Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

Κόκκινο φαράγγι - Γιάννης Νικολούδης

Είχαν προηγηθεί: Από χώμα και κόκαλα και Άδειος τόπος. Ο Γιάννης Νικολούδης (Ηράκλειο, 1987) είναι ένας από τους συγγραφείς που παρακολουθώ, περιμένω με ενδιαφέρον το επόμενο βιβλίο τους, σπεύδω να το διαβάσω, διακρίνω σ' αυτόν μια προσωπική φωνή, παρά τις όποιες λιγότερο ή περισσότερο ορατές επιρροές, ένας συγγραφέας που μοιάζει να έχει να δώσει αρκετά. Η ανάγνωση αφήνει ένα διττό συναίσθημα, την ικανοποίηση, που ένα καλό βιβλίο προσφέρει ως εμπειρία και επίγευση, αλλά και μια περιέργεια για το επόμενο βήμα, την εξέλιξη. Το διττό αυτό συναίσθημα καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις προσδοκίες πριν από την ανάγνωση κάθε επόμενου βιβλίου του, γυρεύω ικανοποίηση, προσμένω περαιτέρω εξέλιξη. Πήχης τοποθετημένος αρκετά ψηλά. Η σύγκριση εντός του συγγραφικού κόρπους πάντοτε είναι ιδιαίτερη, απαιτητικότερη μιας απλής γνωμάτευσης: ένα καλό βιβλίο.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε το Κόκκινο φαράγγι, από τις εκδόσεις Πατάκη. Φρόντισα να το προμηθευτώ άμεσα. Απέμενε η κατάλληλη αναγνωστική στιγμή. Ένα κυριακάτικο πρωινό, για παράδειγμα, ξύπνημα νωρίς, νωχελικότητα, οι ψηφιακοί περισπασμοί σε απόσταση, οι όποιες υποχρεώσεις σε παύση, μια συνεχής, όσο το δυνατόν, ανάγνωση. Έτσι κι έγινε.

Κάτι τρομερό έχει συμβεί. Στέκει να αιωρείται και δεν κατονομάζεται. Ένα σπίτι στην άκρη του χωριού, κρυμμένο πίσω από φυσικά αναχώματα. Ένα φαράγγι, μια εγκάρσια τομή με το νερό να ρέει. Ένα χωριό που γιορτάζει, ο απόηχος ταξιδεύει σε μεγάλη απόσταση. Τρεις έφηβοι που νιώθουν εγκλωβισμένοι, πάσχουν από την ανία της μικρής επαρχίας, γυρεύουν την περιπέτεια. Ένας αδερφός, χρόνια μετά θα επιστρέψει, ο θάνατος βάζει μια άνω τελεία, το παρελθόν παραφυλά. Αυτά είναι κάποια από τα βασικά συστατικά της πλοκής.

Το γνώριμο αφηγηματικό ύφος του Νικολούδη, ο τραχύς κοφτός λόγος, το αιωρούμενο κακό, η καθοριστική παρουσία του τόπου, πάντοτε παρά πόδας, υποδέχεται τον αναγνώστη. Η διάρρηξη της γραμμικότητας, τα μπρος πίσω στον χρόνο και οι αφηγηματικές παρεμβολές των υποπλοκών, παρέα με όσα δεν λέγονται αλλά αφήνονται να καρπίσουν στη φαντασία του αναγνώστη, αποτελούν συνήθη αφηγηματικά εργαλεία. Ενίοτε, απλώς αποδεικνύονται δυσλειτουργικά, επιφέρουν σύγχυση αδικαιολόγητη, συσκοτίζουν μόνο για να το κάνουν να φανεί πιο σύνθετο απ' όσο είναι, προκαλούν εκνευρισμό εν τέλει. Δεν είναι τέτοια η περίπτωση εδώ. Ο Νικολούδης λειτουργεί βάσει σχεδίου υψηλής ακρίβειας. Δεν βιάζεται και δεν παρασύρεται. Δεν αφήνεται στο συχνά γοητευτικό χάος, δεν απολύει τον βηματισμό του.

Και τα τρία βιβλία του που ως τώρα έχω διαβάσει θα μπορούσαν να είναι το εκτενές ρεπορτάζ μιας εφημερίδας, ένας δημοσιογράφος που ανασυνθέτει ένα γεγονός που στάζει αίμα, ένα έγκλημα που ταράζει μια τοπική κοινωνία. Και στα δύο κείμενα που προηγήθηκαν, έκανα αναφορά στον σπουδαίο Ροδόλφο Γουόλς και την Επιχείρηση σφαγή, το πρώτο δείγμα μη μυθοπλαστικού μυθιστορήματος –κάντε τη χάρη στον εαυτό σας και γυρέψτε την–, η αναφορά δεν ήταν τυχαία, ούτε θα μπορούσε να λείπει από αυτό εδώ το κείμενο, παρότι δεν υπάρχει ένας αφηγητής-ερευνητής ξεκάθαρα παρών. Εδώ εντοπίζεται μία εξέλιξη στη γραφή του, η απόλυση μιας ευκολίας, στη θέση του, αρκετές αφηγηματικές φωνές, διαδέχονται η μία την άλλη, με αποτέλεσμα τον κατακερματισμό, ξέροντας πως έτσι θα φωτίσει πλευρές στις οποίες η αφηγηματική γραμμικότητα θα στερούσε ή δεν θα αναδείκνυε, αδυνατίζοντας το τελικό αποτέλεσμα.

Υπάρχει αυτή η διάκριση ανάμεσα στο τι και το πώς, ποια θα είναι η ιστορία και πώς ο συγγραφέας θα αποφασίσει να τη δώσει. Ο Νικολούδης μόνο φαινομενικά κλίνει προς το πώς. Έχει σχεδιάσει μια ιστορία δυνατή, με αρχή μέση τέλος, πρόσωπα και καταστάσεις καλοσχηματισμένα, ένα παζλ που όταν τα κομμάτια μπουν στη θέση τους, πρώτα τα περιμετρικά και στη συνέχεια πότε το ένα και πότε το άλλο, θα επιβραβεύσει, εαυτόν και αναγνώστη, με ένα ικανοποιητικό της προσπάθειας αποτέλεσμα, αν και πιθανά διαφορετικό στις λεπτομέρειες του για το κάθε βλέμμα. Μένει το πώς, οπότε. Αυτό μοιάζει να είναι το στοιχείο πρόκλησης, εκείνο που θα κολλήσει τον συγγραφέα στην καρέκλα του, θα δεσμεύσει το μυαλό και τη φαντασία του, θα τον στοιχειώσει, θα τον αναγκάσει να δουλέψει σκληρά. Θα κόψει και θα ράψει επανειλημμένως. Θα αφαιρέσει ό,τι περιττό. Θα αποκόψει και θα μετακινήσει. Θα δοκιμάσει εκδοχές διαδοχής. Θα σώσει το αρχείο όταν θα νιώσει πως κάθε τι είναι στη θέση του. Αυτό είναι που ξεχωρίζει τη γραφή του, αυτό είναι που στα μάτια μου τον κατατάσσει ιδιαίτερο, σ' αυτό είναι που κάθε φορά περιμένω την εξέλιξη, στο πώς. Ας υπενθυμίσουμε, ωστόσο, πως της τελικής εκδοχής ακολουθεί η επιμέλεια, εδώ δια χειρός της έμπειρης Ελένης Κεχαγιόγλου.

Στην αρχική σκοτεινιά, ο αναγνώστης άλλη επιλογή δεν έχει, παρεκτός από το να εγκαταλείψει, να ακολουθήσει τον αφηγητή, να δείξει εμπιστοσύνη στο αφηγηματικό υποκείμενο και στο αναγνωστικό, το δικό του, ένστικτο, η περιέργεια παρέα με την απόλαυση βαδίζουν, το ρίσκο ενός φτηνού πυροτεχνήματος ελοχεύει, αναπόφευκτα. Σιγά σιγά το τοπίο ξεκαθαρίζει. Ο αναγνώστης προσανατολίζεται, αποκτά σταθερές, διακρίνει σιγά σιγά την επικράτεια και τα πρόσωπα. Συνειδητοποιεί πως ξέρει πώς τελειώνει αυτή η ιστορία. Τελειώνει όμως πραγματικά μια ιστορία; Μάλλον όχι, θα έλεγα. Προχωρώντας στα σκιώδη, το ανεστίαστο ξεγελά, προσδίδει ανακριβείς διαστάσεις. Εδώ υπάρχει ένα κερδισμένο στοίχημα. Η ιστορία, τα πρόσωπα και οι καταστάσεις, οι ιδιαιτερότητες των χωροχρονικών συντεταγμένων απλώνουν, ο αναγνώστης, συνειδητά ή όχι, συνεισφέρει στον κοινό ταμιευτήρα της αφήγησης, ένας κοινός τόπος απλώνεται ξάφνου, καθένας από τη δική του αφετηρία, συγγραφέας και αναγνώστης προσέρχονται. Διαισθητικά κάπως ονοματίζω αυτό το αφηρημένο. Αβίαστα η ιστορία απολύει το βάρος της ακρίβειας και της μοναδικότητάς της, αποκτά διαστάσεις μεγαλύτερες, ενσωματώνει επιπλέον στοιχεία και χαρακτηριστικά, έναν υπόγειο χώρο που βράζει, η βάση του παγόβουνου γίνεται αισθητή.

Ο Νικολούδης, λέω ξανά, έχει μια ιστορία να αφηγηθεί. Ένα το κρατούμενο. Έχει όμως, λέω ξανά, έναν ιδιαίτερο τρόπο να το κάνει. Δύο τα κρατούμενα. Το Κόκκινο φαράγγι όμως δεν είναι μόνο αυτά, μια ιστορία και ένας άρτιος τρόπος, αν και από μόνα τους αυτά τα δύο θα ήταν αρκετά. Είναι κάτι που οι σπουδαίοι, Αμερικανοί κυρίως, συγγραφείς, κάνουν με έναν τρόπο απαράμιλλο, διαπραγματεύονται το κακό στο πλήρες ανάπτυγμά του, παρότι μοιάζει να ασχολούνται με μια ελάχιστη αμυχή, με έναν περίκλειστο κόσμο, με ένα απλό περιστατικό, με κάποια λίγα πρόσωπα, ο αναγνώστης, μετά τις πρώτες σελίδες κιόλας, νιώθει πως περιδιαβαίνει μια αχανή και άχρονη άβυσσο, στην οποία, πώς αλλιώς, διάφορες επιφάνειες αντανακλούν το ίδιο του το είδωλο, τον κόσμο στον οποίο ενοικεί. Πώς το έλεγε ο Μακάρθυ στο Τέκνο του θεού, αναφερόμενος στον Μπάλαρντ; Ένα τέκνο του Θεού, σαν και σένα και μένα. Κανείς αμόλυντος του κακού, όσο και αν επιμένει να αποστρέφει το βλέμμα.

υγ. Για το Από χώμα και κόκαλα περισσότερα μπορείτε να δείτε εδώ, για το Άδειος τόπος εδώ, για το εκπληκτικό Επιχείρηση σφαγή του Γουόλς εδώ, για το Τέκνο του θεού εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Εκδόσεις Πατάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου