Τετάρτη 31 Ιουλίου 2013

Του Αυγούστου








Υψηλές αναγνωστικές προσδοκίες,
δίπλα στο κύμα, στη σκιά, στη βεράντα
με τον χρόνο να μην είναι αμείλικτος - για μια φορά,
την κούραση αφημένη πίσω εκεί.

Τώρα, σκέφτεσαι, είναι η στιγμή,
τώρα πρέπει/θέλω/μπορώ να διαβάσω,
όλα όσα ο χειμώνας στοίβαξε στο ράφι με τα προσεχώς,
και απειλούν να γίνουν πλειοψηφία.

Αναρωτιέσαι με ποιο να ξεκινήσεις,
με ποιο να συνεχίσεις,
ένα επιπλέον βιβλίο στη βαλίτσα, ένα ρούχο λιγότερο,
ακόμα δεν τα συμπάθησες τα ψηφιακά άλλωστε. 

Μπερδεύεσαι, προσθέτεις, αφαιρείς, απελπίζεσαι,
ξεβρακώνεσαι πριν να δεις τη θάλασσα,
δε φτάνει - αναφωνείς μονάχος - ετούτη η ζωή,
ποτέ δεν έφτασε σε κανέναν.

Όλα θα πάρουν το δρόμο τους με το γύρισμα της πρώτης σελίδας,
πάντα συμβαίνει αυτό, θυμήσου καλά,
μη ξεχνάς όμως, να σηκώνεις το βλέμμα,
να αντικρίζεις τον ορίζοντα.




[ Αύγουστος σε ρυθμούς στενά αστικούς, μετά από χρόνια. Το επιθυμούσα άλλωστε. Σκέφτομαι, όπως και πέρυσι, να μην αναρτήσω κατά τη διάρκεια του μήνα, λίγη απόσταση απ' όσα αγαπάμε είναι αναγκαία συχνά.
Καλό μήνα να ευχηθώ, όπου και αν εκείνος σας συναντήσει.]

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

Ο Χειριστής - Αριστείδης Αντονάς






Βιβλίο δίχως οπισθόφυλλο μα με δύο πιθανές εισόδους. Ένα παράξενο παιχνίδι εναλλαγής προηγείται της ανάγνωσης, μία έτσι και μία ανάποδα, αναζητείται  σήμανση, αναδεικνύεται η ανάγκη για κατεύθυνση, αμηχανία απέναντι στην ελευθερία. Επιλέγω την είσοδο με την υποσημείωση (οίκημα), για λόγους μάλλον προσωπικούς, κρυμμένους κάπου ανάμεσα στα στρώματα της συνείδησης. Σκέφτομαι το ζεύγος οίκημα – θέατρο,  εστία και μίμηση, εκεί τριγυρνά ο νους καθώς διαβαίνω τη θύρα. Αφήνω το (θέατρο) για μετά.

Το μυστήριο εντείνεται με την είσοδο. Η κάτοψη της πόλης προκαλεί εκ νέου το βλέμμα να αναζητήσει σημάδια αποκαλυπτικά της ταυτότητος αυτής , μάταια,  – στα δικά μου μάτια – παραμένει άγνωστη. Μια λεπτομέρεια αποκόπτεται από το χάρτη, το οίκημα. Σχεδιάγραμμα  δείχνει τη διάταξη του χώρου που διαιρείται σε  (I) θάλαμο καταγραφών και (II) μουσείο καταστάσεων.

Ο λόγος περνά στο Χειριστή.

Με το πέρας το σελίδων επέρχεται κάποια εξοικείωση, κυρίως με το μέσα χώρο, εντούτοις ο τρόμος θεριεύει εξαιτίας των αναπάντητων ερωτημάτων. Η αίσθηση εγκλεισμού ενισχύεται από τον άγνωστο – πεπερασμένο μα αχανή – χώρο που περικλείει το οίκημα. Ο χρόνος είναι ακόμα ένας άγνωστος παράγοντας στη δοθείσα εξίσωση, η καταγραφή δημιουργεί ένα σύστημα άπειρων αντικατοπτρισμών, η επιστροφή πίσω στο χρόνο διαρκής, το βάρος του παρελθόντος ασήκωτο. Η απόλυτη μνήμη.

Ακολουθεί το (θέατρο). Η απαραίτητη κάτοψη προηγείται. Ο αναγνώστης πρέπει να γνωρίζει με ακρίβεια τη διάταξη ώστε το σκοτάδι να μην αποτελέσει εμπόδιο. Ο Χειριστής ελέγχει το φωτισμό, αυταρχικά και απρόοπτα. Κίνηση ανάμεσα σε δύο απόλυτες καταστάσεις, φως εκτυφλωτικό και σκοτάδι απόλυτο, δεν υπάρχει μέση οδός.

Η αμφιβολία συνεχής, η εμπιστοσύνη στο οπτικό ερέθισμα ασταθής. Παιχνίδι ψευδαισθήσεων και υπαινιγμών. Πίσω από το προφανές κρύβεται το υπονοούμενο ή και το αντίστροφο, δύσκολα νιώθεις βέβαιος. Διαρκώς παρούσα κατά την ανάγνωση η αίσθηση ενός ηλεκτρονικού παιχνιδιού παλαιάς κοπής, ο ήρωας προχωράει από δωμάτιο σε δωμάτιο, αναζητά κλειδιά και απαντήσεις σε γρίφους, περνά ξανά και ξανά από τον ίδιο χώρο γυρεύοντας την κρυφή πόρτα για την επόμενη πίστα.

Υποβολή. Χαρακτηρισμός του συνόλου με μία μόνο λέξη, και χώρος, αν μπορούσαμε να προσθέσουμε μία ακόμα. Υποβολή και χώρος,  δύο αρχές που διέπουν το σύμπαν του Αντονά. Η  ταυτότητα του αρχιτέκτονα κάτι παραπάνω από εμφανής. Ιδιαιτέρως ενδιαφέρον το πάντρεμα του χώρου με τη λογοτεχνία, όχι μόνο στην πλοκή αλλά και στην ίδια την τυπογραφική προσέγγιση των βιβλίων του. Δομές στέρεες, ρυθμού αυστηρού, μάλλον μεταδωρικού, προσδιορισμός τολμηρός με όλο το θάρρος του μη ειδικού. Η υπερβολή απούσα καθώς σκιάζει και δεν αναδεικνύει την ομορφιά, πόσο μάλλον τη χρησιμότητα, εντυπωσιασμός πλουμιστός μα φτηνός, ίδιον κακού αρχιτέκτονα.





(πρωτοδημοσιεύτηκε στο bookstand.gr)




υ.γ Η παρούσα αποτελεί αισίως την τέταρτη ανάρτηση γύρω από το συγγραφικό έργο του Αντονά, σύντομα θα ακολουθήσουν και τα Κτίσματα. Είχαν προηγηθεί : Οι Αριθμοί, Ο Φλογοκρύπτης, Η Τραγουδίστρια και η Πολυθρόνα. Συγγραφέας που αξίζει την προσοχή σας. 

υ.γ2 Όλα ξεκίνησαν ένα βράδυ με δυνατή μουσική, ο Γ. επέμενε πως θα έπρεπε να διαβάσω Αντονά. Είχε τόσο δίκιο. Σε ευχαριστώ.




Εκδόσεις Άγρα




Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

Θηλαστικά - Pierre Mérot







"Κάθε τυπική οικογένεια διαθέτει υποχρεωτικά έναν αποτυχημένο· μια οικογένεια χωρίς αποτυχημένο δεν είναι πραγματική οικογένεια, αφού της λείπει το θεμελιώδες στοιχείο που θα την αμφισβητεί και θα τη νομιμοποιεί."

Στην περίπτωσή μας, το ρόλο αυτό επωμίζεται ο θείος. Ακόμα και αν δεν υπήρχε αποτυχημένος θα έπρεπε πάραυτα να εφευρεθεί, να ονοματιστεί κάποιος, η οικογένεια πρέπει πάση θυσία να νομιμοποιηθεί. Κοπάδι δίχως μαύρο πρόβατο δεν είναι κοπάδι, κάποιος πρέπει να αποτελέσει το παράδειγμα προς αποφυγή, την απόδειξη πως όποιος δεν ακούει τη μαμά και το μπαμπά αργά ή γρήγορα θα γίνει σαν - προτεταμένος δείκτης - αυτόν.

Η αγία οικογένεια, μικρογραφία της κοινωνίας, στο στόχαστρο. Πίσω από τις τεράστιες μπαντιέρες αγάπης, ατέλειες καλά κρυμμένες, θέματα απαγορευμένα. Τα προβλήματα, κάτω από το χαλάκι της εισόδου· δεν τα βλέπουμε άρα δεν υπάρχουν. Έλεγχος και κριτική, πάντα υπό τον υπέρλαμπρο τίτλο "Αγάπη", ελευθερία με δεδομένα τα όρια, τα στάνταρ των απαιτήσεων υψηλά και κυρίως ετεροκαθορισμένα, ανάγκη ικανοποίησης ξένων ονείρων και φιλοδοξιών. Ξέρεις τι στερήθηκα εγώ για σένα; Ρήση που ταξιδεύει αναλλοίωτη από γενιά σε γενιά.

Κάπως έτσι ανθίζουν οι ενοχές και τα κόμπλεξ σφίγγουν, τα σπασμένα των προηγούμενων αναγκάζονται να τα πληρώσουν οι επόμενοι και έτσι γυρίζει ο τροχός, δυστυχώς.

Τριγύρω ο κόσμος μοιάζει φτιαγμένος για ζευγάρια και οικογένειες, το κράτος διευκολύνει τη σύναψη γάμου, διαδικασίες γρήγορες που κοστίζουν ελάχιστα, ακριβώς το αντίθετο του διαζυγίου δηλαδή. Η μοναξιά είναι σκληρή, απόδειξη, ανάμεσα σε άλλα, αποτυχίας, ωθεί σε απονενοημένες απόπειρες συντροφικότητας, θύμα της και ο θείος. Το αλκοόλ αποτελεί καταφύγιο, μοναχικοί θαμώνες συνθέτουν μια κοινωνία με τους δικούς της κώδικες επικοινωνίας, τα δικά της μέτρα αξιολόγησης της επιτυχίας και της αποτυχίας.

Το χρονικό ενός αποτυχημένου, για την ακρίβεια κάποιου που πείστηκε πως είναι αποτυχημένος και διάγει βίο αντίστοιχο. Ο Μερό διαθέτει ένα στυλ ιδιαιτέρως προσωπικό, προβαίνει σε διαρκείς εναλλαγές αφηγηματικών προσώπων, από το τρίτο ενικό της περιγραφής, στο πρώτο της ταύτισης του συγγραφέα με τον ήρωά του και από εκεί στο δεύτερο πληθυντικό που τοποθετεί τον αναγνώστη μέλος ισάξιο στην εξίσωση. Χρησιμοποιεί την οικογένεια ως προπύργιο για την κριτική του, αλλά είναι η κοινωνία που αποτελεί το μεγάλο στόχο. Με λόγο αρκετά ποιητικό δημιουργεί μια ατμόσφαιρα ονειρική. Τα πρόσωπα παραμένουν, μέχρι τέλους, θολά, κρυμμένα καλά πίσω από τους καπνούς, υποχείρια της μοναξιάς και της καταπιεσμένης σεξουαλικότητας. Μελαγχολικό μα βαθιά ανθρώπινο παρά το μισανθρωπισμό του, θυμίζει σε ορισμένα σημεία τον αγαπημένο Ουελμπέκ αν αφαιρέσει κανείς την τάση του τελευταίου για αμιγώς ρεαλιστικές περιγραφές (χαρακτηριστικό των πρώτων έργων του). Ιδιαίτερο το χιούμορ του δημιουργού, μαύρο μα εύστοχο, δίνει μια γεύση γλυκόπικρη στην ανάγνωση, χαλαρώνει τα λουριά για να τα τραβήξει και πάλι, αμέσως μετά. Η εικόνα της σύγχρονης Γαλλίας όπως τη λαμβάνουν οι ευαίσθητες κεραίες του Μερό. Συγγραφέας που αγνοούσα ως τώρα αλλά που δε θα αργήσω να επιστρέψω σε κάτι δικό του.         
     


Μετάφραση Εύα Καραϊτίδη
Εκδόσεις  Βιβλιοπωλείο της Εστίας




Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

Το βυζί (σε δημόσια ανάγνωση)







Το βλέμμα του σερβιτόρου αποτέλεσε το πρώτο σημάδι, το κατάλαβα όμως αρκετά αργότερα και αφού οι αδιάκριτες ματιές είχαν ήδη πυκνώσει. Στιγμιαία ντράπηκα, τα έβαλα με τον εαυτό μου που δεν το είχα σκεφτεί κατευθυνόμενος στην καφετέρια με το Βυζί ανά χείρας. Με αφέλεια το ακούμπησα στο τραπέζι, ο σερβιτόρος με καλημέρισε αφήνοντας το παγωμένο νερό, με ρώτησε τι θα πάρω, τότε ήταν που το βλέμμα του έπεσε στο εξώφυλλο, μου ζήτησε αμήχανα να επαναλάβω αν ήθελα γάλα ή όχι, δεν έδωσα σημασία. Ύστερα μια παρέα κοριτσιών, ανάμεσα σε σπουδές και αναζήτηση εργασίας, κάθισε στο διπλανό τραπέζι, συζητούσαν για (τι άλλο;) καλοκαιρινές διακοπές. Ώσπου μια αναφορά στο Ροθ, με έκανε να σκεφτώ αρχικώς τη σύμπτωση, για να αντιληφθώ, αμέσως μετά, πως η κουβέντα αναφερόταν στο βιβλίο μου. Η συζήτησή τους συνεχίστηκε με αντιδικία σχετικά με τον Αφρό των Ημερών, οι λάτρεις αποτελούσαμε την πλειοψηφία - και ας μη συμμετείχα στην άτυπη ψηφοφορία.

Έκανα μια παύση, συνέχισα να κρατώ το βιβλίο δίχως όμως να διαβάζω, σαν ντετέκτιβ, κρυμμένος πίσω από το Βυζί κατασκόπευα περίεργους, "συνέλαβα" αρκετούς να επιχειρούν να διαβάσουν ξανά τον τίτλο για να επιβεβαιώσουν την αρχική τους διαπίστωση. Κάποιοι λίγοι χαμογέλασαν, ίσως να γνώριζαν ίσως και όχι. Σκεφτόμουν εκείνους που αγνοούσαν το συγκεκριμένο βιβλίο, τι θα φαντάζονταν αλήθεια; Άραγε το μάτι έχει συνηθίσει να βλέπει βυζί αλλά όχι να διαβάζει Β - Υ - Ζ - Ι;  Το παιχνίδι κράτησε για λίγα ακόμα λεπτά, το ανασήκωμα των ώμων σήμανε τη λήξη και την επιστροφή στη νουβέλα του Ροθ.


"Όλη αυτή η ιστορία άρχισε παράξενα. Μα, έτσι κι αλλιώς, δε θα μπορούσε ν' αρχίσει διαφορετικά."



Ο κ. Κέπες δεν έδωσε την απαιτούμενη σημασία στα σημάδια, αν και υποχόνδριος δε μπόρεσε να φανταστεί ποτέ, πως μια μέρα θα ξυπνούσε μεταμορφωμένος σε βυζί. Και όμως συνέβη. Το μυαλό τρέχει κατευθείαν στη Μεταμόρφωση του Κάφκα, υποψιάζεται παρωδία, καθώς περνούν οι σελίδες ο συγγραφέας δε διστάζει να αποκαλύψει τις φοβίες του φιλόλογου Κέπες, που αναρωτιέται μήπως παραπήρε στα σοβαρά τα έργα του Κάφκα και Γκόγκολ.

" Επειδή ο πατέρας μου δεν έχει ιδέα από βιβλία, συνέχισα με μια παιδιάστικη φλυαρία, του είπα για τον Γρηγόρη Σάμσο που ξυπνάει μια μέρα στο αριστούργημα του Κάφκα κι ανακαλύπτει πως έχει γίνει ένα πελώριο σκαθάρι· του έκανα και μια περίληψη της Μύτης, του είπα με δυο λόγια πώς ο ήρωας του Γκόγκολ ξυπνάει μια μέρα κι ανακαλύπτει πως έχασε τη μύτη του, πώς ξεκινάει να τη βρει στην Αγία Πετρούπολη, βάζει μια αγγελία στην εφημερίδα ζητώντας να του την επιστρέψουν, τη βλέπει να περπατάει στο δρόμο και τα λοιπά και τα λοιπά, ώσπου στο τέλος, εντελώς ανεξήγητα, όπως είχε εξαφανιστεί, η μύτη επιστρέφει στο πρόσωπό του. (Τον άκουγα κιόλας να σκέφτεται: Αυτά διδάσκετε στα πανεπιστήμια;)"    

Η κεντρική ιδέα της νουβέλας, αποτελεί μια ενδιαφέρουσα κωμική βάση για την ανάπτυξη των εμμονών του Ροθ, που πάντως δεν καταφέρνει να απεγκλωβιστεί από το εύρημά του με συνέπεια το τελικό αποτέλεσμα να είναι αρκετά μονοδιάστατο, κάτι που λόγω μεγέθους μάλλον δεν ενοχλεί. Η γειτνίαση του τραγικού με το κωμικό δημιουργεί έδαφος ταύτισης με τον κ.Κέπες ενώ η πρόκληση λειτουργεί περισσότερο ως πέπλο που αναδεικνύει την ανώμαλη επιφάνεια του πραγματικού κόσμου παρά ως στείρα απόπειρα εντυπωσιασμού. 

Ο Ροθ με το Βυζί  γυρίζει το σκορ σε 2-1 υπέρ του. Όταν διάβασα το Ζώο που ξεψυχά, απογοητεύτηκα, ίσως και να είχα επενδύσει πολλά. Πέρυσι τέτοια εποχή διάβασα τον Καθένα και μου άρεσε πολύ.

Το Βυζί, τουλάχιστον για μένα, αποτέλεσε ιδανικό συνοδευτικό για έναν απρόσμενο μεσημεριανό καφέ, ελπίζω να μην προκάλεσα τα ήθη, δεν είχα τέτοια πρόθεση άλλωστε!



Μετάφραση Αλεξάνδρα Κοντού
Εκδόσεις Γράμματα

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2013

Νυχτερινό Ατύχημα - Patrick Modiano






Το Παρίσι, πιστεύω, είναι η πόλη εκείνη, περισσότερο από κάθε άλλη, που μπορεί να γεννήσει αβίαστα τη νοσταλγία ακόμα και σε κάποιον που δεν έζησε ποτέ του εκεί, που δεν περπάτησε τους δρόμους του.


" Αργά μέσα στη νύχτα, σε μια μακρινή εποχή που μόλις είχα ενηλικιωθεί, διέσχιζα την Πλατεία Πιραμίντ προς την Κονκόρντ, όταν, ξαφνικά, ένα αυτοκίνητο πετάχτηκε απ' το σκοτάδι. Ενώ στην αρχή νόμισα πως με είχε απλώς ακουμπήσει, μετά αισθάνθηκα έναν δυνατό πόνο από τον αστράγαλο ως το γόνατο. Σωριάστηκα στο πεζοδρόμιο, αλλά κατάφερα να ξανασηκωθώ. Το αυτοκίνητο ξέφυγε απ' την πορεία του και καρφώθηκε πάνω σε μιαν απ' της κολόνες της πλατείας, μέσα σ' ένα θόρυβο από σπασμένα γυαλιά. Η πόρτα άνοιξε, και μια γυναίκα βγήκε παραπατώντας."

Απ' τις πρώτες κιόλας γραμμές, η αφήγηση θυμίζει voice over σε ασπρόμαυρη γαλλική ταινία, του Τρυφό για παράδειγμα. Ασπρόμαυρο άλλωστε είναι το χρώμα της ανάμνησης, της αναθύμησης του μακρινού παρελθόντος. Το ατύχημα αποτέλεσε σημείο στίξης στη ζωή του αφηγητή, σηματοδότησε την, οριστική και δίχως επιστροφή, ενηλικίωσή του. Τώρα, τριάντα χρόνια μετά, στέκει σημαδούρα στην απέραντη θάλασσα, σημείο μηδέν, με βάση το οποίο επιχειρεί εξορμήσεις στο πριν και στο μετά, σε μια προσπάθεια να θυμηθεί το άρωμα εκείνων των ημερών.

Οι, άσκοπες φαινομενικά μα τόσο απαραίτητες, βραδινές περιπλανήσεις στο έρημο Παρίσι. Οι συναντήσεις με τον πατέρα-φάντασμα, κάθε φορά σε διαφορετικό καφέ, όλο και μακρύτερα από το κέντρο. Ο μυστηριώδης καθηγητής Μπουβιέρ, με τους μαθητές να τον ακολουθούν πότε σε μπιστρό και πότε σε μπαρ, μέρη στα οποία έδινε τις διαλέξεις του που περιστρέφονταν γύρω από τη ρήση πως η ζωή είναι μια αιώνια επιστροφή. Και βέβαια ο έρωτας, το κυνήγι της άγνωστης γυναίκας του ατυχήματος, η συλλογή στοιχείων, η φαντασίωση του ανέφικτου.

Η πλοκή υποτυπώδης αλλά ποιος νοιάζεται για την πλοκή όταν του δίνεται η ευκαιρία να βρεθεί στο Παρίσι; Το κερδισμένο στοίχημα για τον Μοντιανό σχετίζεται με τις δόσεις νοσταλγίας, γνωρίζει με ακρίβεια τη σωστή αναλογία ώστε να αποτρέψει την υπεργλυκαιμία, μελό αποτέλεσμα που όμως δε λιγώνει τον αναγνώστη μα του αφήνει μια γλυκιά γεύση στα χείλη. 

Είχα την ανάγκη για λίγη νοσταλγία, επιθυμία να βρεθώ στο Παρίσι του Μοντιανό, δε με απογοήτευσε. Κάθε φορά που διαβάζω κάτι δικό του, βιάζομαι να προσθέσω στη βιβλιοθήκη ακόμα ένα, για την επόμενη φορά. Και όπως η ανάγκη είναι κοινή έτσι και οι εντυπώσεις μετά την ανάγνωση θα μοιάζουν αναπόφευκτα μεταξύ τους, απόδειξη η παρουσίαση για το, επίσης δικό του, Café της χαμένης νιότης




Μετάφραση Βάσω Νικολοπούλου - Νίκη Ντουζέ
Εκδόσεις Πόλις



Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013

Εαρινό Εξάμηνο - Γιώργος Στόγιας








Η Ντίνα είναι είκοσι χρονών, σπουδάζει παιδαγωγικά στο Ρέθυμνο και απολαμβάνει τη φοιτητική ζωή ή τουλάχιστον θα έπρεπε να την απολαμβάνει καθώς οι συνθήκες μοιάζουν ιδανικές. Όμως εκείνη δείχνει λίγο χαμένη, ακολουθεί το φύσημα του ανέμου και τις αποφάσεις της στιγμής. Το καθεστώς πλήρης ελευθερίας που βιώνει, μακριά από την πατρική σκιά, μάλλον τη μπλοκάρει παρά της επιτρέπει να ανοίξει τα φτερά της. Αποφεύγει τα μαθήματα, αν και συχνάζει αρκετά στη σχολή, αρχίζει το κάπνισμα ενώ εντείνει τις σχέσεις της με το αλκοόλ και το ξενύχτι.

Η χειμερινή εξεταστική αποτελεί παρελθόν και τα μαθήματα του εαρινού εξαμήνου βρίσκονται σε εξέλιξη. Σε μια κρίση ανεξαρτησίας, που προκλήθηκε μετά από μια έντονη τηλεφωνική διαμάχη με τον πατέρα της, παίρνει την απόφαση να ψάξει για δουλειά, επιδιώκοντας να κόψει την οικονομική εξάρτηση με το σπίτι της και τις υποχρεώσεις που αυτή γεννά. Δε θέλει πια να δίνει κανένα λογαριασμό - εκτός από εκείνους που δε μπορεί να πληρώσει.

Ο χήρος πατέρας της προσπαθεί να πάει με τα νερά της, η συμπεριφορά της όμως, ώρες ώρες, τον βγάζει εκτός εαυτού, τον αναγκάζει να υψώνει τον τόνο της φωνής του και να εκστομίζει κουβέντες βαριές. Νιώθει σα μηχανή παραγωγής χρήματος, του λείπει η αγάπη και η επαφή με την κόρη του.

Μόλις δύο μήνες έχουν περάσει από την εν ψυχρώ δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου στο κέντρο της Αθήνας, οι διαδηλώσεις είναι καθημερινές, η αντιπληροφόρηση προσπαθεί να αντιταχθεί στην οργανωμένη μιντιακή προπαγάνδα. Δε λείπουν και οι δράσεις στην επαρχία, η "πολιτική" επανέρχεται στο προσκήνιο, το σοκ είναι τεράστιο. Η Ντίνα κάνει σπασμωδικές κινήσεις επαφής με διάφορους πολιτικούς χώρους, με συζητήσεις και νέες γνωριμίες μαθαίνει για τη δράση νεοφασιστικών οργανώσεων στο Ρέθυμνο, για την ύπαρξη ενός κέντρου υποστήριξης για μετανάστες, πουθενά όμως δε νιώθει οικεία.

Ούτε οι επιτυχίες στον αισθηματικό τομέα της αρκούν, γρήγορα βαριέται καθώς ο αρχικός ενθουσιασμός σβήνει λίγο μετά τη γέννησή του. Είναι ναζιάρα και δυναμική, γουστάρει να βρίσκεται στο επίκεντρο της ερωτικής - και όχι μόνο - προσοχής, η αντίσταση την πεισμώνει. Μια Λολίτα ετών 20.

Βρίσκει καταφύγιο στο θέατρο, εμπνέεται από το όραμα του σκηνοθέτη. Επιτέλους μια παράσταση που θα ταράξει τα νερά, λίγο πραγματικό θέατρο, νισάφι πια με τους βολεμένους θεατρίνους.

Το μυθιστόρημα του Γιώργου Στόγια έχει ξεκάθαρη πρωταγωνίστρια. Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από τη Ντίνα, η οποία διχάζει διαρκώς με τη συμπεριφορά της, εγείρει πολεμική και δύσκολα κερδίζει την εκτίμηση του αναγνώστη. Κατά την ανάγνωση, συχνά έπιανα τον εαυτό μου να σκέφτεται πως θα της άξιζε ένα μάθημα, ίσως να έφταιγε ο ρεαλισμός και οι αναμνήσεις από κοριτσάκια (αλλά και αγοράκια) τέτοιου στυλ, κακομαθημένα - για να μη χρησιμοποιήσω κάποια άλλη έκφραση - που δεν ξέρουν τι θέλουν και νομίζουν πως ο κόσμος είναι πεδίο ελεύθερων δοκιμών και πειραματισμών.

Με αρκετά στοιχεία campus novel, το Εαρινό Εξάμηνο είναι (ανάμεσα σε άλλα) ένα αφιέρωμα στη φοιτητική ζωή. Χρόνια ξέγνοιαστα αλλά σημαντικά, η εμπλοκή της πολιτικής στο πανεπιστήμιο και οι κομματικές παρατάξεις, η μάχη ορισμένων καθηγητών με πενιχρά μέσα και η αδιαφορία της πλειοψηφίας, η απαξίωση της δημόσιας παιδείας, το άγχος της εξεταστικής και το αβέβαιο επαγγελματικό μέλλον. Και η ζωή εκτός πανεπιστημίου, το Ρέθυμνο με τις θεωρητικές σχολές και το πλήθος φοιτητών (φοιτητριών για να είμαστε ακριβείς), τα μεζεδοπωλεία, τα μπαρ, τα σοκάκια και η παλιά πόλη, η θάλασσα, τα στενά όρια της επαρχίας και η ρουτίνα, ο χρόνος που δεν τρέχει, οι φιλίες και οι έρωτες. 

Όμως, εκείνο που πραγματικά ξεχωρίζει στο μυθιστόρημα και το κάνει να διαφέρει από άλλα του είδους του, είναι η παρουσία της θεατρικής παράστασης. Οι πρόβες, η ένταση, η ενασχόληση με οικονομικά και τεχνικά ζητήματα, το αυξανόμενο άγχος. Ο σκηνοθέτης τύραννος που αποφασίζει και διατάζει, οι μαγεμένοι και υποταγμένοι στο όραμα συντελεστές που ακολουθούν τις εντολές και βλέπουν τα προσωπικά τους όρια διαρκώς να διαστέλλονται. Το κόψιμο της ζωής στα δύο, το θέατρο και τα υπόλοιπα, η αφοσίωση και η πληρότητα της δημιουργίας. Ίσως, αν η προετοιμασία της θεατρικής παράστασης αποτελούσε τον στενό πυρήνα του έργου,το τελικό αποτέλεσμα να ήταν πιο σφιχτοδεμένο και λιγότερο άνισο.

Ο Γιώργος Στόγιας, στην πρώτη του συγγραφική απόπειρα, αφήνει ανάμεικτες εντυπώσεις, επιχείρησε αρκετά ανοίγματα και το ρίσκο ήταν μεγάλο, σε κάποια σημεία τα κατάφερε περίφημα ενώ σε κάποια άλλα λιγότερο. Με τη συγγραφή του Εαρινού Εξαμήνου, ο δημιουργός μοιάζει να κλείνει κάποιους λογαριασμούς με το παρελθόν του, το μεράκι και η αφοσίωση πίσω από το εγχείρημα αποδεικνύουν την προσωπική του εμπλοκή στην ιστορία.

Τα σκίτσα που παρεμβάλλονται στο κείμενο δίνουν ένα ιδιαίτερο χρώμα ενώ η μουσική που συνοδεύει το βιβλίο ταιριάζει στο κλίμα. Το Εαρινό Εξάμηνο γεννήθηκε μέσα από το ομώνυμο ιστολόγιο (earinoexamino.wordpress.com), με εβδομαδιαίες αναρτήσεις, απέκτησε το πιστό κοινό του και έφτασε (με αρκετές αλλαγές) μέχρι τη χάρτινη έκδοση.



Εκδόσεις Απόπειρα


Τετάρτη 17 Ιουλίου 2013

Σχέδιο Διαφυγής - Adolfo Bioy Casares









"Πριν καλά καλά νυχτώσει, την πρώτη πρώτη μέρα μου στα νησιά εδώ είδα κάτι το ανησυχητικό, που χρέος μου θεωρώ να σου ζητήσω αμέσως και χωρίς ευγένειες και προεισαγωγικά την άμεση βοήθειά σου. Θα προσπαθήσω να σου εξηγήσω όλα με τη σειρά τους.
   Έτσι έχει η πρώτη παράγραφος στο πρώτο γράμμα από τον ανηψιό μου Ανρί Νεβέρ, υποπλοίαρχο."

Πριν καλά καλά αρχίσει, για να παραφράσω την εισαγωγική φράση του μυθιστορήματος, ο Κασάρες τοποθετεί τον τρόμο και την ανησυχία σε πρώτο πλάνο, μαιτρ της υποβολής, δε διστάζει να φανερώσει το καλό του χαρτί από την αρχή της παρτίδας. Με ανάγκασε να διαβάσω ξανά και ξανά την πρώτη καταχώρηση στο ιδιότυπο αυτό ημερολόγιο επιστολών, που αποτελεί τη ραχοκοκκαλιά του βιβλίου, εισαγωγή κατευθείαν στα βαθιά, συγγραφική λαβή που ακινητοποιεί τον αναγνώστη. 

Ο Ανρί Νεβέρ αναγκάζεται να μπαρκάρει εξαιτίας μιας διαμάχης γύρω από την οικογενειακή επιχείρηση. Αφήνει πίσω του την Ιρέν. Υποψιάζεται πως ο εξαναγκασμός του σε φυγή αποτελεί σχέδιο σκοτεινό του Ξαβιέ, που τώρα απέμεινε να πολιορκεί την Ιρέν δίχως αντίπαλο. Ο Ανρί την εμπιστεύεται αλλά φοβάται μήπως δεν αντέξει για πολύ. Καταφτάνει στην Καγκέν τέλη Γενάρη. Εκεί θα έρθει αντιμέτωπος με συνθήκες πρωτόγνωρες για τον ίδιο, ένα νησιωτικό σύμπλεγμα - τόπος φυλακής και εξορίας. Διαρκής αμφιβολία στην αναζήτηση κάποιου έμπιστου, οι υποψίες αναζητούν αποδείξεις, η λογική τον καλεί να μείνει μακριά από τη Νήσο του Διαβόλου, μάταια. Πίσω από τους τοίχους των φυλακών διαδραματίζονται σχέδια που δεν τα χωρά - αρχικά - ο ανθρώπινος νους, μπροστά τους, η στέρηση της ελευθερίας μοιάζει να ωχριά. 

Αφηγητής της ιστορίας ο θείος του Ανρί, παραλήπτης των επιστολών. Ο Κασάρες ενσωματώνει στο κείμενό του δύο διαμετρικά αντίθετα στυλ αφήγησης, την παράθεση αυτούσιων αποσπασμάτων από τις επιστολές του Ανρί, διαδέχεται η πρωτοπρόσωπη εξιστόρηση του θείου, ο οποίος δεν παραλείπει να προσθέσει τη δική του οπτική των πραγμάτων, με υποθέσεις και λογικά άλματα εντείνει την υποκειμενικότητα της ήδη υποκειμενικής καταγραφής της εμπειρίας του Ανρί στα νησιά αυτά. Πέρα από την υποκειμενική ένταση, ο αναγνώστης δέχεται ήδη από την πρώτη παράγραφο ως δεδομένο το τραγικό τέλος του Ανρί, στοιχείο που εντείνει την αναγνωστική βουλιμία. Η ημερολογιακή ακολουθία στην αφήγηση δίνει κάθε δικαίωμα στον Κασάρες να νετάρει σταδιακά τη θολή αρχική εικόνα.

Το νησιωτικό τρίγωνο μοιάζει να αποκολλάται και να πλέει μονάχο του στον ανοιχτό ωκεανό, η σύνδεση με την πραγματικότητα παρουσιάζει προβλήματα. Ο Ανρί μπλέκεται σε μια δίνη, καθώς η νοσταλγία διαδέχεται το χρέος και ο τρόμος γεννά παραισθήσεις. Ακόμα μια φορά (προηγήθηκε η αριστουργηματική Εφεύρεση του Μορέλ) ο Κασάρες επιλέγει τη νησιωτική απομόνωση ως σκηνικό, καταφέρνοντας να προκαλέσει αίσθημα εγκλεισμού και αποκλεισμού. Η πραγματικότητα έχει πολλές επιφάνειες, με μαστοριά και υπομονή, ο συγγραφέας αφαιρεί τις παραμορφωτικές μεμβράνες για να αποκαλύψει το σκοτεινό πυρήνα, υπενθυμίζοντας πως ρόλος των φαινομένων είναι κυρίως η απάτη.

Το μυθιστόρημα εκδίδεται το 1945, τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης είναι ήδη παγκοσμίως γνωστά για το παράλληλο "επιστημονικό τους έργο", κρατούμενοι - πειραματόζωα στα χέρια διεστραμμένων ειδικών, που δε διστάζουν να δοκιμάσουν τις ιδέες τους υπό την πλήρη ανοχή της ηγεσίας. Ακόμα μια μαύρη σελίδα στο πολυσέλιδο έπος του φασισμού.




υ.γ Η γνωριμία με τον Κασάρες έγινε μέσω της αριστουργηματικής Εφεύρεσης του Μορέλ.
υ.γ2 Αντίθετα, η συνεργασία του με τη σύζυγό του Οκάμπο στο αστυνομικό μυθιστόρημα Όποιος αγαπά μισεί, δε μπορώ να πω πως με ενθουσίασε.




Μετάφραση Παύλος Μάτεσις
Εκδόσεις Πατάκη