλφ, ενός από τους σπουδαιότερους Αμερικανούς συγγραφείς, απαραίτητη βιβλιογραφική παραπομπή κάθε προγράμματος δημιουργικής γραφής και όχι μόνο, επικεντρωμένο σε τεχνικές λεπτομέρειες και με διάθεση διδακτική. Το στοιχείο εκείνο που αίρει την τυπικότητα στην προκειμένη περίπτωση είναι η παρείσφρηση του βιώματος και η συγγραφική πρόθεση όπως αυτή δηλώνεται εξαρχής από τον ίδιο τον συγγραφέα. 

Θα καταθέσω τον τρόπο με τον οποίο έγραψα ένα βιβλίο. Θα είναι κάτι βαθιά προσωπικό. Ήταν η πιο έντονη περίοδος της ζωής μου για πολλά χρόνια. Επ' αυτού δεν υπάρχει τίποτα ιδιαίτερα λογοτεχνικό. Είναι μια ιστορία πόνου και μόχθου και απελπισίας και εν μέρει επιτυχίας. Εντούτοις δεν ξέρω ακόμη πώς να γράψω μια ιστορία. Δεν ξέρω ακόμη πώς να γράψω μια νουβέλα. Έμαθα όμως κάτι για τον εαυτό μου και για τη συγγραφή και, αν το μπορέσω, θα προσπαθήσω εδώ να παραθέσω περί τίνος πρόκειται.

Τόσο ο τίτλος όσο και το παραπάνω απόσπασμα συνοψίζουν με ακρίβεια την πρόθεση του Γουλφ. Η ιδέα γι' αυτό το βιβλίο μοιάζει να γεννήθηκε από μια συζήτηση του συγγραφέα με τον επιμελητή του, κατά την οποία ο δεύτερος είπε «πως ήταν κρίμα που δεν είχε κρατήσει ημερολόγιο για την εργασία που κάναμε οι δυο μας, για την όλη δοκιμασία, τον μόχθο, τη ροή, τις παύσεις και την ολοκλήρωση, για τις δέκα χιλιάδες δοκιμές, τις αλλαγές, τους θριάμβους και τις υποχωρήσεις που χρειάστηκαν για να δημιουργηθεί ένα βιβλίο». 

Ο Γουλφ ξεκινάει την αφήγησή του αναφερόμενος συνοπτικά στις ρίζες του, στο οικογενειακό και ταξικό περιβάλλον στο οποίο γεννήθηκε και μεγάλωσε, στην ιδέα που υπήρχε για τους συγγραφείς, το δέος και τη δυσπιστία που ένιωθαν απέναντί τους, στις σπουδές του και στα πρώτα του βήματα στη συγγραφή που είχαν ως αποτέλεσμα το Γύρνα σπίτι, άγγελε μου, το πρώτο του μυθιστόρημα, αλλά και την αναζήτηση του ιδανικού τόπου για συγγραφή και τη σχέση του με την πατρίδα όταν απομακρυνόταν από αυτή. Η μικρή αυτή αναδρομή είναι καθοριστικής σημασίας, καθώς προσφέρει μια πληρέστερη εικόνα τόσο του ίδιου του συγγραφέα όσο και του εν προόδω έργου του, πριν ο Γουλφ επικεντρωθεί στη συγγραφή, στην επιμέλεια, στην έκδοση και όσων ακολούθησαν της κυκλοφορίας του Περί χρόνου και ποταμού, πάντοτε υπό την πεποίθηση πως «δεν είμαι επαγγελματίας συγγραφέας, δεν είμαι καν επιδέξιος συγγραφέας, είμαι απλώς ένας συγγραφέας που μαθαίνει προοδευτικά το επάγγελμά του και που ανακαλύπτει την αράδα, τη δομή και την εκφορά της γλώσσας που οφείλω να ανακαλύψω για να γράψω με τον τρόπο που θέλω».

Διαβάζοντας κανείς αυτό το μικρό σε έκταση βιβλίο έρχεται αντιμέτωπος με τη δισυπόστατη πραγματικότητα της συγγραφής. Από τη μια, το πάθος και η ανάγκη για δημιουργία, η αίσθηση κατακλυσμού που καταλαμβάνει τον συγγραφέα, τα δεκάδες βιβλία που έχει μέσα του και περιμένουν να γραφτούν, και από την άλλη, η πρακτική αντιμετώπιση της δημιουργίας αλλά και της ζωής εν γένει, ζητήματα χρηματοδότησης, η διαδικασία της έκδοσης, κοινωνικές και οικογενειακές υποχρεώσεις, η θέση στον κόσμο, μια αχώριστη δυάδα που πατάει με το ένα πόδι στον ουρανό και με το άλλο στο έδαφος, και μοιάζει να προσφέρει το απαραίτητο ‒κατά αναλογία πάντοτε‒ εμβαδόν ταύτισης μεταξύ δημιουργού και αναγνώστη, το απλοποιημένο δηλαδή δίπολο μεταξύ επιθυμίας και καθήκοντος, πάθους και ματαίωσης· ένας κώδικας κατανόησης. 

Η διαδικασία της επιμέλειας ενός χειρογράφου ‒ιδανικά‒ αποπειράται να γεφυρώσει τις δύο αυτές καταστάσεις. Ο επιμελητής είναι εκείνος που θα προσφέρει την καθαρή, εξωτερική ματιά, που θα επιχειρήσει να αναδείξει τα δυνατά σημεία και να απομακρύνει τα αδύναμα, που θα δώσει σχήμα και μορφή στο χάος, που θα σημάνει το πέρας των εργασιών αναφωνώντας τυπωθήτω, μια διαδικασία που μόνο αναίμακτη δεν είναι, καθώς οι αμοιβαίες υποχωρήσεις είναι απαραίτητες και χωρίς την εκατέρωθεν εκτίμηση και την κοινή πίστη στο έργο αδυνατεί να σταθεί. Στην Ιστορία μιας νουβέλας η επιμέλεια κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο, και πώς αλλιώς, αφού το αρχικό χειρόγραφο του Περί χρόνου και ποταμού, αποτελούμενο κυρίως από πλήθος εκτενών αποσπασμάτων, είχε πολλαπλάσιο μέγεθος από το βιβλίο όπως τελικά εκδόθηκε, και χωρίς την καθοριστική διαμεσολάβηση του επιμελητή, ο Γουλφ, κατά δική του ομολογία, θα αδυνατούσε να αποδεχθεί πως το βιβλίο είχε πια ολοκληρωθεί και ήταν έτοιμο να συναντήσει τους αναγνώστες του.

Με το βιβλίο αυτό, ο Γουλφ μοιάζει να επιθυμεί να κλείσει τους λογαριασμούς του με το Περί χρόνου και ποταμού. Επιχειρεί μια αναδρομή στην περίοδο εκείνη κατά την οποία ήταν εντελώς αφοσιωμένος σ' αυτό, αναδρομή που θα του επιτρέψει να συνοψίσει, να κατανοήσει και να συνθέσει αυτή την ιδιότυπη και εκ των υστέρων ποιητική, που θα τον καταστήσει, εν τέλει, ικανό να προχωρήσει. Γι' αυτό το κείμενο είναι τόσο προσωπικό. Εκτός του στεγνού δοκιμιακού λόγου, απουσιάζει και η οποιαδήποτε διάθεση διδακτισμού. Η οξυδέρκεια του Γουλφ του επιτρέπει να ακολουθήσει το συναίσθημά του αλλά να μην παρασυρθεί εντελώς απ' αυτό, κάτι που θα επηρέαζε τη συνοχή και την αρχική πρόθεση. Ο τρόπος με τον οποίο ο Γουλφ αφηγείται την ιστορία της νουβέλας του είναι τέτοιος που την καθιστά αυτόνομο ανάγνωσμα και την απελευθερώνει από τα στενά πραγματολογικά της όρια. Μετατρέπει ένα κείμενο προορισμένο για προσωπική χρήση σε λογοτεχνία.  

Η ιστορία μιας νουβέλας είναι πολλά παραπάνω από ένα βιβλίο ποιητικής ή μια ευκαιρία για τον αναγνώστη να κρυφοκοιτάξει, με την άδεια του συγγραφέα, στο εργαστήρι του. Η ιστορία μιας νουβέλας απευθύνεται σε όλους όσους αγαπούν με πάθος τη λογοτεχνία, ανεξάρτητα από το αν έχουν διαβάσει το Περί χρόνου και ποταμού, αν και η ανάγνωσή της ‒κάτι μου λέει πως‒ θα τους σπείρει την ιδέα να αναμετρηθούν με το αριστούργημα αυτό.

υγ. Για την εμπειρία της ανάγνωσης του Περί χρόνου και ποταμού περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ.

Μετάφραση Γιάννης Λειβαδάς
Εκδόσεις Στιγμός