Παρασκευή 30 Μαρτίου 2012

Αστροφεγγιά - Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος



(Στον κ. Τάσσο)


Βιβλίο αφιερωμένο στη γενιά εκείνη, που βγαίνοντας από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο είδε τις ελπίδες και τα αλλότρια όνειρα να χάνονται γρήγορα. Γραμμένο το 1945 και όμως, αν εξαιρέσει κάποιος τη γλώσσα, τόσο μα τόσο τρομακτικά επίκαιρο. Τότε ήταν το όραμα της μεγάλης Ελλάδας των πέντε θαλασσών και των δύο ηπείρων, στις μέρες μας η μικρή μεν Ελλάδα που όμως πέτυχε(;) ένα οικονομικό θαύμα και έφτασε στο απόγειο της δύναμής της με την διοργάνωση των Ολυμπιακών αγώνων.


" Η μητέρα τα' χει με τον Παπαδήμα. Πάλι ξαναπέρασε ο θεοσεβούμενος και έριξε το βαρύ του ίσκιο στο σπίτι. Ώρες ολόκληρες ο πατέρας μιλούσε μαζί του για τα Χριστούγεννα, είπανε κιόλας κι ένα τροπάρι: Επισκέψατο ημάς... και κουβεντιάσανε για τις ομοιότητες που υπάρχουν ανάμεσα στη χριστουγεννιάτικη και στις μεγαλοβδομαδιάτικες ακολουθίες, ήταν όμορφα πράγματα, μόνο που το καθετί έπαιρνε στο στόμα του Παπαδήμα ένα χρώμα καμάτου, σαν ένας αργός και ύπουλος θάνατος. Στο τέλος, ο Παπαδήμας φεύγοντας φαίνεται πωα άφησε με τρόπο κάποια βοήθεια, ήθελε να τακτοποιήσει τη συνείδησή του πριν από τη μεγάλη εορτή."


Ο πατέρας που μεροκάματο το μεροκάματο προσπαθεί να συντηρήσει την οικογένειά του, κόβει από παντού έξοδα εκτός από την καθημερινή εφημερίδα, διψάει για γνώση, θέλει να έχει άποψη. Η μητέρα που μαντάρει και ξαναμαντάρει τα ίδια κουρέλια. Ο θάνατος που χτυπά την πόρτα. Η ελπίδα πως ο γιος θα πάρει το πτυχίο του και θα γίνει μισθωτός, μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει ο μισθός σίγουρος, τέρμα στα βάσανα. Ο Άγγελος πηγαίνει στο σχολείο, η παρέα του είναι πλουσιόπαιδα, ερωτεύεται και πονάει. Ο έρωτας πάντα θα είναι παρών ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές.

Πλούσιοι και φτωχοί, δίδυμο που εμφανίζεται συχνά τόσο στη λογοτεχνία όσο και στον ελληνικό κινηματογράφο. Ο τρόπος είναι που κάνει τη διαφορά. Όπως και στον Λουντέμη, μια συγκίνηση, ένα δάκρυ που παραφυλάει πίσω από κάθε γύρισμα σελίδας. Θυμήθηκα και το Μονοπάτι στη Θάλασσα του Σουρούνη, θα έπρεπε να είναι και αυτό στη φωτογραφία της ανάρτησης αλλά βρίσκεται σε άλλη βιβλιοθήκη χιλιόμετρα μακριά. Η αλήθεια είναι πως ετούτο το είδος λογοτεχνίας είναι πιθανόν να σε κουράσει, γι' αυτό ίσως θα έπρεπε να ερχόμαστε μαζί του σε επαφή αφήνοντας από βιβλίο σε βιβλίο να κυλήσει ο καιρός, αλλιώς μπορεί τη θέση της συγκίνησης να πάρει η κακομοιριά, είναι λεπτά τα όρια.

Αυτό που μου κέντρισε περισσότερο από ολά τη σκέψη είναι η ατυχία του Άγγελου να συναναστρέφεται με παιδιά "ανώτερης" τάξης. Σκεφτόμουν και παλιότερα βλέποντας τα πούλμαν από τα εκπαιδευτήρια των προαστίων να αφήνουν κουρασμένα από το δρόμο παιδιά σε λιγότερο λαμπερές γειτονιές, παιδιά που οι γονείς τους κάνουν το σκατό τους παξιμάδι για να τους δώσουν ένα καλύτερο μέλλον αλλά που εν αγνοία τους στέλνουν τα βλαστάρια τους στο λάκο των λεόντων. Και τα τραύματα αυτής της ηλικίας δύσκολα επουλώνονται.

Τετάρτη 28 Μαρτίου 2012

Φίλοι - Βαγγέλης Ραπτόπουλος






Δεν είχε τύχει να διαβάσω κάποιο βιβλίο του Ραπτόπουλου ως τώρα, πάντα το ανέβαλα για κάποια άλλη φορά, κάτι άλλο πάντα προηγείτο. Κυριακάτικη βόλτα στο παζάρι του Κεραμεικού, οι Φίλοι ανάμεσα σε άλλα αραδιασμένα πάνω σε ένα πανί, ένα ευρώ το βιβλίο και όμως κάποιοι είχαν όρεξη για παζάρια.

Η ιστορία μιας γενιάς και μιας χώρας. Τρεις φίλοι, μαζί από το σχολείο. Από το παρελθόν του καθενός στην οικονομική ανάπτυξη (φούσκα). Από τους χωματόδρομους στα Ολυμπιακά μεγαλεία. Πάνω από όλα όμως είναι η ιστορία των τριών φίλων και εκείνων που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συνδέονται μαζί τους. Η ιδανική φιλία.

Είναι το θέμα καυτό. Η ιδανική φιλία, ο φόβος της μοναξιάς. Όσο περνούν τα χρόνια όλο και πιο δύσκολο φαντάζει να διατηρήσεις τις παρέες, όλα τρέχουν, όλα αλλάζουν. Βλέπεις ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας, σε μια τεράστια απρόσωπη πόλη, δίχως ίχνος γειτονιάς, να στέκουν μόνοι τους. Ακόμα περισσότεροι είναι εκείνοι που δεν βλέπεις, που ζουν ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους με μια "γυναίκα" να τους φροντίζει.

Και ο έρωτας, τι είναι άραγε ο έρωτας αν όχι μια ύψιστη φιλία;

Ειδικά οι τηλεοπτικές παραγωγές, είτε σε τοπικό είτε σε παγκόσμιο επίπεδο, που καταπιάστηκαν με τη Φιλία γνώρισαν τεράστια επιτυχία ακόμα και στην νιοστή επανάληψή τους.
Είναι κάτι το οποίο πολλούς απασχολεί, ίσως όλους αν εξαιρέσεις όσους τη θεωρούν δεδομένη.

Δεν μπορώ να πω πως το βιβλίο ως βιβλίο με γοήτευσε, πέρασα ένα ήσυχο απόγευμα με την παρέα του. Μια ματιά στις τελευταίες δεκαετίες που δεν έφερε κάτι φρέσκο μαζί της. Όμως επανέφερε για μένα λογοτεχνικά μετά από καιρό το θέμα της φιλίας αν και με έναν τρόπο αρκετά απλό και προφανή εντούτοις ικανό για να μου προκαλέσει μια κάποια μελαγχολία λίγο πριν τη δύση του ηλίου.

Ειδική Έκδοση για την Ελευθεροτυπία.
Εκδόσεις Κέδρος.

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

Ο Μανικιουρίστας - Χρήστος Χρυσόπουλος





Και ενώ το τελευταίο πόνημα του Χρήστου Χρυσόπουλου, Φακός στο στόμα, βρίσκεται στις προθήκες των βιβλιοπωλείων και φιγουράρει στις λίστες με τα ευπώλητα της εβδομάδας, σήμερα εδώ θα μιλήσουμε για ένα παλιότερο μυθιστόρημά του (ή μεγάλη νουβέλα) το Μανικιουρίστα. Βιβλίο το οποίο προμηθεύτηκα από το φετινό παζάρι βιβλίου στην Πλατεία Κλαυθμώνος, κάτι το οποίο μάλλον το καθιστά πλέον δυσεύρετο(;).

Μια σπουδή για τα χέρια κρυμμένη σε σώμα μυθιστορηματικό.

Ο Φίλιππος εξασκεί το επάγγελμα του μανικιουρίστα, επάγγελμα a priori γένους θηλυκού. Ο Φίλιππος δε μιλά πολύ, ότι γνωρίζουμε για εκείνον εκτός δουλειάς είναι κάποια κομμάτια από τις σημειώσεις που μας παραθέτει ο συγγραφέας. Βασικό του γνώρισμα η αγάπη για το επάγγελμά του και η εμμονή του με τα άνω άκρα. Ιεροτελεστία για το Φίλιππο η περιποιήση των νυχιών. Είναι κλειστός χαρακτήρας, η Κυρία των Σιωπών τον σημαδεύει, στεκόμενη καθημερινά στο ίδιο πάντα σημείο της διαδρομής, η παρουσία της άλλοτε τον ενοχλεί και άλλοτε τον αφήνει αδιάφορο, ώσπου θα γνωρίσει τα Μαρμάρινα χέρια και όλα θα αλλάξουν.

Η αφήγηση αν και λιτή κρύβει κάτι, υπάρχει μια ηρεμία που σε κάνει να υποπτεύεσαι αλλά και να φοβάσαι την ανατροπή. Δουλεύει πολύ για τη δημιουργία ατμόσφαιρας ο Χρυσόπουλος και τα καταφέρνει. Σοφή επιλογή η τοποθέτηση της δράσης σε κεντροευρωπαϊκη χώρα (τουλάχιστον εγώ αυτό εξέλαβα παρότι δεν δίνεται κάποιο στοιχείο). Ο συγγραφέας επιλέγει να δώσει μη ελληνικά ονόματα στους χαρακτήρες του, εκτός από το Φίλιππος που ναι μεν είναι ελληνικό αλλά συναντάται σε πολλές χώρες. Είναι μια επιλογή που κάνει το έργο λιγότερο ελληνικό, ότι και αν σημαίνει για τον καθένα αυτό. Ίσως τόσο για τον τόπο όσο και για τα ονόματα να επηρεάστηκε από την παραμονή του, κατά τη συγγραφή, στην Τσεχία, αλλά αυτό δεν αποτελεί τίποτα παραπάνω παρά μια υπόθεση πιθανώς αυθαίρετη.

Ο Φίλιππος θυμίζει κάπως τον πρωταγωνιστή από το Άρωμα του Ζίσκιντ.

Είναι το τρίτο βιβλίο του Χρυσόπουλου που διαβάζω. Πριν καιρό είχα διαβάσει Το Βομβιστή του Παρθενώνα και Τη Λονδρέζικη Μέρα της Λώρα Τζάκσον, εδώ μπορείτε να διαβάσετε την τότε σχετική ανάρτηση.

Εκδόσεις Οδυσσέας.

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012

Σα σήμερα, δύο χρόνια πριν

Η ιδέα για τη δημιουργία αυτού του ιστολογίου μου ήρθε ένα πρωί, σα λαμπάκι, ίσως και να το ονειρεύτηκα. Ήταν μια εικόνα αρκετά στρογγυλή και διάφανη, σαν το μυαλό μου να την επεξεργαζόταν στα παρασκήνια από καιρό θαρρείς.
Από την ιδέα στην υλοποίηση μεσολάβησε καιρός. Αφορμή στάθηκε ένα ποίημα του Λειβαδίτη, το οποίο και δικαιωματικά αποτέλεσε την πρώτη ανάρτηση σε αυτό το ιστολόγιο στις 23 Μαρτίου του 2010.




"Πρέπει, οπωσδήποτε, ν'αλλάξω ζωή, αλλιώς
είμαι χαμένος. Βέβαια, έχω καιρό μπροστά μου, είμαι ακόμα
νέος. Αν μπορούσα να ξεφύγω αυτήν την άθλια καθημερινότητα,
υποχρεώσεις και συνήθειες και συμβιβασμοί, αν σταθώ
λιγότερο εύκολος
στις διάφορες προφάσεις - μα ιδιαίτερα
αν βάλω πια ένα τέλος σε τούτες τις αιώνιες αναβολές.
Τότε ,αλήθεια, ίσως φτιάξω κάτι, ίσως μάλιστα και κάτι το
μεγάλο
όπως ονειρευόμουν από παιδί..."

Έτσι έγραφε κάποιος ένα βράδυ με χέρια που τρέμανε.
Κι έκλαιγε. Ύστερα νύσταξε κι αποκοιμήθηκε.
Το πρωί, μόλις θυμόταν κάτι αόριστα. Και σε μερικά χρόνια
πέθανε.
(Βιογραφία - Τάσσος Λειβαδίτης)


Από τότε πέρασαν δύο χρόνια. Οι πρώτες αναρτήσεις μικρές, δειλές, απόλυτα προσωπικές. Ένιωθα πως ήταν νωρίς για να μιλήσω γι'αυτό, ήθελα να πάρει πρώτα μορφή, ήταν η πρώτη μου απόπειρα να μετατρέψω τον προφορικό λόγο σε γραπτό. Προφορικά πάντα διατηρούσα το ιστολόγιο αυτό.

Σιγά σιγά βρήκα τη φωνή μου, οι αναρτήσεις ολοκλήρωναν την εμπειρία, έδιναν άλλη διάσταση σε ό,τι έβλεπα, διάβαζα και άκουγα. Συνειδητοποίησα πως το μπλογκ πρωτίστως απευθυνόταν σε μέναν τον ίδιο, σαν ένα ημερολόγιο υποστηρικτικό στην ασθενή μου μνήμη. Είναι σημαντική (για μένα) η διαδικασία σύνταξης της κάθε ανάρτησης, οι αποσπασματικές σκέψεις έρχονται να δέσουν με τη στιγμή και το συναίσθημα, ολοκληρώνουν την εμπειρία.

Δεν είναι όμως μόνο οι αναρτήσεις, είναι όλο το στήσιμο. Αν εξαιρέσει κάποιος το χώρο που μου παραχωρεί η google, όλα τα υπόλοιπα φέρουν τη δική μου σφραγίδα, από το χρώμα και το όνομα μέχρι τη μικρότερη ή μεγαλύτερη λεπτομέρεια. Είναι όμορφο το συναίσθημα να βλέπεις μια αρχική ιδέα να παίρνει σάρκα και οστά, σιγά σιγά, μέρα με τη μέρα. Δεν ήταν όλες οι μέρες εύκολες, υπήρξαν και εκείνες οι γεμάτες αμφιβολία και ματαιότητα, οι απαιτούμενες παύσεις. Όλα είναι στο πρόγραμμα.

Με το πέρασμα του καιρού και την αύξηση των αναρτήσεων όλο και περισσότεροι άνθρωποι βρέθηκαν έστω και για λίγα δευτερόλεπτα σε αυτή τη μικρή στεριά του απέραντου διαδικτύου. Δεν είναι τόσο τα συνολικά χιτς που με κάνουν χαρούμενο (ψεύτης όποιος το αρνηθεί) όσο η δημιουργία μόνιμων σχέσεων, άνθρωποι που δεν τους γνωρίζω και οι οποίοι επισκέπτονται συστηματικά το μπλογκ.

Πέρασαν κιόλας δύο χρόνια, δίπλα σε όλα όσα έζησα στέκει και ετούτο εδώ το ιστολόγιο. Το πιο σημαντικό είναι να μη θέτεις περιορισμούς σε αυτό που αγαπάς, να μην το περιορίζεις με αχρείαστα πρέπει και εγώ αγαπώ να γράφω για ό,τι είδα, διάβασα και άκουσα.

υ.γ Την πρώτη επέτειο την προσπέρασα γιατί ξεχάστηκα...!



Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

Τα χιόνια του Κιλιμάντζαρο ( 2011)




Σχέσεις καχυποψίας με συνδέουν με το γαλλόφωνο σινεμά εδώ και χρόνια. Ικανό να προσφέρει διαμάντια αλλά και άνθρακες, κυρίως στη μετά Αμελί εποχή. Ελπίζω ο Κυνόδοντας σε βάθος χρόνου να μην εξελιχθεί από ευχή σε κατάρα και για το δικό μας το φτωχό σινεμά.

Η κοινωνικοοικονομική κρίση που μαστίζει (και) την Ευρώπη τα τελευταία χρόνια είναι λογικό να επηρεάζει και το σινεμά, όχι μόνο στη δυσκολία ανεύρεσης κεφαλαίων αλλά και στη θεματική του. Είναι αναμενόμενο πολλές από αυτές τις ταινίες να περάσουν αδιάφορες στοχεύοντας απλώς σε μια θεματική που είναι (δυστυχώς) της μόδας ώστε να κόψουν απλώς λίγα εισιτήρια στις αίθουσες.

O Γάλλος σκηνοθέτης Robert Guédiguian καταφέρνει να υπερκεράσει και τις δύο ανωτέρω παγίδες προσφέροντας μια υπέροχα απλή ταινία που, χωρίς να υπερβάλλει και να εκβιάζει, καταφέρνει να συγκινήσει και να προβληματίσει.

Η κρίση χτυπά ένα εργοστάσιο στη Μασσαλία. Το συνδικάτο αποφασίζει να προβεί σε κλήρωση με σκοπό να επιλεγούν οι είκοσι προς απόλυση εργάτες μήπως και επιτευχθεί η βιωσιμότητα της επιχείρησης. Ο πρωταγωνιστής αν και επικεφαλής του συνδικάτου δεν εξαιρεί εαυτόν από την κλήρωση με αποτέλεσμα το όνομά του να είναι ανάμεσα σε αυτά των "τυχερών". Λίγες μέρες μετά θα πέσει θύμα ληστείας. Όλα θα γίνουν πιο περίπλοκα όταν θα αποδειχθεί πως ο ένοχος είναι ένας νεαρός, πρώην συνάδελφός του, που ήταν επίσης ανάμεσα στους είκοσι της κλήρωσης και ο οποίος ζει με τα δύο ανήλικα αδέρφια του.

Μπορεί από την περιγραφή αρκετοί να πιστέψουν πως πρόκειται για κάτι το γλυκανάλατο, μεσήλικοι που ανασκοπώντας τη ζωή τους επιχειρούν να δουν αν πρόδωσαν τα ιδανικά τους και προσπαθούν να κάνουν μια μικρή προσωπική επανάσταση παρά τις πιέσεις των παιδιών τους. Θα μπορούσε να είναι έτσι όντως, αλλά όχι. Νομίζω πως είναι αρκετά επιτυχημένη η στόχευση στη συγκεκριμένη ηλικιακή και κοινωνική τάξη, είναι η γενιά που πολέμησε για πολλά από όσα σήμερα με ευκολία χάνονται αλλά και που φέρει το βάρος της αλλοτρίωσης που υπέστη με το πέρας των χρόνων. Είναι λοιπόν τα πρώτα θύματα σε ιδεολογικό επίπεδο. Είναι ίσως μια ευκαιρία για προβληματισμό και γεφύρωση του χάσματος που υπάρχει ανάμεσα στη νέα γενιά και τη "βολεμένη" γενιά των γονιών της.

Το σενάριο είναι αρκετά σφιχτό χωρίς υπερβολές και μελοδραματισμούς αχρείαστους, οι ερμηνείες είναι γειωμένες καλά, η Μασσαλία λούζεται από το φως της Μεσογείου. Ένα μόνο θέμα υπάρχει με το μοντάζ που δεν είναι αρκετά φιναρισμένο από cut σε cut, αλλά δεν ενοχλεί ιδιαίτερα στο τελικό αποτέλεσμα και ίσως να αποτελεί αισθητική επιλογή.

Ταινία που συγγενεύει με το Λιμάνι της Χάβρης του Φινλανδού Καουρισμάκι και το Amador του Ισπανού Φερνάντο Λεόν Ντε Αρανόα, ταινίες επίσης υπέροχες που προβλήθηκαν στις αίθουσες το δεύτερο εξάμηνο του 2011.

Σύμφωνα με τους τίτλους τέλους ο σκηνοθέτης εμπνεύστηκε το σενάριο από το ποίημα του Βίκτωρος Ουγκό Les Pauvres Gens (Οι φτωχοί άνθρωποι) το οποίο στα γαλλικά μπορείτε να βρείτε εδώ.


Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

Θέλω να ακούσω ένα παράξενο τραγούδι

Κατά την προσωπική μου άποψη ο Παυλίδης είναι ένας από τους σημαντικότερους στιχουργούς. Έχει μια απίστευτη ικανότητα να δημιουργεί εικόνες, να λέει ιστορίες. Ίσως αυτό να οφείλεται στην κληρονομικότητα, ο παππούς του ήταν βλέπετε παραμυθάς.


"Θά΄θελα νά' μουν σαν εσένα,
ιστιοφόρο με τα πανιά του απλωμένα,
αυτούς που με οδηγούν στην καταιγίδα,
σε κάθε αμμουδιά να τους χαρίζω μια πατρίδα"


Το Σάββατο το βράδυ, μετά από ένα χρόνο, τον είδα πάλι live. Χόρεψα και συγκινήθηκα. Πέρασαν τα χρόνια και όμως ακόμα τα τραγούδια του με αγγίζουν, είναι τρομερά ιντριγκαδόρικο για μένα το γεγονός αυτό. Μάλλον όμως δεν είμαι μόνος, όσο πιο πίσω στο χρόνο μας ταξίδευε τόσο ο κόσμος γούσταρε.


"Το είπε παλιά και ο μάγκας που δήλωσε θεός,
χωρίς αγάπη όλους ο διάολος θα μας πάρει"


Πόσα χρόνια είχα να ακούσω τον παραπάνω στίχο άραγε; Ήταν σα χτες θαρρείς που το άκουγα από την κασσέτα στο walkman ενώ η υπόλοιπη παρέα έκανε μπάνιο στη θάλασσα. Σήμερα με λίγους από εκείνους κρατώ επαφές, παίζουν όλες οι πιθανές δικαιολογίες, ο χρόνος, η ζωή, τα ενδιαφέροντα, οι έρωτες.

Είναι ίσως το πιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της μουσικής αυτή η χρονική συσσώρευση που λαμβάνει χώρα στις συναυλίες. Τραγούδια που τα έχεις συνδυάσει με συγκεκριμένες καταστάσεις, πρόσωπα, εποχές, τώρα τα ακούς υπό άλλο πρίσμα, άλλοτε η μαγεία χάνεται για πάντα και άλλοτε μια γλυκιά νοσταλγία σε επισκέπτεται.


"Μπορεί στα αλήθεια τσιριτρό να πει όλοι με λένε χαζό,
γιατί όπως στήσει την παγίδα του με πιάνει,
ίσως σημαίνει τσιριτρί εγώ είμαι ένα χαζό πουλί
εμένα ο ουρανός αυτός μου φτάνει"


Η αποχώρηση του από τα Μωρά Στη Φωτιά είναι ένα από τα πιο καυτά κουτσομπολιά των λίγων, ήταν άραγε όντως μια γυναίκα η αιτία για να χαλάσει η φιλία τους με τον Σαλβαδόρ;
Ύστερα από μια απουσία στο εξωτερικό επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη και δημιουργεί τα Ξύλινα Σπαθιά τα οποία και θα αποτελέσουν τον τρίτο πόλο μαζί με τις Τρύπες και τα Διάφανα Κρίνα. Συχνά πολλοι κατηγορούσαν ως φλώρους όσους άκουγαν Σπαθιά και ως καταθλιπτικούς όσους άκουγαν Κρίνα, οι Τρύπες είχαν πάντα ευρύτερη αποδοχή. Ο Παυλίδης σε κάθε ευκαιρία δήλωνε πως η μουσική του είναι ποπ, λέξη ταμπού για τους ψαγμένους ακροατές για τους οποίους το ροκ λειτουργούσε ανέκαθεν ως κολυμπήθρα.


"Πόσες φορές θα στρίψει αυτή η σφαίρα,
ώσπου να αρχίσω πια να σε εμπιστεύομαι,
ώσπου να πάψω να φοβάμαι,
μου είχες πει πως θα έρθει κάποια μέρα,
ότι αντικρίζω θα το ερωτεύομαι,
τώρα αρχίζω και θυμάμαι"


Το Λιωμένο Παγωτό είναι πολύ ψηλά στη λίστα με τα τραγούδια που όλοι ανεξαιρέτως έχουμε ακούσει εκατοντάδες φορές, άσχετα αν τις περισσότερες δεν αποτέλεσε επιλογή μας. Παρόμοια ιστορία, όπου το τραγούδι ξεπερνάει το δημιουργό και πια χάνει την αξία που είχε για αυτόν και τον κάνει να νιώθει άβολα καθώς το κοινό επιμένει να ζητά να ακούσει αυτό το Ένα κομμάτι, όπως συνέβη και με το Creep των Radiohead. Αυτό που θα ήθελα ίσως θα ήταν να ακούσω μια άλλη προσέγγιση του ίδιου τραγουδιού από τον ίδιο τον δημιουργό του.


"Μη με ρωτάς αν η αγάπη ανασταίνει,
μου είπε κάποιος κάποτε το είδε να συμβαίνει,
θυμίσου τότε που σε άφησαν μονάχο
το σκορπιό που βρήκες όταν σήκωσες το βράχο,
το βράχο που επάνω του το κάστρο φτάνει στους ουρανούς"


Δεν αλλάζουν πολλά με τη διάλυση των Σπαθιών, πάντα εκείνος ήταν ο πρωταγωνιστής, όπως και ο Αγγελάκας στις Τρύπες. Εκτίμησα τότε το γεγονός πως ποτέ δεν έγινε προσπάθεια να πλασαριστεί, μέσα από μια παρένθεση δίπλα στο όνομά του, η προέλευσή του από τα Σπαθιά. Κάτι που ακόμα και μεγαλύτερα ονόματα της παγκόσμιας σκηνής δεν δίστασαν να κάνουν (εκτός και αν η ευθύνη βαραίνει απόλυτα τους μάνατζερ και τους διοργανωτές).

Βέβαια, αντίθετα με τον Αγγελάκα, επέλεξε (αν εξαιρέσει κάποιος τη μικρή απόκλιση με το ακουστικό Αφού λοιπόν ξεχάστηκα) να συνεχίσει στον ίδιο δρόμο έκφρασης. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να τον κατακρίνω γι'αυτό. Το συζήταγα με τον Α. και μου εξέφραζε τις ενστάσεις του περί της μουσικής αν και παραδεχόταν την ομορφιά των στίχων. Ίσως η αλήθεια να είναι όπως τις περισσότερες φορές κάπου στη μέση.


"Ξέρω τα κύματα μια μέρα αυτά τα βράχια

θα τα διαλύσουν θα τα κάνουν όλα σκόνη
θα έρχεται εκείνο το κορίτσι να ξαπλώνει
πάνω στην άμμο και να τραγουδάει τάχα
ότι θα έρθω από μακριά και εγώ σε λίγο
ότι θα μείνουμε εκεί μαζί για πάντα
αντίο θάλασσες και κύματα σαράντα
θα λέω ψέματα πως δεν θα ξαναφύγω."


Μετά τη συναυλία ένα βρώμικο στο σταθμό Λαρίσης με το ψωμάκι ψημένο στα κάρβουνα και επιστροφή στο σπίτι. Ο αέρας είχε μια μυρωδιά από παλιά.


"Θέλω να ακούσω ένα παράξενο τραγούδι που να λέει
για ένα αυτοκίνητο ανοιχτό στην παραλία,
για μία βόλτα
με μια παρέα που δε χρειάζεται κανείς τους να μιλάει
μονάχα ο καθένας να κοιτάζει όπου γουστάρει"


Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

Ο Τριστάνο πεθαίνει - Antonio Tabucchi






Οι ήρωες στοιχειώνουν συχνά το μυαλό του συγγραφέα στο οποίο γεννήθηκαν, αποκτούν έτσι ύπαρξη, εξωτερικά χαρακτηριστικά, άποψη και ιδιαιτερότητες. Ζουν και πεθαίνουν εκεί όπου γεννήθηκαν. Ο Ταμπούκι στρέφει όλα τα φώτα στον ήρωά του, τον Τριστάνο. Στέκεται στην κάμαρα στο πλευρό του ετοιμοθάνατου χαρακτήρα του, δεν παίρνει καθόλου το λόγο, υπάκουος καταγράφει τη μαρτυρία του.

Ο Τριστάνο νιώθει την ανάγκη να μοιραστεί την ιστορία του, φωνάζει το συγγραφέα, λίγο πριν το τέλος, με σκοπό να καταγράψει τα λεγόμενά του. Ο συγγραφέας δεν επεμβαίνει καθόλου σε αυτά, δείχνει να νιώθει άνετα στο ρόλο του γραφιά. Έτσι γινόμαστε και εμείς μάρτυρες. Η ιστορία ξεκινά από την Πλάκα κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, συνεχίζεται στην Ιταλία με τη συμμετοχή του στο αντάρτικο, μεταφέρεται στην Ισπανία του Χέμινγουέυ και καταλήγει στην Ιταλία του '70.

Πανέξυπνο το τέχνασμα του Ιταλού συγγραφέα το οποίο δίνει φόρμα στο λόγο του και του επιτρέπει να δώσει μια άλλη διάσταση στο κείμενο μέσα από τη μαρτυρία, τινάζοντας από πάνω του το βάρος της καθαρά προσωπικής άποψης. Δεν έχω διαβάσει κάτι άλλο δικό του και άρα δεν μπορώ να γνωρίζω αν αποτελεί γνώρισμα το οποίο συναντάται στο σύνολο, του μεγάλου σε έκταση, έργου του. Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα με καθήλωσε με την ιδιαιτερότητά του. Συγγραφικό τέχνασμα ουσίας και όχι στείρου εντυπωσιασμού. Ένιωθα κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης να βρίσκομαι στον πυρήνα της έμπνευσης του δημιουργού, να ακούω το μουρμουρητό της συνομιλίας του συγγραφέα με τον ήρωά του, να νιώθω τους πόνους του συγγραφικού τοκετού.

Ο Ταμπούκι καταφέρνει να αναφερθεί σε ένα μεγάλο μέρος της Ιστορίας της Νότιας Ευρώπης μέσα από ένα πανέμορφο και καθάριο μυθιστόρημα που αποπνέει την αγάπη του συγγραφέα για ετούτη τη μεριά του πλανήτη που βρέχεται από τα νερά της Μεσογείου. Αποδίδει ένα φόρο τιμής σε όλους αυτούς που πάλεψαν για ιδανικά και όρθωσαν το ατομικό τους ανάστημα παρά τις αμφιβολίες και τις αδυναμίες τους.

Ο Αντόνιο Ταμπούκι γεννήθηκε στην Πίζα της Ιταλίας το 1943, πόλη στην οποία εξακολουθεί να μένει, μετά από πολύχρονη παραμονή στην Πορτογαλία. Εκτός από συγγραφέας είναι γνωστός και για την μετάφραση στα ιταλικά του μεγάλου Πορτογάλου συγγραφέα Φερνάντο Πεσόα.


(Υπέροχη) μετάφραση: Ανταίος Χρυσοστομίδης.
Εκδόσεις Άγρα.