Παιδί-γονείς, συνήθως νεκροί, εντός ή εκτός εισαγωγικών. Το ενδιαφέρον έχει δύο πλευρές, ωστόσο. Επιθυμία για το επόμενο, ενημέρωση μιας βιβλιογραφίας/Κορεσμός και επανάληψη, κίνδυνος. Οι προσδοκίες μου εξαντλούνται στο διακύβευμα. Κάπου στο βάθος, έχουν όλα ειπωθεί, πότε με ερωτηματικό, πότε με κάποια βεβαιότητα. Στην άκρη του νήματος, το Γράμμα στον πατέρα. Μικρότερες και μεγαλύτερες γυαλένιες, η μια δίπλα στην άλλη.
Η επέτειος τιμήθηκε με το σημαντικότερο ιταλικό βιβλίο λογοτεχνίας, το Strega. Μεταφράζεται σε διάφορες γλώσσες, στα ελληνικά από την έμπειρη και ανήσυχη Δήμητρα Δότση. Ένα βιβλίο που κινείται, διαβάζεται και σχολιάζεται.
Όταν ο αφηγητής χαιρέτισε τους γονείς του, η μητέρα του του ζήτησε να επιβεβαιώσει πως θα επιστρέψει, από την ενηλικίωση και μετά, άφησε το σπίτι στο μικρό χωριό για να σπουδάσει στο Τορίνο, από εκεί ερχόταν για κάποιες επισκέψεις, αυτή ήταν η τελευταία, ωστόσο, θα το συνειδητοποιούσε αργότερα, θα το επικύρωνε, δεν θα επέστρεφε ξανά. Πέρασαν από τότε δέκα χρόνια, να η επέτειος.
Μόνο αργότερα, μόνο ύστερα από την ερώτηση, πού το ξέρουμε, αμφισβητήθηκε μέσα μου το αυτοβιογραφικό της ιστορίας αυτής, μια υπόθεση από κεκτημένη ταχύτητα, η αυτομυθοπλασία ολοένα και καταλαμβάνει μεγαλύτερο χώρο στις αναγνώσεις μου, εκεί που παλιότερα ήταν εκ προοιμίου η διάκριση συγγραφέα και πρωτοπρόσωπου αφηγητή, τώρα συμβαίνει το ανάποδο, η ταύτιση, ωστόσο, ποια είναι η διαφορά, δεν διαβάζω για την αλήθεια αλλά για την αφήγηση, τι και αν συνέβη, τι και αν επινοήθηκε, δεν έχει και τόση σημασία.
«Το να αποσπάσω, λοιπόν, τη μητέρα μου από τον πατέρα μου ισοδυναμεί με το να τη βγάλω από εκείνο το σκοτάδι και να τη μετατρέψω ουσιαστικά σε μυθιστορηματικό πρόσωπο. Ίσως γι' αυτό να μην είχα γράψει ποτέ μέχρι σήμερα μυθιστόρημα. Έναν μηχανισμό δηλαδή που δίνει υπόσταση σε ένα σύμπαν στο οποίο δεν ήμουν άμεσος μάρτυρας, παρά μόνο εν μέρει».
Μια ανάληψη από τον ταμιευτήρα του παρελθόντος, κοντινού και μακρινού, οι γονείς πριν γίνουν και αφού έγιναν γονείς, ο πατέρας αφέντης, η μητέρα που ανεχόταν, τα παιδιά που προσπαθούσαν να βρουν και να καταλάβουν χώρο, ο αφηγητής που κάποια στιγμή αποφάσισε να μην επιστρέψει ξανά, να κλείσει την πόρτα πίσω του, να μην την ανοίξει. Μια σειρά από φωτογραφίες είναι τα κομμάτια του παζλ που σιγά-σιγά παίρνουν τη θέση τους στη συμπλήρωση της μεγάλης εικόνας. Διάλογοι δεν υπάρχουν, δράση ελάχιστη, ταμπλό βιβάν με voice over, ένα άλμπουμ με οικογενειακές φωτογραφίες, η κίνηση είναι μόνο η επιστροφή ή η αναχώρηση από το σπίτι, όχι το ενδιάμεσο, μόνο το σημείο άφιξης και αναχώρησης. Το παρελθόν είναι αυτό που πάντα είναι, παγωμένο, δεδομένο, ακίνητο. Αυτή η επιλογή λειτουργεί απόλυτα. Η απόσταση από εκείνο δίνεται με έναν τρόπο ξεχωριστό, που τονίζει και αναδεικνύει την απόφαση του αφηγητή, οριστική και αμετάκλητη, να μην επιστρέψει.
«[...] σε γενικές γραμμές, νομίζω πως ήταν μια από τις βαθύτερες παρεξηγήσεις μεταξύ των γονιών μου: εκείνος, που την εξουσίαζε, ήθελε από εκείνη να είναι ένα τίποτα ενώ εκείνος να είναι κάτι, κι εκείνη, από τη μεριά της, ήθελε να είναι ένα τίποτα, γιατί το τίποτα ήταν τουλάχιστον κάτι».
Ο πατέρας, βίαιος, εκβιαστής, αφέντης. Η μητέρα παραδομένη. Το παιδί, ανεξάρτητα από την ηλικία, πάντα θα είναι το παιδί, μέμφεται εκείνη, που δεν αντέδρασε, που δεν πάτησε πόδι, που δεν είπε αρκετά, που δεν προστάτεψε τα παιδιά. Τη μέμφεται έμμεσα ή άμεσα, το δηλώνει ή το αφήνει να αιωρείται. Το κτήνος είναι κτήνος. Υπάρχει ένα σημείο σκέψης που το νιώθω οικείο, μου κόστισε, το κατακτώ όλο και περισσότερο, πιστεύω. Έχει να κάνει με τη διάκριση της εξήγησης και της αποδοχής. Διάσπαρτα στη αφήγηση υπάρχουν στοιχεία που ως ένα βαθμό εξηγούν τη συμπεριφορά και των δύο, γιατί εκείνος έκανε όσα έκανε και γιατί εκείνη δεν έκανε όσα θα έπρεπε. Αυτό δε σημαίνει κάτι παραπάνω. Τα αίτια και οι συνθήκες εξηγούν, δεν συγχωρούν, δεν δικαιολογούν, δεν απαλλάσσουν, κυρίως αυτό, δεν απαλλάσσουν.
Ο αφηγητής δεν επιχειρεί να αναστήσει το παρελθόν, να καταφύγει σε μυριάδες τι θα συνέβαινε εάν, πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα. Υποψιάζομαι πως σε κάποιους αναγνώστες θα λείψει το εύρος των συμβάντων, περισσότερα περιστατικά βίας, περισσότερα ενοχοποιητικά στοιχεία, περισσότερη δράση που θα τόνιζε τη μη δράση της μητέρας, που θα τους επέτρεπε να ταυτιστούν στη μομφή του γιου απέναντί της. Η αφαιρετικότητα, το συμπύκνωμα, οι επιστροφές ξανά και ξανά στην περιδίνηση, τα λίγα λόγια που μοιράζεται για τον εαυτό του μαζί μας, η άρνηση να μπει σε μια λογική μου συμβαίνει αυτό γιατί μου συνέβη εκείνο. Η απλότητα διατηρεί ως τέλους ενεργή τη σχέση γονείς-παιδί. Αυτή η απλότητα, παιδικότητα την είχα χαρακτηρίσει τότε, μου έφερε στο νου το υπέροχο Η μητέρα μου γελάει. Το παιδί που γράφει για τους γονείς του χωρίς να προβάλλει διαρκώς την ενήλικη εκδοχή του.
Παράδειγμα. Το γεγονός πως ο αφηγητής σπούδασε στο πανεπιστήμιο, ήδη τον τοποθετεί ψηλότερα από εκείνους. Αυτό όμως δεν έχει να κάνει με το διακύβευμα, το τι συνέβαινε τότε παλιά. Για να φέρω ένα λογοτεχνικό παράδειγμα, θα αναφερθώ στο Ο κηπουρός και ο θάνατος του Γκοσποντίνοφ. Τεχνικά άρτιο, συναισθηματικά δυνατό, ένα καλό βιβλίο για τη συγκεκριμένη θεματική. Ωστόσο, η σύμβαση πατέρας-γιος σπάει, ο γιος έχει ξεπεράσει κατά πολύ τον πατέρα, τώρα εκείνος έχει τον ρόλο του φροντιστή, ο πατέρας είναι άβουλος. Δεν το κρίνω, προφανώς όχι, με όρους αληθοφάνειας ή ρεαλισμού, εννοείται πως συμβαίνει κατά κόρον, όμως η σύμβαση σπάει.
Διαρκώς θεωρούσα δεδομένο πως οι γονείς έχουν πεθάνει, διαρκώς η αφήγηση μου υπενθύμιζε πως όχι. Η ακινησία ήταν της ποιότητας του θανάτου, παρότι δυνητικά υπήρχε δυνατότητα επιστροφής, το κλείσιμο της πόρτας υπήρξε οριστικό. Θυμήθηκα τον Βουόνγκ που γράφει στα αγγλικά ένα γράμμα στη μητέρα του που ούτε στη μητρική της γλώσσα δεν ξέρει να διαβάζει, πόσο μάλλον σε μια ξένη γλώσσα, μια ακόμα μεμβράνη προστασίας για τον γιο. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει το στοιχείο της αυτομυθοπλασίας εδώ, αν οι γονείς ζουν, πώς θα ένιωσαν διαβάζοντας το βιβλίο αυτό. Ειδικά η μητέρα. Τον πατέρα τον φαντάζομαι να λέει: τέτοιο μαλακισμένο ήταν πάντα.
Η στατικότητα και η αφαιρετικότητα απορροφούν μεγάλο μέρος από τη βιασμένη επιβολή συναισθήματος, εκείνος εν πολλοίς στέκεται στη σκιά, στις αποστροφές μόνο αποκαλύπτεται φευγαλέα ποιος είναι ο αφηγητής, ποιος είναι πραγματικά, ποιος είναι ως άτομο, ως ταυτότητα, πώς ζει, πώς αισθάνεται. Ένας παρατηρητής που δεν επιθυμεί να φανερωθεί, δεν επιθυμεί να παρατηρηθεί.
Άσχετα αν πρόκειται για προϊόν ακριβής αυτομυθοπλασίας ή όχι, ο Μπαγιάνι τα καταφέρνει περίφημα σε μια αρένα που ο ανταγωνισμός είναι ιδιαιτέρως έντονος. Ακόμα ένας πρωτοπρόσωπος αφηγητής που θα μας πει την ιστορία των γονιών του, ακόμα ένα οικογενειακό δράμα, σίγουρα αυτή η σκέψη κάπου υπάρχει εκεί πίσω στο μυαλό τη στιγμή που ένα βιβλίο όπως αυτό αφήνει τις σελίδες του να ανοιχτούν στον αναγνώστη. Αυτό που ήθελε να πει, το περιεχόμενο δηλαδή, η ιστορία είναι που επιβεβαιώνει πως η κατασκευή, ο τρόπος δηλαδή, λειτούργησε άψογα. Και αυτό είναι κάτι που μπορεί να ιδωθεί με μια κάποια αντικειμενικότητα, το περιεχόμενο δύσκολα.
Μια ακόμα γυαλένια στο νήμα της λογοτεχνίας παιδί γονείς. Μια ακόμα γυαλένια στην καλή ιταλική λογοτεχνία που τα τελευταία χρόνια όλο εκπλήξεις είναι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου