Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Δεν είναι τραγούδι αγάπης αυτό - Κάρεν Ντούβε

Ενώ χαζεύα για πολλοστή φορά την οικιακή βιβλιοθήκη μιας φίλης, το μάτι μου έπεσε πάνω στο συγκεκριμένο βιβλίο, το γεγονός της έκπληξης σε συνδυασμό με τον τίτλο μου δημιούργησαν την επιθυμία της ανάγνωσης.

"Στα εφτά μου ορκίστηκα να μην αγαπήσω ποτέ. Στα δεκαοχτώ μου το έκανα παρ' όλ' αυτά. Ήτανε όσο άσχημο ακριβώς φοβόμουν. Ήταν ταπεινωτικό, οδυνηρό, και είχε φύγει εντελώς από τον έλεγχό μου. Κανένας δεν με ξαναγάπησε. Δεν υπήρχε τίποτα που να μπορώ να κάνω, για να τ' αλλάξω αυτο, και από την προσπάθεια να μην αγαπήσω ποτέ πιά πήγε να μου στρίψει.. Μια μέρα, για την ακρίβεια μια Πέμπτη, στις 20 Ιουνίου 1996, αποφάσισα ότι το πράγμα έπρεπε να πάρει ένα τέλος, ένα άσχημο τέλος ή ένα τέλος που δεν μπορούσα να το φανταστώ. Και πήγα σ'ένα ταξιδιωτικό γραφείο και αγόρασα ένα αεροπορικό εισιτήριο για το Λονδίνο, έτσι όπως άλλοι άνθρωποι αγοράζουνε σκοινί."

Το παραπάνω απόσπασμα συμπυκνώνει την ιστορία που μας διηγείται εδώ η συγγραφέας. Διαβάζοντας το μυθιστόρημα μου ήταν δύσκολο να συνδυάσω την γερμανική καταγωγή της Κάρεν Ντούβε με το ύφος του κειμένου, το οποίο μου θύμιζε περισσότερο κάτι γαλλικό. Οι εικόνες που σχηματίζονταν στο μυαλό μου παρέπεμπαν σε γαλλική ταινία.

Μπορεί το παρόν του βιβλίου να αφορά την ενήλικη πια Άννε αλλά το μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης εκτυλίσσεται κατά την παιδική και εφηβική ηλικία της πρωταγωνίστριας. Οι απόπειρες της για κοινωνικοποίηση στα πλαίσια του σχολικού περιβάλλοντος, η έννοια της γύρω από το βάρος της και οι συνέπειες αυτού στην αυτοεκτίμηση της, η εσωτερική σεξουαλική τρομοκρατία και η ανάγκη της να αγαπήσει όσο και αν βεβαιώνει για το αντίθετο, αποτελούν την ψυχοσύνθεση της ηρωίδος.

Δεν ξέρω αν πρόκειται για ένα γυναικείο βιβλίο, δεν ξέρω καν αν υπάρχουν τέτοιου είδους βιβλία. Δεν κατάφερα να ταυτιστώ με την ιστορία, δεν συγκινήθηκα μήτε στεναχωρήθηκα, πέρασε από μέσα μου αλλά δεν με άγγιξε.

Εκδόσεις Ίνδικτος.
Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης.

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

Αριθμοί - Αριστείδης Αντονάς

Με καχυποψία πλησίασα το ταμείο κρατώντας στα χέρια μου την συγκεκριμένη συλλογή διηγημάτων, ας όψεται που επρόκειτο για πρόταση προσώπου του οποίου το γούστο εκτιμώ όλο και περισσότερο. Η άποψη μου για τα διηγήματα (όπως και για τις ταινίες μικρού μήκους) είναι πως δεν σου δίνουν τον κατάλληλο χώρο και χρόνο για να προλάβεις να χωρέσεις στην ιστορία τους. Προφανώς υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά σπάνια τολμώ να κάνω από μόνος μου το βήμα.

Το κατατοπιστικό και όμορφο επίμετρο που επιμελήθηκε ο ίδιος ο συγγραφέας για τις ανάγκες της συγκεκριμένης έκδοσης μου επιβεβαίωσε την υποψία ότι τα τέσσερα διηγήματα, αν και κυκλοφόρησαν αυτόνομα, με πάνω από δέκα χρόνια απόσταση του πρώτου από το τελευταίο, διέπονται εντούτοις από κοινούς θεματικούς άξονες και βασίστηκαν σε συγκεκριμένες συγγραφικές επιδιώξεις. Δεν έχει νόημα να παραθέσω περισσότερες πληροφορίες επ'αυτού, ο ίδιος ο συγγραφέας στο επίμετρο δίνει αρκετές λεπτομέριες σχετικά.

Επομένως η απόφαση για την επανέκδοση των τεσσάρων αυτών διηγημάτων με την μορφή συλλογής, μόνο ως εύστοχη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί.

Στο πρώτο διήγημα, Επίσκοπος ή ο Μοναδικός χάρτης, ο ήρωας βρίσκεται σε μια περιοχή η οποία δεν υπάρχει στον χάρτη που κρατά στα χέρια του, εκεί βρίσκεται ένα σπίτι το οποίο και θα χρησιμοποιήσει ως εφαλτήριο στην καθημερινή προσπάθεια για την έξοδό του.

Στο δεύτερο, οι Δύο μισοί, εγκλωβισμένος σε ένα δάσος, θα συναντηθεί με έναν κυνηγό. Δίπλα στην φωτιά και υπό των φόβο των άγριων ζώων, θα του διηγηθεί την ιστορία της ζωής του.

Στον Τρικέφαλο, ο ήρωας δουλεύει με τον πατέρα του στο ίδιο καϊκι. Μια μέρα θα γίνει κοινωνός του οικογενειακού μυστικού των τριδύμων από το οποίο ο πατέρας του προσπάθησε μάταια να τον προστατεύσει.

Στο τελευταίο διήγημα, Οι Τέσσερις κήποι, έχουμε την ιστορία ενός φαροφύλακα, ο οποίος ζούσε για πολλά χρόνια μόνος του, μετά τον θάνατο του πατέρα του, σε μια βραχονησίδα, όχι μακρυά από το επόμενο λιμάνι. Μια μέρα μετά από έντονη κακοκαιρία μια βάρκα με τέσσερις επιβάτες θα βρεθεί στον απάνεμο κολπίσκο. Εκείνοι θα αποφασίσουν να περάσουν κάποιες μέρες εκεί. Ανάμεσα τους και μία γυναίκα, η Ελεωνόρα, την οποία και θα αγαπήσει εκείνος.

Τέσσερα ιδιαίτερα διηγήματα τα οποία και σας προτείνω χωρίς κανέναν δισταγμό να διαβάσετε. Η έκδοση είναι πολύ προσεγμένη και όπως ήδη έγραψα πιο πάνω περιέχει και επίμετρο από τον ίδιο τον Αριστείδη Αντονά. Ελπίζω αυτή μου την εμπειρία να καταφέρω να την αξιοποιήσω για να ξεπεράσω το θέμα που έχω με την μικρή φόρμα.

Σύντομο βιογραφικό σημείωμα:

Ο Αριστείδης Αντονάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1963. Αποφοίτησε από το τμήμα αρχιτεκτώνων του ΕΜΠ πριν λάβει τον τίτλο του διδάκτορα φιλοσοφίας από το πανεπιστήμιο Nanterre, στο Παρίσι.

Βιβλία του

Ο επίσκοπος, 1988, εκδόσεις Μαύρο Μουσείο
Οι τέσσερις κήποι, 1989, εκδόσεις Μαύρο Μουσείο
Οι δυο μισοί, 1995, εκδόσεις Στιγμή
Ο Τρικέφαλος, 2001, εκδόσεις Στιγμή
Ο φλογοκρύπτης, 2003, εκδόσεις Άγρα
Ο χειριστής, 2006, εκδόσεις Άγρα
Οι αριθμοί, 2008, εκδόσεις Άγρα
Η τραγουδίστρια και η πολυθρόνα, 2009, εκδόσεις Άγρα
Τα κτίσματα, 2010, εκδόσεις Άγρα

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

Το ζώο που ξεψυχά - Φίλιπ Ροθ

Ο Φίλιπ Ροθ θεωρείται ως ένας από τους καλύτερους Αμερικανούς συγγραφείς, με βραβεία και διακρίσεις, μόνο το νόμπελ λογοτεχνίας του λείπει αλλά δεν νομίζω πως θα αργήσει η στιγμή.

Το Βυζί του ίδιου, ακόμα στέκει ως δέλεαρ προσφοράς στις προθήκες της Πρωτοπορίας, εδώ και χρόνια το συναντώ κατεβαίνοντας την σκάλα που οδηγεί στο τμήμα λογοτεχνίας του συγκεκριμένου βιβλιοπωλείου, και όμως ποτέ δεν μπήκα σε πραγματικό πειρασμό. Ίσως να φταίει η έκδοση, ίσως ο τίτλος, δεν ξέρω.

Πριν κάποια χρόνια είδα την κινηματογραφική μεταφορά του Ανθρώπινου στίγματος. Δεν με ενθουσίασε. Γούστα είναι αυτά, ξέρω πολλούς που ισχυρίζονται το αντίθετο.

Αυτό αποτελούσε το παρελθόν μου με τον συγγραφέα. Πριν μια βδομάδα, ενώ σκεφτόμουν τι θα ήθελα να διαβάσω, το όνομά του μου ήρθε στο νου. Έκανα μια σύντομη έρευνα, και κατέληξα ότι το Ζώο που ξεψυχά θα μπορούσε να αποτελέσει την ιδανική πρώτη επαφή με το έργο του πολυγραφότατου Ροθ.
Η αλήθεια είναι ότι απογοητεύτηκα.
Μου φάνηκε αρκετά γλυκανάλατο και επιφανειακό. Δεν με προβλημάτισε, δεν με ψυχαγώγησε και ίσα που με διασκέδασε. Δεν δυσκολεύτηκα να το τελειώσω, ακόμα και ψυχαναγκαστικός να μην ήμουνα με το τελείωμα των βιβλίων, πάλι θα ήθελα να φτάσω ως το τέλος, περισσότερο από περιέργεια για να δω που το πάει.
Ο άγνωστος Χ, που στέκει αμέτοχος και ακούει τον προσωπικό μονόλογο του συγγραφέα, θέτει ένα μυστήριο αλλά ως εκεί.

Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο του βιβλίου : Ο Ντέιβιντ Κέπες, καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και διάσημος παρουσιαστής πολιτιστικής εκπομπής στην τηλεόραση, έχει περάσει τα εξήντα και ζει ως χειραφετημένος άντρας, ελεύθερος από τα δεσμά της οικογένειας ή της μόνιμης συντρόφου αφιερώνοντας τη ζωή του στο σεξ και στην αισθητική. Μια εικοσιτετράχρονη φοιτήτριά του θα φέρει όμως τα πάνω κάτω στην ερωτική του ζωή.

Δεν κρίνω τον συγγραφέα, κρίνω όμως το συγκεκριμένο βιβλίο. Δύσκολα όμως θα του δώσω μια δεύτερη ευκαιρία στο άμεσο μέλλον. Ίσως να περίμενα πολλά.

Μετάφραση Γιώργος Τσακνιάς.
Εκδόσεις Πόλις.

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

Η Γραμμή του ορίζοντος - Χρήστος Βακαλόπουλος

Όσο και αν έχει διαβάσει κάποιος, όσο μεγάλη εμπειρία και αν πιστεύει ότι έχει, δεν θα πάψει ποτέ να τον περιμένει μια έκπληξη κρυμμένη στο επόμενο βιβλίο. Τί και αν χάθηκε η μαγεία των πρώτων πρώτων αναγνωσμάτων; Πάντα θα βρίσκεται, από το πουθενά θαρρείς, αντιμέτωπος με την εμπειρία της ανάγνωσης ενός ακόμη εξαιρετικού βιβλίου, της επαφής με τον κόσμο ενός ακόμα συγγραφέα.


Η Ρέα αποφασίζει να εγκαταλείψει τον Γιάννη. Μαζί με αυτόν εγκαταλείπει και την Αθήνα, όπως πριν λίγα χρόνια εγκατέλειψε την Κυψέλη για τα βόρεια προάστια και ας είχε ορκιστεί το αντίθετο. Φεύγει λοιπόν για την Πάτμο. Καλοκαίρι. Χωρίς να εξηγήσει σε κανέναν τίποτα, ούτε καν στις φίλες της.

Αυτή είναι η ιστορία μέσες άκρες και μπορώ να σας την διηγηθώ, θα μπορούσα να προσθέσω πολλές ακόμα λεπτομέριες αλλά και πάλι θα έπρεπε να διαβάσετε αυτό το βιβλίο.
Εξηγούμαι : δεν είναι η υπόθεση που χαρακτηρίζει το βιβλίο αλλά ο τρόπος με τον οποίο μας την διηγείται ο Χρήστος Βακαλόπουλος. Και ίσως να ξενίσουν κάποιον οι πρώτες σελίδες αλλά είμαι σίγουρος πως δεν θα αργήσει να παρασυρθεί.

Δημιουργία μορφής, πρόζα με προσωπικότατο στυλ. Η " σπειροειδής" παράθεση της ιστορίας δίνει στην Γραμμή του ορίζοντος μια εσωτερικότητα οικεία, δίνει επίσης την χρονική διάσταση την απαραίτητη ώστε ο συγγραφέας να επιτύχει την ομαλή ένταξη της Ιστορίας.


"...Κάποτε υπήρχε ελάχιστο παρόν, όσο ακριβώς χρειαζόταν ώστε να μην ξεχνιέται η μέρα, να μην λυγίζει κάτω από το βάρος των αιώνων. Τότε ήταν συμπαθητικό το παρόν, ήταν ντροπαλό, άκουγε τους μεγαλύτερους του, περίμενε την σειρά του, δεν έβγαζε γλώσσα, δεν κρατούσε κακία, έλεγε τον πόνο του. Τότε ήταν τρυφερό το παρόν γιατί είχε καεί η γούνα του από τον έρωτα. Είχε αποφασίσει να είναι ευγενικό, να στέκεται στην άκρη και να παρατηρεί, να μην προδίδει έτσι εύκολα τα βάσανά του να μην διεκδικεί έτσι εύκολα τα δικαιώματά του, να μην χτυπάει το ποδαράκι του στο πάτωμα, να μην μουτρώνει, να μην κακολογεί, να μην γκρινιάζει."

Οι δικές μου λέξεις, καθώς ξαναδιαβάζω την ανάρτηση, φαντάζουν στα μάτια μου τόσο φτωχές. Θα σταματήσω εδώ λοιπόν αφού πρώτα ευχαριστήσω τον Γ. που μου το πρότεινε.

Εκδόσεις της Εστίας.

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011

Πέντε νουβέλες του Στέφαν Τσβάιχ

Σκακιστική νουβέλα (εκδ. Άγρα, μεταφρ. Μαρία Αγγελίδου)
Ο παλαιοπώλης Μέντελ και η αόρατη συλλογή (εκδ. Άγρα, μεταφρ. Μαρία Τοπάλη)
Το γράμμα μιας άγνωστης (εκδ. Ροές, μεταφρ. Τατιάνα Λιάνη)
Η γυναίκα και το τοπίο (εκδ. Ροές μεταφρ. Βασίλης Πατέρας)





Στην ανάρτηση που είχα ανεβάσει πριν λίγο καιρό σχετικά με την βιογραφία του Χάινριχ Κλάιστ από τον Στέφαν Τσβάιχ (και την οποία μπορείτε να βρείτε εδώ ) είχα αποκαλέσει τον συγγραφέα μεγάλο, εκφράζοντας παράλληλα την απορία μου για τον ίδιο μου τον χαρακτηρισμό αφού εκείνο το βιβλίο ήταν το πρώτο του που διάβαζα. Ήξερα από τότε ότι θα επέστρεφα μια μέρα στο βιβλιοπωλείο για να προμηθευτώ τουλάχιστον ένα ακόμα βιβλίο του αυστριακού συγγραφέα. Και επέστρεψα, όχι όμως μία φορά μα δύο.

Ήταν βέβαια και η κατάλληλη ευκαιρία γιατί ένιωθα την ανάγκη να διαβάσω κάτι γερμανόφωνο αυτή την περίοδο. Έχω καταλήξει να πιστευώ πως μια πρώτη υποδιαίρεση της λογοτεχνίας είναι η γλώσσα του πρωτότυπου, έτσι έχω χωρίσει την παγκόσμια λογοτεχνία σε κατηγορίες, κυρίως λόγω της αίσθησης που μου αφήνουν. Υπάρχουν λοιπόν περίοδοι κατά τις οποίες έχω την ανάγκη να διαβάσω κάτι ρωσικό, γερμανικό, αργεντίνικο, αγγλικό ή αμερικάνικο. Θαρρώ πως αυτές είναι οι βασικές κατηγορίες στις οποίες έχω χωρίσει την λογοτεχνία με βάση την γλώσσα. Μου φαίνεται αρκετά λογικό να συμβαίνει κάτι τέτοιο καθώς υπάρχει μια σύνδεση ανάμεσα στους συγγραφείς της ίδιας γλώσσας, απόρροια της λογοτεχνικής παράδοσης και της εξέλιξης αυτής.

Δεν νομίζω ότι μπορώ να εξηγήσω από που πηγάζει η εκάστοτε επιθυμία μου, αλλά λίγο με απασχολεί. Είναι σαν ένα βοήθημα που έχω επινοήσει ώστε να μεγιστοποιώ την ικανοποίηση που μου προκαλεί η ανάγνωση.

Ο Στέφαν Τσβάιχ γεννήθηκε το 1881 στην Βιέννη. Γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας είχε την δυνατότητα να σπουδάσει και να ασχοληθεί με ότι πραγματικά τον ενδιέφερε. Ασχολήθηκε με όλα σχεδόν τα είδη του γραπτού λόγου. Γνωστός κυρίως για τις νουβέλες του καθώς και για τις βιογραφίες του. Μανιώδης συλλέκτης, κατάφερε να δημιουργήσει μια μεγάλη και ενδιαφέρουσα συλλογή, την οποία όμως αναγκάστηκε να πουλήσει όταν λόγω της ανόδου του ναζισμού αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αυστρία, αρχικά για την Αγγλία και στην συνέχεια για την Βραζιλία όπου και παρέμεινε τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του πριν αποφασίσει να αυτοκτονήσει μαζί με την γυναίκα του τον Φλεβάρη του 1942.

Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποια από τις πέντε νουβέλες, η κάθε μια αποτελεί μέρος του ευρύτερου έργου του αυστριακού συγγραφέα, ο οποίος ανήκει στην αυστριακή πρωτοπορία. Στα κείμενα τα οποία διάβασα ο συγγραφέας είναι πάντα παρών, είτε ως φυσική παρουσία είτε με την ύπαρξη κάποιου χαρακτήρα που λειτουργεί ως άλτερ έγκο του Τσβάιχ.

Αποφάσισα να μην αναφερθώ ξεχωριστά σε κάθε βιβλίο. Απόλαυσα πραγματικά την παρουσία μου στον κόσμο του Τσβάιχ. Είναι τόσο όμορφο το συναίσθημα να κολλάς με έναν συγγρραφέα. Είναι σίγουρο πως δεν θα αργήσω να επιστρέψω για χάρη του στο βιβλιοπωλείο. Μην διστάσετε ούτε στιγμή να διαβάσετε κάτι δικό του!

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

Το αμάρτημα της μητρός μου - Γιώργος Βιζυηνός

Σύνδρομο διδασκαλίας του μαθήματος κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Σε αυτό θα πρέπει να οφείλεται ο φόβος μου απέναντι στην κλασική ελληνική λογοτεχνία. Είναι ο τρόπος της διδασκαλίας και της εξέτασης που σε κουράζει αντί να σε μαγεύει ρε γαμώτο.

Αν και έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε που καθόμουν σε εκείνα τα θρανία και δεχόμουν την, έως τελευταίας τελείας, ανάλυση του κάθε κειμένου, την μοναδική αποδεκτή εξήγηση από έδρας, εντούτοις ακόμα δεν έχω καταφέρει να κυριαρχήσω εντελώς στην φοβία που με καταλαμβάνει στο άκουσμα και μόνο ορισμένων συγγραφέων. Έως ενός σημείου ψυχαναγκαστικά προσπαθώ να υποχρεώσω τον εαυτό μου να έρθει σε επαφή με το σύνολο της ελληνικής λογοτεχνίας σιγά σιγά.

Το αμάρτημα της μητρός μου είναι ίσως το γνωστότερο, από τα συνολικά έξι διηγήματα του Γεώργιου Βιζυηνού. Το στοιχείο που περισσότερο με εντυπωσίασε είναι η γλώσσα και η χρήση της. Απλή αλλά πλούσια.

" Άλλην αδερφή δεν είχομεν παρά μόνον την Αννιώ. Ήτον η χαϊδεμένη της μικράς ημών οικογενείας και την ηγαπώμεν όλοι. Αλλ' απ' όλους περισσότερον την ηγάπα η μητήρ μας. Εις την τράπεζαν την εκάθιζε πάντοτε πλησίον της και από ό,τι είχομεν έδιδε το καλλίτερον εις εκείνην."

Η εμμονή της μητέρας με την φιλάσθενη κόρη της την οδηγεί στο να εγκαταλείψει στην τύχη τους τους τρεις γιούς της. Ο χαμός της Άννας παρά τις φροντίδες, οδηγεί την μάνα στην απόφαση να υιοθετήσει ένα μικρό κοριτσάκι στο οποίο και θα χαρίσει όλη της την φροντίδα. Οι γιοί κάποια στιγμή θα αντιδράσουν και τότε η μάνα θα εκμυστηρευθεί στον Γιώργη το αμάρτημα που της βαραίνει την συνείδηση τόσα χρόνια.

Χαίρομαι που τώρα που τελείωσα την ανάγνωση δεν είμαι υποχρεωμένος να προχωρήσω σε καμία ανάλυση παρά μόνο να μοιραστώ, μέσα από αυτή την ανάρτηση, την απόλαυση που μου δημιούργησε η επαφή με τον κόσμο του Βιζυηνού. Και κανένας δεν πρόκειται να με βαθμολογήσει!

Εκδόσεις Νεφέλη.

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2011

Αγροίκοι - Τσέζαρε Παβέζε

Ο Μπέρτο και ο Ταλίνο Βινβέρα γνωρίστηκαν στην φυλακή. Ο Μπέρτο, άλτερ έγκο του συγγραφέα, είναι μηχανουργός από το Τορίνο. Ο Ταλίνο (υποκοριστικό, κάτι σαν μικρός Ιταλός) προέρχεται από μια πατριαρχική αγροτική οικογένεια. Μετά την ταυτόχρονη αποφυλάκισή τους ο Ταλίνο προτρέπει τον Μπέρτο να τον ακολουθήσει στο χωριό, που εν όψει του θερισμού θα έχει δουλειά για εκείνον.
Στις τρεις μέρες που διαρκεί η παραμονή του στην ιταλική ύπαιθρο, ο αφηγητής θα διαπιστώσει ότι πρόκειται για έναν διαφορετικό κόσμο από αυτόν που γνώριζε.

Πρόκειται ίσως για το πιο σκληρό μυθιστόρημα του Παβέζε, γραμμένο το 1939, λίγο πριν την έναρξη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Σκοπός του δεν είναι απλώς να παρουσιάσει την ιταλική ύπαιθρο και να καταδικάσει τα εγκλήματα που λαμβάνουν χώρα, αλλά να ασκήσει κριτική στην καθημερινή πολιτική πραγματικότητα του φασισμού. Σε όλο το κείμενο δεν αναφέρεται ούτε μια φορά η λέξη φασισμός, όλα καλύπτονται από ένα βουκολικό πέπλο.

Διαβάζοντάς το συνειδητοποίησα το πόσο επίκαιρο μπορεί να είναι ένα μυθιστόρημα γραμμένο εξήντα χρόνια πριν. Είναι ένα από τα γνωρίσματα της λογοτεχνίας να παραμένει πάντα επίκαιρη, με τις απαραίτητες αναγωγές, στο σήμερα.

Ο Τσέζαρε Παβέζε είναι ένας από τους αγαπημένους μου Ιταλούς συγγραφείς, η Παραλία και το Φεγγάρι και οι φωτιές είναι από τα πιο όμορφα βιβλία που έχω διαβάσει.

Γεννήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου του 1908 στο Σαν Στέφανο Μπέλμπο. Κατά την διάρκεια της ζωής του ανέπτυξε αντιφασιστική δράση, εξαιτίας της οποίας φυλακίστηκε για να του απονεμηθεί χάρη αργότερα. Εκτός από συγγραφέας υπήρξε και μεταφραστής όντας αυτοδίδακτος γνώστης της αγγλικής. Αυτοκτόνησε το 1950 σε δωμάτιο ξενοδοχείου στο Τορίνο.

Εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
(Πολύ καλή) Μετάφραση Γιώργος Κεντρωτής.

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

Η Λήθη @ Θέατρο Πορεία

Εν αρχή ην ο λόγος, εν συνεχεία η ευθύνη του σκηνοθέτη και εν κατακλείδι η ερμηνεία.

Η Λήθη, θεατρικός μονόλογος του Δημήτρη Δημητριάδη, είναι ένα κείμενο συγκλονιστικό. Μια υπαρξιακή κραυγή. Διακατέχεται ταυτόχρονα από μια αγωνία μα και από μια σιγουριά.

" Εγώ δεν θυμάμαι, αλλά θυμάται το σώμα μου, δεν ξέρω εγώ, το σώμα μου ξέρει, γιατί το σώμα μου είναι."

Δεν έχω τις απαραίτητες λέξεις για να συνεχίσω την αναφορά μου στο κείμενο, θα μπορούσα να παραθέσω και άλλα αποσπάσματα, αλλά δεν θα μπορούσα ποτέ να μεταφέρω την αίσθηση, να κοινωνίσω την δυναμική.

Σκεφτόμουν αργά χτες το βράδυ, κάποιες ώρες μετά το τέλος της παράστασης, το πόσο τυχερός θα πρέπει να αισθάνεται ο Δημήτρης Τάρλοου που είχε την ευκαιρία να σκηνοθετήσει αυτόν τον μονόλογο, αλλά και το βάρος της ευθύνης που θα ένιωσε.
Το αποτέλεσμα τον δικαιώνει, καθώς υποστήριξε και ανέδειξε περεταίρω το κείμενο.
Ξεχωριστή μνεία στην σκηνοθετική προσέγγιση του τέλους της παράστασης, απλώς ευφυέστατη.

Φαντάζομαι ότι στον σκηνοθέτη χρεώνεται και η επιλογή του Δημοσθένη Παπαδόπουλου, ο οποίος ανταποκρίθηκε στην πρόκληση καταθέτοντας, όχι μόνο την ευδιάκριτη τεχνική αλλά και την απαραίτητη ψυχή που του απαίτησε το ίδιο το κείμενο. Νομίζω πως η λέξη εξαιρετικός χαρακτηρίζει την ερμηνεία του χωρίς όμως να αποτελεί και όριο.

Είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις στις οποίες το κείμενο, η σκηνοθεσία και η ερμηνεία, συνυπάρχουν αρμονικά, δίνοντας ένα αποτέλεσμα άρτιο και ψυχαγωγικό. Είναι όμορφο το συναίσθημα που σε συντροφεύει μετά από μια τέτοια εμπειρία. Σας ευχαριστώ.



Σκηνικό - Κουστούμι: Ελένη Μανωλοπούλου
Φωτισμοί: Felice Ross
Μουσική - Σύνθεση ήχων : Blaine Reininger
Βοηθός σκηνοθέτη : Στέλλα Γιοβάνη

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

Εύα Λούνα - Ιζαμπέλ Αλιέντε

Η χιλιανή συγγραφέας υπήρξε για καιρό θύμα σνομπισμού εκ μέρους μου. Εδώ και χρόνια υπήρχε στην στίβα με τα προσεχώς, αλλά εκεί που ζύγωνε, το χέρι μου την έπαιρνε και την τοποθετούσε πάλι προς το βάθος. Απέμεινε εκεί υπομονετικά, όπως οι περισσότεροι τίτλοι, να περιμένει την ευκαιρία της.

Η Εύα γεννήθηκε σε κάποιο δάσος τη Λατινικής Αμερικής. Ο Ρολφ στην ευρώπη του πολέμου. Περιπλανήθηκαν και οι δυο τους αρκετά, στον δρόμο τους εμφανίστηκαν διάφορα πρόσωπα που επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό τις ζωές τους, ώσπου τα μονοπάτια της ζωής τους συναντήθηκαν. Παράλληλες γραμμές που τελικά όχι μόνο συναντώνται αλλά εφάπτονται.

Η Αλιέντε μέσα από το φαινομενικά ατομικό συνθέτει το συλλογικό. Χρησιμοποιεί ως όχημα την ιστορία των δυο νέων για να αναφερθει και να σχολιάσει διάφορα ζητήματα όπως την ασταθή πολιτική κατάσταση με τις αλλεπάλληλες δικτατορίες, την κοινωνική σύνθεση της λατινικής αμερικής με την παρουσία των Ευρωπαίων, την αντίθεση ανάμεσα στην ύπαρξη πετρελαίου και στην φτώχεια της μάζας, τον καθολικισμό, τον αναλφαβητισμό, την σεξουαλική απελευθέρωση.

Δείγμα του λατινοαμερικάνικου μαγικού ρεαλισμού, του οποίου είμαι λάτρης, μπορεί να μην κατάφερε να επιδράσει επάνω μου όπως αντίστοιχα έργα άλλων συγγραφέων από εκείνα τα μέρη, κατάφερε εντούτοις να μου κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον και να μου δημιουργήσει όμορφες εικόνες κατά την ανάγνωσή του. Είναι πραγματικά μαεστρικός ο τρόπος με τον οποίο χτίζει τους χαρακτήρες της, κυρίως τους δευτερεύοντες, καταφέρνοντας έτσι να δώσει πολλά επίπεδα στην ιστορία της.

Εκδόσεις Ωκεανίδα.
Μετάφραση από τα ισπανικά Κλαίτη Μπαράχας - Σωτηριάδου.

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2011

Μέσα στο δάσος (2010)

Ανάμεσα στο βίντεο αρτ και το κινηματογράφο στέκεται το Μέσα στο Δάσος του Άγγελου Φραντζή. Μια σπουδή πάνω στην σεξουαλικότητα. Χώμα, αέρας, νερό και φωτιά. Οι τρεις πρωταγωνιστές κινούνται ανάμεσα στο φυσικό τοπίο, την μεταφυσική και το όνειρο. Ελάχιστοι διάλογοι. Το κόκκινο σπίτι στην μέση του δάσους. Η θαλάσσια σπηλιά. Το εγκαταλελειμμένο εκκλησάκι,με τα αναμμένα κεριά.Τρεις νέοι. Δύο αγόρια και μια κοπέλα. Η έκρηξη του λευκου αυτοκινήτου. Η σαρκική επαφή.

Γυρισμένο εξ ολοκλήρου με μια ψηφιακή φωτογραφική μηχανή. Δεν ξέρω αν η απόφαση αυτή δείχνει την διάθεση του σκηνοθέτη για πειραματισμό ή πρωτοπορία. Ίσως με αυτό το "τρικ" επιχειρεί την αποκινηματογραφοποίηση. Η χρήση της φωτογραφικής μηχανής και οι τεχνικές της ιδιαιτερότητες δίνουν μια άλλη διάσταση, μια άλλη αίσθηση, πιο κλειστή, πιο προσωπική.

Εικαστικά το αποτέλεσμα είναι τέλειο. Η δύναμη των εικόνων αντικαθιστά την έλλειψη σεναρίου με την ακαδημαϊκή έννοια του όρου. Το ρεπεράζ είναι αξιοζήλευτο, πολύ θα ήθελα να μάθω το μέρος στο οποίο έλαβαν χώρα τα γυρίσματα, πρέπει να είναι κάπου στον βορρά αν και θα μπορούσε να είναι κάτι πιο εξωτικό.
Η μόνη τεχνική αδυναμία που παρατήρησα έχει να κάνει με τον ήχο των διαλόγων, συχνά αναγκάστηκα να καταφύγω στους αγγλικούς υπότιτλους. Βέβαια η διάλογοι είναι ελάχιστοι, αλλά είναι κρίμα όπως και να το κάνεις.

Θα ήθελα να το δω ξανά κάποια στιγμή στο μέλλον υπό καλύτερες συνθήκες, η προβολή στο TAF ήταν κάπως προβληματική με κόσμο να πηγαινοέρχεται και τον θόρυβο από το μπαρ να μην σε αφήνει να αφεθείς.

Πρόκειται πάντως για μια όμορφη εικαστική σύνθεση με πολλές αναγνώσεις. Δεν έχω ασχοληθεί αλλά φαντάζομαι πως θα έχει εγείρει κάποια πολεμική. Είναι από τα έργα που σίγουρα δεν σε αφήνουν αδιάφορο, το κοινό χωρίζεται σε υποστηρικτές και σε πολέμιους. Είναι κάτι το οποίο το θεωρώ "επιτυχία" του εκάστοτε δημιουργού.
Το όνειρο του σκύλου (2005) του ιδίου είναι από τις αγαπημένες μου ελληνικές ταινίες. Το μονόπλανο στην αρχή της ταινίας είναι ονειρικό.

Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2011

Θωμάς ο απατεώνας - Ζαν Κοκτό

"Βλέπετε σε ποιά φυλή απατεώνων ανήκει ο νεαρός μας Γκιγιόν. Πρέπει να τους δώσουμε μια ξεχωριστή θέση. Η μισή τους ζωή είναι μέσα στο όνειρο. Η απατεωνιά δεν τους υποτιμά, αλλά μάλλον τους υπερτιμά. Ο Γκιγιόμ εξαπατούσε χωρίς πονηριά. Η συνέχεια θα δείξει πως ήτανε το ίδιο του το θύμα. Θεωρούσε τον εαυτό του κάτι που δεν ήταν, όπως και οποιοδήποτε παιδί, αμαξάς ή άλογο.
Θα ξαφνιαζόταν σίγουρα αν του έδειχνε κανείς πως κινδυνεύει να μπει φυλακή."

Στην νουβέλα του αυτή ο Ζαν Κοκτό ασχολείται με την απατεωνιά. Πρωταγωνιστής και αρχιαπατεώνας είναι ο δεκαεξάχρονος Θωμάς, ο οποίος εν καιρώ πολέμου εκμεταλλεύεται την συνεπωνυμία με ένα διάσημο στρατιωτικό της εποχής. Πάνω από όλα όμως είναι ένα παιδί με φαντασία, είναι ένα παιχνίδι για αυτόν με αποτέλεσμα περισσότερο, από τον οποιονδήποτε άλλο, να εξαπατά τον ίδιο του τον εαυτό.

Πολυπράγμων δημιουργός ο Ζαν Κοκτό, αρκετά ιδιαίτερη περίπτωση καλλιτέχνη. Πέρυσι προβλήθηκαν σε επανέκδοση δύο ταινίες του, για τις οποίες είχα ανεβάσει τότε μια ανάρτηση.
Ο Θωμάς ο απατεώνας είναι μια αρκετά στυλιζαρισμένη νουβέλα. Αντίθετα με το " Όπιο", μυθιστόρημα του ιδίου, η συγκεκριμένη νουβέλα με έκανε να νιώσω την θεατρική κλίση του συγγραφέα. Και είναι αλήθεια πως ο Κοκτό είναι γνωστός κυρίως για τα θεατρικά του έργα.
Η ανάγνωση μου άφησε την αίσθηση μια αλληγορίας, αλλά μόνο τήν αίσθηση, χωρίς να μπορέσω να βρω κάτι ανάμεσα στις γραμμές, στα παρασκήνια της ιστορίας αυτής.
Η εινονογράφηση ανήκει στον ίδιο τον συγγραφέα.

Εκδόσεις Αιγόκερως.
Μετάφραση Στέφανος Ευθυμιάδης.

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

Χαμογέλα, ρε..Τι σου ζητάνε; - Χρόνης Μίσσιος

Το τρίπτυχο Μικρασιατική καταστροφή - εμφύλιος - πολυτεχνείο ως θέμα, το οποίο και συναντάται σε ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής λογοτεχνίας, προσπαθώ να το αποφεύγω όσο μπορώ. Είναι ένας από τους βασικούς λόγους που άργησα να βρω τα πατήματά μου στο μονοπάτι της εγχώριας συγγραφικής κοινότητας. Από την αλλή προσπαθώ να μην υποτάσσω σε στερεότυπα την επιθυμία μου να έρθω σε επαφή με αξιόλογα βιβλία. Και εξαιρέσεις υπάρχουν, ευτυχώς.

Σχετικά με το μυθιστόρημα αυτό του Χρόνη Μίσσιου είχα ακούσει πολύ καλά σχόλια από άτομα των οποίων το γούστο εκτιμώ, και δικαίως. Εκ του αποτελέσματος αποδείχτηκε πως άξιζε να παραμερίσω τις θεματικές μου παρωπίδες και να δώσω την ευκαιρία σε αυτό το κείμενο.

Παραπάνω από μια απλή ανασκόπηση της ζωής ενός αριστερού. Πρόζα ασυγκράτητης ορμής, σε πρώτο πρόσωπο. Πρόζα που παρασέρνει ακόμα και τον ίδιο τον αφηγητή και τον αναγκάζει επανειλημμένως να χαθεί στο λαβύρινθο της σκέψης του, να παρασυρθεί και να ξεχάσει αύτο που ήθελε να πει, λέγοντας κάτι άλλο για να το θυμηθεί λίγο παρακάτω και να ξαναπιάσει το νήμα για να το ξαναχάσει. Αν και ο νεκρός αποδέκτης αυτής της αφήγησης παραμένει ανώνυμος, ακόμα στριφογυρίζει στο μυαλό μου η σκέψη ότι ίσως πρόκειται για έναν προσωπικό απολογισμό του συγγραφέα. Ένα γράμμα στον ίδιο του τον εαυτό.

Εκτίμησα την απουσία οποιασδήποτε απόπειρας ηρωοποίησης. Πρόκειται για ένα κείμενο συναισθηματικά φορτισμένο, μια κριτική ματιά του ίδιου του αφηγητή στο δικό του παρελθόν. Δεν επιδιώκει την συμπάθεια του αναγνώστη αλλά την προσωπική του κάθαρση.

Εκδόσεις Γράμματα, 1988.