Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2015

Περί μνήμης

Πρόσφατα κάποιος μου διηγήθηκε μια ιστορία, κατά την οποία ένας φίλος του προσπαθούσε να θυμηθεί ποιο καλοκαίρι είχε πάει στους Λειψούς, και όσο και αν επέμενε, συνδυάζοντας παράπλευρες αναμνήσεις και γεγονότα -π.χ. το γάμο του αδερφού του ή την παραίτησή του από μια απαίσια δουλειά- αδυνατούσε να δώσει καλύτερη απάντηση από αυτήν: μάλλον το 2009. Συνειδητοποίησε πως ούτε η google θα είχε κάποια καλύτερη απάντηση για εκείνον, ούτε καν η google, στην οποία άπαντες πλέον καταφεύγουμε -έστω και ως μέσο για να φτάσουμε στη wikipedia- για να απαντήσουμε σε κάθε ερώτηση απλή ή όχι. Τότε θυμήθηκε, όχι πότε είχε πάει στους Λειψούς, αλλά πότε μπήκε η μάνα του αποφασισμένη στο εφηβικό του δωμάτιο και είπε: ξεδιάλεξε σε παρακαλώ όλο αυτό το σκουπιδαριό που έχεις μαζέψει, δεν μπορώ να ξεσκονίσω. Άδειασε και τα συρτάρια, συμπλήρωσε. Εκείνος, ελαφρά την καρδία, επιθυμώντας να ξεφύγει από έναν ακόμα καβγά με βέβαιο τον τελικό νικητή, είπε: πέτα τα όλα και άσε με ήσυχο. Το απόκομμα του Αγούδημου (σημ. δική μου: υποψιάζομαι πως επρόκειτο για το μυθικό πλοίο Ρομίλντα) έμοιαζε να μην είναι τίποτα περισσότερο παρά ένα ελάχιστο μέρος του σκουπιδαριού. 

Σκεφτόμουν αυτή την ιστορία, επιστρέφοντας εκείνο το απόγευμα σπίτι, μέσα από το πάρκο, κάνοντας μια μεγάλη παράκαμψη, που πάντα αξίζει τον κόπο.




Πόσα είναι αυτά που έχουμε ξεχάσει τόσο οριστικά, ώστε ούτε καν τα αναζητούμε πια; Η σκέψη αυτή με κυρίευσε, μπαίνοντας στην πολυκατοικία. Θυμήθηκα ένα βιβλίο, ένα απόσπασμα από ένα βιβλίο, για την ακρίβεια:

Κάνει διάφορες συλλογές λέει, μαζεύει πράγματα από τον δρόμο, αποδείξεις από ταμειακές μηχανές ας πούμε και πανεπιστημιακές σημειώσεις και φύλλα από περιοδικά, μια φορά μάζεψε ένα σωρό σπασμένα γυαλιά από τζάμι αυτοκινήτου και έφτιαξε ένα κολιέ λέει.
Είπε ότι είναι αστικά διαμάντια, λέει.
Αναζήτησα το βιβλίο στη βιβλιοθήκη: Αν δεν μιλάμε για σπουδαία πράγματα, Jon McGregor (μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδόσεις Άγρα). Το κατέβασα και το ξεφύλλισα, η κόλλα με τις σημειώσεις, διπλωμένη προσεχτικά και σφηνωμένη κάποτε ανάμεσα σε δυο σελίδες, έπεσε στο πάτωμα· αυτές περισσότερο από οτιδήποτε άλλο αναζητούσα, μια συμπυκνωμένη συναισθηματική επανάληψη· ανάμεσα σε κωδικοποιημένα και βιαστικά γραμμένα σχόλια είχα σημειώσει πως το παραπάνω απόσπασμα στην ουσία αποτελούσε τον πυρήνα του επόμενου μυθιστορήματος του Βρετανού συγγραφέα, Τόσοι και τόσοι τρόποι για να γίνει μια αρχή.

Το ίδιο βράδυ ξεκίνησα την ανάγνωση παρά την κούραση και τη δεδομένη αηδία των ημερών. Κατάλαβα αμέσως πως επρόκειτο για το βιβλίο που είχα ανάγκη.

Την επομένη έκανα ξανά την παράκαμψη μέσα από το πάρκο.
   

2 σχόλια:

  1. Πολύ ωραία ανάρτηση. Αλήθεια σε ποιο πάρκο αναφέρεσαι;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Να, μετά από κάτι τέτοιες αναρτήσεις ξέρω γιατί τους βιβλιόφιλους μας ενώνει αυτό το αόρατο σκοινί που κανείς άλλος δεν αντιλαμβάνεται την ύπαρξή του.

    ΑπάντησηΔιαγραφή