Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

κάποιος ψάχνει να σε βρει - Marc Augé




Όλα ξεκίνησαν γύρω στα τέλη Αυγούστου στο Action Christine όπου προβαλλόταν η Καζαμπλάνκα.
Η ταξιθέτρια χαιρετούσε τον Ζιλιέν με δυο λέξεις, πάντοτε τις ίδιες, "πώς πάμε;", που, προφερόμενες με τόνο εκμυστηρευτικό, εξέφραζαν κάτι παραπάνω από οικειότητα, μια συνενοχή.

Είναι η ρουτίνα ένας τόπος να κρυφτεί κανείς, να κρυφτεί από τη μοναξιά, ένα καταφύγιο σταθερότητας σε μια καθημερινότητα ευμετάβλητη. Έτσι ζούσε ο Ζιλιέν. Συμβιβασμένος με το παρόν, δίχως να νιώθει την αρνητική χροιά της μονομερούς αυτής υποχώρησης, διατηρώντας σε απόσταση το παρελθόν, να δεσπόζει στο βάθρο της νοσταλγίας, και εξασφαλίζοντας ένα μέλλον υποταγμένο στη ρουτίνα. Ώσπου μια μέρα εμφανίστηκε εκείνη. Στο σινεμά Action Christine, όπου προβαλλόταν η Καζαμπλάνκα. Αρκετά χρόνια νεότερή του, φρέσκια και λαμπερή, τράβηξε, κατά την είσοδό της στην αίθουσα, όλα τα βλέμματα -των λιγοστών, είναι η αλήθεια, θεατών. Εκείνος, ο έμπειρος θαμώνας, βρήκε αφορμή, βλέποντάς την να κοιτάζει το πρόγραμμα στο φουαγιέ, να της εξηγήσει. Βγήκαν παρέα, περπάτησαν για λίγο ώσπου εκείνη τον προσκάλεσε να πιουν ένα ποτό. Ανέκτησε την αυτοκυριαρχία του και αποδέχτηκε την πρότασή της αφού πρώτα ψέλλισε: θα σας το πρότεινα εγώ!

Εκείνη δεν κρατά τα χαρτιά της κλειστά για πολύ. "Κύριε Αρνώ, πρέπει να σας μιλήσω", του λέει. Ήξερε πολλά για αυτόν, τον παρακολουθούσε εδώ και κάποιες μέρες· αυτό που ήθελε να του πει αφορούσε ένα επαγγελματικό ζήτημα. Όχι, δεν ήταν ασφαλίστρια, ούτε μέλος θρησκευτικής οργάνωσης. Ήταν ψυχολόγος της αφηγηματικής προσέγγισης. Εκείνος την κοίταζε καχύποπτα, πώς αλλιώς; Του εξήγησε πως ο αφηγηματοψυχολόγος δεν δουλεύει πάνω στη γλώσσα αλλά πάνω στην αφήγηση. Στην πραγματική ζωή -πόσο οδυνηρός επιθετικός προσδιορισμός- σπάνια μια ιστορία φτάνει στη λύση της, το τέλος μένει μετέωρο, αυτό που ξεκίνησε ως μια αφήγηση σπάει και χωρίζεται σε παρακλάδια, δύο ή περισσότερα. Εκεί, του εξηγεί, επεμβαίνει, μετά το αίτημα του πελάτη, ο αφηγηματοψυχολόγος, αναζητά το έτερο μέρος της ιστορίας, το προσεγγίζει, επιχειρεί να ρίξει φως από απέναντι, να διερευνήσει αν υπάρχει κοινός τόπος.

Το παρελθόν χτυπά την πόρτα. Η ρουτίνα καταρρέει απείρως γρηγορότερα απ' ό,τι χτίστηκε. Προσδοκίες, αμφιβολίες, ερωτήματα. Ποιος είναι εκείνος που με αναζητά, αναρωτιέται ο Ζιλιέν.

Ήταν η ανακάλυψη στο φετινό παζάρι βιβλίου στην πλατεία Κοτζιά. Δεν ήξερα πως ο Augé, ένας απ' τους γνωστότερους σύγχρονους ανθρωπολόγους -κυρίως εξαιτίας της έννοιας του "μη τόπου"- είχε γράψει λογοτεχνία. Η νουβέλα, κάποιος ψάχνει να σε βρει, γλυκιά και ελαφριά σαν γαλλική ταινία, μυρίζει Παρίσι έντονα και προκαλεί αυτό το -ύπουλο- συναίσθημα της νοσταλγίας, που βρίσκει χώρο να τρυπώσει, την ώρα που εσύ διατυμπανίζεις -για να το πιστέψεις ο ίδιος μάλλον- το γλυκανάλατο της υπόθεσης...


 υ.γ Είχαν προηγηθεί τα "αθρωπολογικά" κείμενα του Augé, Εγκώμιο του ποδηλάτου και Ξανά στο μετρό.



Μετάφραση Ρίτα Κολαΐτη
Εκδόσεις Νόβολι     

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2015

Οι Κιβδηλοποιοί - André Gide



"Το να μην ξέρεις ποιος είναι ο πατέρας σου σε απαλλάσσει απ' το φόβο μήπως του μοιάσεις", συλλογίζεται ο νεαρός Μπερνάρ καθώς ανακαλύπτει την κρυφή αλληλογραφία της μητέρας του, η οποία του φανερώνει πως ο Αλμπερίκ Προφιταντιέ δεν είναι ο βιολογικός του πατέρας. Η ξαφνική αποκάλυψη τον ωθεί στην πόρτα της εξόδου από την οικογενειακή εστία, λειτουργεί ως αφορμή που προσφέρει άλλοθι στην εφηβική παρόρμηση για φυγή και ανεξαρτησία, το άγνωστο έξω από την πόρτα δελεάζει την ψυχή του Μπερνάρ, ο φόβος είναι ερεθιστικός.

Η φυγή του Μπερνάρ προσφέρει στον Ζιντ το απαραίτητο έναυσμα από το οποίο θα κινήσει το ξεδίπλωμα της ιστορίας των Κυβδηλοποιών, μιας ιστορίας γεμάτης διακλαδώσεις, αναφορές στην επικαιρότητα, πλήθος προσώπων που ανεβοκατεβαίνουν στη σκηνή, ακολουθώντας τις εντολές ενός αφηγητή όχι μόνο παντογνώστη μα και παιχνιδιάρη, που αφήνει να φανεί ξεκάθαρα πως αποτελεί τον ένα και μοναδικό δημιουργό, παρά τις επαναλαμβανόμενες διαβεβαιώσεις του για το αντίθετο.

Η Σεσίλ κοιμάται ήδη. Ο Καλούμπ κοιτάζει απελπισμένος το κερί του· δεν θα φτάσει για να προλάβει να τελειώσει το βιβλίο περιπέτειας που τον κάνει να ξεχνάει ότι έφυγε ο Μπερνάρ. Θα 'θελα να μάθω τι μπορεί να είπε ο Αντουάν στη φίλη του τη μαγείρισσα· όμως, δεν μπορεί κανείς να τα ακούει όλα. Είναι η ώρα που ο Μπερνάρ έχει κανονίσει να πάει να βρει τον Ολιβιέ. Δεν είμαι βέβαιος πού δείπνησε απόψε- αν, βέβαια, δείπνησε. Έχει περάσει, χωρίς να συναντήσει εμπόδια, το καμαράκι του θυρωρού· ανεβαίνει τη σκάλα, προσπαθώντας να μην κάνει θόρυβο... 
Πέρα από τον νεαρό φυγά και τον αφηγητή, ανάμεσα στα πρόσωπα των ιστοριών ξεχωρίζει ο Εντουάρ, συγγραφέας που επιθυμεί να γράψει ένα μυθιστόρημα μεγάλης έκτασης με τίτλο: Οι Κυβδηλοποιοί. Μυθιστόρημα εγκιβωτισμένο στο μυθιστόρημα, ένας αντικατοπτρισμός της πραγματικότητας που προσλαμβάνει ο Ζιντ και τη μετατρέπει σε λογοτεχνία, η πραγματικότητα που προσλαμβάνει ο Εντουάρ και επιχειρεί να μετατρέψει σε λογοτεχνία.

Γράφει ο Εντουάρ στο ημερολόγιο του:

Έφερα στον Ολιβιέ τα πράγματά του. Μόλις γύρισα απ΄το σπίτι του Πασαβάν, στρώθηκα στη δουλειά. Ήρεμη και διαυγής έξαρση. Άγνωστη έως τώρα χαρά. Έγραψα τριάντα σελίδας των Κυβδηλοποιών, χωρίς να σταματήσω, χωρίς να σβήσω λέξη. Σαν νυχτερινό τοπίο που φωτίζεται ξαφνικά απ' τη λάμψη μιας αστραπής, όλο το δράμα ξεπροβάλλει απ΄τη σκιά, πολύ διαφορετικό απ΄οτιδήποτε προσπαθούσα μάταια να επινοήσω ως τότε. Τα βιβλία που έχω γράψει μέχρι σήμερα μου φαίνονται σαν εκείνες τις λιμνούλες στους δημόσιους κήπους, όπου το νερό μοιάζει αιχμαλωτισμένο, δίχως ζωή, πλαισιωμένο από ένα ακριβές, ίσως και άψογο, περίγραμμα. Τώρα, θέλω ν' αφήσω το νερό να τρέξει, ακολουθώντας την κλίση του, άλλοτε αργά κι άλλοτε γρήγορα, σε δαιδάλους τους οποίους αρνούμαι να προβλέψω. 

Ο Ζιντ συλλαμβάνει την ιδέα για ένα έργο μεγάλης έκτασης, ιδέα, που όπως αποκαλύπτουν τα συνοδευτικά της έκδοσης ημερολόγια γραφής των Κιβδηλοποιών, τον απασχόλησε επί μακρόν, καθώς αποτέλεσε σαφέστατη αλλαγή συγγραφικής ρότας. Αναφέρει ο ίδιος: Για να γράψω αυτό το βιβλίο, πρέπει να πειστώ πως είναι το μοναδικό μυθιστόρημά μου και το τελευταίο βιβλίο που θα γράψω. Θέλω να τα περιλάβω όλα σ' αυτό, χωρίς καμιά επιφύλαξη.

Για την υλοποίηση του εγχειρήματος δεν θα αρκούσε η δεδομένη αφηγηματική δεινότητα του δημιουργού, αλλά θα ήταν απαραίτητη και η ταυτόχρονη τεχνική περιχαράκωση του μυθιστορήματος. Η απαίτηση αυτή απελευθέρωσε τον Ζιντ αντί να τον περιορίσει και του έδωσε την ευκαιρία να δοκιμάσει διάφορα τρικ, με διάθεση πότε παιγνιώδη και πότε σοβαρή, μένοντας όμως πάντοτε πιστός στο όραμά του για τους Κιβδυλοποιούς. Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας ένα μυθιστόρημα σταθμός στην παγκόσμια λογοτεχνία και όχι μόνο τη γαλλική, ένας σταθμός κεφαλαιοποίησης των βημάτων που προηγήθηκαν, ένα νέο σημείο αναφοράς.

Πέρα όμως από την ακαδημαϊκή σπουδαιότητα κάθε έργου, συχνά κενή και ξεπερασμένη, οι Κυβδηλοποιοί είναι ένα μυθιστόρημα ολοκληρωτικής αναγνωστικής απόλαυσης, που δεν έχει χάσει ίχνος από τη φρεσκάδα του, παρά τα χρόνια που έχουν περάσει από τη στιγμή της γραφής του, γεγονός που εμένα προσωπικά πάντα με εντυπωσιάζει και μου υπενθυμίζει το συνεχές και αδιάκοπο μονοπάτι της διαμόρφωσης της αφήγησης και των μέσων, τις απαραίτητες ρίζες.

Και πρέπει, κλείνοντας, να αναφερθεί κανείς στην υπέροχη ελληνική έκδοση που υποστηρίζει πλήρως ένα μυθιστόρημα όπως αυτό, τόσο ως προς το περιεχόμενο, όσο και ως προς τη συχνά λησμονημένη εμφάνιση.



(Πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)



Μετάφραση Ανδρέας Παππάς
Εκδόσεις Πόλις    

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2015

Ένα πρωί Δευτέρας




Σήμερα είναι τα πέμπτα γενέθλια αυτού εδώ του τόπου, και εγώ δεν παύω να σκέφτομαι επ' αυτού με έναν τρόπο κλισέ: σαν χτες μοιάζει. Καθώς ετοιμάζω το επετειακό κείμενο, ανατρέχω στη λίστα με τις αναρτήσεις, χρονική οπισθοχώρηση και επίβλεψη των πεπραγμένων και της εξέλιξης, τις αναρτήσεις που δημοσιεύτηκαν και εκείνες τις άλλες που νιώθουν βολικά ως πρόχειρα, σημαντικές στην αφάνειά τους, σημαντικές ως προς τη συνοχή και τη μνήμη. Είναι ανάμεικτα τα όσα νιώθω στη διάρκεια αυτής της μίνι ανασκόπησης. Από τη μία, χαρά. Για πολλούς λόγους· γιατί όσο περνάει ο καιρός διακρίνω όλο και καθαρότερη την προσωπική φωνή στην αφήγηση, για τις συνεργασίες και τους ανθρώπους, για τους ιδανικούς αναγνώστες που είναι πάντοτε εκεί ανιδιοτελώς, για πολλά ακόμα.

Από την άλλη, όμως, νιώθω παράξενα· τον τελευταίο αυτό χρόνο, περισσότερο από ποτέ, έφτασα κοντά στην αναστολή της λειτουργίας, κάτι το οποίο τελικώς -και προφανώς- δεν υλοποιήθηκε. Δεν ήταν βαρεμάρα το πυροδοτικό συναίσθημα, βαρεμάρα, άλλωστε, δεν έχω νιώσει ποτέ σε αυτά εδώ τα μέρη. Ήταν ένας χρόνος ιδιαίτερος από πολλές απόψεις, αντιφατικός και έντονος. Αναπόφευκτα, το προσωπικό τρυπώνει στην έκφραση, ένιωθα ευάλωτος, διάβαζα μόνο το αίτημά μου, όσο καλά και αν ήταν κρυμμένο, ακόμα και όταν απουσίαζε παντελώς. Εκεί κώλωσα, δύο ή τρεις φορές. Η πίεση ορισμένων συνετέλεσε επίσης· σε εμένα αναφέρεται εκείνο το κείμενο; Ερώτηση ευθεία, προσβλητική, εγωπαθής. Και πίσω όμως, στα παρασκήνια, μέσω τρίτων, διατυπωμένη βεβαιότητα: σε εμένα αναφέρεται. Ακόμα χειρότερα δηλαδή. Ξέρω, πως σήμερα ειδικά, τέτοια πράγματα δεν θα έπρεπε να τα λέω, θα αρκούσε απλώς να σταθώ χαμογελαστός και εορταστικός, δεχόμενος συγχαρητήρια και ευχές για μακροημέρευση. Δεν θα ήταν ειλικρινές όμως.

Φέτος -κάτι που ίσως συνδέεται και με τα παραπάνω τώρα που το σκέφτομαι- διάβασα ξανά πολλά βιβλία, που είχα πρωτοδιαβάσει χρόνια πριν. Ανάγκη για επιστροφή σε μέρη γνώριμα, οικεία· ανάγκη για αναμέτρηση με το παρελθόν, με την ανάμνηση και την ωραιοποίηση, με την αναγνωστική εξέλιξη. Μια ιδιόρρυθμη επιβεβαίωση ορθής πορείας, μια ανάγκη ελεγχόμενης έκθεσης στο παρελθόν.

Πολλά ακόμα θα μπορούσα να πω, ας αρκεστώ όμως στο εξής: σήμερα είναι τα γενέθλια αυτού εδώ του τόπου, τα πέμπτα γενέθλια, σήμερα είναι 23 Μαρτίου, ένα πρωί Δευτέρας την ωραιότατη άνοιξη.       

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2015

Η Πόλη - Blake Crouch




Παρασκευή πρωί. Από καιρό φλερτάρω με την ιδέα να διαβάσω την Πόλη του Crouch, υπάρχει κάτι στο εξώφυλλο και στο αφηρημένο του τίτλου που με έλκει. Βρίσκομαι στο βιβλιοπωλείο, το προηγούμενο βράδυ έχω τελειώσει το βιβλίο που διάβαζα και αναζητώ το επόμενο, αρχίζω να διαβάζω τις πρώτες γραμμές.

Όταν ξαναβρήκε τις αισθήσεις του, ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα και ο ήλιος του έλουζε το πρόσωπο, ενώ από κάπου κοντά ακουγόταν κελάρυσμα νερού. Το φως έκανε το οπτικό του νεύρο να πονάει και αισθανόταν κάτι σαν παλλόμενη δόνηση που όμως δεν συνοδευόταν από πόνο στη βάση του κρανίου του - μακρινό ακόμα προμήνυμα μιας επερχόμενης ημικρανίας.
Συνεχίζω να διαβάζω. Ο άντρας συνέρχεται σταδιακά, αγγίζει το τραυματισμένο του κορμί, ψάχνει τις τσέπες του για να διαπιστώσει πως είναι άδειες, παρατηρεί τη φύση γύρω του, προσπαθεί να ανασυντάξει τη μνήμη του, να καταλάβει. Συνειδητοποιεί πως γνωρίζει έξι πράγματα:

Το όνομα του Προέδρου.
Πώς ήταν το πρόσωπο της μητέρας του, αν και δεν μπορούσε να ανακαλέσει στη μνήμη του ούτε το όνομά της ούτε τον ήχο της φωνής της.
Ότι ήξερε να παίζει πιάνο.
Και να πιλοτάρει ελικόπτερο.
Ότι ήταν τριάντα επτά χρονών.
Και ότι έπρεπε να πάει στο νοσοκομείο.
Τριάντα σελίδες μετά κατευθύνομαι στο ταμείο. Πρέπει να μάθω τι απέγινε ο ήρωας. 

Ο παντογνώστης αφηγητής αναλαμβάνει να διηγηθεί την ιστορία του ανώνυμου άντρα, με το πληγωμένο κορμί και τη σχεδόν ανύπαρκτη μνήμη, απαντώντας σιγά σιγά στο πλήθος των ερωτημάτων, τόσο εκείνων που προϋπάρχουν, όσο και εκείνων που δημιουργούν οι πρώτες απαντήσεις. Η βασική αρετή του μυθιστορήματος, αναγνωρίσιμη από τις πρώτες κιόλας σελίδες, είναι η ικανότητα του συγγραφέα να εμπλέξει ολοκληρωτικά τον αναγνώστη, να τον καθηλώσει. Από την άλλη, το βασικό διακύβευμα έγκειται στην τελική λύση του μυστηρίου, σημείο στο οποίο θα κριθεί η τελική αξιολόγηση, το εύρημα από μόνο του ποτέ δεν είναι αρκετό. Ο Crouch τα καταφέρνει περίφημα -περισσότερα δεν δύναμαι να αποκαλύψω. Βέβαια, θα ήταν μεροληπτικό να παραλείψει κανείς να επισημάνει την έλλειψη λογοτεχνικού ενδιαφέροντος, η γλώσσα του Crouch σκοπό έχει μόνο να διηγηθεί την ιστορία, να λειάνει το έδαφος μέχρι την τελευταία σκηνή, θα ήταν υπερβολή να υπάρχουν υψηλές απαιτήσεις, άλλες είναι οι αναγνωστικές προσδοκίες που εκπληρώνει η Πόλη.   

Ο συγγραφέας δεν αρνείται την εμφανή επιρροή του θρυλικού Twin Peaks, μάλιστα, αποκαλύπτει πως η Πόλη γεννήθηκε από την επιθυμία του, όταν ήταν παιδί, να συνεχίσει την ιστορία της τηλεοπτικής σειράς!

Σαράντα οκτώ ώρες μετά γυρίζω την τελευταία σελίδα, από τις τριακόσιες ογδόντα. Δίχως ανάσα. Είναι εντυπωσιακό το συναίσθημα της αδηφάγου ανάγνωσης, που διακόπτεται μονάχα από κάποια υποχρέωση, της ανάγκης να δεις τι θα γίνει τελικά.

υ.γ Σύντομα αναμένεται από το FOX η τηλεοπτική μεταφορά του βιβίου, ενώ μέσα στον Μάρτη θα κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Διόπτρα το δεύτερο μέρος της ιστορίας.


(Πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Ουρανία Τουτουντζή
Εκδόσεις Διόπτρα

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

Κόρσακοφ - Éric Fottorino





Είναι το βιβλίο για το οποίο πέρυσι, λίγο μετά την έκδοσή του, διάβασα τις περισσότερες αποκαλύψεις πλοκής (βλ. spoilers), και έτσι, η αρχική διάθεση για ανάγνωση υποχώρησε και το βιβλίο στριμώχτηκε στη βιβλιοθήκη. Δεν ξέρω πώς συνέβη αυτό, πάντα είμαι προσεκτικός με τις επίφοβες παρουσιάσεις που φανερώνουν πολλά και ρέπουν στην απομάγευση. Ας είναι. Ένα χρόνο μετά, και με σύμμαχο την ασθενή μου μνήμη, στην οποία όλο και συχνότερα αναφέρομαι τον τελευταίο καιρό, κάτι το οποίο δεν ξέρω αν αποτελεί αυτογνωσία, παράπονο ή δικαιολογία προς πάντα ενδιαφερόμενο, ερώτημα που δεν είναι της παρούσης μάλλον να απαντηθεί, με σύμμαχο λοιπόν το ελάττωμα αυτό -ή μήπως πλεονέκτημα;- αποφάσισα να διαβάσω το πολυπαινεμένο μυθιστόρημα του Φοτορινό, γνωστού επίσης και για τα Κινηματογραφικά Φιλιά, που επίσης κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πόλις.

Αφορμή στάθηκε η ανασκόπηση στα διαβάσματα της προηγούμενης χρονιάς και η σκέψη πως μάλλον το πλέον αδικημένο και παραγνωρισμένο μυθιστόρημα ήταν οι Σκιές του Μπρούκλιν, του Τζόναθαν Λέθεμ. Ο ήρωας-αφηγητής του Λέθεμ πάσχει από το σύνδρομο Τουρέτ, γεγονός το οποίο απογειώνει το μυθιστόρημα και το ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα τέκνα της αστυνομικής λογοτεχνίας. Κάπως έτσι κατέβασα το Κόρσακοφ από το ράφι· βλέπετε, ο ήρωας του Γάλλου συγγραφέα, διακεκριμένος νευρολόγος, πάσχει από το σύνδρομο Κόρσακοφ.

Ξεφυλλίζοντας την Πραγματεία των παθήσεων, πριν από λίγο, στάθηκα στο κεφάλαιο που αναφέρεται στο σύνδρομο Κόρσακοφ. Ο ασθενής επινοεί εκ νέου τη ζωή του συμπληρώνοντας τα κενά της μνήμης του με φανταστικές περιπέτειες. Μπορεί επίσης να επιλέξει ένα υποκατάστατο βιογραφίας, μιας φυσιογνωμίας που επηρέασε τα εύπλαστα ακόμα κύτταρα των νευρώνων της παιδικής του ηλικίας. 
Η μνήμη, λοιπόν! Και η πραγματικότητα. Η νευρολογική πάθηση Κόρσακοφ ως αντικαταστάτρια της μυθοπλασίας, ή μήπως ως ενίσχυση αυτής; Στην περίπτωση του Φοτορινό αποτελεί ένα εύρημα για να δώσει άναρχη μορφή σε μια ιστορία, αλλιώτικα μάλλον αδιάφορη και πολλάκις ειπωμένη, εδώ με χρονικές παρεκβάσεις και εναλλαγές αναμνήσεων και επινοημένων συμβάντων. Συνεχής αμφιβολία για τον αναγνώστη, που δεν ξέρει τι να θεωρήσει πραγματικό και τι φανταστικό, παγιδευμένος από ένα νέο όριο διάκρισης αυτών των δύο, την ασθένεια του ήρωα, ο οποίος εξέρχεται των σελίδων ως πρόσωπο πραγματικό και όχι ως γέννημα της συγγραφικής φαντασίας. Παιχνίδια μυαλού από τον συγγραφέα, που μελέτησε τη νόσο και επένδυσε πολλά στο εύρημά του, περισσότερα ίσως απ' όσα στην ιστορία του, στην οποία μοιάζει -ίσως και σκόπιμα, δεν αντιλέγω- χαμένος και ο ίδιος, γεγονός που μάλλον δεν ενοχλεί αλλά αντίθετα τον ταυτίζει με τον ήρωά του. Η ένστασή μου δεν είναι σε αυτό το αίσθημα μη ελέγχου της ιστορίας αλλά στην ίδια την ιστορία, η οποία διαθέτει κάποιες ευκολίες, δικαιολογημένες από το εύρημα, που της στερούν εκείνο το βήμα παραπάνω. Εντέλει, δεν καταφέρνει να υποτάξει το εύρημά του, δηλαδή.

Και θα μπορούσε κάποιος να προσθέσει ως συγγραφική ευκολία και το επάγγελμα του ήρωα, νευρολόγος που προσβάλλεται από σύνδρομο νευρολογικό, και όμως η συγκεκριμένη απόφαση του Φοτορινό λειτουργεί. Και λειτουργεί ακριβώς για τους ίδιους λόγους για τους οποίους θα μπορούσε να θεωρηθεί ευκολία. Γιατί, πέραν της πρωταρχικής σκέψης για την τραγική ειρωνεία της μοίρας του ήρωα, η ειδίκευση του ασθενούς επιτρέπει την -αληθοφανή- γραπτή αποτύπωση μιας πορείας δίχως επιστροφή: ο ήρωας παίρνει το ρόλο του παρατηρητή, του κοντινότερου δυνατού παρατηρητή, με σημειώματα και ημερολογιακές καταχωρήσεις, οι οποίες, ενώ για τον ίδιο χάνουν σιγά σιγά τη σημασία τους, λειτουργούν θαυμάσια ως αφηγηματικές σημαδούρες, όπως κατά αντιστοιχία είχε συμβεί και στην πρώτη κινηματογραφική επιτυχία του Christopher Nolan, Memento.

Η νευρολογία αποτελεί πεδίο ίντριγκας και άπειρων δυνατοτήτων όταν μπλέκεται με τη μυθοπλασία. Επαναδιατυπώνω: η νευρολογία δύναται να αποτελέσει πεδίο ίντριγκας και άπειρων δυνατοτήτων όταν μπλέκεται με τη μυθοπλασία. Δεν αποτελούν όμως εγγύηση συγγραφικής επιτυχίας, ούτε η νευρολογία ούτε τα συγγραφικά ευρήματα. Σε καμία περίπτωση το Κόρσακοφ δεν είναι ένα κακό μυθιστόρημα, το αντίθετο, είναι ένα μυθιστόρημα με πλήθος αρετών, γεγονός το οποίο ανεβάζει υψηλά τον πήχη των προσδοκιών, προσωπικά μιλώντας, μα δεν καταφέρνει να τις υπερκεράσει, αφήνοντάς μου τελικώς μια αίσθηση περισσότερο τεχνική, δίχως το απαραίτητο περιεχόμενο ψυχής.



Μετάφραση Στέργια Καββάλου
Εκδόσεις Πόλις  





Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015

Οι αυτόχειρες - Antonio di Benedetto




Η αυτοκτονία. Ίσως γιατί ποτέ δεν υπάρχει ο αντίλογος, μόνο η κατηγορία. Δειλία, απερισκεψία, πρόβλημα. Αυτή η μονομερής σιωπή που απομένει. Ταμπού, ακόμα και για τον ίδιο τον αυτόχειρα, μεγαλύτερο και από την ανθρωποκτονία. Η ζηλευτή θεϊκή δύναμη.

Σήμερα ήταν μια μέρα όπως πολλές άλλες.
Τίποτα το ιδιαίτερο δεν συνέβη.
Το παραδέχομαι, δεν είχα αφορμή.
Έθεσα το τέλος.
Πήρα τη ζωή επιτέλους στα χέρια μου.
Αφήνοντάς την.
Τώρα μάλλον θα είμαι νεκρός.
Το ελπίζω.

Ύστερα, η διατύπωση του Καμύ, απλή και περιεκτική, χαρακτηριστική ενός καθαρού μυαλού. Δεν υπάρχει παρά ένα μόνο φιλοσοφικό ερώτημα πραγματικά σοβαρό: το πρόβλημα της αυτοκτονίας.  Λίγους μήνες αργότερα, αναγνωστικά μιλώντας πάντα, ο ήρωας του Κούντερα στο Βαλς του αποχαιρετισμού, με το θανατηφόρο χάπι στην τσέπη, είχε το θάρρος να αντιμετωπίσει το φόβο μιας πιθανής σύλληψης. Η δυνατότητα του θανάτου ζωοφόρος δύναμη. Παράλογο. Αν δεν το σκεφτείς.

Ας μιλήσουμε όμως για τους Αυτόχειρες του Αργεντινού συγγραφέα Αντόνιο ντι Μπενεντέττο.

Ο πατέρας μου αφαίρεσε τη ζωή του ένα βράδυ Παρασκευής.
Ήταν 33 ετών.
Την τέταρτη Παρασκευή του επόμενου μήνα θα έχω την ίδια ηλικία.
Παρ' ότι η θεία Κονστάνσα, με δισταγμό μα δίχως διακριτικότητα, ανέφερε τούτη τη σύμπτωση, δεν ξανασκέφτηκα επί του θέματος μέχρι σήμερα που παρουσιάστηκε από μόνο του μπροστά μου.
Στο πρακτορείο τύπου που δουλεύω ο διευθυντής μού είπε: "Ίσως είναι η ευκαιρία σου".
Χωρίς να περιμένει τη συγκατάθεσή μου με έβαλε στην υπόθεση. Αράδιασε πάνω στο γραφείο τρεις φωτογραφίες και μου ζήτησε να παρατηρήσω αυτό που ο ίδιος είχε ήδη ανακαλύψει. 
Πρόκειται για τιςφωτογραφίες τριών αυτοχείρων. Οι φωτογραφίες των νεκρών, των συγκεκριμένων και εκείνων που αναπόφευκτα θα ακολουθήσουν, αποτελούν κομβικό σημείο της έρευνας γύρω από την αυτοκτονία, την οποία ο ανώνυμος αφηγητής-δημοσιογράφος καλείται να φέρει εις πέρας. Η ευκαιρία του, όπως φροντίζει να τονίσει ο διευθυντής, εκπληρώνοντας το μέρος εκείνο της διεύθυνσης που έγκειται στη δημιουργία κινήτρων. Η ανακάλυψη του επιπλέον στοιχείου, που προσθέτει το βλέμμα των νεκρών στα κίνητρα που οδήγησαν στον εκούσιο θάνατο, αποτελεί ίσως το πλέον ενδιαφέρον -αν και εκ φύσεως υποκειμενικό και ανοιχτό σε ερμηνείες- μέρος της έρευνας, έρευνας δημοσιογραφικής στις παρυφές της αντίστοιχης αστυνομικής. Για τον νόμο η εξήγηση είναι απλή: αυτοκτονία. Ο αφηγητής πρέπει να προσκομίσει στοιχεία ενδιαφέροντα για να στοιχειοθετήσει την έρευνά του, να χτίσει το ρεπορτάζ, να αδράξει την ευκαιρία.

Γιατί αυτός ο ενδοσκοπικός τρόμος στα μάτια; Γιατί αυτή η χθόνια ευχαρίστηση στα χείλη; Αν μονάχα κατορθώναμε να γενικεύσουμε αυτά τα στοιχεία, να είχαμε περισσότερο υλικό για περισσότερες αναφορές, ίσως τελικά να είχαμε και τα άρθρα αν επιβεβαιώναμε τη γενίκευση. Ναι. Δεν έχουμε υπόθεση με δυο αυτοκτονίες, με δυο υποθέσεις που έπαψαν να αποτελούν είδηση. Χρειαζόμαστε καινούριες περιπτώσεις.

Και αν η δημοσιογραφική έρευνα αποτελεί το ένα σκέλος της ιστορίας, θα ήταν άνισο να μην εμπεριέχεται σε αυτήν και η προσωπική ζωή του αφηγητή, εκτοπισμένη πλήρως από την επαγγελματική. Η αποτυχημένη (;) ερωτική σχέση του με την Μαρσέλα και τα συναισθήματά του, που διακρίνονται από κυνικότητα, τόσο για εκείνην όσο και για άλλες γυναίκες, όπως η Χούλια, καθηγήτρια που βάζει θέμα εργασίας την αυτοκτονία στους μαθητές της κινδυνεύοντας να απολυθεί. Ο ήρωας, μέσα από μια έρευνα απρόσωπη και επαγγελματική, βρίσκεται διαρκώς απέναντι στο αυτοκτονικό οικογενειακό παρελθόν, αποσιωπημένο μα παρόν, μια δέσμη φωτός, η οποία αναπόφευκτα τον σημαδεύει. 

Αν δεν ήταν όνειρο, τότε μαζί με τον πατέρα μου, που ακόμα δεν είχε μπει στον λογαριασμό του παππού μου, μετράμε 13 αυτόχειρες.
Κι αν ακόμα ο παππούς μου υπερέβαλλε, μήπως εγώ δεν έχω δει δύο συγγενείς μου να καταστρέφουν τον εαυτό τους;
Τουλάχιστον για έναν απ' τους δύο, τον μεγάλο μου ξάδερφο που κοντανάσαινε στα μαξιλάρια, μπορώ να ρωτήσω την μητέρα μου. Το ξάφνιασμα της ήταν αναμενόμενο. Προσπαθεί να αποφύγει τη συζήτηση, πιστεύοντας ότι σε λίγο θα ξεχάσω το όλο ζήτημα:
-Πω πω, έχω τόσα να κάνω: τα ψώνια, τη σούπα των παιδιών.

  
Μέσα από μια αφήγηση ομιχλώδη και σκοτεινή ξεπηδούν αυτόχειρες του παρελθόντος και σκέψεις περί αυτοκτονίας υπό πρίσμα θρησκευτικό, φιλοσοφικό, ηθικό. Μια αφήγηση ενστικτώδης και αφηρημένη, σχετικά με μια έρευνα που καταλήγει να γίνεται μυθιστόρημα, ή ίσως ένα μυθιστόρημα που καταλήγει να είναι μια έρευνα γύρω από την αυτοκτονία.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Άννα Βερροιοπούλου
Εκδόσεις Απόπειρα

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

Αναγνωστική λογική και άλλα τέρατα





Πρώτα είπα: ένα διήγημα μόνο. Το πρώτο της συλλογής Όλες οι φωτιές η φωτιά, με τίτλο Νότιος αυτοκινητόδρομος. Ήταν άλλωστε εκείνο που καθαρότερα απ'όλα θυμόμουν, έτσι πίστευα τουλάχιστον. Το αίσθημα απογοήτευσης του ήρωα, καθώς η κυκλοφορία αποκαθίσταται και η μικροκοινωνία που γεννήθηκε ανάμεσα στα ακινητοποιημένα αμάξια διαλύεται, μαζί με τις προσδοκίες για το κοντινό μέλλον πίσω στο Παρίσι, ενώ οι αρετές και οι δεξιότητες που αναδύθηκαν, λόγω των συνθηκών, στέκουν πια αμήχανες.

Ύστερα είπα: όλη τη συλλογή. Ακόμα μια φορά. Διάσπαρτες αναμνήσεις σε κάθε διήγημα, η ανασύσταση της μνήμης υπό το φως της πυροδότησης που μια λέξη απροσδόκητα προκαλεί. Δεν ξέρω ποιος ήταν ο λόγος που προκαθόριζα το εύρος της επιστροφής στα διηγήματα του Κορτάσαρ, όμως η προκλητική ιδέα μιας ανέμελης εκδρομής στο λαβύρινθο του έργου του συναντούσε αναχώματα και περιορισμούς· μόνο αυτό, μόνο εκείνο. Ευτυχώς είμαι ένας αδύναμος άνθρωπος που παρασύρεται εύκολα. Τώρα το βλέπω έτσι, εκ των υστέρων, πάντα εκ των υστέρων.

Ακολούθησε το Οκτάεδρο. Ήταν εξαρχής το κυρίως μέρος της αναγνωστικής αυτής επιστροφής, και ας το συνειδητοποίησα στην πορεία. Θα ήθελα να πω πως η επιλογή να ξεκινήσω από το Όλες οι φωτιές η φωτιά ήταν συνειδητή. Θα ήταν ψέμα. Αγία Τυχαιότητα. Εκεί όμως ήθελα να φτάσω, και ας μην το ήξερα, παρά μόνο τη στιγμή εκείνη. Εδώ βρίσκονται τα καλύτερα διηγήματα του Κορτάσαρ που έχω διαβάσει. Σε δύο θα σταθώ· Στο Καλοκαίρι, για το άβολο συναίσθημα τρόμου που δημιουργεί σχεδόν από το τίποτα, από μια χαραγματιά στη ρουτίνα. Και στο Χειρόγραφο που βρέθηκε σε μια τσέπη, το οποίο -η τυχαιότητα που λέγαμε- διάβασα σε ένα σταθμό του μετρό, αφήνοντας αρκετούς συρμούς να περάσουν, πριν επιβιβαστώ σε έναν και φλερτάρω με την ιδέα να ορίσω κι εγώ τους κανόνες ενός παιχνιδιού παρακολούθησης και πιθανών διαδρομών, απόπειρα πρόγνωσης του μέλλοντος και εντοπισμού της ευτυχίας, δίχως όμως να εγκαταλείψω την ηθική προσκόληση στους κανόνες που ο ίδιος θα έθετα. Τελικώς δεν το έκανα.

Ύστερα, οι Ιστορίες των Κρονόπιο και των Φάμα, συλλογή που προανήγγειλε το Κουτσό. Αντιγράφω:

Το καθήκον να μαλακώνουμε το τούβλο κάθε μέρα, το καθήκον ν' ανοίγουμε δρόμο μέσα στη γλοιώδη μάζα που αποκαλείται κόσμος, να σκοντάφτουμε κάθε πρωί στο παραλληλεπίπεδο με το απωθητικό όνομα, έχοντας τη σκυλίσια ικανοποίηση ότι όλα είναι στη θέση τους, η ίδια γυναίκα πλάι μας, τα ίδια παπούτσια, η ίδια γεύση της ίδιας οδοντόπαστας, η ίδια θλίψη στα απέναντι σπίτια και στο βρώμικο παμπάλαιο αέτωμα των παράθυρων με την ταμπέλα "Ξενοδοχείο το Βέλγιον".   
Αυτή η γαμημένη συνήθεια.

Τώρα αντιστέκομαι στην ιδέα να επιστρέψω στο Κουτσό, κι όμως επιδεικτικά έχω αφήσει το αντίτυπο δίπλα στην πόρτα, τελευταία εικόνα όταν φεύγω, πρώτη όταν επιστρέφω σπίτι.

υ.γ Σκεφτόμουν -ανάμεσα σε άλλα- αυτή τη βαρετή διαμάχη -τοποθετήστε κατά βούληση αποσιωποιητικά- ανάμεσα στη μικρή και τη μεγάλη φόρμα, επιχειρήματα υπέρ και κατά, φανατικοί και απόλυτοι. Ορίστε, σκεφτόμουν, διαβάστε Κορτάσαρ, τα διηγήματα, τις νουβέλες και τα μυθιστορήματα. Προσοχή, όμως, μην ξεχάσετε την ποίηση.