Το καλοκαίρι του '24 διάβασα το Ας πούμε πως είμαι εγώ (Βερόνικα Ράιμο, μτφρ. Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Δώμα), την επόμενη χρονιά τον Σουπερόσαυρο (Μέργεμ Ελ Μεγντάτι, μτφρ. Ιφιγένεια Ντούμη, εκδόσεις Carnívora). Αν και το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η αφηγηματική άνεση, μια γυναικεία πρωτοπρόσωπη πρόζα απολαυστική, φρέσκια και γάργαρη, εκείνο που στο μυαλό μου δημιούργησε δεσμό μεταξύ τους ήταν το γεγονός πως παρότι στην επιφάνεια της αφήγησης υπήρχε μια χαρουμενιά, κάτι το ανάλαφρο, κάπως αστείο, σίγουρα όχι σοβαροφανές, λίγο πιο κάτω, κρυμμένο καλά, υπήρχε ένας θυμός, ένα βάθος, μια αμφισβήτηση, γεγονός που δημιουργούσε μια διαρκή αντίστιξη, ένα χαμόγελο που σύντομα πάγωνε στα χείλη, για το οποίο μετάνιωνες, μια ελαφρότητα μόνο φαινομενική. Σίγουρα δεν διαθέτουν πολιτικοποιημένο φεμινισμό, ούτε σκληρή θεωρία φύλου, ωστόσο έχουν κάτι το ρεαλιστικό, κάτι από την κάθε μέρα, μικρές ψηφίδες που, παρότι εκεί, συχνά περνούν απαρατήρητες από το ραντάρ, ιδιαίτερα αν είσαι άντρας.
Διαβάζοντας τα Σπίτια καθαρά, από τις πρώτες κιόλας σελίδες, ένιωσα πως μια αναγνωστική τριπλέτα συμπληρωνόταν. Θα επιστρέψω σε αυτό.
Η Σολ, η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια, εμμονική με την καθαριότητα, από τότε που έμεινε έγκυος δέχεται βοήθεια για τις δουλειές του σπιτιού. Το γεγονός αυτό της προκαλεί δύο προβλήματα, το ένα έχει να κάνει με την ποιότητα της καθαριότητας, το δεύτερο με τις κοινωνικοπολιτικές αρχές της. Συγυρίζει το σπίτι πριν οι καθαρίστριες έρθουν, τρέχει να φύγει ώστε να μην είναι παρούσα, προσπαθεί να είναι δίκαιη μαζί τους, κυρίως, επιχειρεί να κατευνάσει τις ενστάσεις του εαυτού της. Ένα κομμάτι τής σκέψης της σχετίζεται άμεσα με την εικόνα που έχουν οι άλλοι για εκείνη, το προνόμιο της μετατρέπεται σε βάρος, κάποια όπως η Σολ, λένε, δεν μπορεί να ασχολείται με τις δουλειές του σπιτιού, δεν μπορεί να θυσιάσει την επαγγελματική της καριέρα ώστε να αφοσιωθεί στην ανατροφή του παιδιού της, μια Λατινοαμερικάνα είναι η κατάλληλη γι' αυτό. Και αν εκείνη αυτό που θέλει να κάνει είναι να καθαρίζει με αμοιβή, αν αυτή θέλει να είναι η δουλειά της, ο τρόπος της να κερδίζει χρήματα, και όχι μια θέση ευθύνης στην κινηματογραφική παραγωγή, όλη μέρα μπροστά από μια οθόνη, με διαρκές στρες και άπειρες απλήρωτες υπερωρίες;
Επιστρέφοντας στην παραπάνω τριπλέτα, διαβάζοντας το Σπίτια καθαρά συνειδητοποίησα ακόμα κάτι κοινό και αυτό έχει να κάνει με τις αποχρώσεις του να είσαι γυναίκα. Το κοινό στοιχείο που συνδέει τις γυναίκες, τα κουήρ άτομα και τις φυλές, δεν είναι το γεγονός πως είναι γυναίκες, κουήρ άτομα ή ανήκουν στην ίδια φυλή, αλλά το ταξικό, μια πλούσια και μια φτωχή γυναίκα, για παράδειγμα, παρότι γυναίκες και οι δύο δεν αντιμετωπίζουν τις ίδιες καθημερινές δυσκολίες, το αυτό ισχύει και για τα υπόλοιπα παραδείγματα. Σκέφτομαι πόσο απλή, οριακά απλοϊκή μια τέτοια παρατήρηση μοιάζει, αλλά δυστυχώς πρέπει κανείς κάθε φορά να ξεκινάει από το πλέον προφανές για να δοκιμάσει τα όρια μιας συζήτησης για ένα σχετικό θέμα. Η Αγκούντεθ, μέσω της Σολ, χαρτογραφεί όλες αυτές τις αποχρώσεις, σε έναν κόσμο κυρίως γυναικείο και όμως όχι και με τόση συνοχή τελικά, με διαφορετικά προνόμια και δικαιώματα μεταξύ των μερών του. Γιατί, παρότι η Σολ έχει επίγνωση αυτού, αυτό δεν είναι αρκετό ώστε να εξαλείψει τις διαφορές. Επίσης, γιατί θα ήταν μονομερές να εξεταστούν μόνο τα προνόμια της Σολ σε σχέση με τις Λατινοαμερικάνες καθαρίστριες και τροφούς, χωρίς να γίνει λόγος για τα προνόμια τα οποία η Σολ στερείται σε σχέση με τις άλλες μάμις που συναναστρέφεται ή εκείνα τα προνόμια που κουβαλά και θέλει να τα πετάξει από πάνω της, όχι για έναν πιο δίκαιο κόσμο αλλά για να ζήσει όπως επιθυμεί και της αρέσει.
Η πρόζα της Αγκούντεθ είναι απολαυστική, η ανάγνωση ρέει και όμως εδώ και εκεί υπάρχουν διάφορα αγκαθάκια ή πετραδάκια που έρχονται να ενοχλήσουν, λιγότερο ή περισσότερο, αυτό έχει να κάνει και με το αναγνωστικό υποκείμενο, ένα βιβλίο δεν είναι μόνο το υποκείμενο της γραφής αλλά και εκείνο της ανάγνωσης. Χαλαρό και ευχάριστο, σε σημεία αφελές ακόμα-ακόμα, ωστόσο φαινομενικά και επιφανειακά, από κάτω το πράγμα βράζει. Και έχει ενδιαφέρον η απόφαση της Αγκούντεθ να τοποθετήσει τη Σολ ως έναν καθρέφτη στο οποίο μεγάλο μέρος του αναγνωστικού κοινού θα αναγνωρίσει την εαυτή του ή κάποια που γνωρίζει. Ίσως και πιο ειλικρινές. Ίσως τελικά να ισχύει πως μόνο για ό,τι ξέρει κανείς μπορεί να γράψει με επιτυχία, αν η επιτυχία σχετίζεται με την αληθοφάνεια και τον ρεαλισμό, ή και τον κοινωνικοπολιτικό σχολιασμό, τι και αν αυτός δεν είναι το βασικό διακύβευμα της αφήγησης.
Φρέσκο και σύγχρονο, αυτό σκέφτομαι για το Σπίτια καθαρά, ίσως γιατί πρόσφατα σε μια μεγάλη παρέα για ώρα συζητούσαν το πόσο δύσκολο είναι να βρεις και να εμπιστευτείς μια γυναίκα που θα σου καθαρίζει το σπίτι, και, συνέχιζαν, αν τυχόν βρεις τότε σου ζητάει ένα σκασμό λεφτά. Βαρέθηκα σύντομα τη συζήτηση. Αντιλαμβάνομαι πως είναι κάποιου είδους πρόβλημα αλλά όχι για να βρίσκεται στην κορυφή της πυραμίδας, όχι για περισσότερα από ένα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, όχι για θεωρία και φιλοσοφία, αλλά ως αίτημα, ξέρεις κάποια γυναίκα να μου κάνει τις δουλειές του σπιτιού, ναι ή όχι και πάμε παρακάτω.
Η Αγκούντεθ δεν έχει απλώς μια καλή ή έξυπνη ιδέα, το μυθιστόρημα της δεν εξαντλείται σε αυτό. Έχει μια συγκεκριμένη ματιά στον κόσμο γύρω της, μια ματιά ικανή να μην χρειάζεται τόνους βιβλιογραφίας και επιστήμης, μια απλή ματιά κατανόησης του οικείου της κόσμου, μια διάθεση ζαβολιάς, μια διάθεση να ενοχλήσει λίγο πίσω από την πέπλο της χαρούμενης και αφελής αφήγησης, χωρίς να βαραίνει αχρείαστα το περιεχόμενο του μυθιστορήματος, χωρίς να γυρεύει εξεζητημένα κομμάτια θεωρίας ή στράτευσης και με αυτό τον τρόπο πετυχαίνει πολλά περισσότερα τελικά, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια.
Η Σολ είναι ένας αμφιλεγόμενος χαρακτήρας και θα εξηγήσω τι εννοώ. Ο προβληματισμός της γύρω από τη ζωή και τα πράγματα, ακόμα και αν υπερκεράσει κάποια εμπόδια και ιδωθεί, ακόμα και αν θεωρηθεί, θέλω να πω, υπαρκτός, δεν θα φτάσει μέχρι του σημείου του να θελήσεις να την πάρεις μια αγκαλιά ή να σκεφτείς πώς θα μπορούσες να την βοηθήσεις. Αυτό είναι που την κάνει αμφιλεγόμενη. Συμπαθητική και έχει δίκιο αλλά ως ένα σημείο. Υπάρχει ένα δεδομένο προνόμιο που της επιτρέπει να ελιχθεί ακόμα και ερχόμενη σε σύγκρουση με το ίδιο της το προνόμιο, η σύγκρουση αυτή απλώς θα σοκάρει τον περίγυρό της, θα τον προβληματίσει ή θα τον απογοητεύσει, αλλά δεν θα θέσει σε κίνδυνο την ίδια της την επιβίωση. Δεν είναι απλό, σίγουρα όχι αρεστό, να αμφισβητεί ο άλλος, ο κάθε άλλος, τα προβλήματά μας, να τα γειώνει και να μας απαντά για τις γυναίκες στη Λατινική Αμερική, για να δώσω ένα ενδοκειμενικό παράδειγμα. Δεν είναι ωραίο κάποιος να κατονομάζει το προνόμιο μας, ακόμα και αν αυτό είναι ελάχιστο, γιατί μας το υπενθυμίζει, γιατί μας αναγκάζει να το λάβουμε υπόψη, να το υπολογίσουμε στο παροντικό ταμείο, να κάνουμε τουλάχιστον ένα βήμα και από εκεί να παρατηρήσουμε ξανά τον εαυτό μας, να σκεφτούμε λίγο πριν ανοίξουμε το στόμα μας για να παραπονεθούμε. Και ξέρετε κάτι, υπάρχουν τόσα πολλά πράγματα για τα οποία μπορούμε να παραπονεθούμε, τόσα πολλά πράγματα για τα οποία πρέπει να πολεμήσουμε και να διεκδικήσουμε. Ένα προνόμιο δεν μας στερεί αυτό το δικαίωμα, αυτή την ανάγκη. Κατά κάποιο τρόπο, το πώς παραπονιόμαστε, υποτιμά τον εαυτό μας, χαμηλώνει εξαιρετικά τον πήχη. Θέλω να πω: είναι ένα ζήτημα αν θα βρω κάποιο άτομο να με βοηθήσει με τις δουλειές του σπιτιού, αλλά είναι σίγουρα ένα μεγαλύτερο και σοβαρότερο ζήτημα το γεγονός πως δεν θα πάρω σύνταξη, όχι;
Βιβλία όπως τα Σπίτια καθαρά διαθέτουν μια σκανδαλιά που πολύ του γούστου μου είναι, ικανά να επιφέρουν ρωγμές πιο καίριες από άλλα πιο στρατευμένα που προσπαθούν πολύ να το κάνουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου