Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012
Η Υστάτη - Φαίδων Ταμβακάκης
Με το σκάφος του, τη ΜΑΝΙΑ, γύρισε τον κόσμο. Εφτά χρόνια μακριά από τον τόπο του. Με πολύ κόπο διανύει τα ναυτικά μίλια που χωρίζουν τη Μάλτα από την Ελλάδα, πιάνει λιμάνι στην άγονη Σαπιέντζα του Αιγαίου, δεύτερο μεγαλύτερο νησί του συμπλέγματος των μεσσηνιακών Οινουσσών. Ένα ζεστό πιάτο φαγητό, λίγη ξεκούραση και βοήθεια για τις επισκευές που απαιτούνται. Αυτα επιθυμεί, τίποτα περισσότερο. Άσχημο πράγμα ο νόστος, ωραιοποιεί το παρελθόν, βοηθά τις πληγές να κλείσουν.
Όλα τα χρόνια διατηρεί με αυστηρή πειθαρχία ημερολόγιο πορείας. Μήκος, πλάτος, ημερομηνία, ώρα, πληροφορίες σχετικές με τον άνεμο. Αυτές οι τελευταίες καταχωρήσεις αποτελούν την εισαγωγή στο μυθιστόρημα του Ταμβακάκη. "Μετανιώνω" θα γράψει στις 19/7/1987. Μετά την τελευταία καταχώρηση το πρώτο πρόσωπο θα δώσει τη θέση του στο τρίτο, η ιστορία παύει να είναι προσωπική και περιέρχεται στη φαντασία του συγγραφέα.
Η συγκίνηση πηγάζει από, το αυστηρά προσωπικό, εκείνο νήμα που συνδέει τον ήρωα με τον αναγνώστη. Η φυγή, που σα σκέψη, συχνά επισκέπτεται τον ανθρώπινο νου. Η βάρκα δεν είναι πάντα απαραίτητη. Ο γύρος της γης συχνά βρίσκεται στο απέναντι πεζοδρόμιο. Να νιώθεις ξένος, ασχέτως τόπου. Η Οδύσσεια του φυγά τις περισσότερες φορές δεν είναι ηρωική, δεν περιλαμβάνει μυθικά τέρατα και τύμβους δόξας. Σιωπηλά, και στη σκιά, βαδίζει.
Τα κεφαλαία γράμματα του ονόματος του σκάφους αφήνουν αναπάντητο το ερώτημα: Μάνια ή Μανία; Τελευταίο λιμάνι η Σαπιέντζα που στα ιταλικά σημαίνει σοφία, ένας ακόμα συμβολισμός πίσω από το γεωγραφικό ρεαλισμό.
Το εύρημα με το ημερολόγιο, στο οποίο στηρίζεται η εξιστόρηση, λειτουργεί και για έναν ακόμα λόγο πέραν της δομής του κειμένου αφού με αυτό τον τρόπο δίνεται στον αναγνώστη η ελευθερία και η δυνατότητα να δραπετεύσει, εάν το επιθυμεί, από τη συγγραφική ματιά και να αφήσει τη φαντασία του να τον οδηγήσει σε μέρη πιο οικεία, πιο προσωπικά.
Θα ήθελα, λίγο πριν από το κλείσιμο, να αναφερθώ και στο υπέροχο εξώφυλλο του Αλέξη Κυριτσόπουλου. Η ομορφιά ενός βιβλίου δεν περιορίζεται στις λέξεις.
Εκδόσεις το Βιβλιοπωλείο της Εστίας
Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012
Αρχειοθέτηση σε Δύο Χρόνους (2)
"Κείμενα που πρωτοδημοσιεύτηκαν αλλού και ο κίνδυνος της απώλειας τα έφερε εδώ."
Μετά την ανάγνωση : Ο Παραγιός του Ρόμπερτ Βάλζερ
Ο Γιόζεφ χτυπά την πόρτα της οικείας Τόμπλερ, μόλις έχει απολυθεί από τον στρατό και επιθυμεί να εργαστεί. Με τη βοήθεια του γραφείου ευρέσεως εργασίας θα προσληφθεί ως βοηθός του κ. Τόμπλερ. Το αφεντικό του ασχολείται με ευρεσιτεχνίες, εκεί έχει επενδύσει όλη του την περιουσία. Τα τελευταία χρόνια με τη γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά τους κατοικούν σε μία έπαυλη στα περίχωρα ενός χωριού. Στον Γιόζεφ θα παραχωρηθεί ένα δωμάτιο.
Ως άμεσος συνεργάτης του συζύγου αλλά και ως συγκάτοικος της οικογένειας θα έρθει σε επαφή με τον τρόπο ζωής της αστικής τάξης. Θα θαμπωθεί, αρχικά, από τη λάμψη, θα καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να ανταποκριθεί με επιτυχία στις απαιτήσεις της εργασίας του. Σε αυτό το σημείο παρουσιάζεται το πρώτο δείγμα (αυτο)κριτικής διάθεσης από τη μεριά του συγγραφέα, με τον υπάλληλο να αρκείται στα υλικά αγαθά (πούρα, κρασί, φαγητό, έπαυλη) και σχεδόν να παραιτείται από το δικαίωμά του στην αμοιβή.
Παρά τα οικονομικά προβλήματα τα οποία με τον καιρό αντιμετωπίζει, ο Τόμπλερ αρνείται να αλλάξει τρόπο ζωής επιμένοντας στο στόχο που έχει θέσει για την επιτυχία της επιχείρησης, απόφαση που θα επηρεάσει τόσο τις οικογενειακές όσο και τις προσωπικές/επαγγελματικές του σχέσεις.
Ο Βάλζερ παρουσιάζει το χρονικό μιας αστικής οικογένειας της εποχής του. Γράφει το μυθιστόρημα αυτό αφού έχει απολυθεί πρόσφατα από το στρατό και έχει δουλέψει στο πλευρό ενός ευρεσιτέχνη. Πρόκειται λοιπόν για ένα κείμενο με έντονο το αυτοβιογραφικό στοιχείο.
Ο Γιόζεφ είναι το alter ego του συγγραφέα. Χαρακτήρας δύσκολος να σκιαγραφηθεί με λεπτομέρεια, ένας δυσθυμικός που μάταια προσπαθεί να υποτάξει το στιγμιαίο συναίσθημα στη λογική. Η αγάπη του για τους μοναχικούς περιπάτους είναι ένα χαρακτηριστικό το οποίο συναντάται σε οποιαδήποτε βιογραφία του συγγραφέα.
Μέσα από την περιγραφή της καθημερινότητας της οικογένειας Τόμπλερ, ο Βάλζερ θα τοποθετήσει στο επίκεντρο της κριτικής του όχι μόνο τους αστούς αλλά και την ελβετική κοινωνία σχεδόν στο σύνολό της.
Ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας καταλαμβάνει η οικογένεια. Πίσω από τη βιτρίνα της καλής ζωής κρύβονται φόβοι, ανασφάλειες, εντάσεις και πάθη. Η κόρη, που ζει στο περιθώριο της προσοχής και της αγάπης, αντίθετα με τα αδέρφια της, υπό την εξουσία της υπηρέτριας, μοιάζει να πάσχει από κάποιο ψυχικό νόσημα το οποίο όμως δεν περιγράφεται περαιτέρω και μένει να πλανάται απροσδιόριστο. Η σύζυγος κατέχει ένα μάλλον διακοσμητικό ρόλο και τα καθήκοντά της περιορίζονται εντός της οικείας, η ανάγνωση και η βραδινή χαρτοπαιξία είναι το αντίδοτο απέναντι σε μια άνευρη καθημερινότητα. Ο Τόμπλερ είναι ο αρχηγός της οικογένειας, διαθέτει το αλάθητο και τη δυνατότητα να αποφασίζει για το σύνολο των πραγμάτων, λείπει συχνά εκτός σπιτιού είτε για κάποιο επαγγελματικό ταξίδι είτε για να πιεί ένα ποτό στο καπηλειό του χωριού.
Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης μία από τις ευρεσιτεχνίες του Τόμπλερ, ένα ρολόι το οποίο διαθέτει ειδικό πλαίσιο για τοποθέτηση διαφήμισης. Αν σκεφτεί κάποιος πως βρισκόμαστε στις αρχές του 20ου αιώνα, τότε σίγουρα προκαλεί εντύπωση το γεγονός αυτό. Μέσα από το μυθιστόρημα αυτό, το στερεοτυπικό τρίπτυχο λιβάδια – τράπεζες - ρολόγια παίρνει σάρκα και οστά δείχνοντας την έντονη κριτική διάθεση του Βάλζερ για την εικόνα που παρουσιάζει η χώρα του.
Μυθιστόρημα το οποίο σε μαγεύει με την απλότητά του. Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης ανακάλεσα αρκετές φορές τις Μαύρες σημαίες και τη Δεσποινίς Τζούλια του Αύγουστου Στρίντμπεργκ, κείμενα στα οποία διέκρινα αρκετά κοινά στοιχεία με τον Παραγιό, ο οποίος, όπως κάθε μεγάλο έργο της παγκόσμιας γραμματείας, εξακολουθεί να είναι επίκαιρο παρά το πέρας εκατό χρόνων από την πρώτη του έκδοση.
Ένας από τους λόγους που επέλεξα να διαβάσω το βιβλίο του Βάλζερ ήταν η επιθυμία μου να γνωρίσω τις επιρροές των επίσης γερμανόφωνων Ελβετών συγγραφέων Φρις και Ντύρενματ, όμως τελικά εμπρός μου εμφανίστηκε ο τεράστιος και άδικα χαμένος Ζέμπαλντ.
Μετάφραση Ιάκωβος Κοπερτί.
Εκδόσεις Ηριδανός.
Μετάφραση Ιάκωβος Κοπερτί.
Εκδόσεις Ηριδανός.
υγ Εδώ μπορείτε να βρείτε την ανάρτηση: Πριν την ανάγνωση : ο Παραγιός του Ρόμπερτ Βάλζερ
Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012
Αρχειοθέτηση σε Δύο Χρόνους (1)
"Κείμενα που πρωτοδημοσιεύτηκαν αλλού και ο κίνδυνος της απώλειας τα έφερε εδώ."
Πριν την ανάγνωση : ο Παραγιός του Ρόμπερτ Βάλζερ.
Πώς αλήθεια επιλέγουμε το επόμενο βιβλίο από την απύθμενη στίβα των προσεχώς;
Αυτή τη φορά νομίζω πως η αιτία βρίσκεται στην καταγωγή του συγγραφέα.
Μία ιδιαίτερη αδυναμία στη γερμανόφωνη ελβετική λογοτεχνία την έχω, υπεύθυνοι γι’ αυτήν είναι κυρίως ο Μαξ Φρις και ο Φρίντριχ Ντύρενματ. Είναι νομίζω ο καιρός να βρεθώ πιο κοντά στις πηγές.
Ο Βάλζερ υπήρχε στη λίστα εδώ και καιρό. Ο Βίλα Μάτας στο Μπάρτλεμπυ & Σία τον αναφέρει ως έναν από τους επιφανείς αρνητές της γραφής. Κατάφερε έτσι να μου οξύνει τη διάθεση να διαβάσω τον Παραγιό που εδώ και καιρό περιμένει ήσυχος τη σειρά του.
Ακόμη πιο ιντριγκαδόρικες αναφορές στον Ελβετό έχουν κάνει ο Κάφκα, ο Μουζίλ, ο Τσβάιχ και ο Μπένγιαμιν. Για χρόνια το έργο του έμεινε μακριά από το ευρύ κοινό, φαινόμενο συχνό αλλά μάλλον δικαιολογημένο λόγω της μοντέρνας γραφής για την οποία μιλούν όλες οι αναφορές στο έργο του. Αντίθετα, αναγνωρίστηκε από τους ομότεχνούς του και επηρέασε αρκετούς εξ αυτών. Σύμφωνα με τον Ελίας Κανέτι, ο Βάλζερ ήταν ο πιο σημαντικός συγγραφέας της γενιάς του και χωρίς αυτόν ο Κάφκα δεν θα υπήρχε. Θέση που μοιάζει υπερβολική και απόλυτη αλλά δείχνει μάλλον την εκτίμηση που έτρεφε ο συγγραφέας της Τύφλωσης για τον Βάλζερ.
Και τώρα το κρατάω στα χέρια μου, το παρατηρώ λίγο πριν να γυρίσω την πρώτη σελίδα. Την μετάφραση την υπογράφει ο Ιάκωβος Κοπερτί για λογαριασμό των εκδόσεων Ηριδανός. Η έκδοση διαθέτει φορετό εξώφυλλο. Θα το αφαιρέσω, θα το αποθέσω και θα μείνει άθικτο ικανοποιώντας μια ακόμα αναγνωστική μου μανία περί της εξωτερικής ακεραιότητος. Λίγες περισσότερες από τριακόσιες σελίδες, μα όχι πυκνογραμμένες. Στο τέλος υπάρχει και παράρτημα με φωτογραφικό υλικό και χρονολόγιο. Χαζεύω τις φωτογραφίες. Μου προκαλεί εντύπωση η πυκνότητα του χειρόγραφου από το μυθιστόρημά του, ο Ληστής, προπομπός ίσως της «μανίας» που τον κατέλαβε, κατά την παραμονή του στο ψυχιατρείο, για την δημιουργία μικροσκοπικών γραμμάτων σε λιλιπούτεια κομμάτια χαρτιού. Σε κλινικές πέρασε τα τελευταία 27 χρόνια της ζωής του. Από το 1933 και μετά σταματά κάθε λογοτεχνική δραστηριότητα.
Ο Ρόμπερτ Βάλζερ γεννήθηκε στις 15 Απριλίου του 1878 στην Μπιεν της Ελβετίας. Θα περάσει μεγάλο μέρος της ζωής του ανάμεσα στην Ελβετία και τη Γερμανία. Στις 25 Δεκεμβρίου του 1956 πεθαίνει στην διάρκεια μοναχικού περιπάτου. Στο βιογραφικό σημείωμα παρατηρώ επίσης πως, ανάμεσα σε διάφορα άλλα επαγγέλματα, εργάστηκε και ως υπηρέτης σε σπίτια πλουσίων και είναι ο λόγος για τον οποίο μου σφηνώθηκε η ιδέα πως ο Παραγιός πιθανότατα θα φέρει στοιχεία αυτοβιογραφικά του συγγραφέα.
Η ανάγνωση ξεκινά.
«Κάποιο πρωί στις οχτώ, ένας νεαρός στάθηκε μπρος στην πόρτα ενός μοναχικού, κατά τα φαινόμενα, κομψού σπιτιού. Έβρεχε.»
Και τώρα το κρατάω στα χέρια μου, το παρατηρώ λίγο πριν να γυρίσω την πρώτη σελίδα. Την μετάφραση την υπογράφει ο Ιάκωβος Κοπερτί για λογαριασμό των εκδόσεων Ηριδανός. Η έκδοση διαθέτει φορετό εξώφυλλο. Θα το αφαιρέσω, θα το αποθέσω και θα μείνει άθικτο ικανοποιώντας μια ακόμα αναγνωστική μου μανία περί της εξωτερικής ακεραιότητος. Λίγες περισσότερες από τριακόσιες σελίδες, μα όχι πυκνογραμμένες. Στο τέλος υπάρχει και παράρτημα με φωτογραφικό υλικό και χρονολόγιο. Χαζεύω τις φωτογραφίες. Μου προκαλεί εντύπωση η πυκνότητα του χειρόγραφου από το μυθιστόρημά του, ο Ληστής, προπομπός ίσως της «μανίας» που τον κατέλαβε, κατά την παραμονή του στο ψυχιατρείο, για την δημιουργία μικροσκοπικών γραμμάτων σε λιλιπούτεια κομμάτια χαρτιού. Σε κλινικές πέρασε τα τελευταία 27 χρόνια της ζωής του. Από το 1933 και μετά σταματά κάθε λογοτεχνική δραστηριότητα.
Ο Ρόμπερτ Βάλζερ γεννήθηκε στις 15 Απριλίου του 1878 στην Μπιεν της Ελβετίας. Θα περάσει μεγάλο μέρος της ζωής του ανάμεσα στην Ελβετία και τη Γερμανία. Στις 25 Δεκεμβρίου του 1956 πεθαίνει στην διάρκεια μοναχικού περιπάτου. Στο βιογραφικό σημείωμα παρατηρώ επίσης πως, ανάμεσα σε διάφορα άλλα επαγγέλματα, εργάστηκε και ως υπηρέτης σε σπίτια πλουσίων και είναι ο λόγος για τον οποίο μου σφηνώθηκε η ιδέα πως ο Παραγιός πιθανότατα θα φέρει στοιχεία αυτοβιογραφικά του συγγραφέα.
Η ανάγνωση ξεκινά.
«Κάποιο πρωί στις οχτώ, ένας νεαρός στάθηκε μπρος στην πόρτα ενός μοναχικού, κατά τα φαινόμενα, κομψού σπιτιού. Έβρεχε.»
Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012
Τσάκισέ τα από μικρά, σκότωσέ τα από παιδιά - Κενζαμπούρο Όε
Η απόφαση για εκκένωση του αναμορφωτηρίου είναι δεδομένη. Οι ανήλικοι τρόφιμοι, με τη συνοδεία φυλάκων, παίρνουν το δρόμο αναζητώντας κάποιο μέρος το οποίο θα δεχτεί να τους φιλοξενήσει. Η πορεία είναι μακρά και επίπονη. Οι διαπραγματεύσεις του επικεφαλής της πομπής με τους κατά τόπους άρχοντες καταλήγουν σε αδιέξοδο, κανείς δεν επιθυμεί αυτά τα παιδιά στον τόπο του. Τελικά, οι κάτοικοι ενός ορεινού και δυσπρόσιτου χωριού θα τους δεχτούν. Θα στοιβάξουν τους νεαρούς σε μία αποθήκη με σκοπό να τους χρησιμοποιήσουν ως εργατικό δυναμικό. Όμως το χωριό θα πληγεί από πανούκλα και οι κάτοικοι θα τρέξουν μακριά αφήνοντας πίσω τους τα παιδιά.
Ο Όε εκδίδει αυτό το μυθιστόρημα, το πρώτο του, πριν ακόμα αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο. Νωρίτερα έχει κερδίσει ένα σημαντικό λογοτεχνικό βραβείο για νέους συγγραφείς με το διήγημά του Το Κελεπούρι. Τυγχάνει εξαιρετικής υποδοχής από τους κριτικούς. Αν και η πρώτη του αγάπη ήταν τα μαθηματικά, στο Τόκιο θα σπουδάσει γαλλική φιλολογία. Η πτυχιακή του εργασία ήταν αφιερωμένη στο έργο του Σαρτρ. Οι επιρροές του υπαρξισμού στο έργο του είναι δεδομένες.
Μυθιστόρημα που πρέπει να προσεγγιστεί σε μία βάση συμβολισμού παρά ρεαλισμού. Ελάχιστα είναι τα ονόματα που αναφέρονται. Οι ενήλικες προσδιορίζονται με το επάγγελμά τους ενώ μόνο σε μερικούς νεαρούς δίνονται ονόματα. Ούτε οι τοποθεσίες ονοματίζονται. Το ανώνυμο χωριό του Όε φέρνει στο νου το Οράν, πόλη στην οποία διαδραματίζεται το μυθιστόρημα του Καμύ Πανούκλα, και το ερημονήσι του Γκόλντινγκ στον Άρχοντα των μυγών. Αυτά τα δύο προγενέστερα μυθιστορήματα αποτελούν αναφορά για το πρωτόλειο μυθιστόρημα του Ιάπωνα συγγραφέα.
Η ελευθερία των νεαρών είναι περιορισμένη. Από τη μία το δύσβατο του φυσικού τοπίου, από την άλλη η ύπαρξη του οπλισμένου φρουρού. Στην απουσία των ενηλίκων ο χρόνος κυλάει αργά. Η ανάγκη για επιβίωση θα φέρει τους ατίθασους νεαρούς πιο κοντά, θα γεννηθεί η αλληλεγγύη. Ο ρομαντισμός της παιδικότητας όμως θα διαρκέσει λίγο, η ενηλικίωση είναι κοντά.
Η ιστορία λαμβάνει χώρα κατά την περίοδο του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου λίγο πριν την ήττα της Ιαπωνίας. Ο Όε, λίγα χρόνια αργότερα, επιδιώκει να συνταράξει την ιαπωνική κοινωνία που βρίσκεται σε μία μετάβαση και να επαναφέρει τον άνθρωπο στο επίκεντρο. Είναι αυτός ο ανθρωποκεντρισμός του έργου του που τον εξόρισε στη συνείδηση των ακραίων πολιτικών τάσεων, καθώς έγινε ερμηνεία των γραφομένων του με όρους αυστηρά και στενά πολιτικούς.
Το μυθιστόρημα του Όε, Μία προσωπική υπόθεση, είναι ένα από τα σκληρότερα και δυνατότερα βιβλία που έχω διαβάσει. Ο γιος του καθηγητή Μπερντ θα γεννηθεί με δύο κεφάλια και είναι εκείνος που πρέπει να λάβει την απόφαση για το αν θα εγχειριστεί, με όλο το ρίσκο της δύσκολης επέμβασης, ή όχι. Εδώ και καιρό είχα στα υπόψη μου να επιστρέψω σε κάποιο βιβλίο του Όε και ιδιαίτερα στο πρώτο του. Η έκπληξή μου όταν το είδα στις προσφορές κεντρικού βιβλιοπωλείου μετατράπηκε άμεσα σε ενθουσιασμό.
Στο Τσάκισέ τα από μικρά... είναι μεν ευδιάκριτες οι αρετές της γραφής του νομπελίστα συγγραφέα, με την ταυτόχρονη όμως ύπαρξη κάποιων στοιχείων που προδίδουν πως πρόκειται για το πρώτο του, μεγάλης φόρμας, έργο. Κυρίως κάποιες ποιητικές περιγραφές τοπίου οι οποίες φανερώνουν πως, εκτός από το έργο των υπαρξιστών και των νατουραλιστών, αναποφεύκτα επηρεάστηκε και από παλαιότερες σχολές της γαλλικής (κυρίως) λογοτεχνίας. Ταυτόχρονα η προαναφερθείσα παραπομπή τόσο στην Πανούκλα του Καμύ όσο και στο μυθιστόρημα του Γκόλντινγκ Ο άρχοντας των μυγών στερούν πρωτοτυπία από την ιστορία. Στο Μία προσωπική υπόθεση έχει πια βρει τη δική του φωνή, που παρά τις όποιες επιρροές διαθέτει αδιαμφισβήτητη αυθεντικότητα, ικανή να τον κατατάξει ανάμεσα στους κορυφαίους Ιάπωνες λογοτέχνες.
Μετάφραση Ίκαρος Μπαμπασάκης
Εκδόσεις Καστανιώτη
Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012
Το καλοκαίρι δίχως άντρες - Σίρι Χούστβεντ
Μετά από τριάντα χρόνια γάμου, η Μία Φρέντρικσεν νιώθει το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια της, τα σταθερά θεμέλια της σχέσης αρχίζουν να τρίζουν επικίνδυνα όταν ο Μπόρις της ανακοινώνει πως επιθυμεί μία ανάπαυλα. Αιτία μια νεαρή Γαλλίδα. Το σοκ είναι ισχυρό, ψυχολογική κατάρρευση και εισαγωγή σε ψυχιατρική κλινική. Με το πέρας των εβδομάδων και την κατάλληλη ιατροφαρμακευτική υποστήριξη καταφέρνει να ανακτήσει μέρος της ψυχραιμίας της και αποφασίζει να γυρίσει στη μικρή πόλη της Μιννεσότα όπου πέρασε τα παιδικά της χρόνια. Η μητέρα της, χήρα εδώ και κάποια χρόνια, ζει σε ένα κέντρο για ηλικιωμένους. Στο γειτονικό σπίτι ένα νεαρό ζευγάρι περνά κρίση, ο σύζυγος λείπει συχνά λόγω εργασίας. Η Μία θα οργανώσει ένα σεμινάριο ποίησης για εφήβους στο οποίο θα δηλώσουν συμμετοχή εφτά κοπέλες. Ένα καλοκαίρι δίχως άντρες.
Μια ματιά στο βιογραφικό της Χούστβεντ είναι ικανό να επιβεβαιώσει την υποψία, που αποκομίζει ο αναγνώστης από το μυθιστόρημα, πως η Μία αποτελεί το άλτερ έγκο της συγγραφέως. Ο τόπος καταγωγής, η ηλικία, το σκανδιναβικό επίθετο της Μία, οι σπουδές και τα ενδιαφέροντα, η κόρη που είναι ηθοποιός. Η βασική διαφορά βρίσκεται στο σύζυγο καθώς η Χούστβεντ είναι παντρεμένη με το γνωστό συγγραφέα Πωλ Ώστερ ενώ η Μία με ένα νευροεπιστήμονα. Εκεί συναντάται ακόμη μια θεμελιώδης διαφορά του ζευγαριού, πέραν της βασικής που είναι το φύλο, η διάκριση ψυχής και σώματος, η επιστημονική λογική απέναντι στο συναίσθημα.
Η Χούστβεντ χωρίζει τις γυναίκες του μυθιστορήματός της σε τέσσερις κατηγορίες με βάση την ηλικία. Οι έφηβες επίδοξες ποιήτριες, η κόρη της πρωταγωνίστριας και η νεαρή γειτόνισσά της, η Μία της έκτης δεκαετίας και τέλος η μητέρα της με τις φίλες της.
Το θέμα δε χαίρει πρωτοτυπίας, είναι τεράστιος, άλλωστε, ο όγκος των σελίδων που έχουν αφιερωθεί στο χωρισμό. Το στοιχείο εκείνο που κάνει ιδιαίτερο το βιβλίο αυτό είναι ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει το θέμα η συγγραφέας. Αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, δράση εγκεφαλική και εξωτερική. Παράθεση πλήθους αναφορών που περιλαμβάνουν όχι μόνο τη λογοτεχνία και την ποίηση αλλά και την ψυχολογία, τη φιλοσοφία, την ηθική, ακόμα και τη βιολογία και τη φυσική. Αποτέλεσμα πολυεπίπεδο που όμως δεν παραμερίζει τα μυθιστορηματικά πρωτεία, η ιστορία είναι πάνω απ’όλα.
Κυρίαρχη η παρουσία της Βιρτζίνια Γουλφ στις σελίδες, ευδιάκριτες επιρροές που σκοπό έχουν να αποτελέσουν φόρο τιμής σε μία τεράστια συγγραφέα που έδωσε την απαραίτητη γυναικεία διάσταση στην, ανδροκρατούμενη ως τότε, λογοτεχνία, αποτελώντας φάρο για τις γενιές που ακολούθησαν.
Ευχάριστη καλοκαιρινή έκπληξη η κυκλοφορία, μετά από χρόνια, ενός βιβλίου της Χούστβεντ στα ελληνικά. Ας ελπίσουμε πως δε θα αποτελέσει πυροτέχνημα αλλά την αρχή για τη μετάφραση και των υπόλοιπων έργων της.
Μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου
Εκδόσεις Πατάκη
(Πρωτοδημοσιεύτηκε στο Mixtape.gr)
υ.γ Εδώ μπορείτε να βρείτε την παρουσίαση της Τυφλόμυγας, του πρώτου μυθιστορήματος της Χούστβεντ.
Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012
Amour (2012)
Οι γείτονες καλούν την αστυνομία, έχουν μέρες να δουν το ηλικιωμένο ζευγάρι. Οι πυροσβέστες με τη βοήθεια του πολιορκητικού κριού εισβάλουν στο διαμέρισμα. Βρίσκουν τη γυναίκα νεκρή από μέρες, στο κρεβάτι, ξαπλωμένη ανάμεσα σε λουλούδια. Ο άντρας απουσιάζει. Τίτλοι αρχής, ο χρόνος γυρίζει πίσω. Η καθημερινότητα του ζευγαριού διαταράσσεται οριστικά όταν εκείνη θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα σημαντικό πρόβλημα υγείας. Η ανθρώπινη φθορά και ο θάνατος. Πάνω απ' όλα όμως στέκει η αγάπη, η συντροφικότητα. Ο Ζώρζ και η Αν είναι ένα αστικό ζευγάρι, καλλιεργημένοι πρώην δάσκαλοι μουσικής. Ζουν σε ένα διαμέρισμα στο Παρίσι. Η κόρη τους ακολουθεί το δικό της δρόμο στο εξωτερικό.
Ο Χάνεκε μαεστρικά θα καταστήσει το θεατή μέτοχο στην ιστορία του και η φαινομενικά απλή αρχική ιδέα θα μετατραπεί σε ένα πολυεπίπεδο σενάριο. Χωρίς να χρειάζεται να υψώσει τον τόνο της φωνής, καταφέρνει πολλά. Η ιστορία διαδραματίζεται αποκλειστικά στο διαμέρισμα του ζευγαριού και όμως η αίσθηση πως είσαι στο Παρίσι είναι έντονη. Τα μονόπλανα δίνουν την απαραίτητη ένταση, ο χρόνος που κυλά αργά, οι ήρωες που είναι διαρκώς αντιμέτωποι με τη σκληρή πραγματικότητα, μαζί τους και ο θεατής, οι λοιποί εισέρχονται για λίγο και αποχωρούν για να βρουν καταφύγιο στη δική τους ζωή, ο Ζωρζ και η Αν μένουν πάντα πίσω. Η κόρη που αρνείται να συνειδητοποιήσει την κατάσταση και καταφεύγει σε αναμενόμενες συμβουλές για περαιτέρω ιατροφαρμακευτική ταλαιπωρία, οι νοσοκόμες με τον επαγγελματισμό τους που όμως δεν αρκεί. Η Αν απαίτησε την ηρεμία και ο Ζωρζ της την υποσχέθηκε. Η έννοια της φροντίδας προκαλεί συχνά την ανθρώπινη σύγχυση.
Ο Jean - Louis Trintignant ( Τρία χρώματα: Κόκκινη) και η Emmanuelle Riva (Χιροσίμα αγάπη μου) στους πρωταγωνιστικούς ρόλους είναι μοναδικοί, δίνουν μάθημα υποκριτικής, ασχολούνται με την κάθε μικρή λεπτομέρεια, σε ένα αποτέλεσμα τόσο φυσικό που δίνει σάρκα και οστά στο πολύ καλό σενάριο. Η σταδιακή κατάπτωση, ειδικά του Ζωρζ, είναι δύσκολο να περιγραφεί με λέξεις, αποτελώντας βιωματική εμπειρία.
Πρέπει να σταθούμε για λίγο στο μοντάζ, τη παρεξηγημένη αυτή συνιστώσα του κινηματογράφου. Ο εσωτερικός ρυθμός της ταινίας οφείλεται κατά ένα μεγάλο ποσοστό στο μοντάζ, χωρίς την αβάντα της μουσικής που πάντα βοηθάει στη συρραφή των πλάνων. Πλάνα μεγάλης διάρκειας που συνδέονται μεταξύ τους τόσο αρμονικά, οι εντάσεις που εμφανίζονται με μαθηματική ακρίβεια.
127' ταινία και είναι αδύνατο να εντοπίσει κάποιος κάτι το περιττό. Ο Χάνεκε κάνει ορθή χρήση του κάθε δευτερολέπτου για να αναδείξει τη σταδιακή φθορά μέχρι το αναπόφευκτο τέλος. Ειδικά η σεκάνς με τους πίνακες και την απουσία δράσης είναι τόσο απαραίτητη όσο και ο καθαρός αέρας.
Μετά τη Λευκή Κορδέλα ο Αυστριακός δημιουργός επανέρχεται δυναμικά αντλώντας έμπνευση και δύναμη από το βάρος των χρόνων και το επερχόμενο φυσικό τέλος. Μία ταινία σκληρή όσο και η ζωή, σκληρότερη για τους ίδιους τους συντελεστές και κυρίως για το συγγραφέα, που όμως δεν απαιτεί τη συγκίνηση κανενός. Η σύνδεση με το έργο του Κισλόφσκι είναι ορατή, τόσο λόγω της γλώσσας, όσο και των πρωταγωνιστών. Στις αναφορές θα πρόσθετα και τον τεράστιο Μπέργκμαν έστω και εν τη πλήρη απουσία του Θείου.
Το πέρας της ταινίας σου δημιουργεί την ανάγκη να μιλήσεις γι' αυτήν, να εντοπίσεις τα κρυφά μηνύματα, να ακούσεις τη γνώμη του άλλου, να εξετάσεις τα πράγματα από άλλη σκοπιά, να θυμηθείς μια λεπτομέρεια ... Πόσο καιρό έχεις να δεις μια τέτοια ταινία άραγε;
Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012
Η Μηχανή - Αλέξανδρος Κοτζιάς
Η πρόσφατη επανέκδοση του μυθιστορήματος του Αλέξανδρου Κοτζιά, Φανταστική περιπέτεια, και τα όσα διθυραμβικά σχόλια την συντρόφευσαν, πρόσθεσαν το όνομα του Αθηναίου λογοτέχνη στη λίστα με τα προσεχώς. Η σαββατιάτικη βόλτα σε παλαιοβιβλιοπωλείο του κέντρου είχε ως "λάφυρο", μεταξύ άλλων, τη Μηχανή.
Ο Κώστας ζει στην οδό Κεραμεικού. Ο μισθός του, ως κομπάρσου του Εθνικού, δεν του επιτρέπει τίποτα καλύτερο από την τρώγλη στην οποία κατέφυγε όταν η γυναίκα του τον πέταξε έξω πριν χρόνια. Έχει γενέθλια, κλείνει τα 50. Εκείνος θα επιθυμούσε η μέρα να κυλήσει αδιάφορα, κανείς να μην ασχοληθεί μαζί του. Όμως τα πράγματα θα κυλήσουν διαφορετικά. Πάντα υπάρχει περιθώριο για το χειρότερο.
Το στοιχείο το οποίο κυρίως χαρακτηρίζει τη νουβέλα είναι η ιδιαίτερη γλώσσα του συγγραφέα, η οποία θα μπορούσε να προσδιοριστεί ως μια αργκό εκδοχή της καθαρεύουσας. Πρόζα ιδιόρρυθμη με ελάχιστα σημεία στίξης, με, συχνά, δυσδιάκριτες εναλλαγές υποκειμένου, με διαρκή παρεμβολή σχολίων και σκέψεων. Αποτέλεσμα των παραπάνω, ο χρόνος που απαιτείται για να βρει ο αναγνώστης ρυθμό. Ορισμένα αποσπάσματα απαιτούν μία δεύτερη ανάγνωση ώστε να γίνουν κατανοητά. Η αλήθεια είναι πως σε ορισμένα σημεία το κείμενο κολλάει σε αυτή τη γλωσσική ιδιαιτερότητα, εγκλωβίζεται. Το τελικό αποτέλεσμα αφήνει, μάλλον, μία ανάμεικτη γεύση.
Πέρα από τη δεδομένη ιστορία του Κώστα, ο Κοτζιάς βρίσκει την ευκαιρία να σχολιάσει και να σατιρίσει την πραγματικότητα της εποχής (αλλά και ένα μεγάλο μέρος της εγχώριας κινηματογραφικής παραγωγής), κάτι το οποίο μοιάζει να είναι ίδιον του έργου του. Αρχίζοντας από τη γειτονιά του Κεραμεικού, η οποία ήδη αρχίζει να γνωρίζει την εγκατάλειψη, ο συγγραφέας πραγματοποιεί ένα οδοιπορικό στην άσχημη πλευρά του κέντρου της πόλης. Μία αθηναϊκή νουβέλα.
Στο, υπό κατάρρευση, σπίτι του δεσπόζει μία έγχρωμη τηλεόραση την οποία ο ήρωας αγόρασε από ένα Λιβανέζο. Η συσκευή αυτή θα αποτελέσει αιτία διαμάχης στον επικείμενο αρραβώνα της κόρης του. Κοινωνική υποχρέωση για την οποία ο Κώστας καλείται να επιστρέψει προσωρινά στην οικογενειακή εστία. Η σημασία του φαίνεσθαι. Η γειτονιά ως κολαστήριο, παντελής απουσία ιδιωτικότητας.
Εκτός από το αθώο βρέφος στην κούνια και την κόρη του, οι υπόλοιποι χαρακτήρες καθοδηγούνται από κίνητρα ιδιοτέλειας. Σε σύγκριση μαζί τους ο Κώστας κερδίζει τη συμπάθεια χωρίς απαραίτητα να την αξίζει. Έχει το δικό του, τεράστιο, μερίδιο ευθύνης για όσα του συμβαίνουν, αλλά η εξέλιξη της ιστορίας του χαρίζει το δικαίωμα στη δικαιολογία.
Συνοψίζοντας, η Μηχανή είναι μία ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα νουβέλα παρά τις όποιες ενστάσεις γύρω από τη γλώσσα και την τεχνική του συγγραφέα. Σίγουρα δεν είναι το αντιπροσωπευτικότερο έργο του πολυγραφότατου Κοτζιά και η ανάγνωσή της αποτέλεσε μία πρώτη γνωριμία με το λογοτεχνικό σύμπαν του δημιουργού.
Εκδόσεις Κέδρος
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






