Η σκοτεινή πλευρά του έρωτα, ο χωρισμός και η απόρριψη, το τέλος, το μαύρο κουτί της πρόσκρουσης, η επόμενη μέρα, η συναισθηματική μονάδα αντικατάστασης που εμφανίζεται και η καλή (ελληνική) λογοτεχνία. Η Ρένα Λούνα, γεννημένη το 1992, και ο Φώτης Μανίκας, γεννημένος το 1982, πραγματοποίησαν πρόσφατα το δεύτερο λογοτεχνικό τους βήμα, κάτι παραπάνω από δύο χρόνια μετά. Με διαφορετικό τρόπο, εκείνη με ένα παλιακό, στα όρια της επιτήδευσης, πρωτοπρόσωπο επιστολικό μυθιστόρημα απεύθυνσης προς το αντικείμενο του έρωτά της, εκείνος με μια στακάτη πρόζα, ένας παντογνώστης αφηγητής στα συντρίμμια μιας σχέσης που, όπως τόσες και τόσες άλλες, απλώς κατέρρευσε.
Οι αλεπούδες του Περ-Λασαίζ (Ο Μωβ Σκίουρος, 2023) συζητήθηκαν αρκετά, στόμα με στόμα διαβάστηκαν, ένα πρωτόλειο έργο που εντυπωσίασε με τη φιλόδοξη πρόζα του, παρά το νεαρό της ηλικίας της Λούνα, λειτουργική και τεχνικά άρτια. Στο Αγαπητή Μαρμάρινη Πλάκα, με σκηνικό δράσης εκ νέου το Παρίσι, εκεί που η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια βρέθηκε, εγκαταλείποντας το νησί στο οποίο γεννήθηκε, για να σπουδάσει λογοτεχνία, με ένα αξιόλογο πρώτο βιβλίο στις αποσκευές της, αυτή τη φορά πιο κοντά στο σήμερα, η Λούνα δοκιμάζει κάτι φιλόδοξο.
Μια σύνθεση από ιδιότυπες επιστολές, που μένει αναπάντητο αν επιδόθηκαν στον παραλήπτη, τον κατά είκοσι πέντε χρόνια μεγαλύτερο της καθηγητή, τη Μαρμάρινη Πλάκα, ή αν αποτελούν ενός είδους ημερολόγιο καταστρώματος μιας χιμαιρικής σχέσης, που βύθισε τη νεαρή κοπέλα στην άβυσσο του ανέφικτου, για να γίνουν αργότερα τμήμα μιας έκθεσης, όταν εκείνη πια θα είχε γυρίσει πίσω στο νησί. Το απόσπασμα, ανάμεσα σε άλλα, από το I love Dick της Κρις Κράους, αναδεικνύει μια εκλεκτή συγγένεια. Περαιτέρω, το αντικείμενο των σπουδών δεν δικαιολογεί απλώς, αλλά ως ένα βαθμό επιβάλλει, τόσο το πιο λογοτεχνικό ύφος, στο όριο της επιτήδευσης, όσο και τις δεκάδες διακειμενικές αναφορές που ο αναγνώστης συναντά εδώ, σε ένα χορταστικό γαϊτανάκι στην επικράτεια της λογοτεχνίας.
Η Αγαπητή Μαρμάρινη Πλάκα είναι έργο φιλόδοξο γιατί επιχειρεί να υπερκεράσει τους όποιους ειδολογικούς περιορισμούς, στοχεύοντας σε κάτι πιο σύνθετο από ένα απλό επιστολικό μυθιστόρημα με θέμα τον ανεκπλήρωτο έρωτα. Η Λούνα, με περισσή αφηγηματική άνεση και συνεχώς ανατροφοδοτούμενη έμπνευση, κατασκευάζει ένα εντυπωσιακό παλίμψηστο, που δεν απολύει σε καμία στιγμή τη δυναμική του, κατορθώνοντας να τραβήξει μαζί του τον αναγνώστη στα βάθη της απόγνωσης, στις ατραπούς της ψυχικής κατάπτωσης, διερευνώντας αβίαστα τις εκτάσεις μιας σκοτεινής επικράτειας. Φιλόδοξο, επίσης, γιατί εξαρχής γνωρίζει πώς θέλει να χρησιμοποιήσει το περιεχόμενο των επιστολών, που αποτελούν τον κυρίως όγκο του μυθιστορήματος, δεν ξεμυαλίζεται από την ίδια της την πένα, από τη γοητεία της. Καταφέρνει έτσι να εξαλείψει την όποια υπόνοια περί ανοικονόμητου, τόσο γιατί η υπερβολή είναι εγγενές χαρακτηριστικό του ερωτικού υποκειμένου, όσο και γιατί κάθε επόμενη καταγραφή έρχεται να προσθέσει φύλλα στην επιχειρούμενη ιδιότυπη αυτή χαρτογράφηση.
Το Δεν θυμάμαι να υπήρχε κάποια πόρτα κοντά μας (Loggia, 2023), μια συλλογή διηγημάτων με μερικές όμορφες κορυφές, υπήρξε, επίσης, ένα βιβλίο που διαβάστηκε, ενώ ως πρωτοεμφανιζόμενος ο Μανίκας βραβεύτηκε με τα αντίστοιχα βραβεία του Περιοδικού Αναγνώστης και της Εταιρείας Συγγραφέων. Στο Δεν υπήρχε πιο πιστό επιχείρημα ότι ήταν ζευγάρι από τον τρόπο που κοιτάξανε τον ουρανό, αφήνει τη μικρή φόρμα για το μυθιστόρημα. Δυο άνθρωποι είναι μαζί και μετά δεν είναι πια. Ο χωροχρόνος είναι η σημερινή Αθήνα, το κέντρο της συγκεκριμένα. Με έναν λόγο στακάτο και αρκετά κοφτό, ο Μανίκας πιάνει το νήμα από το σημείο μηδέν: «Το είπε. "Μαρία, θα φύγω"». Άπαξ και ειπωθεί, αφήνει μια ρωγμή στο κουκούλι της σχέσης, ακόμα και αν δεν σχιστεί εξαρχής, η φθορά, που ίσως να ένιωθαν οι ένοικοι, γίνεται ορατή, ολοένα και περισσότερο.
Μια ακόμα ερωτική ιστορία που λήγει άδοξα, τίποτα το καινοφανές εδώ, ένας στακάτος τρόπος, αρκετά προσωπικός και χαρακτηριστικός, για να ξετυλιχτεί το κουβάρι, όμως ούτε αυτό αρκεί να δικαιολογήσει το πόσο μου άρεσε το μυθιστόρημα αυτό, υπάρχει κάτι ακόμα που ο Μανίκας κάνει καλά, στο υπέδαφος και τις άκρες της ιστορίας των δύο προσώπων έρχεται και φυτεύει την καθημερινότητα, το πλαίσιο, τις συνθήκες, με την οξυδερκή ματιά κάποιου που ζει και περπατά το κέντρο της μεγάλης μας πόλης, αποτυπώνει τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν, χωρίς όμως αυτό να τον αποπροσανατολίζει από την επιθυμία/απόφαση να αφηγηθεί το τέλος μιας σχέσης, την επόμενη μέρα του εγώ αντί του εμείς. Το «Μαρία, θα φύγω», εκτός από μια τελεία στον μικρόκοσμο των δύο, αποτυπώνει κάτι ευρύτερο, την επιθυμία ή την αγωνία, αν προτιμάτε, της φυγής από το εδώ, η κούραση που περικλείει δεν έχει να κάνει μόνο με τον άλλον, αλλά εκτείνεται σε κάθε γωνιά της επικράτειας της απόπειρας να ζήσει κάποιος εδώ.
Δύο όψεις μιας κοινής επιφάνειας, δύο τρόποι που συναντιούνται στην ίδια αρένα, δύο καλά μυθιστορήματα που υπενθυμίζουν πως η απαξίωση της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, ακόμα και αν τη δεχτούμε ως κανόνα, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε πως διαθέτει αρκετές εξαιρέσεις. Και να δύο καλά παραδείγματα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου