Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιταλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιταλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

Η επέτειος - Andrea Banjani

Παιδί-γονείς, συνήθως νεκροί, εντός ή εκτός εισαγωγικών. Το ενδιαφέρον έχει δύο πλευρές, ωστόσο. Επιθυμία για το επόμενο, ενημέρωση μιας βιβλιογραφίας/Κορεσμός και επανάληψη, κίνδυνος. Οι προσδοκίες μου εξαντλούνται στο διακύβευμα. Κάπου στο βάθος, έχουν όλα ειπωθεί, πότε με ερωτηματικό, πότε με κάποια βεβαιότητα. Στην άκρη του νήματος, το Γράμμα στον πατέρα. Μικρότερες και μεγαλύτερες γυαλένιες, η μια δίπλα στην άλλη.

Η επέτειος τιμήθηκε με το σημαντικότερο ιταλικό βιβλίο λογοτεχνίας, το Strega. Μεταφράζεται σε διάφορες γλώσσες, στα ελληνικά από την έμπειρη και ανήσυχη Δήμητρα Δότση. Ένα βιβλίο που κινείται, διαβάζεται και σχολιάζεται.

Όταν ο αφηγητής χαιρέτισε τους γονείς του, η μητέρα του του ζήτησε να επιβεβαιώσει πως θα επιστρέψει, από την ενηλικίωση και μετά, άφησε το σπίτι στο μικρό χωριό για να σπουδάσει στο Τορίνο, από εκεί ερχόταν για κάποιες επισκέψεις, αυτή ήταν η τελευταία, ωστόσο, θα το συνειδητοποιούσε αργότερα, θα το επικύρωνε, δεν θα επέστρεφε ξανά. Πέρασαν από τότε δέκα χρόνια, να η επέτειος.

Μόνο αργότερα, μόνο ύστερα από την ερώτηση, πού το ξέρουμε, αμφισβητήθηκε μέσα μου το αυτοβιογραφικό της ιστορίας αυτής, μια υπόθεση από κεκτημένη ταχύτητα, η αυτομυθοπλασία ολοένα και καταλαμβάνει μεγαλύτερο χώρο στις αναγνώσεις μου, εκεί που παλιότερα ήταν εκ προοιμίου η διάκριση συγγραφέα και πρωτοπρόσωπου αφηγητή, τώρα συμβαίνει το ανάποδο, η ταύτιση, ωστόσο, ποια είναι η διαφορά, δεν διαβάζω για την αλήθεια αλλά για την αφήγηση, τι και αν συνέβη, τι και αν επινοήθηκε, δεν έχει και τόση σημασία.

«Το να αποσπάσω, λοιπόν, τη μητέρα μου από τον πατέρα μου ισοδυναμεί με το να τη βγάλω από εκείνο το σκοτάδι και να τη μετατρέψω ουσιαστικά σε μυθιστορηματικό πρόσωπο. Ίσως γι' αυτό να μην είχα γράψει ποτέ μέχρι σήμερα μυθιστόρημα. Έναν μηχανισμό δηλαδή που δίνει υπόσταση σε ένα σύμπαν στο οποίο δεν ήμουν άμεσος μάρτυρας, παρά μόνο εν μέρει».

Μια ανάληψη από τον ταμιευτήρα του παρελθόντος, κοντινού και μακρινού, οι γονείς πριν γίνουν και αφού έγιναν γονείς, ο πατέρας αφέντης, η μητέρα που ανεχόταν, τα παιδιά που προσπαθούσαν να βρουν και να καταλάβουν χώρο, ο αφηγητής που κάποια στιγμή αποφάσισε να μην επιστρέψει ξανά, να κλείσει την πόρτα πίσω του, να μην την ανοίξει. Μια σειρά από φωτογραφίες είναι τα κομμάτια του παζλ που σιγά-σιγά παίρνουν τη θέση τους στη συμπλήρωση της μεγάλης εικόνας. Διάλογοι δεν υπάρχουν, δράση ελάχιστη, ταμπλό βιβάν με voice over, ένα άλμπουμ με οικογενειακές φωτογραφίες, η κίνηση είναι μόνο η επιστροφή ή η αναχώρηση από το σπίτι, όχι το ενδιάμεσο, μόνο το σημείο άφιξης και αναχώρησης. Το παρελθόν είναι αυτό που πάντα είναι, παγωμένο, δεδομένο, ακίνητο. Αυτή η επιλογή λειτουργεί απόλυτα. Η απόσταση από εκείνο δίνεται με έναν τρόπο ξεχωριστό, που τονίζει και αναδεικνύει την απόφαση του αφηγητή, οριστική και αμετάκλητη, να μην επιστρέψει.

«[...] σε γενικές γραμμές, νομίζω πως ήταν μια από τις βαθύτερες παρεξηγήσεις μεταξύ των γονιών μου: εκείνος, που την εξουσίαζε, ήθελε από εκείνη να είναι ένα τίποτα ενώ εκείνος να είναι κάτι, κι εκείνη, από τη μεριά της, ήθελε να είναι ένα τίποτα, γιατί το τίποτα ήταν τουλάχιστον κάτι».  

Ο πατέρας, βίαιος, εκβιαστής, αφέντης. Η μητέρα παραδομένη. Το παιδί, ανεξάρτητα από την ηλικία, πάντα θα είναι το παιδί, μέμφεται εκείνη, που δεν αντέδρασε, που δεν πάτησε πόδι, που δεν είπε αρκετά, που δεν προστάτεψε τα παιδιά. Τη μέμφεται έμμεσα ή άμεσα, το δηλώνει ή το αφήνει να αιωρείται. Το κτήνος είναι κτήνος. Υπάρχει ένα σημείο σκέψης που το νιώθω οικείο, μου κόστισε, το κατακτώ όλο και περισσότερο, πιστεύω. Έχει να κάνει με τη διάκριση της εξήγησης και της αποδοχής. Διάσπαρτα στη αφήγηση υπάρχουν στοιχεία που ως ένα βαθμό εξηγούν τη συμπεριφορά και των δύο, γιατί εκείνος έκανε όσα έκανε και γιατί εκείνη δεν έκανε όσα θα έπρεπε. Αυτό δε σημαίνει κάτι παραπάνω. Τα αίτια και οι συνθήκες εξηγούν, δεν συγχωρούν, δεν δικαιολογούν, δεν απαλλάσσουν, κυρίως αυτό, δεν απαλλάσσουν. 

Ο αφηγητής δεν επιχειρεί να αναστήσει το παρελθόν, να καταφύγει σε μυριάδες τι θα συνέβαινε εάν, πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα. Υποψιάζομαι πως σε κάποιους αναγνώστες θα λείψει το εύρος των συμβάντων, περισσότερα περιστατικά βίας, περισσότερα ενοχοποιητικά στοιχεία, περισσότερη δράση που θα τόνιζε τη μη δράση της μητέρας, που θα τους επέτρεπε να ταυτιστούν στη μομφή του γιου απέναντί της. Η αφαιρετικότητα, το συμπύκνωμα, οι επιστροφές ξανά και ξανά στην περιδίνηση, τα λίγα λόγια που μοιράζεται για τον εαυτό του μαζί μας, η άρνηση να μπει σε μια λογική μου συμβαίνει αυτό γιατί μου συνέβη εκείνο. Η απλότητα διατηρεί ως τέλους ενεργή τη σχέση γονείς-παιδί. Αυτή η απλότητα, παιδικότητα την είχα χαρακτηρίσει τότε, μου έφερε στο νου το υπέροχο Η μητέρα μου γελάει. Το παιδί που γράφει για τους γονείς του χωρίς να προβάλλει διαρκώς την ενήλικη εκδοχή του.

Παράδειγμα. Το γεγονός πως ο αφηγητής σπούδασε στο πανεπιστήμιο, ήδη τον τοποθετεί ψηλότερα από εκείνους. Αυτό όμως δεν έχει να κάνει με το διακύβευμα, το τι συνέβαινε τότε παλιά. Για να φέρω ένα λογοτεχνικό παράδειγμα, θα αναφερθώ στο Ο κηπουρός και ο θάνατος του Γκοσποντίνοφ. Τεχνικά άρτιο, συναισθηματικά δυνατό, ένα καλό βιβλίο για τη συγκεκριμένη θεματική. Ωστόσο, η σύμβαση πατέρας-γιος σπάει, ο γιος έχει ξεπεράσει κατά πολύ τον πατέρα, τώρα εκείνος έχει τον ρόλο του φροντιστή, ο πατέρας είναι άβουλος. Δεν το κρίνω, προφανώς όχι, με όρους αληθοφάνειας ή ρεαλισμού, εννοείται πως συμβαίνει κατά κόρον, όμως η σύμβαση σπάει.

Διαρκώς θεωρούσα δεδομένο πως οι γονείς έχουν πεθάνει, διαρκώς η αφήγηση μου υπενθύμιζε πως όχι. Η ακινησία ήταν της ποιότητας του θανάτου, παρότι δυνητικά υπήρχε δυνατότητα επιστροφής, το κλείσιμο της πόρτας υπήρξε οριστικό. Θυμήθηκα τον Βουόνγκ που γράφει στα αγγλικά ένα γράμμα στη μητέρα του που ούτε στη μητρική της γλώσσα δεν ξέρει να διαβάζει, πόσο μάλλον σε μια ξένη γλώσσα, μια ακόμα μεμβράνη προστασίας για τον γιο. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει το στοιχείο της αυτομυθοπλασίας εδώ, αν οι γονείς ζουν, πώς θα ένιωσαν διαβάζοντας το βιβλίο αυτό. Ειδικά η μητέρα. Τον πατέρα τον φαντάζομαι να λέει: τέτοιο μαλακισμένο ήταν πάντα.

Η στατικότητα και η αφαιρετικότητα απορροφούν μεγάλο μέρος από τη βιασμένη επιβολή συναισθήματος, εκείνος εν πολλοίς στέκεται στη σκιά, στις αποστροφές μόνο αποκαλύπτεται φευγαλέα ποιος είναι ο αφηγητής, ποιος είναι πραγματικά, ποιος είναι ως άτομο, ως ταυτότητα, πώς ζει, πώς αισθάνεται. Ένας παρατηρητής που δεν επιθυμεί να φανερωθεί, δεν επιθυμεί να παρατηρηθεί.

Άσχετα αν πρόκειται για προϊόν ακριβής αυτομυθοπλασίας ή όχι, ο Μπαγιάνι τα καταφέρνει περίφημα σε μια αρένα που ο ανταγωνισμός είναι ιδιαιτέρως έντονος. Ακόμα ένας πρωτοπρόσωπος αφηγητής που θα μας πει την ιστορία των γονιών του, ακόμα ένα οικογενειακό δράμα, σίγουρα αυτή η σκέψη κάπου υπάρχει εκεί πίσω στο μυαλό τη στιγμή που ένα βιβλίο όπως αυτό αφήνει τις σελίδες του να ανοιχτούν στον αναγνώστη. Αυτό που ήθελε να πει, το περιεχόμενο δηλαδή, η ιστορία είναι που επιβεβαιώνει πως η κατασκευή, ο τρόπος δηλαδή, λειτούργησε άψογα. Και αυτό είναι κάτι που μπορεί να ιδωθεί με μια κάποια αντικειμενικότητα, το περιεχόμενο δύσκολα.

Μια ακόμα γυαλένια στο νήμα της λογοτεχνίας παιδί γονείς. Μια ακόμα γυαλένια στην καλή ιταλική λογοτεχνία που τα τελευταία χρόνια όλο εκπλήξεις είναι.

υγ. Για το Η μητέρα μου γελάει περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Για το Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι εδώ. Για το Ο κηπουρός και ο θάνατος εδώ. Τελευταία σχετικά διάβασα και το υπέροχο Ο μεγάλος Ρέι, περισσότερα εδώ. Λινκ για την ετικέτα Ιταλία θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Δήμητρα Δότση
Εκδόσεις Ίκαρος

Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

Τα διηγήματα - Daniele del Giudice

Θα το θυμάμαι αυτό, ποια υπόσχεση/πρόβλεψη πιο αποτυχημένη, λες και είναι στο χέρι σου. Ξανά και ξανά συμβαίνει, δεν μαθαίνεις, ξεχνάς, ξανά και ξανά. Σίγουρα το είχα πει, με αυτοπεποίθηση, πάντοτε με αυτοπεποίθηση, θα το θυμάμαι αυτό, πώς έφτασα μέχρι Το στάδιο του Ουίμπλεντον, και τώρα δεν θυμάμαι. Θυμάμαι, ωστόσο, πως ένιωσα έκπληξη όταν λίγους μήνες μετά που διάβασα εκείνο το παράξενα γοητευτικό και υποβλητικό βιβλίο οι εκδόσεις Κείμενα ανακοίνωσαν πως επρόκειτο να κυκλοφορήσουν μια ανθολογία διηγημάτων του Ιταλού Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε, ωραίες που είναι αυτές οι συμπτώσεις.

Δεκατρία διηγήματα, ποικίλου μεγέθους, άλλα από προηγούμενες συλλογές, άλλα ως τότε αδημοσίευτα και άλλα φιλοξενούμενα σε εφημερίδες ή περιοδικά, συνθέτουν αυτή την ανθολόγηση που κυκλοφόρησε το 2016 και στα ελληνικά μεταφράστηκε από τον Αλέξανδρο Λαβράνο. Παρότι τα διηγήματα δεν υπήρξαν εξ αρχής προορισμένα για να συνθέσουν μια συλλογή, κάτι που πάντοτε αναζητώ ως μια απαραίτητη συγκολλητική ουσία αιτιολόγησης, η ανθολόγηση πέτυχε εμφανώς κανένα από τα διηγήματα να μην μοιάζει παράταιρο, παρά την όποια αναγνωστική προτίμηση για το ένα ή το άλλο, αυτό δεν είναι θέμα της έκδοσης αλλά της ανάγνωσης.

Είναι, επίσης, επίφοβο όταν ένας συγγραφέας χαρακτηρίζεται απόγονος του, κάποιου σπουδαίου παλιότερου, όπως στην περίπτωση του Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε ο Ίταλο Καλβίνο, είναι επίφοβο, όπως το κάθε αντίγραφο για το κάθε πρωτότυπο, άτιμο πράγμα η διαχείριση της επιρροής, ανέφικτη η πανομοιότυπη συνέχιση του μονοπατιού, το κακέκτυπο ον παραφυλά. Η κληρονομιά, καταλαβαίνω, είναι σημαντική για την χαρτογράφηση, για τη διευκρίνιση, για την αναλογία, αλλά και για την υπερβολή που το μάρκετινγκ, ήπιο ή επιθετικό, μετέρχεται, μαζί με τα αποκόμματα κριτικών, να διαλαλήσει την πραμάτεια.

Παρθενογένεση, ωστόσο, δεν υπάρχει, το ποτάμι ρέει.

Τα τελευταία χρόνια, πια αρκετά, εντυπωσιάζομαι από τα δείγματα ιταλικής λογοτεχνίας που μεταφράζονται και κυκλοφορούν στα ελληνικά. Είναι μια λογοτεχνία που, πέρα από τους κλασικούς της, δεν είχα σε ιδιαίτερη εκτίμηση, δεν την ξεχώριζα. Αυτό, ωστόσο, έχει ανατραπεί πλήρως. Ίσως αυτή η πρόσφατη εκτίμηση να ήταν εκείνη που με οδήγησε ως Το στάδιο του Ουίμπλεντον, βιβλίο από καιρό εξαντλημένο. Αν και μάλλον, πέρα της γλωσσικής συγγένειας, η συμπερίληψη μιας γραφής όπως αυτή, σε ένα τόσο μεγάλο και διευρυμένο σύνολο, να είναι άτοπη.

Δεκατρία διηγήματα, λοιπόν, και παρότι εγώ μόνο ένα δείγμα έργου, και δη πρωτόλειου, είχα υπόψη μου, μπόρεσα να διακρίνω ένα ευδιάκριτο στίγμα γραφής. Το επίθετο εγκεφαλικό είναι το πρώτο που μου έρχεται αναζητώντας προσδιορισμούς, το ουσιαστικό κατασκευή ακολουθεί και λαμβάνει θέση δίπλα του. Στοιχεία που είχε και η γραφή του Καλβίνο, στοιχεία, ωστόσο, που δεν είχε μόνο η γραφή του Καλβίνο, που προλόγισε με ενθουσιασμό το πρωτόλειο έργο του Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε, διακρίνοντας μια λογοτεχνία του γούστου του, αλλά πολλοί ακόμα, τότε και τώρα. Αναπόφευκτα ο αναγνώστης, ακόμα και αν δεν είναι φιλόλογος με ειδίκευση στη συγκριτική της λογοτεχνίας, σε ένα ανοίκειο περιβάλλον, όπως η λογοτεχνία αυτή, γυρεύει τοπόσημα και λοιπά αναγνωριστικά στοιχεία, απαραίτητα για την περιήγησή του, μια οριοθέτηση του χάους ή, καλύτερα έτσι, ενός δυνατού μυαλού.

Εγκεφαλικές κατασκευές, λοιπόν, να ένας χαρακτηρισμός, που όσα λέει άλλα τόσο αποκρύπτει ή αποκλείει, μάλλον αποκλείει, όπως για παράδειγμα το συναίσθημα ή τον ρεαλισμό, το πρώτο διήγημα, Στο μουσείο της Ρενς, αποτελεί ένα χαρακτηριστικότατο παράδειγμα περί αυτού. Τα τοπόσημα της ανάγνωσής μου εκτείνονταν από τον Μπόρχες, τον Καλβίνο και τον Μπολάνιο, μέχρι τον Λαμπατούτ και τον Κεχαγιά. Το τόσο διευρυμένο πλαίσιο αναλογιών αποτυπώνει, ή δοκιμάζει να το κάνει, το συναίσθημα εντός των εγκεφαλικών αυτών κατασκευών, των διηγημάτων του Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε, μέχρι που κάποια στιγμή, αυτά αυτονομήθηκαν επαρκώς.

Η βιοποικιλότητα, το ανοίκειο, αυτό κυρίως, αμφισβητούν ευθέως τη δυναμική ενός τόσο στενού και συνάμα αφηρημένου προσδιορισμού όπως το εγκεφαλικές κατασκευές. Θα επιχειρήσω να διαπλατύνω, όπως μπορώ, τα δύο μέρη του. Εγκεφαλικές γιατί διαθέτουν μια καθαρότητα, παρά την πολυπλοκότητά τους, γιατί δοκιμάζουν τα όρια της αντίληψης, γιατί αποτυπώνουν το εύρος της σύλληψης και της εκτέλεσης, αλλά και την ακρίβειά τους, γιατί καθιστούν τόσο οικείο το ανοίκειο, γιατί φλερτάρουν με μια σειρά επιστημονικών κλάδων, τη φιλοσοφία, τη φυσική ή την τεχνολογία γενικότερα, ιδιαίτερα, για την τελευταία, αν συγκριθεί με τον χρόνο συγγραφής, τι και αν σχετικά πρόσφατος, με τα άλματα που σημειώνει η ανάπτυξη και η διάχυση της ψηφιακής συνθήκης, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί σχεδόν αρχαιολογικός, και άρα, εκ του αποτελέσματος, να μιλήσουμε για μια οξυδερκή και διορατική ικανότητα, γι' αυτό και η επιμονή με το εγκεφαλικό της γραφής.

Κατασκευές γιατί αποτελούν τέλειες υπάρξεις, με έναν ευδιάκριτο εσωτερικό μηχανισμό λειτουργίας, αποκομμένα στιγμιότυπα ενός παράλληλου και σύγχρονου κόσμου, γρανάζια ενός συγγραφικού σύμπαντος. Και αυτή η ύπαρξη ενός σύμπαντος, μιας διακριτής αρχής πρόσληψης και αποτύπωσης στη γραφή, είναι ο πλέον σύντομος δρόμος για να οδηγήσω και να εναποθέσω τον Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε μεταξύ των πραγματικά σπουδαίων, εκείνων που παρότι οδηγούν στα άκρα τη γραφή και αμφισβητούν την ικανότητα κατανόησης, το κάνουν με έναν τρόπο γοητευτικό, γιατί τι πιο γοητευτικό από το να στέκεις μονάχος απέναντι σε ένα τέτοιο καθαρό και δυνατό μυαλό, να επαναλαμβάνεις και να δοκιμάζεις νέους βηματισμούς περιήγησης. Η συγκεκριμένη συλλογή διηγημάτων αποδίδει το αίσθημα θέασης ενός σύμπαντος, με κύριους και δευτερεύοντες πλανήτες, με μακρινούς ήλιους, με δορυφόρους και αστερισμούς, επιτρέποντας την υπόθεση πως Τα διηγήματα είναι μια ιδανική αφετηρία γνωριμίας μαζί του.

Το συστατικό της συγχρονίας, εκείνο που περισσότερα από τα υπόλοιπα, αποδεικνύεται καθοριστικό είναι ο χρόνος, ο χρόνος που τελειώνει, ο χρόνος που δεν επαναλαμβάνεται, ο χρόνος που το πέρασμά του συμβαίνει πριν ιδωθεί, πριν αποτελέσει υλικό προς επεξεργασία, που κάθε τώρα είναι κιόλας πριν. Και είναι συστατικό συγχρονίας, και όχι διαχρονικότητας, γιατί πλέον ο χρόνος συστήνεται ακόμα λιγότερο γραμμικός, πολυδιασπασμένος. Η διαχείριση του χρόνου είναι εκείνη που δεν επιτρέπει τον πλήρη και χωρίς επιστροφή εξοστρακισμό της λογοτεχνίας του Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε στην επικράτεια του αναχωρητισμού.

Εκείνος που ξέρει πως θα χάσει την όρασή του και παλεύει να προλάβει να σταθεί απέναντι σε κάποιους πίνακες. Εκείνη που τον συνόδευσε. Εκείνος που πίστεψε πως υπήρξε αυτήκοος μάρτυρας αγοραπωλησίας χρόνου. Εκείνος που αφήνει μουσικές να εκπέμπουν τυχαία σε κάποια συχνότητα. Εκείνος που επιστρέφει σπίτι και περιμένει να βρει τη συνέχεια του διηγήματος ενός ψηφιακού ανώνυμου άβαταρ. Εκείνος που βρέθηκε στο μέτωπο μιας μάχης. Εκείνος που γράφει μια επιστολή ενώ πηγαίνει στον Νότιο Πόλο. Εκείνος που θα φωτογραφήσει ένα πτώμα μήνες μετά την ταφή του για τις ανάγκες ενός σόου. Εκείνος που επισημαίνει την τεχνική αρτιότητα του μοντέλου απέναντι στον ζωγράφο και δίνει ενδελεχείς οδηγίες επί αυτού. Εκείνος που αναζητά την αναβίωση των πρώτων πτήσεων. Εκείνος που γυρεύει το ιδανικό θύμα για μια τυχαία δολοφονία. Είναι κάποια από τα πρόσωπα.

Το ανοίκειο συναίσθημα συνοδεύεται και από μια ανησυχαστική αίσθηση, επίμονη και διαρκώς παρούσα, ένα κακό που δεν κατονομάζεται πάντα, ένα κακό που υπάρχει εκεί ως πρώτη ύλη, ακόμα και όταν ο προβολέας δεν το επισημαίνει. Επίσης, στη μηχανική του συγγραφέα έχει τεράστιο ενδιαφέρον το πώς πετυχαίνει ένα ακριβές και απαλλαγμένο από το περιττό αποτέλεσμα, τη στιγμή που καθιστά το πεδίο, τις συνθήκες και τα πρόσωπα σαφή, πώς, δηλαδή, καταφέρνει να συμπεριλάβει τα απαραίτητα για τη λειτουργία του κάθε διηγήματος, χωρίς να καταφεύγει μήτε στην πολυλογία μήτε στη στείρα και ύποπτη αφαιρετικότητα. Είναι δείγμα ευφυίας, ταλέντου επίσης και σκληρής δουλειάς, για έναν συγγραφέα να μην υποκύπτει ναρκισσιστικά στην γοητεία της ίδιας του της γραφής, να μην απομένει να τη θαυμάζει αλλά να επιμένει να την οδηγεί στα άκρα, να δοκιμάζει τα δικά του όρια.

Η περίπτωση του Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε είναι από εκείνες που ο αναγνωστικός συγκλονισμός και η ηδονή, ήδη από τις πρώτες σελίδες, οδηγούν στην ανάδυση του ερωτήματος: θα βρει άραγε το κοινό του; Ερώτημα που κρύβει την αγωνία: θα κυκλοφορήσει άραγε ακόμα κάποιο βιβλίο του στα ελληνικά;

υγ. Για Το στάδιο του Ουίμπλεντον περισσότερα θα βρείτε εδώ, για την επιρροή που η γραφή του Καλβίνο μπορεί να γεννήσει εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Αλέξανδρος Λαβράνος
Εκδόσεις Κείμενα 

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Τασμανία - Paolo Giordano

Τα τελευταία χρόνια η ιταλική λογοτεχνία, εκείνη τουλάχιστον που φτάνει στα χέρια μας μεταφρασμένη στα ελληνικά, γνωρίζει σπουδαία άνθιση, κερδίζοντας ολοένα και μεγαλύτερο αναγνωστικό κοινό. Η γεωγραφική εγγύτητα, η συγγενής κουλτούρα, η αλλεπάλληλη διαδοχή περιόδων ανάπτυξης και ύφεσης, η βαριά σκιά του παρελθόντος, μια νέα γενιά, γύρω στα σαράντα σήμερα, πιο εξωστρεφής, όλα αυτά, μεταξύ άλλων, συνθέτουν ένα κοινό εμβαδό λογοτεχνικής συνδιαλλαγής.

Στο βιβλίο του Τζορντάνο αρχικά με τράβηξε η εξωτικότητα του τίτλου, Τασμανία, ακαριαία φαντάστηκα έναν προορισμό διακοπών γεμάτων από ανοίκεια περιπέτεια, το οπισθόφυλλο ήρθε ωστόσο να θέσει τα όρια της απομάγευσης, επισημαίνοντας πως η Τασμανία θα ήταν, σε περίπτωση συντέλειας, ένας προορισμός καταφυγής από τον όλεθρο, γιατί, ας μη γελιόμαστε, η σκέψη της συντέλειας, του ολέθρου, του τέλους του κόσμου, κερδίζει ολοένα έδαφος, η αναζήτηση ενός καταφυγίου, επίσης, ποτέ άλλοτε η ανθρωπότητα δεν συζητούσε ως ενδεχόμενο τον αφανισμό της για τον έναν ή τον άλλο λόγο.

Ο Τζορντάνο, πρωτοπρόσωπος αφηγητής, λίγο μετά τα σαράντα, συνεργάζεται με μια εφημερίδα, στέλνοντας διάφορα κείμενα υπό το πρίσμα των σπουδών του στη φυσική, τη στιγμή που τα τελευταία χρόνια δουλεύει πάνω στην ιδέα της συγγραφής ενός βιβλίου για την ατομική βόμβα και τους επιζώντες στη Χιροσίμα, γυρεύοντας τι το νέο μια τέτοια αφήγηση έχει να φέρει, όχι με ιδιαίτερη επιτυχία είναι η αλήθεια. Η αφήγηση ξεκινά όταν επισκέπτεται το Παρίσι λίγες μόνο μέρες μετά την τρομοκρατική επίθεση στο Μπατακλάν, τον Νοέμβριο του 2015.

Το Τασμανία ανήκει στο αυτομυθοπλαστικό κόρπους, που τόσο συχνά συναντάμε στις μέρες μας. Και σε κάθε μόδα, έτσι και στην περίπτωση της αυτομυθοπλασίας, λίγα είναι τα βιβλία που ξεχωρίζουν. Η πρόζα και η αφηγηματική άνεση του Τζορντάνο είναι δύο τεχνικά χαρακτηριστικά που όντως καθιστούν το βιβλίο λογοτεχνικά άρτιο, αυτό ωστόσο από μόνο του δεν είναι αρκετό, υπάρχουν πολλά άρτια βιβλία άλλωστε, που περιορίζονται σε αυτό. Το σημαντικότερο ίσως διακύβευμα στην αυτομυθοπλασία είναι ο τρόπος χρήσης του εαυτού. Και σε αυτό ο Τζορντάνο ανταποκρίνεται παραπάνω από ικανοποιητικά. Ο Τζορντάνο, ως αφηγηματικό υποκείμενο, δεν συμπεριφέρεται σαν ο κόσμος να γυρίζει γύρω από αυτόν, όπως θα συνέβαινε σε ένα κακό δείγμα λογοτεχνίας, όχι απαραίτητα αποκλειστικά και μόνο του υποείδους της αυτομυθοπλασίας· η περιβόητη ιδιωτεία στην τέχνη.

Ο αφηγητής θα μπορούσε να είναι ένας ουελμπεκικός μη-ήρωας, τα στοιχεία ταυτότητας, λευκός, δυτικός, λίγο μετά τα σαράντα, επαγγελματικά επιτυχημένος αλλά ανικανοποίητος, με ένα κάποιο προνόμιο αλλά αδυναμία πλήρους χρήσης του, ενώ και ο χαρακτήρας του, αρκετά σκεπτικιστής και καχύποπτος απέναντι στην όποια άκριτη αισιοδοξία, σε διαρκή διαμάχη και χαμένος γύρω από το νόημα της ζωής και την ευτυχία ως πιθανότητα. Ίσως, αυτό που τον διαχωρίζει να είναι ως ένα βαθμό ο φόβος ή για να το θέσω με μεγαλύτερη ακρίβεια η ανάγκη του να εναποθέσει κάπου τις ελπίδες του, έστω σε κάποιον ειδικό που θα μοιραστεί μαζί του το κατάλληλο μέρος καταφυγής μετά τη συντέλεια, ένα ένστικτο επιβίωσης το οποίο ο Ουελμπέκ μοιάζει να αρνείται στους χαρακτήρες του.

Το πλέον αυθεντικό, κατά τη γνώμη μου, στοιχείο της αφήγησης είναι η αμηχανία απέναντι σε ένα ισχυρό ενδεχόμενο συντέλειας, αυτή η διαρκής εναλλαγή ανάμεσα στο κράτημα και το άφημα, ανάμεσα στο πάγωμα και την κατάστρωση σχεδίων για το μέλλον, αυτή η αμηχανία μοιάζει να είναι το συνεκτικό υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο το βιβλίο αυτό, η αλήθεια του, αν προτιμάτε, το κοινό εμβαδόν με τον αναγνώστη, πέρα από τα πιο συγκεκριμένα και διακριτά χαρακτηριστικά. Και αυτή η αμηχανία, έχοντας αναφερθεί παραπάνω στο διακύβευμα της μη ιδιωτείας, είναι που καθιστά τη λογοτεχνία του Τζορντάνο παιδί της εποχής της, σύγχρονη και επίκαιρη, χωρίς να προτείνει ή να υπόσχεται λύσεις, αλλά χτίζοντας πάνω σ' ένα λεπτό, ελάχιστο στρώμα πάγου που ανά πάσα στιγμή μπορεί να υποχωρήσει.

(το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ! 

Μετάφραση Σταύρος Παπασταύρου
Εκδόσεις Πατάκη

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Το στάδιο του Ουίμπλεντον - Daniele del Giudice

Βρισκόμαστε στο 1983, δύο χρόνια πριν τον θάνατό του, ο Ίταλο Καλβίνο διαβάζει ένα πρωτόλειο έργο με έναν παράξενο τίτλο, Το στάδιο του Ουίμπλεντον, ενός νεαρού συγγραφέα με το όνομα Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε, με θέμα, όχι το τένις, αν εκεί πήγε το μυαλό σας, αλλά την αναζήτηση ενός νεκρού από χρόνια, κάπου ανάμεσα στη Βενετία και το Λονδίνο, ενός νεκρού συγγραφέα που δεν έγραψε ούτε μια γραμμή στη ζωή του και αυτό το γιατί προσπαθεί να καταλάβει το αφηγηματικό υποκείμενο, αφιερώνει γραμμές επί γραμμών σ' ένα βιβλίο, που θα κυκλοφορήσει με πρόλογο του Καλβίνο, για έναν συγγραφέα που δεν έγραψε ούτε μια γραμμή.

Ένα αφηγηματικό παιχνίδι, μια μεταμοντέρνα κατασκευή, η συγγραφή στον πυρήνα, διαρκώς παρούσα, πολύ του γούστου του Καλβίνο, παιχνίδια και πειράματα γραφής έκανε κατά κόρον και ο ίδιος, η λογοτεχνία πάντοτε στο επίκεντρο, σ' έναν βωμό τοποθετημένη, δεν υπήρξε ένας βέβηλος, αλλά ένας φανατικός πιστός, που εκεί, στη λογοτεχνία, βρήκε μια επικράτεια σωτηρίας σε έναν κόσμο χωρίς αφήγηση βαρετό και μονότονο, όπως τα παιδιά, πριν υποστούν την απομαγευτική ενηλικίωση, βρίσκουν μια διέξοδο στο παιχνίδι, να πετάνε και να υποδέχονται τη μπάλα, να παρακολουθούν τον αγώνα και να συζητούν, να παθιάζονται· κάπως έτσι συμβαίνει και με τη λογοτεχνία.

Κάπου αλλού, λίγο δυτικά και βόρεια, ένας άλλος σπουδαίος βρισκόταν εν ζωή και δεν θα πέθαινε παρά πριν περάσουν είκοσι ακόμα χρόνια, ο Μορίς Μπλανσό, παρότι δεν έζησε ποτέ στο φως, αλλά στο σκοτάδι, της γραφής και του συλλογισμού της, ίσως εκείνος που περισσότερο απ' όλους τους συγγραφείς κυνήγησε να ζήσει και εν τέλει έζησε με τον τρόπο που η θεωρία της λογοτεχνίας επέτασσε, θεωρία στην οποία συνέβαλε και εκείνος, να αναζητήσετε τον Χώρο της λογοτεχνίας, ένας απομονωμένος παρατηρητής, παίρνω όλο το θάρρος να πω πως αυτό το βιβλίο, Το στάδιο του Ουίμπλεντον, πολύ του γούστου του θα ήτανε, η ιδιότυπη αυτή απόπειρα σύνθεσης μιας απούσας εργογραφίας ενός συγγραφέα νεκρού από χρόνια, ίσως, συνεχίζω να παίρνω όλο το θάρρος, πως, όπως στο έργο του ποτέ δεν ήταν ξεκάθαρο ποιο πρόσωπο είναι ποιο, όχι αν είναι ο Γιάννης ή ο Γιώργος, αλλά αν είναι το υποκείμενο της παρατήρησης, ο παρατηρητής αφηγητής, ο παρατηρούμενος αφηγητής, το αντικείμενο της παρατήρησης, ή αν όλα αυτά είναι ένα κοινό πρόσωπο σε ένα δωμάτιο γεμάτο με καθρέφτες, είδωλα και παιχνίδια του φωτός και της αντανάκλασής του, έτσι και εδώ, ο αναγνώστης, εγώ είμαι αυτός, από κάποιο σημείο και ύστερα θα σκεφτεί, μήπως αυτό το βιβλίο δεν έχει γραφτεί ακόμα, μήπως πρόκειται ένας νεαρός συγγραφέας να το γράψει δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατο του Τζούντιτσε, ενός συγγραφέα που δεν έγραψε ούτε μια γραμμή, παρότι τριγυρνούσε ακατάπαυστα στη χώρα εκείνη της γραφής και της ανάγνωσης, τριγυρνούσε και αναρωτιόταν αν υπάρχει χώρος και για εκείνον πέρα από το να θεωρητικολογεί και να κρίνει, να διαβάζει και να βυθίζεται ολοένα και βαθύτερα στο σώμα της λογοτεχνίας, να αναρωτιέται αν υπάρχει κάτι ακόμα να ειπωθεί ή αν όλες οι ιστορίες, ακόμα και εκείνες για συγγραφείς που δεν έγραψαν ούτε μια γραμμή, έχουν ειπωθεί.

Είναι αναφανδόν γελοιότητα η συχνή δήλωση κατά δήλωση συγγραφέων πως δεν διαβάζουν για να μην επηρεαστούν, απόδειξη ίσως της θείας απουσίας, αφού κανείς κεραυνός δεν σχίζει τη στιγμή εκείνη τον ουρανό, παράλληλα όμως είναι και μια μεγάλη αλήθεια με τον τρόπο της, γιατί, αν διάβαζαν ίσως και να μην έγραφαν έχοντας αποκτήσει μια ελάχιστη ιδέα της λογοτεχνικής ποιότητας και ποσότητας που κυκλοφορεί εκεί έξω, κάπως θα αντιλαμβάνονταν το μέγεθός τους, το μη μέγεθος, αν θέλω να είμαι ακριβής, και είναι ταυτόχρονα αληθές, διόλου παράδοξα, πως οι συγγραφείς εκείνοι που εν τέλει έγραψαν και γράφουν και πρόσθεσαν και προσθέτουν ένα λιθαράκι ή μία πλίνθο ολόκληρη στο οικοδόμημα είχαν διαβάσει πολύ και δεν σταμάτησαν να διαβάζουν πολύ, και αυτό δεν είναι παράδοξο γιατί λειτουργεί με τον τρόπο της πρώτης κατηγορίας, η λογοτεχνία, η πρόσληψη και ο μεταβολισμός της, τους υπέδειξε τη ρωγμή, τον ελάχιστο πια χώρο που όμως, όπως μια χαραμάδα ελάχιστη μπορεί να αποτελεί την είσοδο σε μια, πέρα από κάθε φαντασία, ευρύχωρη σπηλιά. 

Αν κάποιος με ρωτούσε, ποιο είναι το αγαπημένο μου λογοτεχνικό είδος, θα απαντούσα, αν και δεν θα ήμουν σίγουρος πως μπορεί να οριστεί ως είδος, πως είναι εκείνο που έχει στο επίκεντρό του τη λογοτεχνία, τη συγγραφή και την ανάγνωση, επειδή εκεί, εκτός από τα νήματα διακειμενικότητας τα οποία αχόρταγα σκύβω, κόβω και μαζεύω στο σακούλι μου, είναι και τα ερωτήματα, αλλά κυρίως οι απαντήσεις στα γιατί της γραφής και της ανάγνωσης, ερωτήματα και απαντήσεις που πολυποίκιλες καθώς είναι επιμένουν να θρυμματίζουν το είδωλο ενός μονοσήμαντων εξηγήσεων και ερμηνειών κόσμου, και αυτό το βιβλίο, που τυχαία εντόπισα και πολύ απόλαυσα, ανήκει στη λογοτεχνία που περισσότερο αγαπώ. Αποκολλώ και επικολλώ ένα σχετικό απόσπασμα:

«Κι ύστερα –ξανάρχισε– το να διαβάζεις επαγγελματικά για τους εκδότες, όπως εκείνος... Βλέπετε, στο μέτρο των δικών μου ασήμαντων δυνατοτήτων, από τότε που έγινα κάπως γνωστός εδώ, λαμβάνω πολλά βιβλία που άλλοτε δεν ελάμβανα. Όλα αυτά με αποθαρρύνουν απ' τη συγγραφή. Εγώ πλέον δεν γράφω τίποτα, το μόνο που κάνω είναι απλώς να διαχειρίζομαι τα λίγα που έχω γράψει κι αυτό ακόμα με δυσκολία. Όμως τα κοιτάζω, και κάποια είναι και καλά, αλλά, κυρίως, είναι τόσο πολλά και σκέφτομαι: γιατί να προσθέσω κι εγώ ακόμα ένα; Ίσως να συνέβη το ίδιο και με κείνον, εν μέρει τουλάχιστον...».

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ! 

Μετάφραση Ιωάννα Παππά
Εκδόσεις Τραυλός 

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2025

Η τελειότητα - Vincenzo Latronico

Οι καλαίσθητες εκδόσεις Loggia, προϊόν καταστατικής δήλωσης, εκδίδουν βιβλία συγγραφέων πρωτοεμφανιζόμενων στα ελληνικά, όπως είναι, στην προκειμένη περίπτωση, ο Βιντσέντζο Λατρόνικο, γεννημένος στη Ρώμη το 1984. Η τελειότητα, υποψήφια για το Διεθνές Βραβείο Booker 2025, κυκλοφόρησε πρόσφατα σε μετάφραση της Δήμητρας Δότση.

Είναι η ιστορία του Τομ και της Άννα. Ζευγάρι από νωρίς, χωρίς ιδιαίτερη πρότερη σεξουαλική εμπειρία, ελεύθεροι επαγγελματίες, που η ενασχόλησή τους με τον ψηφιακό κόσμο ξεκίνησε ως χόμπι, χάρες σε φίλους και γνωστούς, για να μετατραπεί σύντομα σε προσοδοφόρο επάγγελμα, που τους επιτρέπει την ευελιξία να δουλεύουν απομακρυσμένα, ορίζοντας οι ίδιοι τους χρόνους, χωρίς την υποχρέωση να χτυπούν κάρτα, αφεντικά του εαυτού τους καθώς είναι. Αφήνουν πίσω τους το προδιαγεγραμμένο μονοπάτι ζωής στον τόπο τους, σπουδές, σταθερή δουλειά, οικογένεια, ακολουθούν το ρεύμα της μετανάστευσης, αν και κανείς, ούτε οι ίδιοι, δεν τους αποκαλεί έτσι, είναι εκπατρισμένοι, φτάνουν σ' ένα Βερολίνο υπό εξευγενιστικό μετασχηματισμό, στήνουν τη ζωή τους εκεί, μέρος μιας διαρκώς αύξουσας κοινότητας ανθρώπων με επαγγέλματα δύσκολο να οριστούν επακριβώς, μιλούν μεταξύ τους κακά αγγλικά, απολαμβάνουν τη μη στασιμότητα των πραγμάτων, ενημερώνουν διαρκώς τα ψηφιακά τους προφίλ με φωτογραφίες ευζωίας, διαπραγματεύονται και προσαρμόζουν στα μέτρα τους τις όποιες αντιφάσεις, καθησυχάζουν τις ενοχές τους, είναι άνθρωποι της εποχής τους, μοιάζουν ζηλευτοί.

Ο Λατρόνικο, που έζησε για χρόνια στο Βερολίνο πριν εγκατασταθεί στο Μιλάνο, δίνει τον λόγο σ' έναν παντογνώστη και συναισθηματικά αποστασιοποιημένο παρατηρητή που καταγράφει λεπτομερώς και αφηγείται με τρόπο στακάτο τη ζωή του ζευγαριού, συνθέτοντας μια ιδιότυπη λίστα, μένοντας στην επιφάνεια των πραγμάτων, σκιαγραφώντας και αποτυπώνοντας ιδανικά το φαίνεσθαι της σύγχρονης εποχής και τη χαρακτηριστική της ρευστότητα, πετυχαίνοντας να δώσει με λεπτομέρεια το ορατό τμήμα ενός παγόβουνου του οποίου ο αναγνώστης, διαισθητικά ή από ιδία εμπειρία, αντιλαμβάνεται το τεράστιο βάθος του. Στο ευχαριστήριο σημείωμα στο τέλος του βιβλίου, ο Λατρόνικο αποδίδει τον οφειλόμενο φόρο τιμής στα Πράγματα του σπουδαίου Ζορζ Περέκ. Το παιγνιώδες ύφος και η εμμονή με τη διαρκή σύνταξη λιστών αποτελούν ένα προφανές νήμα συγγένειας· εκείνο, ωστόσο, που καθιστά γόνιμη την επιρροή και όχι ένα απλό κακέκτυπο αντιγραφής ύφους είναι η παγωμένη, κάτω από την ορατή επιφάνεια, μάζα, το αδιαλείπτως παρόν αντιστικτικό συναίσθημα, ανάμεσα στο προφανές φαίνεσθαι και το απροσδιόριστο και εν πολλοίς άγνωστο, είναι. Διαβάζοντας το βιβλίο του Λατρόνικο είχα διαρκώς κατά νου τον Εντουάρ Λεβέ, κυρίως την Αυτοπροσωπογραφία, αλλά και την Αυτοχειρία.

Η λογοτεχνία που αποπειράται να αποτυπώσει τη συγχρονία, ή κάποια εκδοχή της, αναπόφευκτα λειτουργεί και ως καθρέφτης, έτσι όπως ο αναγνώστης, λιγότερο ή περισσότερο, διακρίνει δικά του πράγματα, συναισθήματα, σκέψεις, (αν)ασφάλειες και (α)βεβαιότητες ανάμεσα στα όσα αυτή φέρει. Από τον «διάλογο» προκύπτει η όποια πιστότητα με τον κόσμο τριγύρω που εκτείνεται σε δύο άκρα πρόσληψης: από τη μια, την αφοριστική κατακεραύνωση του σημερινού τρόπου ζωής και των νέων γενικά, από την άλλη, την όποιου μεγέθους επιφάνεια ταύτισης· δύο άκρα που συναντώνται και συνυπάρχουν στο διαχρονικά ακατανόητο διακύβευμα περί νοήματος και σκοπού, στην απόπειρα κατανόησης σμίγουν  με τον Τομ και την Άννα.

Ο Λατρόνικο πετυχαίνει να μετατρέψει την οξυδερκή παρατήρηση αλλά και το προσωπικό βίωμα σε λογοτεχνία αξιώσεων. Το στυλ και το ύφος διατρέχουν χωρίς μεταπτώσεις το βιβλίο από άκρη σε άκρη, προσδίδοντας την απαραίτητη συνοχή. Εκείνο, ωστόσο, το χαρακτηριστικό που πραγματικά με εντυπωσίασε είναι η ικανότητα του συγγραφέα να χτίσει πάνω σε μια αρχικά και φαινομενικά ελάχιστη επιφάνεια, μια ποικιλοτρόπως χιλιοειπωμένη ιστορία ενός ζευγαριού, μια αφήγηση πυκνή και φορτισμένη, φρέσκια και σε καμία περίπτωση απλοϊκή, που πετυχαίνει με τρόπο μη βεβιασμένο να ανασύρει το συλλογικό μέσα από το ατομικό, να ξεφύγει από τα στενά όρια της ιδιωτείας και να ανοιχτεί, χωρίς να στρατευτεί, στην επικράτεια του τρόπου με τον οποίο εν γένει ζούμε. Υπάρχει μια χαρακτηριστική φράση που, παρότι αποκομμένη από το κυρίως σώμα της αφήγησης, νιώθω πως αποτυπώνει τα παραπάνω: «Τον εξευγενισμό τον αντιλαμβάνονταν μόνο ως κάτι που έπρατταν οι άλλοι».

Η τελειότητα διαθέτει φρεσκάδα χωρίς να εξαντλείται σε αυτή, είναι παιδί της εποχής της χωρίς να είναι μια απομονωμένη νησίδα στον ποταμό της λογοτεχνίας, ένα ανάγνωσμα που δύσκολα θα αφήσει κάποιον αδιάφορο.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Να αναζητήσετε, αν δεν το έχετε κιόλας κάνει, τα βιβλία του Λεβέ, περισσότερα για την Αυτοχειρία θα βρείτε εδώ και για την Αυτοπροσωπογραφία εδώ. Για τον Περέκ τα έχουμε πει πολλάκις, κείμενα για τα έργα του θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Δήμητρα Δότση
Εκδόσεις Loggia

Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025

Χωριστά δωμάτια - Pier Vittorio Tondelli

Η ιταλική λογοτεχνία, τα τελευταία λίγα χρόνια, έχει επανέλθει δυναμικά στο πρόγραμμα των εγχώριων εκδοτικών οίκων. Σύγχρονη, κάπως παλιότερη, αλλά και κλασική σοδειά, και αυτό είναι μια υπενθύμιση ή ανακούφιση πως, κάτω από φαινομενικά και εξ αποστάσεως στάσιμα ύδατα, στη γείτονα χώρα υπάρχουν μερικά σημαντικά, το καθένα από το μετερίζι του, βιβλία και ενδιαφέροντες συγγραφείς. Καθόλου αναπάντεχα η Ιταλία υπήρξε τιμώμενη χώρα στην πρόσφατη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη. Από τις εκδόσεις Πόλις, σε καλή μετάφραση της Δέσποινας Γιαννοπούλου, κυκλοφόρησε πρόσφατα το μυθιστόρημα του Πιερ Βιτόριο Τοντέλι, Χωριστά δωμάτια, που πρωτοεκδόθηκε το 1989.

Είναι η ιστορία του Λέο και του Τόμας, που υπήρξαν ζευγάρι, με τα πάνω και τα κάτω τους, τις αγάπες και τους τσακωμούς τους, την απόσταση και τη διακεκομμένη παρουσία του ενός στη ζωή του άλλου, συνθήκη παράδοξα συγκολλητική, τα χωριστά δωμάτια. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση ξεκινάει όταν ο Τόμας είναι πια νεκρός, τότε ο Λέο, τριάντα δύο ετών, πετυχημένος συγγραφέας, χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Θυμάστε τα καρτούν, που όταν η γη υποχωρούσε, ο ήρωας έτρεχε για να μη μείνει και βυθιστεί στο κενό; Ο Λέο θα ξεκινήσει για ένα ταξίδι, καθόλου σχεδιασμένο, με μυαλό και καρδιά μουδιασμένα, η Ευρώπη που αλλάζει, το σπίτι που μεγάλωσε φαινομενικά αναλλοίωτο, οι απέραντες εκτάσεις της Βόρειας Αμερικής, εικόνες στο βάθος και μπροστά τους ο Λέο να κινείται παρότι παγωμένος, η βύθιση στο παρελθόν αναπόφευκτη, το πριν της σχέσης του με τον νεαρό υποσχόμενο πιανίστα, τα παιδικά του χρόνια, οι αναζητήσεις, οι απαντήσεις που γύρεψε στη θρησκεία και στις τελετές, τα πρώτα φλερτ, η ενηλικίωση, αλλά και το κοντινό παρόν, η σχέση με τον Τόμας, οι πρώτες ματιές, τα κλειστά δωμάτια, τα όμορφα πρωινά, τα ταραγμένα βράδια· ο χρόνος σταμάτησε στην είδηση του θανάτου του, ή ίσως, λίγο αργότερα, στην κηδεία.

Προκύπτει, ίσως εύλογα, το ερώτημα: και τι το ιδιαίτερο έχει αυτή η ιστορία μιας αγάπης χαμένης πια, η λογοτεχνία είναι γεμάτη από δαύτες. Ναι, είναι, και θα συνεχίσει να είναι. Αυτό ας το θεωρήσουμε δεδομένο. Οδηγούμαστε, έτσι, αναπόφευκτα στον τρόπο που η ιστορία δοκιμάζει να γίνει λογοτεχνία, να μην καταλήξει ένα αχρείαστο εγχειρίδιο απώλειας. Η ανάγνωση του βιβλίου του Τοντέλι  απαντά με τρόπο ξεκάθαρο. Ξεκινώντας από το υποκείμενο αφήγησης και τη φωνή του, δεν καταφέρνει να σταθεί σε συναισθηματική απόσταση, παρά την όποια απόπειρα που η παντογνωσία και ο ρόλος του επιβάλλει, λυγίζει υπό το βάρος της απώλειας, εκείνου που μένει πίσω να θρηνήσει, να δοκιμάσει να ξεφύγει από τις δαγκάνες, να γυρέψει το αντίδοτο, τη γιατρειά στον χρόνο, που θα θέσει πάλι σε λειτουργία το χέρσο χωράφι του συναισθήματος, που θα ξυπνήσει το σώμα. Και ο Τοντέλι το κάνει αυτό χωρίς να βυθίζεται στα αβαθή νερά του μελοδράματος, χωρίς στιγμή απευθυνόμενος στον αναγνώστη να πει: κοίτα τον καημένο· δοκιμάζοντας να εκβιάσει.

Όπως και του μελοδράματος, έτσι και του υπέρμετρα λυρικού, ο συγγραφέας διαφεύγει τεχνηέντως, χωρίς ωστόσο να περνά στην επικράτεια του άψυχου εγκεφαλικού, οι δόσεις πρέπει να είναι, και είναι, ακριβείς. Η πρόζα τού Τοντέλι είναι ζηλευτή και η μετάφραση της Γιαννοπούλου την αναδεικνύει κατά τη μεταφορά. Σ' αυτή καταφέρνει να μπολιάσει και το πλαίσιο εντός του οποίου τριγυρνά ο Λέο στα χαμένα, να ανοίξει έτσι το κάδρο, να μην περιοριστεί σε ένα ασφυκτικά κοντινό μονοπλάνο του, ο κόσμος, όπως και αν εκείνος νιώθει, είναι γρανάζι που συνεχίζει με θόρυβο να γυρνά αδιαφορώντας για τις όποιες στάσιμες μονάδες του. Έτσι, το αβάσταχτα ατομικό δράμα παίρνει τις διαστάσεις που του αναλογούν στην τεράστια εικόνα, και αυτό, παράσημο στο συγγραφικό πέτο, δεν το συνθλίβει αλλά αντίθετα αναδεικνύει τη μοναχικότητά του. Το πένθος είναι μια διεργασία αμιγώς προσωπική.

Τα Χωριστά δωμάτια διαθέτουν μια ιδιότητα που η καλή λογοτεχνία συνηθίζει να φέρει, να είναι ανοιχτή σε αρκετές γωνίες ανάγνωσης. Κάθε αναγνώστης, της τότε ή της τωρινής εποχής, κάτι διαφορετικό θα εντοπίσει ως άξονα περιστροφής, με κοινό ωστόσο παρονομαστή την απόλαυση που ένα καλό βιβλίο απλόχερα προσφέρει. Το μυθιστόρημα του Τοντέλι μου έφερε στον νου Το δωμάτιο του Τζοβάνι του τεράστιου Τζέιμς Μπόλντουιν.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Πέρυσι, πάλι σε μετάφραση της Δέσποινας Γιαννοπούλου, κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα Napoli mon amour του Αλέσιο Φορτζόνε, που μάλλον δεν πήρε όσα άξιζε αναγνωστικά, περισσότερα θα βρείτε εδώ. Για Το δωμάτιο του Τζοβάνι, μέχρι να επανακυκλοφορήσει, μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Δέσποινα Γιαννοπούλου
Εκδόσεις Πόλις

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2025

Ήρεμο χάος - Sandro Veronesi

Ήθελα να διαβάσω το βιβλίο αυτό από όταν αντίκρισα τον τίτλο του, δεν διάβασα ποτέ το οπισθόφυλλο, ό,τι χρειαζόμουν να ξέρω το ήξερα, πέρασαν δεκαπέντε χρόνια, το βιβλίο εξαντλήθηκε, το βρήκα και το αγόρασα μεταχειρισμένο, σε τιμή τίμια. Κάθε φορά που διάβαζα κάποιο ιταλικό βιβλίο το θυμόμουν και το επανατοποθετούσα στη στοίβα με τα προς ανάγνωση, κάτι άλλο προέκυπτε κάθε φορά, ξέρετε πώς πάει με τα σχέδια και τα πλάνα στην ανάγνωση, τέλος πάντων, ας μην μακρηγορώ, η ώρα έφτασε.

Την ώρα που ο Πιέτρο, πρωτοπρόσωπος αφηγητής της ιστορίας αυτής, παλεύει με τον αδερφό του να σώσουν δύο γυναίκες από πνιγμό στη θάλασσα, η σύντροφός του, Λάρα, μητέρα της κόρης του, που επρόκειτο να παντρευτούν σε λίγες μέρες, πεθαίνει. Πένθος. Μια συνθήκη για την οποία πολλά μοιάζει να ξέρουμε, μια γνώριμη συνταγή κοινωνικά επιβεβλημένη, για την οποία τίποτα δεν ξέρουμε μέχρι το χτύπημα στην πόρτα να ακουστεί. Και πάλι, όχι. Δεν υπάρχει ένα μόνο μονοπάτι.

Ο Πιέτρο, γύρω στα σαράντα, στην κορυφή των πραγμάτων, πατέρας μιας θαυμάσιας κόρης, σύντροφος μια υπέροχης γυναίκας, αδερφός ενός επιτυχημένου μόδιστρου, υψηλόβαθμο στέλεχος μιας μεγάλης εταιρείας, που μέσω μιας επικείμενης συγχώνευσης αναμένεται να μεγαλώσει περαιτέρω, σπίτι, αμάξι, υλικά αγαθά, απ' όλα έχει. Και η γυναίκα πεθαίνει. Φίλοι και συγγενείς φιλούν, αναφωνούν κλισέ, κλείνουν την πόρτα πίσω τους, φεύγουν. Απομένει μόνος με την Κλαούντια.

Λίγες μέρες αργότερα, τα σχολεία θα ανοίξουν, ο Πιέτρο θα συνοδεύσει την κόρη του ως εκεί, τότε, σε μια έμπνευση της στιγμής, θα της υποσχεθεί πως δεν θα φύγει από εκεί μέχρι να σχολάσει, θα την περιμένει στο προαύλιο, να μην ανησυχεί, της λέει, εκείνος θα είναι εκεί. Πραγματοποιεί την υπόσχεσή του. Την επόμενη μέρα επαναλαμβάνει, υπόσχεται και υλοποιεί. Οι μέρες περνούν. Η Κλαούντια στην τάξη, εκείνος στον δρόμο απέναντι από το σχολείο. Ένας μικρόκοσμος αναδύεται, ο τροχονόμος, η κοπέλα με τον σκύλο, η μητέρα με το παιδί που κάνει εργοθεραπεία. Ο καιρός, αρχικά καλός, ένα καλοκαίρι που προεκτείνεται στον ιταλικό βορρά, σύντομα θα χαλάσει, βροχή και χιόνι, εκείνος κάθεται στο εσωτερικό του αμαξιού. Φίλοι, συγγενείς και συνάδελφοι τον επισκέπτονται εκεί, κανείς δεν τον πιέζει, το πένθος, είπαμε, σε κανέναν δεν κάνει εντύπωση η στάση του αυτή, το πένθος, είπαμε, το παιδί, κυρίως αυτό.

Αν είχα διαβάσει το οπισθόφυλλο, το Ήρεμο χάος θα είχε προηγηθεί. Έχω πολλάκις επαναλάβει την αναγνωστική μου επιθυμία για ιστορίες με πρωτοπρόσωπους άντρες αφηγητές, που σε κάποιο κομμάτι της μέσης ηλικίας ξάφνου η ζωή τους, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, ανατρέπεται, και εκείνοι παλεύουν με τον τρόπο τους να επιπλεύσουν. Όπως ο Πιέτρο, για παράδειγμα. Στη διόλου ηρωική αυτή λίστα προεξέχουσα θέση κατέχει ο Φρανκ Μπάσκομπ, πρωταγωνιστής στην περίφημη τριλογία του Ρίτσαρντ Φορντ (Ο αθλητικογράφος, Ημέρα ανεξαρτησίας, Η χώρα, όπως είναι).

«Μόλις εξακρίβωσα ότι στο διαδίκτυο υπάρχουν 2.180 ιστοσελίδες που αναφέρουν τις λέξεις "quiet chaos". Προσπάθησα ν' ανοίξω μερικές, αλλά ήταν πάρα πολύ βαριές και το κινητό μου δεν τα κατάφερε. Η μοναδική που κατάφερα ν' ανοίξω ήταν αυτή και έχω τώρα έναν ορισμό της έκφρασης ήρεμο χάος: ένα κυνήγι που δεν τελειώνει ποτέ, ένα κυνήγι όπου απ' τη μια στιγμή στην άλλη ο κυνηγός μπορεί να μετατραπεί σε θήραμα. Τι σχέση έχει αυτό με τη ζωή μου; Μπορεί να έχει ενδιαφέρον να το αναλογιστώ. Αλλά πρώτα μπορεί να έχει ενδιαφέρον ν' αναλογιστώ πώς έφτασα ως εδώ».

Αν σας έλεγα, ή αν ξέρατε, χωρίς να έχετε διαβάσει το βιβλίο, πως είναι πεντακόσιες σελίδες, υποθέτω πως ένας σκεπτικισμός θα ανέκυπτε, πώς γίνεται αυτή η περίληψη να μπορεί να τραβήξει σε τέτοιο μάκρος. Εγώ θα πρόσθετα πως το εκτεταμένο μέγεθος είναι βασική προϋπόθεση για την ιστορία αυτή, ο μοναδικός τρόπος ώστε ο αναγνώστης να βυθιστεί στη συνθήκη του Πιέτρο, σε αυτή τη ρουτίνα, όχι για να τον συναισθανθεί αλλά για να τον κατανοήσει, να βυθιστεί παρέα με εκείνον στη επικράτεια της θλίψης και του πένθους, σε εκείνη την επικράτεια του εγκλωβισμού, της μη καθαρής σκέψης, εκεί που η σημαντικότητα των πραγμάτων αποδεικνύεται πανηγυρικά σχετική.

Ο Βερονέζι τα καταφέρνει υποδειγματικά, έχει μια ιδέα πένθους και πετυχαίνει να τη φέρει εις πέρας θριαμβευτικά (σκοπίμως αντιστικτική επιλογή λέξης) και, χωρίς σπόιλερ, να εξέλθει αυτής συντεταγμένα, απλά και φυσικά· το πώς θα κλείσει την ιστορία ήταν κάτι που με βασάνισε από τα μισά και ύστερα της ιστορίας, φοβόμουν κάτι αφαιρετικό και υπέρμετρα ανοιχτό, κάτι το οποίο θα ερχόταν σε ευθεία σύγκρουση με το πόσο αληθοφανή και φυσιολογικά ήταν ως τότε όλα, από τη στιγμή, για την ακρίβεια, που αποδέχτηκα τον τρόπο του στο πένθος. Πλήθος από μικροευρήματα, ικανοποιητικοί και απαραίτητοι δεύτεροι ρόλοι, χωροχρονικό πλαίσιο ακριβές και άψογο ως σκηνικό, αποδοχή και παράδοση στη ρουτίνα, το Ήρεμο χάος θα μπορούσε να είναι αδελφάκι του Κοσμόπολις του σπουδαίου ΝτεΛίλλο, θα μπορούσε γενικότερα να ανήκει στο κόρπους της καλής αμερικανικής λογοτεχνίας, αν και αυτό ακούγεται και ίσως και να είναι προβληματικό, ίσως και όχι. Δεν είμαι σίγουρος ποιος ακολουθεί ποιον, ποιος χαράσσει το μονοπάτι, ο συγγραφέας ή ο Πιέτρο, αν και επίσης αυτό ακούγεται ή ίσως και να είναι προβληματικό, ίσως και όχι. Και το σημαντικότερο, παντελής έλλειψη συναισθηματικού εκβιασμού, ίσως μάλιστα να συμβαίνει και το ανάποδο, ο αναγνώστης να νιώθει την ανάγκη να εκβιάσει τον Πιέτρο, να αναμένει δηλαδή πως κάποιο από τα δεύτερα πρόσωπα της πλοκής θα το κάνει γι' αυτόν.

Επιστρέφω στο πένθος. Παραπάνω έγραφα: «Πένθος. Μια συνθήκη για την οποία πολλά μοιάζει να ξέρουμε, μια γνώριμη συνταγή κοινωνικά επιβεβλημένη, για την οποία τίποτα δεν ξέρουμε μέχρι το χτύπημα στην πόρτα να ακουστεί. Και πάλι, όχι. Δεν υπάρχει ένα μόνο μονοπάτι». Το πένθος είναι ένα από τα πλέον δημοφιλή λογοτεχνικά συστατικά, η λογοτεχνία, αν μας μαθαίνει ένα πράγμα, τότε αυτό είναι το καίριο πλήγμα στη μονοσημία, η κατάρρευση του εγώ ξέρω, η θριαμβευτική του κατάρρευση, στα συντρίμμια της οποίας καλούμαστε να (μας) χτίσουμε. Δεν αρκεί να το σκέφτεσαι και να το λες, πως είσαι ανοιχτός στο διαφορετικό, την κρίσιμη στιγμή θα δειλιάσεις, θα κοντοσταθείς και θα πεις: ναι, αλλά. Και αυτό το ναι, αλλά, θα είναι αρκετό για τη μονοσημία, για το εγώ ξέρω. Ύστερα, εξαρτάται και από σένα, εξαρτάται και από το βιβλίο που έχεις μπροστά στα μάτια σου, δύο δρόμοι πιθανώς θα ανοίξουν, εκ διαμέτρου αντίθετης κατεύθυνσης, από το να πετάξεις το βιβλίο από τα χέρια σου, απηυδισμένος ουρλιάζοντας: δεν είναι έτσι τα πράγματα· μέχρι να το βουλώσεις και πάνω στα συντρίμμια σου να προσπαθήσεις με κάποιο τρόπο να βολευτείς.

Ένα σπουδαίο βιβλίο.

υγ. Για τον Μπάσκομπ περισσότερα εδώ, εδώ και εδώ. Πριν από δεκατρία χρόνια, ουάου, έγραφα, εντυπωσιασμένος από το Κοσμόπολις, αυτό. Για περαιτέρω προτάσεις από την ιταλική λογοτεχνία, που τελευταία πολύ του γούστου μου είναι, εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ» μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Λητώ Σεϊζάνη
Εκδόσεις Πάπυρος

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2025

Σε μέτρα ανθρώπινα - Roberto Camurri

Πρόσφατα μόλις, διάβασα το βιβλίο της Καταρίνα Φόλκμερ, Στον γιατρό ή Το εβραϊκό πουλί, χωρίς να ξέρω πως το ιδιαίτερο φορμάτ της έκδοσης αποτελούσε μέρος μιας σειράς εν τη γενέσει. Το συνειδητοποίησα πιάνοντας στα χέρια μου το Σε μέτρα ανθρώπινα, το πρώτο βιβλίο του Ιταλού Ρομπέρτο Καμούρι που κυκλοφορεί στα ελληνικά, σε μετάφραση Άννας Παπασταύρου από τις πάντα δημιουργικά ανήσυχες εκδόσεις Ποταμός.

Επηρεασμένος σαφέστατα από την επιλογή της Φόλκμερ, πόσο απολαυστική η πρόζα της και πόσο φρέσκος ο ιδιότυπος αυτός μονόλογος, θέλησα άμεσα να δω το επόμενο βήμα τής νέας αυτής σειράς, που ελπίζω πως εμφανίστηκε για να μείνει και να βρει το κοινό της εκεί έξω. Η απόφαση σίγουρα επηρεάστηκε και από τη χώρα προέλευσης, είναι κάποια χρόνια τώρα που η κάποτε προβληματική αναγνωστική μου σχέση με τη σύγχρονη ιταλική λογοτεχνία, όχι απλώς έχει αποκατασταθεί, αλλά διάγει περίοδο έντονου πάθους. Πρόσφατα είχαν προηγηθεί δύο καταπληκτικά βιβλία, Η τελειότητα του Βιντσέντζο Λατρόνικο (μτφρ. Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Loggia) και το Χωριστά δωμάτια του Πιερ Βιτόριο Τοντέλι (μτφρ. Δέσποινα Γιαννοπούλου, εκδόσεις Πόλις). Προσδοκίες στο φουλ, λοιπόν.

Ο χρόνος είναι σύγχρονος, ο τόπος είναι το Φάμπρικο, μια μικρή κωμόπολη της περιφέρειας της Ρέτζιο Εμίλια, εκεί όπου ο Καμούρι γεννήθηκε το 1982. Δεν είμαι σίγουρος αν ο χαρακτηρισμός σπονδυλωτό μυθιστόρημα χαρακτηρίζει με ακρίβεια το Σε μέτρα ανθρώπινα ή αν θα ήταν πιο ακριβές να πω πως πρόκειται για ένα πολυεστιακό μυθιστόρημα, αφού τα πρόσωπα εδώ επανέρχονται από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, αλλού σε πρώτο και αλλού σε δεύτερο ρόλο, περνώντας από τη μια υποϊστορία στην επόμενη, συνθέτοντας μια μεγάλη αφήγηση σε μέτρα ανθρώπινα, όπως πολύ εύστοχα ο τίτλος επισημαίνει, πράγματα απλά και γεγονότα μικρά, η ζωή κάποιων προσώπων στο Φάμπρικο μέσα στα τελευταία χρόνια, όνειρα, έρωτες, χωρισμοί, προσδοκίες, περιορισμοί, ενηλικίωση, θάνατοι, εξαρτήσεις, γέλιο, κλάμα, τσακωμοί και φιλίες, οικογένειες, κάποιοι που κατάφεραν να φύγουν για να επιστρέψουν με τη μια ή την άλλη αφορμή, να δουν ξανά τη γνώριμη εικόνα του μέρους, ελάχιστα διαφοροποιημένη, σε κάθε επαρχία τίποτα, θαρρείς, δεν αλλάζει ποτέ.

Και όμως το Φάμπρικο, που σαφέστατα πρωταγωνιστεί, ελάχιστα αναφέρεται, ελάχιστα στοιχεία δίνονται άμεσα, και αυτό δημιουργεί ένα κοινό εμβαδό ανάμεσα στον συγγραφέα και τον αναγνώστη, αυτό το στερεότυπο της ήσυχης επαρχίας, το τόσο γνωστό και οικείο στους περισσότερους σκηνικό. Αρκετές φορές κατά την ανάγνωση έκανα τη σκέψη του πόσο παρόν εν τη απουσία του είναι το Φάμπρικο στην αφήγηση, ένα σκηνικό που υπάρχει χωρίς να δίνεται, χωρίς να επισημαίνεται, χωρίς να αποτελεί το αλεξικέραυνο των πάντων και ας λειτουργεί ως τέτοιο. Ούτε γραφικό, ούτε εγκαταλελειμμένο, ούτε βαρετό, ούτε ασφυκτικά μικρό· και ας νιώθει ο αναγνώστης πολλά από αυτά ως έναν καθοριστικό παράγοντα στην καθημερινότητα των προσώπων της πλοκής, το Σε μέτρα ανθρώπινα απομακρύνεται έτσι αρκετά από το όποιο ηθογραφικό νεορεαλισμό της επαρχίας των παιδικών του χρόνων, είδος που συχνά, πλέον σχεδόν πάντα, μεγαλύτερη ασφυξία γεννά στον αναγνώστη παρά στα πρόσωπα της κάθε ιστορίας, παλιακό και ελάχιστα πειστικό, επίσης, παρωχημένο σίγουρα. Η σκέψη αυτή, περισσότερο και από το ύφος ή τη γλώσσα, με κάνει να αυθαιρετήσω και να ισχυριστώ πως μια από τις διακειμενικές αναφορές του βιβλίου ή, αν προτιμάτε, μια από τις βασικές επιρροές του Καμούρι είναι, σίγουρα μεταξύ πολλών άλλων, ο σπουδαίος Κάρβερ. Σκεφτείτε τον τρόπο που ο τόπος υπάρχει στα διηγήματά του χωρίς να αναφέρεται, προάστια και επαρχία, έξω και γύρω από δωμάτια με  ουρλιαχτά. Επίσης, η αίσθηση, διαβάζοντας τα διηγήματα του Κάρβερ, πως η κάθε μία ιστορία συνεχίζει και επεκτείνεται στην επόμενη.

Αλλά και το ύφος, σίγουρα πιο φρέσκο, πιο σημερινό, τα αδιέξοδα και οι ήττες, κυρίως οι φρούδες ελπίδες και η ετοιμόρροπη αισιοδοξία, είναι όλα αυτά εδώ, και κυρίως το ανθρώπινο μέτρο, τα πρόσωπα που τίποτα το ηρωικό δεν έχουν, εγκλωβισμένα στα πάθη και τις αδυναμίες τους, κανείς δεν μπορεί ελαφρά τη καρδία να τα κατηγορήσει πως δεν προσπαθούν να επιπλεύσουν, να απολαύσουν μια ήσυχη ζωή, να μην κάνουν κακό, πρώτα στον εαυτό τους τον ίδιο και ακολούθως στους άλλους, αλλά δεν τα καταφέρνουν, δεν μπορούν και ο συγγραφέας/αφηγητής δεν τα επικρίνει αλλά ούτε αγκαλιά τα παίρνει. Η πρόζα του Καμούρι είναι θελκτική, κάτι το οποίο μοιάζει να έχει περάσει όσο το δυνατόν πιο αναλλοίωτο κατά τη μεταφορά της στα ελληνικά, καταφέρνει, σ' αυτό αναφέρθηκα παραπάνω ως φρέσκο και σημερινό, να συγκεράσει τη λυρικότητα με τον σκληρό ρεαλισμό, χωρίς να αποδεικνύεται επιρρεπής στο μελοδραματικό, χωρίς να επιχειρεί να προσδώσει μια χωρίς βάση υποστήριξης υπεραξία, επιλέγοντας όχι τις πιο όμορφες λέξεις, αλλά τις πλέον κατάλληλες, που με τρόπο μαγικό, απόρροια ταλέντου και σκληρής δουλειάς, είναι και όμορφες, χωρίς να φωνάζει και να ρίχνει αλλεπάλληλα πυροτεχνήματα στον σκοτεινό ουρανό, που άλλο δεν θα έκαναν παρά να εντείνουν το σκότος.

Η αφηγηματική αποστασιοποίηση του παντογνώστη αφηγητή, παρά την προαναφερθείσα λυρικότητα, επιτρέπει στα πρόσωπα να αναπνεύσουν φυσικά, κάνοντας αυτό που κάνουν γιατί αυτό μπορούν, μάλλον, και λιγότερο θέλουν, να κάνουν, χωρίς να νιώθουν υπό παρατήρηση και κρίση και άρα χωρίς την ανάγκη να απολογηθούν ή να προσποιηθούν πως είναι κάποιοι που θα τους άξιζε να είναι μέρος ενός μυθιστορήματος, απαλλάσσοντας ταυτόχρονα και τον αναγνώστη από τον βιασμό του συναισθήματος, της αποδοχής ή της επίπληξης, μικρή σημασία έχει, εδώ, στις ιστορίες του Καμούρι αυτό δεν αποτελεί στόχευση, διόλου νατουραλιστικό δεν είναι το είδος που ο συγγραφέας επιθυμεί για το έργο του. Και κάπως έτσι, όσο μπορεί κάτι τέτοιο να ανιχνευτεί με όρους εργαστηρίου, ένα έντονο συναίσθημα διαπερνά την αφήγηση από άκρη σε άκρη, παρά την απλότητα των γεγονότων και της αντιμετώπισής τους από τα πρόσωπα, είπαμε, το λέει και ο τίτλος, όλα συμβαίνουν σε μέτρα ανθρώπινα.

Η πρόζα, η ικανότητα αφήγησης αν προτιμάτε, του Καμούρι στο Σε μέτρα ανθρώπινα ήταν τόσο καλοφτιαγμένη, τόσο του γούστου μου, που επιθυμώ διακαώς να διαβάσω και τα υπόλοιπα βιβλία του, εδώ, κάτι καλό υπάρχει.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

υγ Περισσότερη ιταλική λογοτεχνία στο μπλογκ θα βρείτε εδώ, για το βιβλίο της Φόλκμερ Στον γιατρό ή Το εβραϊκό πουλί περισσότερα θα βρείτε εδώ.

Μετάφραση Άννα Παπασταύρου
Εκδόσεις Ποταμός

Πέμπτη 10 Απριλίου 2025

Σαν αέρας - Ada D'Adamo

Το Σαν αέρας ήξερα πως θα ήταν ιδιαίτερα σκληρό συναισθηματικά, φοβόμουν τον εκβιασμό, ας μην κρύβομαι, ήταν ο κύριος λόγος που δεν το τραβούσα από τη στοίβα με τα προς ανάγνωση. Πια, έχει λήξει μέσα μου η διαμάχη υπέρ ή κατά της αυτομυθοπλασίας. Σ' ένα άλλο μυθιστόρημα, που πολύ μου άρεσε, βρισκόταν η απάντηση στον τίτλο του, αναφέρομαι στο Ας πούμε πως είμαι εγώ της Βερόνικα Ράιμο (μτφρ. Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Δώμα). Δεν είναι καμία πρωτοποριακή και πρωτότυπη σκέψη πως όταν εκκινούμε να αφηγηθούμε κάτι, ακόμα και αν αυτό όντως συνέβη, η αφήγηση περνά στην επικράτεια της μυθοπλασίας· μυθοπλαστικός είναι ο τρόπος της μνήμης. Άλλωστε, εμένα τουλάχιστον, ποτέ δεν με απασχόλησε αν μια ιστορία όντως συνέβη ή αν αποτέλεσε προϊόν φαντασίας, δεν έχω στο γραφείο μου μεγεθυντικό φακό ώστε να ελέγξω την ειλικρίνεια σε κάθε λεπτομέρεια, δεν το θέλω κιόλας, δεν με νοιάζει.

Συνοπτικά η πλοκή στο Σαν αέρας: Η Άντα Ντ'Άνταμο αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο την ιστορία της· η Ντάρια, η κόρη της, γεννήθηκε με αναπηρία, παρά το πλήθος των προγεννητικών εξετάσεων. Η ίδια διαγνώστηκε με καρκίνο κάποια χρόνια αργότερα. Λίγες μέρες μετά την ανακοίνωση πως το βιβλίο της ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Στρέγκα, πέθανε, η βράβευση έγινε εκ των υστέρων.

Αυτά τα γνώριζα, γι' αυτό ήμουν βέβαιος για τη συναισθηματική σκληρότητα, γι' αυτό είχα λόγους να φοβάμαι τον εκβιασμό, τι να σου αρέσει σε μια τέτοια ιστορία, πώς, ταυτόχρονα, να μπορέσεις να την κρίνεις με κριτήρια αμιγώς λογοτεχνικά και όχι ανθρώπινα, της ενσυναίσθησης ή των καλών τρόπων, του φαίνεσθαι όπως και να 'χει.

Από τις πρώτες σελίδες, εξαιτίας της απεύθυνσης της Άντα στη Ντάρια, η σκέψη μου τριγυρνούσε στο Γράμμα σ' ένα παιδί που δεν γεννήθηκε ποτέ της Φαλάτσι, βιβλίο που διάβασα αρκετά νωρίς στην αναγνωστική μου ζωή, βιβλίο που βρισκόταν στη μητρική βιβλιοθήκη και ο τίτλος του πυροδοτούσε υποσυνείδητα υπαρξιακά ερωτήματα, που εκ των υστέρων μόνο και από απόσταση αναδύονται στην επιφάνεια.

Η ολοένα και αυξανόμενη ιδιωτεία αναπόφευκτα επηρεάζει και τη λογοτεχνία. Διακρίνω και ακούω τη μομφή, τέτοια είναι η λογοτεχνία που έχουμε ανάγκη; Η ιδιωτεία του πομπού, ωστόσο, ενίοτε βρίσκει πατήματα στην ιδιωτεία του δέκτη, το κοινό έδαφος εκτείνεται, μικρότερης ή μεγαλύτερης έκτασης. Εδώ, στο κοινό αυτό έδαφος, γυρεύω, εκ των υστέρων συνήθως, την έλξη που μια προσωπική ιστορία μου γέννησε, προφανώς από τη στιγμή που υπήρξε λογοτεχνική ικανοποίηση, αλλιώς τίποτα από αυτά δεν θα έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία.

Ας πούμε εδώ, νιώθω το ερώτημα: γιατί σε μένα· να διατρέχει από άκρη σε άκρη την αφήγηση. Όσο ο κόσμος εξορθολογίζεται και η επιστήμη διαθέτει περισσότερες απαντήσεις, τόσο αυτό το ερώτημα με τον μεταφυσικό μανδύα ριγμένο στους ώμους εντείνεται, γιατί σ' εμένα; Οι στατιστικές πιθανότητες ένα παιδί να γεννηθεί με αναπηρία ολοένα και μειώνονται, κάθε μέρα η έρευνα και η πρόοδος ευθύνονται γι' αυτό, κι όμως ακόμα γεννιούνται παιδιά με κάποια αναπηρία, τόσες ελάχιστες, σχεδόν μηδενικές πιθανότητες στο εκατομμύριο, τόσα ελάχιστα, σχεδόν μηδενικά περιστατικά σε παγκόσμιο επίπεδο. Όταν κάτι συμβαίνει σε εμάς, το ελάχιστο, σχεδόν μηδενικό ποσοστό της στατιστικής γίνεται αυτόματα εκατό τοις εκατό, τα νούμερα στέκουν παραπέρα, όχι μόνο άχρηστα, αλλά επιπλέον επιβαρυντικά στο ερώτημα: γιατί σ' εμένα;

Και δεν είναι εύκολο ή απλό να διαχειριστεί κανείς αυτό το γιατί σ' εμένα, ίσως μόνο αν η πίστη του σε μια ανώτερη δύναμη του επιβάλλει να το βουλώσει και να το αποδεχτεί ως σχέδιο του θεού που η ανθρώπινη νόηση αδυνατεί να το κατανοήσει και που ακόμα και η απόπειρα για κατανόηση φλερτάρει έντονα με την ύβρη.

Εκτός από το γιατί σ' εμένα, παρόν είναι και το γιατί σ' εσένα. Η Ντάρια γεννήθηκε έτσι, καταδικασμένη να υποφέρει, καταδικασμένη να μην μπορεί να επιβιώσει αυτόνομα. Τι θα γίνει αυτό το παιδί όταν οι γονείς του πεθάνουν; Επιπρόσθετο βάρος στους ώμους. Η πρωτοπρόσωπη αυτή αφήγηση έχει ένα διπλό σκοπό, να γυρέψει απαντήσεις στο γιατί σ' εμένα, να απολογηθεί στο γιατί σ' εσένα. Υποκειμενική υπόθεση συγγραφικών προθέσεων, προφανώς.

Αν επιχειρήσουμε να διακρίνουμε το γιατί έγινε αυτή η αφήγηση, νομίζω πως με βεβαιότητα θα βρεθούμε να συζητούμε εκτός πλαισίου, δικαιώματα και δικαιωματισμοί θα ακουστούν, ελευθερία της έκφρασης και δικτατορία της ελευθερίας της έκφρασης, επίσης. Ίσως, και εδώ, το πώς να είναι μια διαδρομή με πιο ενδιαφέρουσα θέα. Σκέφτομαι εμένα. Είμαστε, είπαμε, στην επικράτεια της ιδιωτείας. Όση ενσυναίσθηση και αν γεννηθεί από την αφήγηση της Άντα, άχρηστη θα είναι για εκείνη, και γιατί είναι πια νεκρή, εκτός όλων των άλλων.

Διαβάζοντας την ιστορία αυτή, με συναισθηματική δυσκολία στην αναπνοή, δεν ένιωσα πως επιχειρείται εκβιασμός, ούτε σύγκριση: κοίτα πόσο χάλια υπήρξε η δική μου ζωή, τι να μου πεις κι εσύ. Αυτό το τελευταίο ίσως να είναι η παγίδα, το καίριο ζητούμενο, ίσως η αναγνωστική ανωριμότητα που θεωρεί εαυτόν τον υπ' αριθμόν ένα δέκτη της κάθε αφήγησης. Η Άντα προφανέστατα δεν έγραψε το Σαν αέρας έχοντας εμένα κατά νου. Μη γελάτε, σας παρακαλώ.

Η ανάγνωση λογοτεχνίας, σε συνάθροιση με την ίδια τη ζωή, μας φέρνει αντιμέτωπους με τη δυστυχία, με σκληρές ιστορίες. Καθώς τα χιλιόμετρα κυλούν ολοένα και πιο δύσκολα εντυπωσιαζόμαστε, γινόμαστε σκληρόπετσοι. Το ξέρω, αυτή η σκέψη απέχει πολύ από τη σωτηρία μέσω της ανάγνωσης, υπονομεύει με βόμβες διασποράς το εσωτερικό του μπούνκερ που θα έπρεπε να μας προστατεύει από τον έξω κόσμο, τον σκληρό και ζοφερό κόσμο. Όμως αυτό συμβαίνει.

Θέλω να πω πως το περιεχόμενο της ιστορίας, τα δεινά της Άντα και της Ντάρια δηλαδή, με αφήνουν, όσο και αν με κάνει να νιώθω άσχημα που το παραδέχομαι, αδιάφορο. Θα προτιμούσα ίσως να μην ξέρω. Ταυτόχρονα ξέρω τόσα πολλά που αυτά τα δεινά είναι απλώς ακόμα μερικά στον σωρό. Και όμως (και) αυτό το βιβλίο υπήρξε σημαντικό. Ακόμα και για την επιβεβαίωση της σκληροπετσιάς μου, για την αδιαφορία μου, γιατί μόνο όταν σκεφτόμουν κάτι αντίστοιχα δικό μου γούρλωνα τα μάτια να το ρουφήξω. Η λογοτεχνία δεν μας κάνει καλύτερους ανθρώπους, μακάρι να ήταν τόσο απλό. Καθένας διαβάζει για τους δικούς του λόγους. Έτσι κι εγώ. Ένας από αυτούς είναι γιατί νιώθω πως με γνωρίζω καλύτερα. Κλισέ και αυτό, το ξέρω. Προτιμώ την έμμεση οδό της λογοτεχνίας από εκείνη την πιο άμεση του δοκιμίου. Η στιγμή που από το τίποτα, θαρρείς, θα ξεπηδήσει κάτι, είναι μοναδική.

Ο τρόπος της Άντα να δοκιμάσει να απαντήσει στο γιατί σ' εμένα, ερμητικά προσωπικός και επικεντρωμένος στην ιδιωτικότητα, δημιούργησε ένα εμβαδό που ένιωσα να το μοιράζομαι, καίτοι τίποτα αντίστοιχης σκληρότητας δεν μου έχει συμβεί, η σύγκριση, είπαμε παραπάνω, δεν ανήκει εδώ. Και ο τρόπος της, εκτός όλων των άλλων, περιέχει και διακειμενικές αναφορές, η Ερνό και η Ντιντιόν μεταξύ άλλων. Και αυτά τα διακειμενικά νήματα έρχονται να επιβεβαιώσουν τις παραπάνω σκέψεις μου, τον τρόπο που η ιδιωτεία του πομπού έρχεται και συναντά εκείνη του δέκτη, και όταν αυτό συμβαίνει με αρκετούς δέκτες τότε η ιδιωτεία του πομπού αποκτά έναν χαρακτήρα οικουμενικό, χωροχρονικά σύγχρονο. Και, παράδοξα ίσως, αυτό έχει περισσότερες πιθανότητες να συμβεί όσο μεγαλύτερη ιδιωτεία διαθέτει η αφήγηση. Γιατί είναι άλλο πράγμα ο ευαγγελισμός, η ντουντούκα της γνώσης μιας μεγάλης αλήθειας, αυτό ναι, καταλήγει να είναι ασύνδετη ιδιωτεία και απόπειρα επιβολής, όπως αυτή συναντάται στην πλειοψηφία των βιβλίων αυτοβοήθειας.

υγ. Για το Ας πούμε πως είμαι εγώ, περισσότερα θα βρείτε εδώ. Για το Μια γυναίκα, εδώ. Για το Η χρονιά της μαγικής σκέψης, εδώ.

Μετάφραση Δήμητρα Δότση
Εκδόσεις Ψυχογιός

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2024

Η ξένη -Claudia Durastanti

Άνθρωποι που εκτιμώ μου είχαν μιλήσει για το βιβλίο αυτό πριν ακόμα κυκλοφορήσει στα ελληνικά. Σκέφτομαι πως, έτσι ή αλλιώς, αργά ή γρήγορα, θα διάβαζα το βιβλίο της Ιταλίδας Κλαούντια Ντουραστάντι, εξαιτίας τριών βασικών παραμέτρων: πρώτον, γιατί η σύγχρονη ιταλική λογοτεχνία είναι πολύ του γούστου μου, μια ιδιότυπη ανακάλυψη των τελευταίων λίγων χρόνων· δεύτερον, γιατί η αυτομυθοπλασία με ενδιαφέρει πολύ ως είδος, παρότι πια, μετά τη λάμψη των πρώτων επαφών, δύσκολα ενθουσιάζομαι· και τρίτον, γιατί ανήκει στη σειρά Αλντίνα των εκδόσεων Γκούτενμπεργκ. Τα ενθουσιαστικά λόγια των φίλων, που, εκτός από την εκτίμηση που τρέφω γι' αυτούς, γνωρίζουν τα γούστα μου, απογέμισαν με καύσιμο το ρεζερβουάρ.

Ένα αυτοβιογραφικό, ή που μοιάζει με τέτοιο, μυθιστόρημα ενηλικίωσης είναι αυτό. Και θα σκεφτείτε: τι το διαφορετικό έχει αυτό το βιβλίο σε σχέση με τόσα άλλα φαινομενικά αντίστοιχα που ήδη κυκλοφορούν εκεί έξω; Ή ακόμα: τι είναι εκείνο που σπάει μια ακόμα ιδιωτική εξιστόρηση, επιτρέποντας σε κάτι πιο συλλογικό ή έστω δικό μας να παρεισφρήσει από τις χαραμάδες; Αυτό θα επιχειρήσω να εξηγήσω και μέσω αυτού θα αναφερθώ πλαγίως και σε στοιχεία της πλοκής.

Όπως και στο συγγενές Ας πούμε πως είμαι εγώ της Βερόνικα Ράιμο (μτφρ. Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Δώμα) η Ντουραστάντι επιχειρεί εξαρχής να επιφέρει ένα καίριο πλήγμα στην όποια αντικειμενικότητα της αυτομυθοπλασίας, να δείξει πως ακόμα και αν κάποιος δοκιμάσει να πει την ίδια του την ιστορία, αυτή η απόπειρα περισσότερο μυθοπλαστικό, παρά αξιόπιστα αντικειμενικό, χαρακτήρα θα διαθέτει. Έτσι, στις πρώτες κιόλας σελίδες αναφέρεται στο πώς γνωρίστηκαν οι κωφοί γονείς της, αφηγείται τις δύο εκδοχές οι οποίες διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό, έχοντας ως μόνη κοινή επιφάνεια το αποτέλεσμα, πως οι δυο τους, δηλαδή, γνωρίστηκαν και παντρεύτηκαν και έζησαν κάποια χρόνια μαζί. Εξαρχής η ανάσυρση από τη στέρνα του παρελθόντος δέχεται ένα καίριο πλήγμα, υπενθυμίζοντας στον αναγνώστη κάτι που διαφεύγει από τη σφαίρα της στενής ιδιωτείας, πως η μνήμη, πρώτα αυτή, αλλά και συνολικά η κατασκευή του ποιοι είμαστε και του πώς φτάσαμε ως εδώ είναι υποκειμενική και ελάχιστα τελικά διαφέρει από τη μυθοπλασία.

Η Ντουραστάντι θέτει εξαρχής με ειλικρίνεια το ανειλικρινές της αφήγησής της, το αδύνατο μιας τέτοιας απόπειρας. Μοιάζει να λέει στον αναγνώστη που διψάει για πραγματικότητα: δεν είναι τέτοια η περίπτωση αυτή, μάλλον, η επιθυμία σου δεν θα ικανοποιηθεί. Και αναρωτιέται ίσως κανείς: γιατί κάτι τέτοιο αποτελεί πλεονέκτημα ή δέλεαρ για ένα βιβλίο που οι αναγνωστικές μου προσδοκίες το περιέλαβαν στο σώμα της αυτομυθοπλασίας;

Η λογοτεχνία, η τέχνη εν γένει, ένα μέρος της τουλάχιστον, πατάει στη συγχρονία. Παιδί αυτής της σχέσης είναι η αυτομυθοπλασία. Η επικράτηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, σε όποια μορφή, έχει αναπόφευκτα καθορίσει τον —ψηφιακό— τρόπο με τον οποίο κατασκευάζουμε τις περσόνες μας. Καλό ή κακό, αυτό συμβαίνει, ακόμα και για εκείνους που αποφεύγουν τα ψηφιακά αυτά λημέρια, και αυτό κάτι για τις περσόνες τους λέει. Αυτή η διεργασία έχει έντονο το στοιχείο της αυτομυθοπλασίας, ούσα προέκταση της από αιώνων τριμερούς διάκρισης: ποιοι είμαστε, ποιοι νομίζουμε πως είμαστε, ποιοι δείχνουμε να είμαστε. Παρότι συνηθίζεται να ακούγεται ένα τι με νοιάζει εμένα, φαινομενικά, τουλάχιστον, μας νοιάζει, και αν όχι για τη ζωή των άλλων, τότε για τη δική μας εκδοχή.

Εκείνο, λοιπόν, που με γοητεύει στην αυτομυθοπλασία είναι η συνειδητή και συγκροτημένη απόπειρα κατασκευής του εαυτού. Η συγχρονία, σ' έναν κόσμο εν πολλοίς ομογενή, καθιστά τις συνθήκες γνώριμες και οικείες, κτήμα κοινό και όχι αμιγώς ιδιωτικό. Ιδιωτική είναι, σε ένα βαθμό, η περιπλάνηση σε αυτό το κτήμα, με την προσθήκη μικρότερων ή μεγαλύτερων ιδιοτήτων. Όπως παντού, έτσι και στην αυτομυθοπλασία, υπάρχει η καλή και η κακή, ή όχι και τόσο καλή, εκδοχή. Και ακριβώς επειδή απουσιάζει η πλήρης και καθαρή αντικειμενικότητα στην αφήγηση, είτε παρελθούσα είτε παροντική, η απόπειρα καταγραφής της περισσότερο με λογοτεχνία μοιάζει. Έτσι και αλλιώς, όλοι σχεδόν οι σπουδαίοι λογοτεχνικοί ήρωες και αντιήρωες της αφηγηματικής παράδοσης σε πραγματικά πρόσωπα πατάνε, παρθενογένεση δεν υπάρχει ούτε εδώ.

Εκείνο που ίσως περισσότερο να ενοχλεί μέρος του αναγνωστικού κοινού στην αυτομυθοπλασία μοιάζει να είναι εκείνο το γιατί όχι εγώ, ή κάποιος που εκτιμώ πως έζησε μια ζωή άξια αφήγησης να μην πάρει τον λόγο. Γιατί, σιγά την πρωτοτυπία, σημασία δεν έχει τόσο το τι, που και αυτό έχει, αλλά το πώς. Όταν η Ερνό πήρε το Νόμπελ, κάποιοι είπαν: η γιαγιά μου έζησε πιο ενδιαφέρουσα ζωή. Και όντως μπορεί να συνέβη αυτό. Επίσης, κάθε ζωή έχει το ενδιαφέρον της. Όμως σημασία έχει το πώς θα γίνει η αφήγηση αυτή. Το περιεχόμενο, το κοινό κομμάτι, θα τραβήξει το ενδιαφέρον, ο τρόπος θα το καταστήσει ή όχι λογοτεχνία.

Όλα τα παραπάνω υπάρχουν και σε άλλες απόπειρες, τι άλλο έχει να πει η Ντουραστάντι δηλαδή;

Θα πω, όμως πρώτα θα κάνω μια παράκαμψη. Η ανάγνωση προϋποθέτει μια σύμβαση. Οι περισσότερες, αν όχι όλες, οι ιστορίες έχουν από αιώνες ειπωθεί. Αυτό το μας τα ξανάπαν όλα αυτά, περισσότερο έχει να κάνει με το πώς παρά με το περιεχόμενο. Οπότε, η ιστορία ενηλικίωσης της Ντουραστάντι διαθέτει πλήθος από γνώριμα στιγμιότυπα, αλλά ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η κατασκευή διαθέτει γοητεία, προσοχή, είπα γοητεία, όχι πρωτοτυπία. Δεν διαβάζουμε, όχι εγώ τουλάχιστον, λογοτεχνία για να μάθουμε κάτι καινούριο αλλά για το συναίσθημα. Άσχετα που πολλές φορές μαθαίνουμε ένα σωρό καινούργια πράγματα.

Περαιτέρω παράκαμψη. Συχνά αναφέρομαι στην ανάγκη του αφηγηματικού υποκειμένου να πει την ιστορία του ως ένα χαρακτηριστικό υψίστης σημασίας. Εδώ κάτι τέτοιο δεν υπάρχει. Και όμως αυτό είναι κομπλιμέντο και όχι έλλειψη. Γιατί παρά την απουσία αυτής της πυρετικής και επείγουσας ανάγκης, Η ξένη διαβάζεται με μανία, και αυτό γιατί η Ντουραστάντι έχει τον αφηγηματικό τρόπο.

Επιστρέφω στο τι άλλο έχει να πει η Ντουραστάντι, όσο και αν κάτι τέτοιο, όπως επιχείρησα να δείξω, δεν έχει και τόση σημασία.

Με δύο γονείς κωφούς, ποια είναι η μητρική γλώσσα της συγγραφέως;

Η μητρική γλώσσα, που μεταφέρει το συναίσθημα, που καθορίζει εν πολλοίς το νταραβέρι μας με τον γύρω κόσμο, το πώς υποδεχόμαστε και πώς παρουσιαζόμαστε σε αυτόν, εδώ αποτελεί ένα ερωτηματικό διαρκώς παρόν στο παρασκήνιο της αφήγησης. Θυμήθηκα τον Βουονγκ που έγραψε στα αγγλικά την ιστορία του απευθυνόμενος στη Βιετναμέζα αναλφάβητη μητέρα του. Η Ντουραστάντι το αφήνει στο παρασκήνιο, αποφεύγει να το τοποθετήσει διαρκώς στη μέση της σκηνής, ίσως γιατί για εκείνη το ερώτημα αυτό έχει με τα χρόνια απαντηθεί ή αποτελεί κάτι το φυσικό, έτσι είχαν τα πράγματα στην επικοινωνία της με τους γονείς της, στο παρασκήνιο βρισκόταν και συνεχίζει να βρίσκεται στη διαδρομή της, στην πρόσληψη του κόσμου, στη συναισθηματική και λογική καθημερινής της συνδιαλλαγής.

Οι κωφοί γονείς σίγουρα είναι μια συνθήκη εξαίρεσης, στοιχείο ιδιότυπα εξωτικό, να κάτι που κάνει ξεχωριστή την αφήγηση αυτής της ιστορίας ενηλικίωσης, να κάτι που ξάφνου μας γεννά το ενδιαφέρον για μια υποκειμενική μαρτυρία, κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί πώς είναι να μεγαλώνεις σε μια συνθήκη όπως αυτή, να κάτι που ίσως να κάμψει τις αντιρρήσεις των πολέμιων της αυτομυθοπλασίας. Θα ήταν άδικο ωστόσο και κάλπικο να καταστεί αυτή ως η κυρίως απάντηση στο γιατί να διαβάσω αυτό το βιβλίο.

Ο τίτλος, που καλό είναι να δικαιολογείται και όχι να είναι ένα απλό στολίδι ευκταία θελκτικό στο μάτι του υποψήφιου αναγνώστη, Η ξένη, που στρέφει τον προβολέα στο έργο του Καμί και σχηματίζει έναν ορίζοντα προσδοκιών πριν από την ανάγνωση, λειτουργεί αυτόνομα και όχι στη σκιά κάποιας θολής διακειμενικότητας, όχι μόνο εξαιτίας της κώφωσης τον γονιών, αλλά και λόγω της οικογενειακής μετανάστευσης στην Αμερική, ένα ακόμα βασικό, και κυρίως διακριτό, συστατικό της ιστορίας αυτής.

Διαβάζω το κείμενο αυτό ξανά και σκέφτομαι πως η αυτομυθοπλασία, η καλή εκδοχή της όπως αυτή δια χειρός Ντουραστάντι, φωτίζει και φέρνει στην επιφάνεια διάφορες αναγνωστικές υποκειμενικότητες, ίσως εξαιτίας της διάχυτης συγχρονίας της, ίσως λόγω του χαρακτήρα ανασκόπησης του παρελθόντος. Ίσως εκεί, στον τρόπο με τον οποίο στρέφουμε το βλέμμα προς τα πίσω, να βρίσκεται το κοινό εμβαδό, εκείνο που πυροδοτεί το συναίσθημα, όχι την ενσυναίσθηση, όπως είναι επίκαιρο να λέμε, αλλά το ατομικό συναίσθημα, το προσωπικό και συχνά μύχιο συναίσθημα. Και όταν κάτι μας αγγίζει συναισθηματικά, όταν κάτι ενεργοποιεί κάποιο εσωτερικό συναγερμό, χωρίς να υπάρχει μια ξεκάθαρη συσχέτιση, μια προφανής σύνδεση, τότε, ίσως, η ανάγκη για θεωρία, για αυτοθεωρία, να προκύπτει ως μια παράλληλη της ανάγνωσης διαδρομή. Και ίσως, σκέφτομαι, την ιστορία της Ντουραστάντι να την ξεχάσω σε μεγάλο βαθμό, ίσως να θυμάμαι μόνο τους κωφούς γονείς και τη διαφορετική αφήγηση της γνωριμίας τους, αλλά την παράλληλη διαδρομή δύσκολα να την αποβάλω ακόμα και όταν θα απομακρυνθεί από το συνειδητό, θα συνεχίσει να βρίσκεται εκεί, ανάμεσα στους λοιπούς μηχανισμούς, ένα ακόμα γρανάζι. Και εδώ, στο απώτερο σημείο του υποκειμενισμού, είναι σχεδόν αδύνατο να εξηγήσεις το γιατί αυτό το βιβλίο υπήρξε σημαντικό για σένα. Αδύνατο γιατί τα λόγια δεν είναι ικανά να μετατρέψουν το αόριστο σε συγκεκριμένο, αλλά αδύνατο και από πρόθεση να μην αποκαλύψεις τις συντεταγμένες του προσωπικού εδάφους.

υγ. Για το μυθιστόρημα του Βουόνγκ Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Ας πούμε πως είμαι εγώ της Βερόνικα Ράιμο αλλά και για άλλα βιβλία σύγχρονης ιταλικής λογοτεχνίας εδώ.

Μετάφραση Ζωή Μπέλλα-Αρμάου
Εκδόσεις Gutenberg

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2024

ας πούμε πως είμαι εγώ - Veronica Raimo

Σχετικά πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά, για πρώτη φορά, κάποιο βιβλίο της Βερόνικα Ράιμο (Ρώμη, 1978). Ο λόγος για το ας πούμε πως είμαι εγώ, σε μετάφραση Δήμητρας Δότση από τις εκδόσεις Δώμα, μυθιστόρημα με το οποίο βρέθηκε, παρέα με τη μεταφράστριά του στα αγγλικά, στη μακρά λίστα του Booker Prize International 2024.

Ο πρωτότυπος τίτλος του μυθιστορήματος είναι Niente di vero που κατά λέξη θα αποδιδόταν ως Τίποτα το αληθινό, στο παιγνιώδες ή προβοκατόρικο πνεύμα του οποίου επιλέχθηκε το ας πούμε πως είμαι εγώ, φράση επιλεγμένη από το βιβλίο. Στέκομαι στον τίτλο επειδή θέλω να σημειώσω αυτή τη διάθεση αυτοϋπονόμευσης από πλευράς Ράιμο, η οποία και διαφοροποιεί σε μεγάλο βαθμό το μυθιστόρημά της από το κυρίως σώμα της αυτομυθοπλαστικής λογοτεχνίας που είναι αρκετά της μόδας τα τελευταία χρόνια. Ήδη από τον τίτλο, θέτει το όριο μεταξύ πραγματικότητας και επινόησης, όχι μόνο ως βασικό λογοτεχνικό χαρακτηριστικό, αλλά ακόμα περισσότερο, ως τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε το παρελθόν μας, τον τρόπο με τον οποίο συνειδητά ή μη παραποιούμε και προσαρμόζουμε την εμπειρία και το βίωμα στα μέτρα μας. Άλλωστε, επιστρέφοντας στη λογοτεχνία, τι άλλο είναι η μυθοπλασία παρά η απόπειρα για μια καλή –ελπίζει ο εκάστοτε συγγραφέας– κρυψώνα  του προσωπικού;

Σε μια εποχή, που η ψηφιακή της εκδοχή φέρνει σε πρώτο επίπεδο την αυτοαφήγηση και η λογοτεχνία, παρότι ως είθισται να συμβαίνει προπορεύτηκε, τώρα ακολουθεί κατά πόδας, η Ράιμο επιλέγει να κάνει μια προειδοποιητική διευκρίνιση, τίποτα το αληθινό, προλέγει, δεν θα βρείτε εδώ, και, άραγε, πότε μια οποιαδήποτε αφήγηση είναι πλήρως ειλικρινής ή ακριβής; Παράλληλα με την αφήγηση της ιστορίας της, ή επεισοδίων αυτής, η Ράιμο διαπραγματεύεται ακριβώς αυτή τη συνθήκη. Διόλου τυχαία, άλλωστε, δεν τοποθετεί ως πρώτο κεφάλαιο το ακόλουθο: «Όταν σε μια οικογένεια γεννιέται ένας συγγραφέας, λένε πως αυτή η οικογένεια πάει, τέλειωσε. Στην πραγματικότητα, η οικογένεια θα τα καταφέρει μια χαρά, όπως συνέβαινε πάντα, από καταβολής κόσμου, ενώ αυτός που θα 'χει άσχημα ξεμπερδέματα θα 'ναι ο ίδιος ο συγγραφέας, που θα προσπαθεί μάταια να σκοτώσει μανάδες, πατεράδες και αδέρφια, μόνο και μόνο για να τους ξαναβρεί μπροστά του, αμείλικτα ζωντανούς».

Είναι η κατάρα που οι συγγραφείς κουβαλάνε, κάθε τι που συμβαίνει εντός μυθοπλαστικού πλαισίου να γίνεται δεκτό ως αναπόσπαστο μέρος της βιογραφίας και της κοσμοθεωρίας τους, και όσο το πλαίσιο στενεύει, φτάνοντας στην οικογένεια, τόσο πιο έντονο είναι το φαινόμενο αυτό. Η Ράιμο δεν επιθυμεί να ακολουθήσει έναν παρακαμπτήριο συνηθισμένο δρόμο, δίνοντας άλλο όνομα στην πρωταγωνίστρια ή ακόμα και άλλο φύλο ή διαφορετικά στοιχεία ταυτότητας, έτσι ώστε να μπορεί μέχρι τέλους να υπεραμύνεται της απουσίας ταύτισης ανάμεσα στο συγγραφικό και αφηγηματικό υποκείμενο. Αντίθετα, πρώτα προειδοποιεί και εν συνεχεία τοποθετεί τον εαυτό της στην ιστορία. 

Έτσι, ο αναγνώστης αποτρέπεται από το να διαβάσει την ιστορία σκεπτόμενος τι είναι πραγματικό και τι επινοημένο, ως κάποιο αξιολογητικό κριτήριο. Κάτι το οποίο λειτουργεί απελευθερωτικά για το μυθιστόρημα, το οποίο εξαρχής αντιμετωπίζεται, ή οφείλει να αντιμετωπιστεί, ως τέτοιο. Η μυθοπλαστική επινόηση της ζωής της συγγραφέως Ράιμο, ο μικροφοβικός πατέρας, η άκρως ελεγκτική μητέρα, ο επίσης συγγραφέας αδερφός, και τα υπόλοιπα πρόσωπα αλλά και καταστάσεις, αποπνέουν, αντίθετα με όσα ο τίτλος ορίζει, μια έντονη αληθοφάνεια. Και εδώ έγκειται μια από τις κύριες αρετές του ας πούμε πως είμαι εγώ, το γεγονός πως δεν κλοτσάει τον αναγνώστη έξω από το ρεαλιστικό πλαίσιο εντός του οποίου λαμβάνει χώρα η πλοκή.

Η Ράιμο πετυχαίνει με σχετική άνεση τη συγχρονία, αναπόσπαστο στοιχείο της συγγραφικής της πρόθεσης, καταφέρνοντας να αποτυπώσει τις τελευταίες τέσσερις και κάτι δεκαετίες σε ένα περιβάλλον που είναι οικείο και στον Έλληνα αναγνώστη. Η πρόζα της είναι τόσο δυνατή όσο η ιστορία απαιτεί, δεν βαρυφορτώνει αλλά ταυτόχρονα δεν υποτιμά, δεν χειραγωγεί το συναίσθημα, δεν παρουσιάζει τον εαυτό της τέλειο αλλά ούτε και θύμα, υπακούοντας με συνέπεια στις αρχές που η ίδια έθεσε για το μυθιστόρημά της, όπως η αυτοσαρκαστική διάθεση, για παράδειγμα. Ένα μυθιστόρημα με μέτρο συγκινητικό και αστείο, που διαβάζεται με βουλιμία χωρίς αυτό να συνεπάγεται χαμηλής στάθμης ποιότητα.

Το ας πούμε πως είμαι εγώ έρχεται να προστεθεί στην πολύ καλή σύγχρονη ιταλική λογοτεχνία που απολαμβάνουμε τα τελευταία χρόνια. Ελπίζω, αργά ή γρήγορα, να ακολουθήσουν και τα υπόλοιπα βιβλία τής Ράιμο. Και αυτή η επιθυμία για περαιτέρω επαφή είναι ίσως η καλύτερη απόδειξη για το πόσο απόλαυσα το βιβλίο αυτό.

υγ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών.

Μετάφραση Δήμητρα Δότση
Εκδόσεις Δώμα

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2024

Η σεξουαλική ζωή του Γουλιέλμου Σπουτακιέρα - Alberto Ravasio

Συχνά πυκνά, το τελευταίο διάστημα, αναφέρομαι με θαυμασμό και έκπληξη στη νεότερη ιταλική λογοτεχνία που μεταφράζεται και κυκλοφορεί στα ελληνικά. Με θαυμασμό γιατί έχω διαβάσει κάποια πράγματι ωραία βιβλία, με έκπληξη γιατί για χρόνια θεωρούσα, αφελώς και αυθαίρετα, πως από τη γείτονα χώρα λογοτεχνικά λίγα πράγματα θα μπορούσα να περιμένω, εξαιρέσεις ενός κανόνα που μονάχος μου επινόησα και για καιρό περιέφερα ως παντιέρα. Είναι, όμως, και αυτή μια λειτουργία της ανάγνωσης, η με κρότο και σκόνη πτώση διαφόρων ψευδοβεβαιοτήτων.

Τώρα πια το χαρτί έχει γυρίσει, εκεί που απέφευγα τη σύγχρονη ιταλική λογοτεχνία, την αναζητώ με θέρμη. Στο πλαίσιο αυτό περιλαμβάνεται και η ανάγνωση του μυθιστορήματος του Ραβάσιο με τον προβοκατόρικο τίτλο: Η σεξουαλική ζωή του Γουλιέλμου Σπουτακιέρα, σε μετάφραση Κωνσταντίνας Ευαγγέλου από τις εκδόσεις Οκτάνα.

Ο Γουλιέλμος Σπουτακιέρα (στα ιταλικά το πτυελοδοχείο) κοντεύει τα τριάντα και ζει με την οικογένειά του σε μια μικρή επαρχία. Πέρασε από διάφορες πανεπιστημιακές σχολές, δεν ολοκλήρωσε ωστόσο καμία από αυτές, επέστρεψε στο παιδικό του δωμάτιο παρθένος και χωρίς κάποια συγκεκριμένη ιδέα για το μέλλον του, πέρα από την εμμονή που είχε αναπτύξει τα τελευταία χρόνια με το πορνό και τον συνοδό αυνανισμό. Όλα θα ανατραπούν όταν ένα πρωί θα ξυπνήσει σ' ένα γυναικείο σώμα.

Ένα αυγουστιάτικο πρωινό ο Γουλιέλμος Σπουτακιέρα ξύπνησε με τη μούρη του χωμένη σε δύο ωραιότατα στήθη: τα δικά του. Μέσα σε οχτώ ώρες ύπνου είχε μεταμορφωθεί σε γυναίκα, πλάσμα εντελώς άγνωστο σ' αυτόν, που σε τριάντα χρόνια ζωής δεν είχε σχεδόν ποτέ καταφέρει να πλησιάσει, δεν λέω για ηβικές ακροβασίες, αλλά ούτε καν για οδικές πληροφορίες.

Η πρώτη αυτή παράγραφος, παρότι θελκτική και εν τέλει χαρακτηριστική της γραφής του Ραβάσιο, με κράτησε μακριά από το μυθιστόρημα για κάποιο καιρό. Ο λόγος δεν ήταν άλλος από την καφκική αντιστοιχία, αντί για ζωύφιο, ο Σπουτακιέρα ξυπνάει ένα πρωί σε γυναικείο σώμα. Μια πρόσφατη αντίστοιχη ελληνόφωνη λογοτεχνική απόπειρα αποδείχτηκε, αναμενόμενα, κακή, αυτή όμως είναι μια άλλη ιστορία ανάγνωσης. Φοβόμουν τις αντιστοιχίες, αλλά και την πρόκληση για την πρόκληση, άλλωστε τίποτα το προκλητικό δεν διέκρινα εξ αρχής σε αυτή την ιδέα, και παρά την περιέργειά μου να δω τι κατεύθυνση θα ακολουθούσε ο Ιταλός συγγραφέας, οι ενστάσεις και ο αυθαίρετος ορίζοντας προσδοκιών με κράτησαν μακριά.

Κακώς.

Είπαμε όμως, είναι μια λειτουργία της ανάγνωσης αυτή, η περιδιάβαση εκτός ορίων ασφάλειας και βεβαιοτήτων, η κατάρρευση των προσδοκιών μας.

Όπως συμβαίνει στο μεγαλύτερο μέρος της καλής λογοτεχνίας, έτσι και εδώ, ο συγγραφέας δεν ποντάρει όλα του τα χρήματα στην (όσο πρωτότυπη μετά από τόσα χρόνια γραφής μπορεί να είναι) κεντρική ιδέα-εύρημα. Δεν αναλώνεται σ' αυτή και δεν εγκλωβίζεται. Ωστόσο, πρέπει κανείς να διαβάσει ένα τουλάχιστον μέρος του μυθιστορήματος για να μπορέσει να διαφύγει του φόβου αυτού.

Με όχημα την ιδέα αυτή, τους περιορισμούς και τις λεωφόρους που του προσφέρει, ο Ραβάσιο στήνει ένα πολύβουο πανηγύρι, επιτρέποντας στη φαντασία του να συναντήσει και να δημιουργήσει αναλογίες με το κοινωνικό ιταλικό (και όχι μόνο) παρόν, με μια πρόζα κοφτερή και προκλητική. Απολαυστικό και κατά τόπους συναρπαστικό, το μυθιστόρημα αυτό διαβάζεται με γρήγορους ρυθμούς, καθώς ο αναγνώστης ακολουθεί τον Σπουτακιέρα, έναν αντιήρωα, αρκούντως αποτυχημένο και εγκλωβισμένο σε μια γνώριμη συνθήκη ζωής, σ' ένα αποπνιχτικό περιβάλλον μιζέριας. Ο τριτοπρόσωπος αφηγητής διατηρεί την απαραίτητη συναισθηματική απόσταση από τον Σπουτακιέρα και από εκεί περιγράφει τις περιπέτειές του.

Η συνθήκη εντός της οποίας ένα πρωί ξύπνησε ο αντιήρωάς μας, σε κάποιους μπορεί εξ αρχής να φανεί αστεία και να τους γαργαλήσει τα συντηρητικά τους αντανακλαστικά, όμως δεν είναι τέτοια, όπως δεν είναι αστείες από μόνες τους οι περιπέτειές του, η αγωνία του να διαχειριστεί αυτή την αλλαγή. Η παγίδα για μια κακή επιθεώρηση είναι ορατή. Ο Ραβάσιο πατά σε δύο βάρκες. Από τη μια, έχει στο στόχαστρό του τη συντηρητική πτέρυγα του κοινού, από την άλλη, την προοδευτική. Για μένα, η πρόκληση εντοπίζεται κυρίως στο δεύτερη βάρκα, εκεί κρίθηκε εν τέλει η πρόζα και η τελική κατασκευή του μυθιστορήματος. Υπάρχουν σημεία που μοιάζει να ξεπερνά τα (προσωπικά και ατελή) όρια του σωστού και αποδεκτού, όμως η σάτιρα, γιατί περί τέτοιας πρόκειται, δεν θα έπρεπε να παραμένει εγκλωβισμένη στο (από ποιον) ορθό και (γιατί) πρέπον.

Η απόσταση, κυρίως συναισθηματική, στην οποία αναφέρθηκα παραπάνω, δεν συνεπάγεται ταυτόχρονα και την πλήρη απάθεια του αφηγητή για τον Σπουτακιέρα. Ισορροπία. Δεν τον ενσυναισθάνεται αλλά δεν τον λοιδωρεί. Είναι και εκείνος γρανάζι (το κυριότερο ίσως) του οχήματος με το οποίο ο Ραβάσιο περιδιαβαίνει τη σύγχρονη εποχή, εκείνη έχει στο στόχαστρο, σ' εκείνη επιτίθεται και εκείνη λεηλατεί, την κίβδηλη εποχή, φαινομενικά προοδευτική, εκείνη και τις αποσκευές που φέρνει από το παρελθόν, με πρώτη και μεγαλύτερη την αγία οικογένεια, χωρίς να παραμελεί τα κατ' όνομα προοδευτικά μέλη της.

Το μυθιστόρημα (δεν χρειάζεται να ψάξω στις κριτικές και τις λοιπές ψηφιακές εμπειρίες ανάγνωσης) είναι πιθανό να ενοχλήσει τη μια ή την άλλη πλευρά, και αυτή η όχληση, αντί να μείνει σε διαφωνία επί του περιεχομένου, να παρουσιαστεί ως λογοτεχνική αδυναμία. Δεν είναι κακό αυτό από τη στιγμή που η πρόκληση δεν είναι στείρα, είναι ένα καλό φίλτρο αυτό.

Η σάτιρα, η καλή σάτιρα για την ακρίβεια, είναι είδος υπό εξαφάνιση, η βιτριολική πρόζα του Ραβάσιο επίσης. Η σεξουαλική ζωή του Γουλιέλμου Σπουτακιέρα είναι ένα καλό δείγμα, ένα απολαυστικό μυθιστόρημα, που μου θύμισε ένα διαχρονικά αγαπημένο μου μυθιστόρημα, με τους δύο ήρωες να συγγενεύουν, το Συνασπισμός ηλιθίων του Τζον Κένεντυ Τουλ.

Ένα ακόμα (πολύ) καλό ιταλικό μυθιστόρημα προστέθηκε στη λίστα.

υγ Για το Συνασπισμός ηλιθίων περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Μετάφραση Κωνσταντίνα Ευαγγέλου
Εκδόσεις Οκτάνα

 

Πέμπτη 9 Μαΐου 2024

Ιδιωτικές άβυσσοι - Gianfranco Calligarich

Η αναγνωστική εμπειρία, ως δυναμική διεργασία σε παραλληλία με την αναλογική ζωή, εμπεριέχει συχνά εξωλογοτεχνικά χαρακτηριστικά που τη διαμορφώνουν και την καθορίζουν. Καλοκαίρι του '22 και ακόμα μια φορά η ζωή άλλαζε ριζικά και αναπάντεχα. Υποκείμενο της ρουτίνας και της γνώσης, δυσκολεύτηκα αρκετά. Η αναμονή της επερχόμενης αλλαγής είναι το πλέον δύσκολο σκέλος, βασίλειο στο οποίο η θεωρία, με το προσωπείο του τρόμου, ας μη γελιόμαστε μεταξύ μας, ασκεί μοναρχία. Ούτε που θυμάμαι πόσα βιβλία άφησα τελικά αδιάβαστα εκείνον τον Αύγουστο, ίσως πάνω από δέκα, βιβλία ταλαιπωρημένα από τη συνύπαρξη μέσα στη τσάντα θαλάσσης παρέα με αντηλιακά και τάπερ τροφής. Ο Σεπτέμβρης ήρθε και ελάχιστα κείμενα είχα για το παρόν ιστολόγιο, μέχρι και να το παρατήσω σκέφτηκα, σε τέτοιο τέλμα ένιωθα χωμένος. Η ομοιοπαθητική είναι η μόνη θεραπευτική διέξοδος για το αναγνωστικό μπλοκάρισμα. Έριξα μια ακόμα ζαριά, έπιασα στα χέρια μου Το τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη, ενός Ιταλού, του Τζανφράνκο Καλίγκαριτς, που αγνοούσα πλήρως.

Και η ζαριά ήταν καλή, παρότι έφυγε από τρεμάμενα και ανασφαλή χέρια προς μια επιφάνεια μάλλον ανώμαλη, η πείνα για αφήγηση επανήλθε, η ανάγνωση θα με συνόδευε και σε αυτή την στροφή που έδειχνε ανυπέρβλητα ανηφορική. Δεκάδες φορές έχω επαναλάβει πόσο συγκινητικό είναι ένας συγγραφέας που δεν σε ξέρει να βοηθάει την παρτίδα να σωθεί, κάτι που η φιλολογία αδυνατεί να διακρίνει και να θεωρητικοποιήσει. Ο Καλίγκαριτς απέκτησε μια εξέχουσα θέση στην αναγνωστική μου καρδιά, άγνωστος μεταξύ γνωστών που συνέβαλλαν στην απαραίτητη ορθοπεταλιά προς το νέο και άγνωστο μονοπάτι που ανοιγόταν εμπρός μου. Δεν νομίζω πως χρειάζεται να υπεραμυνθώ περαιτέρω της επιλογής μου να διαβάσω σχεδόν ταυτόχρονα με την κυκλοφορία του το επόμενο μυθιστόρημα του Καλίγκαριτς, με την καθοριστική μεταφραστική φροντίδα της Δήμητρας Δότση. Ιδιωτικές άβυσσοι.

Διατρέχοντας την εργοβιογραφικό σημείωμα του, γεννημένου το 1947, συγγραφέα, παρατηρεί κανείς ένα μεγάλο χρονικό κενό ανάμεσα στο πρώτο του μυθιστόρημα (Το τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη, 1973) και το επόμενο (Posta prioritaria, 2002). Επίσης, η κυκλοφορία του Ιδιωτικές άβυσσοι το 2011 αποδείχτηκε καθοριστική, τα προηγούμενα δύο βιβλία του επανακυκλοφόρησαν, ενώ ακόμα τέσσερα έγραψε έκτοτε, σε μια περίοδο ιδιαίτερα γόνιμη, ένας συγγραφέας που επανασυστήθηκε στο αναγνωστικό κοινό της γείτονος χώρας, βρίσκοντας, παράλληλα, μεταφραστική διέξοδο προς άλλες αγορές, όπως συνέβη και στα καθ' ημάς, άλλωστε.

Λοιπόν. Ίσως τώρα είναι η κατάλληλη ευκαιρία να πω γιατί ξαναθυμήθηκα τούτη την ιστορία. Ας πούμε πως όλα οφείλονται στο μακρύ, κουραστικό ταξίδι που έκανα με το αυτοκίνητο μέχρι την πρωτεύουσα για να πω το τελευταίο αντίο στον γερο-Σανταντρέα. Ξαπλωμένο, παρελθόντος ορίου ηλικίας γαρ, στο ξύλινο κοστούμι του. Στη σκιά των κυπαρισσιών. Ένα ταξίδι που στην περίπτωσή μου αποδείχτηκε εξουθενωτικό λόγω των διουρητικών που παίρνω για την τόνωση του αδύναμου καρδιακού μου μυ, προκειμένου να καθυστερήσω το αναπόδραστο τέλος. Διευκρίνηση όχι και τόσο ανώφελη, μιας και γι' αυτό ακριβώς έχω σκοπό να μιλήσω. Για τον σκοτεινό μυ που, όταν βρίσκεται σε λειτουργία, πάλλεται επίμονος μέσα στη θωρακική κοιλότητα των ανθρώπων μέχρι τον ύστατο, τελεσίδικο χτύπο του.

Ο νεκρός, ο γερο-Σανταντρέα, είχε ένα μπαρ στη Ρώμη, με το όνομα Ξανακερδισμένος Χρόνος (ένα κλείσιμο του ματιού στην προυστική αναζήτηση), σε μια γειτονιά που στα τέλη της δεκαετίας του '60 βρισκόταν σε αναβρασμό, χωρίς ακόμα να έχει παραδοθεί ηττημένη στην τουριστική επέλαση. Ο αφηγητής της ιστορίας αυτής περνούσε κάποια διαστήματα στην πρωτεύουσα και υπήρξε τακτικός θαμώνας του μικρόκοσμου που διαμορφώνεται από τις δύο πλευρές μιας μπάρας. Επαγγελματίας τζογαδόρος, όσο παράδοξος και αν μοιάζει το επαγγελματίας ως ζευγάρι του τζόγου, ζει τα τελευταία χρόνια σε μια παραθαλάσσια περιοχή που το καζίνο της, παρότι ερημώνει, παραμένει ανοιχτό όλο τον χρόνο, ακόμα και μετά το τέλος της τουριστικής σεζόν. Η επίσκεψη στη Ρώμη, με αφορμή τον θάνατο του Σανταντρέα, ενεργοποιεί τα θραύσματα της μνήμης, επαναφέρει εκείνο το καλοκαίρι στο βάθος του ορίζοντα. Κάπου διάβασα και συμφωνώ πως παρότι είναι δύσκολο να επιβεβαιώσουμε τον μηχανισμό με τον οποίο η μνήμη λειτουργεί, συγκρατώντας και απορρίπτοντας καρέ και λεπτομέρειες κατά ιδία βούληση, είμαστε μάλλον βέβαιοι πως ό,τι τελικά συγκρατεί διαθέτει κάποια εγγενή αξία.

Είναι η ιστορία ενός βιαστικού γάμου, που σύντομα αποδείχτηκε δυσλειτουργικός στον πυρήνα εκ του οποίου κάθε ερωτικός δεσμός τρέφεται και αυτός δεν είναι άλλος από τη σεξουαλική επικοινωνία και συνδιαλλαγή των δύο μερών. Εκείνος, γόνος βιομηχάνων, είχε λάβει περιθώριο μια δεκαετία σουλατσαρίσματος πριν γυρίσει στη Γένοβα για να αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση, εκείνη, κόρη Ελβετού τραπεζίτη, ορφανή πια, με το τραύμα της μητρικής απώλειας ανοιχτό και σε αιμορραγία. Ο αφηγητής έγινε αυτόπτης μάρτυρας της ιστορίας αυτής, θυμίζοντας ως ένα βαθμό τον αφηγητή του Καρδιά τόσο άσπρη, και κυρίως εκείνο το καθοριστικό: δεν θέλησα να μάθω και όμως έμαθα. Η αξιοπιστία του αφηγητή δέχεται εξ αρχής καθοριστικά πλήγματα, η συμπλήρωση των κενών και η ολοκλήρωση της ιστορίας εν πολλοίς αφήνεται σε μαρτυρίες τρίτων, κυρίως του Σανταντρέα, και προσωπικά γεφυρώματα.

Ο Καλίγκαριτς, ήδη από Το τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη, έδειξε πως διαθέτει μια γοητευτική πρόζα, ποιητική και στακάτη, με διαρκή χρήση δινών και επαναλαμβανόμενων φράσεων, ιδανική για ανάσυρση στιγμών από το νοσταλγικό βασίλειο της νεότητος. Γιατί, μπορεί σε αυτή την ιστορία να υπήρξε απλώς ένας τριτοτέταρτος κομπάρσος, ωστόσο υπήρξε ταυτόχρονα νέος, με όσα δεινά και θαύματα η νεότητα επιφέρει, και αυτό είναι κάτι που στιγμή δεν πρέπει να αμελούμε διαβάζοντας (και) αυτή την αφήγηση. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση ικανοποιεί την ύπαρξη μιας συναισθηματικής απόστασης, η εγγύτητα του αφηγητή ωστόσο προσδίδει και το απαραίτητο συναίσθημα, έστω και στο περιθώριο, καύσιμο ικανό για να διανύσει τη διαδρομή μέχρι να επιστρέψει πίσω στο καζίνο της ανεμοδαρμένης ακτής.

Η κεντρική ιστορία φέρει μαζί της διάφορες διακλαδώσεις, άλλες μικρότερες ιδιωτικές αβύσσους, αλλά και την εποχή εκείνη στο σύνολό της, με τη συνυφασμένη νοσταλγία σε αντιδιαστολή με το παρόν της αφήγησης, τότε, ο Μάης υποσχέθηκε μια αλλαγή, η αθέτηση της οποίας άφησε πίσω της ποδοπατημένες ελπίδες για τη διόρθωση της αδικίας, όταν το κοινωνικό προνόμιο κατέστησε ουτοπικές και δονκιχωτικές τις κουβέντες και τη θεωρία για παραίτηση και παραχώρηση. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως το μυθιστόρημα αυτό ως κεντρικό του θέμα έχει την εκ των υστέρων κριτική της αλλοτρίωσης και του κομφορμισμού, που σε παρόντα χρόνο θα ήταν μάλλον αδύνατο να εντοπιστεί από τα ίδια τα υποκείμενα, που στον δικό τους μικρόκοσμο πίστευαν πως επαναστατούν. Αλλά και η ιστορία μιας πόλης, κυρίως του κέντρου της, που, από ζωντανός και παλλόμενος καρδιακός μυς, μετουσιώθηκε σε τουριστικό αξιοθέατο.

Ο τρόπος με τον οποίο ένας τζογαδόρος μαθαίνει με τα χρόνια, σίγουρα αν θεωρείται επαγγελματίας, όπως στην περίπτωσή μας, να ελέγχει το συναίσθημά του, να μην φανερώνει τι φύλλο κρατάει, αποδεικνύεται μια συγγραφική επιλογή καθοριστικής σημασίας, μια διέξοδος αποφυγής μιας πτώσης στο γλυκερό ζουμί του παρελθόντος. Η αφηγηματική φωνή, συγγενής εκείνης του Αντονιόνι, είναι που καθιστά ξεχωριστό και απολαυστικό το μυθιστόρημα αυτό, παρότι η ιστορία που αφηγείται δεν διακρίνεται από πρωτοτυπία, διαρκή ευρήματα, κορυφώσεις και ανατροπές, χωρίς, την ίδια στιγμή, να μη διαθέτει τον χαρακτήρα επείγουσας ανάγκης να ειπωθεί, όπως οι πρώτες κιόλας γραμμές επισημαίνουν και ο αντιηρωικός αφηγητής, παρότι στον περίγυρο της κεντρικής ιστορίας, υπηρετεί με συνέπεια μέχρι τέλους.

Στυλιζαρισμένο μα όχι βαρυφορτωμένο, εγκεφαλικό μα όχι αποστειρωμένο, γοητευτικό μα όχι λιγωτικό, ισορροπημένα συναισθηματικό και διόλου διδακτικό, το μυθιστόρημα του Καλίγκαριτς είναι πολύ ωραίο και ο αφηγητής του ικανός να διατηρηθεί στην αναγνωστική μνήμη, ταυτόχρονα συμπαθής και αντιπαθής, σίγουρα όχι ηρωικός· με αρκετούς τέτοιους έχει φορτωθεί η ανατομία των περασμένων δεκαετιών, άλλωστε.

υγ. Για το σωτήριο Τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη έγραφα αυτό, για το σοκ της ανάγνωσης του Καρδιά τόσο άσπρη αυτό.

Μετάφραση Δήμητρα Δότση
Εκδόσεις Ίκαρος