Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2015

Η αγάπη πάλι θα καλεί



Μάιος 2009. Για τις 10 του μήνα, Κυριακή, υπάρχει ένα εισιτήριο ανοιχτής επιστροφής στο όνομά μου για Ισπανία, ένα νέο μονοπάτι ανοίγεται μπροστά μου. Όταν έμαθα πως τα Διάφανα Κρίνα θα είχαν συναυλίες στο Αν στις 8 και 9 ενθουσιάστηκα. Η πρώτη, αυθόρμητη σκέψη ήταν να πάω και τις δύο μέρες, όμως τελικά, συμπεριλαμβάνοντας και τη λογική στην εξίσωση, αποφάσισα να πάω μόνο στη συναυλία της Παρασκευής, ώστε το Σάββατο να μείνει ανοιχτό για βαλίτσες και αποχαιρετισμούς. Τελικώς το λάιβ του Σαββάτου ματαιώθηκε, στο κέντρο της πόλης θέλησαν να παρελάσουν γαλανόλευκες σημαίες, τότε που το φίδι έμοιαζε να κοιμάται και μόνο ελάχιστοι επαγρυπνούσαν. Αργότερα, ενώ ήμουν μακριά, έμαθα για τη διάλυση του συγκροτήματος που περισσότερο από κάθε άλλο διαμόρφωσε την εφηβεία μου. Φήμες ακολούθησαν, φήμες για τσακωμούς και ίντριγκες, εκείνοι, πιστοί στη χρόνια στάση τους, χειρίστηκαν τον χωρισμό με εσωστρέφεια. Μου έμεινε μια γεύση γλυκόπικρη, η παρουσία στην τελευταία τους συναυλία έκλεινε έναν κύκλο για μένα, γεγονός που θα το συνειδητοποιούσα εν καιρώ.

Έξι χρόνια μετά, τα Διάφανα Κρίνα βρίσκονται ξανά στη σκηνή, στις 10 Σεπτεμβρίου, στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων στο Γκάζι. Η αφορμή είναι στενάχωρη, η ασθένεια του Θάνου. Όμως εγώ ακόμα θυμάμαι, ανάμεσα σε άλλα, σε κάποια συνέντευξή τους να δηλώνουν την απέχθεια τους σε μια αρκετά συνηθισμένη και αποδεχτή στάση ζωής που έγκειται στο να καταχωνιάζει κανείς τη σκόνη κάτω από το χαλάκι, επιδεικνύοντας το καθαρό του σπίτι.       


Τώρα που τίποτα δεν έχει απομείνει
μένει να βρούμε τη ζωή μας ξανά
έλα να στήσουμε ένα ωραίο πανηγύρι
πάνω απ' αυτή την άβυσσο που χάσκει για μας.




info: Η συναυλία της Πέμπτης έγινε sold out νωρίς, έτσι προστέθηκε και η Παρασκεύη. Δύο βράδια λοιπόν!

 

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2015

Προβολή



Δεν ήταν εύκολο. Θύμιζε εκείνη τη σκηνή απ' το μυθιστόρημα του Άνταμς, ο Ντερκ Τζέντλυ κυνηγάει τη γάτα (που εσύ ακόμα δεν έχεις διαβάσει). Κάτι κάναμε λάθος, ήταν προφανές. Ήμασταν οι δυο μας. Τελικά τα καταφέραμε (όχι χωρίς να γδάρεις τα δάχτυλά σου στο κούφωμα της πόρτας). Ο διθέσιος, μετά το διάλειμμα για τσιγάρο, έμοιαζε με παιχνίδι. Ένιωθα τόσο ζεστός που πίστευα πως και μόνος μου θα τα κατάφερνα (το πιστεύω συχνά αυτό). Το φορτηγό δεν θα ερχόταν παρά την επόμενη μέρα. Άλλαξε το δρομολόγιο (μας είπαν), συγγνώμη για την αναστάτωση. Εσύ είπες: ας οργανώσουμε μια προβολή, ευκαιρία είναι (εγώ έβριζα). Στο μπαλκόνι, λάφυρο από κάποια μεθυσμένη επιστροφή, υπήρχε μια πινακίδα, που προειδοποιούσε για εκτέλεση έργων. Από τη μία πλευρά. Από την άλλη απειλούσε με φυλάκιση τους βανδάλους (αν τους πιάσουν). Ο δρόμος έκλεισε λίγο πριν πέσει ο ήλιος. Ο Λευτέρης από το ψιλικατζίδικο έβαλε τα αναψυκτικά, τα μπινελίκια και την μπαλαντέζα. Ήρθε και η αδερφή του (μαζί κρατούσαν το μαγαζί). Βολευτήκαμε (αν και έλειπε ένα τραπεζάκι για να απλώσουμε τα πόδια μας). Ακούστηκε η μουσική. Ξύπνησα. Ο καναπές ήταν στη θέση του στο σαλόνι. Εσύ κοιμόσουν.


Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

Αυτοπροσωπογραφία - Edouard Levé



Έφηβος, νόμιζα πως το Ζωή οδηγίες χρήσεως θα με βοηθούσε να ζήσω, και το Αυτοκτονία οδηγίες χρήσεως να πεθάνω. Έχω ζήσει τρία χρόνια και τρεις μήνες στο εξωτερικό. Προτιμώ να κοιτάζω αριστερά μου. Ένας φίλος μου ηδονίζεται με την απιστία. Το τέλος ενός ταξιδιού μού αφήνει την ίδια πικρή γεύση με το τέλος ενός μυθιστορήματος. Ξεχνάω ό,τι δε μ΄αρέσει. Μπορεί να 'χω μιλήσει, χωρίς να το ξέρω, με κάποιον που έχει σκοτώσει κάποιον. Πηγαίνω να δω τι είναι στο τέλος ενός αδιεξόδου. Ό,τι κι αν υπάρχει στο τέλος της ζωής δεν με φοβίζει.

Και κάπως έτσι, εμμονικά και εγωκεντρικά, συνεχίζει ο Λεβέ να παραθέτει, αποσπασματικά και παρορμητικά, παρατηρήσεις σχετικές με τον ίδιο, τόσο ποσοτικές όσο και ποιοτικές, συνθέτοντας τελικά, ψηφίδα ψηφίδα, μια αυτοπροσωπογραφία λεκτική. Και κάτι που, ίσως, ξεκίνησε ως άσκηση ή πείραμα λογοτεχνικό μετατράπηκε σε έναν μηχανισμό εντατικής σκέψης και μαζικής παραγωγής συμπερασμάτων, μια ενδοσκόπηση ψυχαναγκαστική. Και ακριβώς επειδή πρόκειται για ένα εγχείρημα άκρως εγωκεντρικό, δίχως καμία απόπειρα οικουμενικότητας, μια αυθεντικότητα αναβλύζει από κάθε ψηφίδα ξεχωριστά, υπάρχει τέτοια προσήλωση στο τελικό αποτέλεσμα, τη σύνθεση δηλαδή της αυτοπροσωπογραφίας, που ο αναγνώστης αφήνεται και ακολουθεί το παραλήρημα του Λεβέ μέχρι την τελευταία παρατήρηση, βλέποντας την εικόνα σιγά σιγά να συντίθεται, νιώθει πως γνωρίζει το αντικείμενο της περιγραφής, τόσο που από κάποιο σημείο και μετά αποκτά ιδία άποψη σχετικά με κάτι που θα άρεσε στον συγγραφέα ή όχι, εντυπωσιάζεται, για παράδειγμα, από το γεγονός πως δεν του αρέσει το καφέ χρώμα, ενώ θεωρεί αναμενόμενο να του αρέσει το πράσινο, συναίσθημα που όλο και εντείνεται, ενώ ταυτόχρονα και κάπως υποσυνείδητα, ο ίδιος ο αναγνώστης, αρχίζει να δημιουργεί μια αντίστοιχη λίστα, στην αρχή σημειώνοντας τις διαφωνίες και τις συμφωνίες με τον καθρεφτιζόμενο, στη συνέχεια αυτονομείται, για να συνθέσει τη δική του μοναδική αυτοπροσωπογραφία.

Ο Λεβέ, συγγραφέας, φωτογράφος και ζωγράφος, Γάλλος στην καταγωγή, επηρεασμένος από τους συγγραφείς του OuLiPo (Εργαστήριο Δυνητικής Λογοτεχνίας), συνθέτει ένα μοναδικό έργο, βαθιά προσωπικό, που τελικά αποτελεί ένα ακούσιο κάλεσμα στον αναγνώστη να στρέψει την παρατήρηση προς τα μέσα, να πάρει θέση αισθητική, εγκαταλείποντας την άχαρη και άψυχη θέση του "δεν έχω πρόβλημα", να νιώσει το μικρό, είναι η αλήθεια, μερίδιο που του αναλογεί στη συνειδητή λήψη αποφάσεων, ενάντια στην τυρρανία της τυχαιότητας που μαστίζει τη ζωή του καθενός μας. Ο Λεβέ καταφέρνει να εμπλέξει τον αναγνώστη, ακριβώς επειδή δεν το επιδιώκει, τυφλωμένος καθώς είναι από την ανάγκη/επιθυμία/εμμονή να συνθέσει τη δική του αυτοπροσωπογραφία, αφήνοντας κατά μέρος διδακτισμούς και υποδείξεις, ενώ ταυτόχρονα μια διάθεση πότε ενοχής και πότε ωραιοπάθειας προβάλλει, γεγονός αναμενόμενο σε ένα κείμενο τόσο υποκειμενικό όπως αυτό.

Η επιρροή από συγγραφείς όπως ο Περέκ ή ο Κενώ και η πολυετής ενασχόλησή του με την εικόνα επιτρέπουν στον Λεβέ να μετατρέψει ένα κείμενο προσωπικό, απόσπασμα από σελίδες ημερολογίου, σε ένα έργο που ένιωσα να με αφορά βαθιά, λογοτεχνία αυθεντική και επιδραστική, πραγματική λογοτεχνία.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης.
Εκδόσεις Opera   

 

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

Επιστροφή




Ίσως να είναι ένα κατάλοιπο των σχολικών μου χρόνων αυτή η τάση να θεωρώ τον Σεπτέμβρη αρχή του νέου χρόνου, περισσότερο από τον Γενάρη, παρά την έντονη συναισθηματική φόρτιση των γιορτών που προηγείται με μια συνέπεια ενοχλητική. Ίσως να οφείλεται στην αυγουστιάτικη ραστώνη, στον απολογισμό των πεπραγμένων και την ανάγκη για νέα σχέδια που γεννιέται. Η περσινή χρονιά, αναγνωστικά μιλώντας, σηματοδοτήθηκε από την υλοποίηση μιας σκέψης που για καιρό φώλιαζε στο μυαλό μου και μετουσιώθηκε σε ανάγκη για επιστροφή σε βιβλία  που σημάδεψαν τα χρόνια που πέρασαν. Ο Ξένος του Καμύ δεν εντάσσεται σε αυτή την κατηγορία, σε εκείνον επιστρέφω συνεχώς. 

Πέρυσι, λοιπόν, διάβασα ξανά το Τούνελ του Ερνέστο Σάμπατο, Τα μαύρα σκυλιά του Ίαν ΜακΓιούαν και το Homo Faber του Μαξ Φρις. Διάβασα επίσης για δεύτερη φορά το Υπόγειο του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι στην έκδοση της Ινδίκτου και στη μετάφραση της Ελένης Μπακοπούλου, και το Μάτι του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, βιβλίο το οποίο επέστρεψε σε μένα ύστερα από απουσία επτά χρόνων, και για τα οποία, για τον έναν ή τον άλλον λόγο δεν βρήκα τις λέξεις εκείνες τις κατάλληλες να στήσω μια ανάρτηση. Η εμπειρία της επιστροφής ήταν μοναδική, καθώς όχι μόνο δεν περιελάμβανε αποκαθήλωση αλλά αντίθετα ενίσχυσε εν τέλει τη θέση των βιβλίων αυτών στο προσωπικό αναγνωστικό πάνθεον, εμπλουτίζοντας εκείνη την ανάμνηση της πρώτης ανάγνωσης και πυροδοτώντας νέα συναισθήματα.

Φέτος τον Αύγουστο κατέστρωσα νέα σχέδια επιστροφής, προσθέτοντας στα προσεχώς σελίδες γνώριμες δίπλα στις άγνωστες και απάτητες. Ο αναγνωστικός χάρτης για φέτος περιλαμβάνει την Ταυτότητα του Μίλαν Κούντερα, τις Απόψεις ενός κλόουν του Χάινριχ Μπελ, τον Λύκο της Στέπας του Έρμαν Έσσε και την Πανούκλα του Καμύ. Δεν μου είναι απόλυτα ξεκάθαρη η αιτιολόγηση των επιλογών αυτών, αν και μπορώ να κάνω διάφορες υποθέσεις· ίσως η ένοχη χαρά της ηρωίδας στην Ταυτότητα, όταν μαθαίνει πως το βρέφος που κυοφορεί είναι νεκρό, ίσως η ανάμνηση του Κλόουν ως το πλέον θλιμμένο βιβλίο που έχω διαβάσει ποτέ και το πρώτο μέρος του Λύκου, με την έρημη σοφίτα, ένας τέταρτος, αν και μικρότερος -μέχρι αποδείξεως του εναντίου- πόλος του λογοτεχνικού υπαρξισμού που συνθέτουν για μένα ο Ξένος, το Τούνελ και ο Homo Faber. Όσο για την Πανούκλα έχω τη βάσιμη υποψία πως ίσως τελικά παραμεριστεί, για να διαβεί ακόμα μια φορά ο Μερσώ.

Καλή χρονιά να έχουμε.

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2015

Κάποτε

Ικανός να κάνω τα πάντα.
Χωρίς να χρειάζεται να κάνω τίποτα.
Ένας σούπερ ήρωας σε διακοπές.
Έτσι ένιωθα πλάι της.





Τετάρτη 29 Ιουλίου 2015

Η γραμμή του ορίζοντα - Antonio Tabucchi




Δεν υπάρχει ικανότερος συγγραφέας από τον Ταμπούκι για να αποτυπώσει την αποπνικτική αίσθηση ενός ζεστού μεσημεριού, όταν η ατμόσφαιρα χάνει τη συνοχή της, ο ορίζοντας θολώνει και ο χρόνος λιώνει και απλώνεται, της είπα. Όταν ένας ξένος περπατάει μόνος του, στη Λισαβώνα συνήθως, ενώ οι δρόμοι είναι άδειοι, και ο ιδρώτας ξεπηδά αδιάκοπα σε σταγόνες χοντρές από κάθε πόρο του σώματος, τότε οι διαστάσεις μπλέκονται, και η πραγματικότητα γίνεται ακόμα πιο σχετική, μορφές γνώριμες και λησμονημένες εμφανίζονται, η μνήμη νιώθει την οικειότητα εκείνη που γεννά τη διάθεση για παιχνίδια. Έτσι της είπα, αφού πρώτα τη ρώτησα: θες να πάμε ένα ταξίδι στη Λισαβώνα κάποτε; Ύστερα της μίλησα για τον Πεσσόα, και τους ετερώνυμούς του, το άγαλμά του σε κάποια πλατεία του Μπάριο Άλτο, με ένα ποτήρι μπύρα στο χέρι, να παρατηρεί τον κόσμο. Για τον Μολίνα και τον Χειμώνα στη Λισαβώνα, εκείνο το γράμμα με τον χάρτη της πόλης και ένα όνομα: Μπούρμα. Έγιναν και άλλα, όμως, η πρωινή επέλαση του φωτός τα παρέσυρε. Όνειρα.
Και τότε σκέφτηκε πως υπάρχει μια τάξη πραγμάτων και πως τίποτα δεν συμβαίνει τυχαία, και η περίπτωση ήταν ακριβώς αυτή: η αδυναμία μας να καταλάβουμε την πραγματική σχέση των πραγμάτων, και ένιωσε τη χυδαιότητα και την αλαζονεία με την οποία συσχετίζουμε τα πράγματα που μας περιβάλλουν.
Εκεί είχα σταματήσει το προηγούμενο βράδυ. Στη χυδαιότητα και την αλαζονεία με την οποία συσχετίζουμε τα πράγματα που μας περιβάλλουν. Στην αδυναμία μας να ομολογήσουμε: δεν ξέρω. Ή να παραδεχτούμε: δεν καταλαβαίνω. Στην εποχή της εξειδίκευσης άπαντες γνωμοδοτούν για το σύνολο των πάντων, ορατών τε και αοράτων, οικείων και αλλότριων, μικρών και μεγάλων. Ο βαρετός βίος ενός παντογνώστη θεού, δίχως πάθη και δίψα, με κοντή μνήμη και έτοιμη την ατάκα, που διόλου δεν συνάδει με την περίφημη ανωτερότητά του: σ' τα 'λεγα εγώ.
"Μα δεν μπορούμε να αδιαφορούμε όταν κάποιος πεθαίνει", είπε ο Σπίνο, "είναι σαν να πεθαίνει δύο φορές".
Η γραμμή του ορίζοντα είναι η ιστορία μιας αναζήτησης, η αστυνομική πλοκή αποτελεί την αφορμή, ή αν θέλετε, το μέσο. Ο Σπίνο, με το παράξενο όνομα που παραπέμπει στον Σπινόζα, ένας κατά συνθήκη ντετέκτιβ και ωθούμενος από κίνητρα προσωπικά και ασαφή, περιδιαβαίνει την ανώνυμη πόλη, που μοιάζει με την Τζένοβα, αναζητώντας την ταυτότητα του νεκρού, μακριά από οποιαδήποτε συνηθισμένη μέθοδο έρευνας.
Για να ανοίξεις τα συρτάρια πρέπει να στρέψεις το χερούλι, και ταυτόχρονα να το πιέσεις. Τότε το ελατήριο απαγκιστρώνεται, ο μηχανισμός απελευθερώνεται με ένα ελαφρύ μεταλλικό κλικ, και μπαίνουν αυτόματα σε κίνηση οι σφαιρικοί τριβείς· κι επειδή τα συρτάρια είναι ελαφρώς σε κλίση, κυλάνε μόνα τους στις μικρές σιδηροτροχιές. Πρώτα κάνουν την εμφάνισή του τα πόδια, ύστερα η κοιλιά, ύστερα ο θώρακας, ύστερα το κεφάλι του πτώματος.
Στο συνοδευτικό επίμετρο ο συγγραφέας αναφέρεται σε έναν δύσκολο χειμώνα που γέννησε τη γραμμή του ορίζοντα, που αποτελεί το πρώτο μυθιστόρημα της δεύτερης συγγραφικής φάσης του, φωνή που ωρίμαζε στα χρόνια της μαθητείας και της μελέτης του έργου του Φερνάντο Πεσσόα, για να αποκτήσει το δικό της ηχόχρωμα και χαρακτήρα.

Μετάφραση Ανταίος Χρυσοστομίδης
Εκδόσεις Άγρα





Δευτέρα 27 Ιουλίου 2015

Τόσοι και τόσοι τρόποι για να γίνει μια αρχή - Jon McGregor




Το βιβλίο αυτό το έσερνα μαζί μου για μέρες, παντού, όπου και αν βρέθηκα, διάβαζα ελάχιστα, κάποιες λίγες σελίδες, πολλές τις επαναλάμβανα ύστερα από λίγο, ήταν το βιβλίο που χρειαζόμουν, γεγονός που το κατάλαβα ήδη από τις πρώτες σελίδες και το σκεφτόμουν έντονα την επόμενη μέρα στη βόλτα στο πάρκο (σημ. για περισσότερες πληροφορίες και σύνδεση με όσα προηγήθηκαν της ανάγνωσης κάνε κλικ εδώ). Δεν ήταν τόσο η ιστορία, όσο η γλώσσα, η αφήγηση, εκείνη είχα ανάγκη· τον ευδιάκριτα προσωπικό τρόπο του McGregor να λέει τις ιστορίες του. Αφού πρώτα την έσπασε σε δεκάδες μικρές ψηφίδες, ύστερα όρισε έναν παντογνώστη αφηγητή υπεύθυνο να τη διηγηθεί, αποκαλύπτοντας όσα έκρινε πως έπρεπε να αποκαλύψει, όταν έκρινε πως έπρεπε να τα αποκαλύψει, επιδιδόμενος σε απανωτά χρονικά πήγαινε-έλα, επιμένοντας μέχρι τελικής πτώσεως σε λεπτομέρειες φαινομενικά -και μόνο- ασήμαντες. Είναι άλλωστε αυτή η μανία -ναι μανία, αυτή τη λέξη θα χρησιμοποιήσω, μόνο αυτή διαθέτει την απαραίτητη δυναμική- του Βρετανού συγγραφέα με τη λεπτομέρεια και το θεωρούμενο ως ασήμαντο, η ενδελεχής παρατήρηση και περιγραφή του κόσμου.

Κάποια αγόρια θέλουν να γίνουν αστροναύτες και κάποια άλλα ποδοσφαιριστές, κάποια άλλα γιατροί και δάσκαλοι, ο Ντέηβιντ ήθελε να δουλέψει σε μουσείο, αυτό ήθελε, και αργότερα να φτιάξει το δικό του μουσείο, αυτή ήταν η μεγάλη φιλοδοξία του. Μάζευε διάφορα αντικείμενα, τα περισσότερα με κίνδυνο ανάμεσα στα χαλάσματα που είχαν αφήσει πίσω τους τα βομβαρδιστικά, η μάνα του τον κυνηγούσε, εκείνος επέμενε.
Αυτά ακριβώς αναζητούσε όλη του τη ζωή: αυτά τα απτά ίχνη της ιστορίας, αυτά τα αντικείμενα που έκαναν τα χέρια του να λυγίζουν από το βάρος της μνήμης και του χρόνου. Κάτι που θα μπορούσε να το κρατάει και να λέει, κοιτάξτε, αυτό ανήκε στους γονείς και στους προγόνους μου, είναι ένα ψήγμα αυτού που υπήρξαν. Είναι ένα ψήγμα της δικής μου αρχής.
Τελειώνοντας το σχολείο, πέτυχε να προσληφθεί στο νεοσύστατο μουσείο του Κόβεντρι· δεν ήταν έτσι όπως τα περίμενε, ήταν μικρός για να το ξέρει, η γραφειοκρατία και τα θελήματα των ανωτέρων τού στερούσαν χρόνο από την ενασχόληση με τα εκθέματα· έκανε υπομονή, το πάθος του ήταν μεγάλο. Σε ένα από τα ταξίδια για λογαριασμό του μουσείου γνωρίζει την Εληνόρ.
Τα πρώτα τους γράμματα ήταν σύντομα, επιφυλακτικά, ούτε ο ένας ούτε ο άλλος ήθελαν να εκφράσουν με λόγια αυτό που είχαν νιώσει στην πρώτη τους συνάντηση, όπως δεν ήθελαν να κάνουν την παραμικρή νύξη σε κάτι που πολύ εύκολα θα μπορούσε να φανεί παράλογο. Λυπάμαι, αλλά είναι πολύ μεγάλη η απόσταση, φαντάζονταν τον άλλον να απαντάει. Αν ζούσαμε στην ίδια πόλη θα ήταν αλλιώς. Ειλικρινά λυπάμαι, αλλά σε γνωρίζω ελάχιστα.   
Και ξαφνικά μια μέρα, η οριστικά χαμένη στην επέλαση της γεροντικής άνοιας θεία του, παραληρώντας θα αποκαλύψει ένα μυστικό για χρόνια καλά κρυμμένο: δεν είναι γιος των γονιών του. Τότε, και αφού πρώτα καταλαγιάσει ο θυμός, θα ξεκινήσει την αναζήτηση της δικής του αρχής, την απόπειρα να ανακαλύψει και να συνθέσει τα κομμάτια ενός άγνωστου παρελθόντος, να δημιουργήσει ένα μονοπάτι που θα τον οδηγήσει στην βιολογική του μητέρα.
Για να αφηγηθεί ολόκληρη την ιστορία του χρειαζόταν μια ζωή. Αν μη τι άλλο πάντως, αυτά που είχε τώρα ήταν μια μαγιά, ένας τρόπος για να κάνει μια αρχή. Αυτά που είχε τώρα ήταν αρκετά για να πει τουλάχιστον, ορίστε, να μερικά πράγματα που μου συνέβησαν, όταν δεν ήσουν κοντά μου. Ιδού ένα μικρό μέρος του πώς ήταν τα πράγματα.Δεν χρειάζεται πια να κάνεις ικασίες, ούτε να φαντάζεσαι, ούτε να αναρωτιέσαι ή να ονειρεύεσαι. Ιδού ένα μικρό μέρος της αλήθειας.  
Η ανάγνωση τελείωσε μέρες μετά από εκείνο το πρώτο βράδυ, καθώς η καθημερινότητα αραίωνε τη συμπυκνωμένη αφήγηση, η μεσημεριανή ζέστη ήταν αποπνικτική και οι άνθρωποι στο δρόμο αναζητούσαν τώρα πια τη σκιερή πλευρά.


Μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου
Εκδόσεις Άγρα