Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2015

Συνέντευξη





Είχα ποντάρει πολλά σε εκείνη τη συνέντευξη, όχι εξ αρχής βέβαια. Το τηλεφώνημα της δημοσιογράφου με αιφνιδίασε, έτσι στριμωγμένη καθώς ήμουν στο λεωφορείο, επιστρέφοντας απ' τη δουλειά, αργά το απόγευμα μέρα καθημερινή, σχεδόν δεν άκουγα τι μου έλεγε -σούσουρο, μηχανή και ανοιχτά παράθυρα- και μόνο αφού γύρισα σπίτι -πρώτα ξεντύθηκα και έκανα ένα γρήγορο ντουζ, όπως συνήθιζα πριν κάτσω στο τραπέζι- και του είπα πως με πήραν τηλέφωνο για μια συνέντευξη, τότε μόνο άρχισε η καλλιέργεια προσδοκίας. Αλήθεια, αγάπη μου;, είπε εκείνος όταν άκουσε το όνομα της δημοσιογράφου, και ο ενθουσιασμός του ήταν ήδη στο όριο να ξεχειλίσει. Σηκώθηκε και με πλησίασε, με αγκάλιασε και σχεδόν με σήκωσε απ' το έδαφος· εγώ καλά καλά δεν είχα καταπιεί την άπληστη πιρουνιά μακαρόνια, την πρώτη πρώτη πιρουνιά. Είναι η αναγνώριση των κόπων σου, κατέληξε, λες και ήταν έτοιμος από καιρό, αντίθετα με μένα, που περισσότερο ένιωθα το συναίσθημα της πείνας παρά οτιδήποτε άλλο, βέβαια κι εγώ, μάλλον ανακλαστικά, χαιρόμουν, με τη χαρά του. Με φίλησε. Αργότερα, όταν θα σκεφτόμουν εκείνη την πρώτη μου αντίδραση, πριν το ολοένα και αυξανόμενο συναισθηματικό ποντάρισμα, εκείνη την αμηχανία, ένα σύνθετο μόρφωμα αποτελούμενο από λίγη ντροπή, αρκετή αγοραφοβία, ισχυρή έκπληξη και αρκετά χαζά ερωτήματα -για παράδειγμα: πού βρήκε το τηλέφωνό μου η δημοσιογράφος;- ενώ εκείνος δεν σταματούσε να επαναλαμβάνει το όνομά της και να αναρωτιέται, μεταξύ άλλων, αν θα συνέχιζα να του μιλάω μετά τη συνέντευξη, κατέληξα πως, αντίθετα με τα φαινόμενα, δεν επρόκειτο για αντίδραση ενδεικτική χαμηλής αυτοπεποίθησης, αλλά για τάχιστα στημένη βιτρίνα απόκρυψης ενός τεράστιου παλλόμενου εγώ, έτοιμου προς πώληση. Όμως όλα αυτά, ανάμεσα σε άλλα, έγιναν αρκετά αργότερα, όταν εκείνος ήταν πια από καιρό πεθαμένος κι εγώ έβλεπα δυο φορές την εβδομάδα έναν περίφημο ψυχαναλυτή -κρίνοντας από την αμοιβή και τη διακόσμηση του ιατρείου του- ο οποίος δεν σταματούσε να με ρωτάει πώς νιώθω, κι εγώ ένιωθα σημαντική, γεγονός που εκείνον τον ικανοποιούσε.

Η μέρα της συνέντευξης έφτασε. Η εβδομάδα που μεσολάβησε από το πρώτο τηλεφώνημα πέρασε αργά, πολύ αργά, αν και διήρκεσε όσο διαρκεί πάντα μια εβδομάδα, δηλαδή επτά ημέρες ή αλλιώς εκατόν εξήντα οκτώ ώρες, κι εγώ, σε μια μυστική διανομή, πρωταγωνίστρια, δεν έχανα ευκαιρία να αλλάζω γνώμη, να παθαίνω κρίσεις πανικού και άγχους, να δηλώνω την αντίθεσή μου στις συνεντεύξεις ως διαδικασία, να απορώ με το τι θα πω και να κάνω υποθέσεις σχετικά με τις ερωτήσεις, να αμφισβητώ τα κίνητρα και τις ικανότητες της δημοσιογράφου, να σκέφτομαι τι θα φορέσω και να νιώθω τυχερή που υπήρχε η δουλειά να απασχολεί το μυαλό μου κάποιες ώρες την ημέρα -ευτυχώς που υπάρχει η δουλειά και αποφεύγουμε λίγο τον εαυτό μας, μου έλεγε κάποιος όταν ήμουν έφηβη· εγώ δεν θα γίνω έτσι, σκεφτόμουν τότε-. Χαρά πάντως δεν ένιωθα, ούτε προσμονή, λες και με είχε βρει κάποιο κακό. Εκείνος έδειχνε υπομονή, με μια ηρεμία ανεξήγητη, για την οποία τον κατηγορούσα, επιστρέφοντάς την ως αδιαφορία· ανάμεσα σε άλλα, όμως, συγχρόνως σκεφτόμουν πως μια μέρα θα γινόταν σπουδαίος πατέρας. Δεν του το είπα. Η μέρα της συνέντευξης έφτασε, εκείνος προσφέρθηκε να με συνοδεύσει μέχρι το καφέ και εγώ αρνήθηκα.

Η λογοτεχνία με έχει κάνει επιλεκτικότερη κουτσομπόλα, της είπα, όταν εκείνη, με έναν αδικαιολόγητο κατά τη γνώμη μου ενθουσιασμό στα μάτια -αλλά και στα χείλη, στο πρόσωπο, στα χέρια- με ρώτησε: τι σου έχει προσφέρει η λογοτεχνία; Ήταν η πρώτη της ερώτηση. Δεν ήταν προετοιμασμένη γι' αυτήν την απάντηση, του έλεγα αργότερα, όταν γύρισα εξουθενωμένη στο σπίτι -πρώτα ξεντύθηκα και έκανα ένα γρήγορο ντουζ, όπως συνήθιζα πριν κάτσω στο τραπέζι- και εκείνος με ρώτησε: πώς πήγε; Κι εγώ του διηγήθηκα το χρονικό μιας αποτυχημένης συνέντευξης. Τι σου έχει προσφέρει η λογοτεχνία; Ήταν η πρώτη της ερώτηση, αφού πρώτα είπε: ας αρχίσουμε! Κι εγώ δεν περίμενα εκείνη την ερώτηση, μου φάνηκε χαζή, ίσως γιατί δεν την περίμενα. Η λογοτεχνία, είπα με στόμφο, με έχει κάνει επιλεκτικότερη κουτσομπόλα. Το χαμόγελο στα χείλη της πάγωσε, ο αδικαιολόγητος κατά τη γνώμη μου ενθουσιασμός της εξαφανίστηκε ακαριαία, με κοίταξε επιθετικά, μες στα μάτια. Είσαι ηλίθια; έμοιαζε να σκέφτεται. Δεν ήταν προετοιμασμένη γι' αυτήν την απάντηση κι εγώ, όπως συνηθίζω, επέμεινα να διευκρινίσω τι εννοούσα· της εξήγησα, του έλεγα αργότερα, πως επειδή έχω διαβάσει τόσες ιστορίες, τόσες υπέροχα δοσμένες ιστορίες, δεν με ενδιαφέρει πια η κακοδιηγημένη ιστορία κάποιου άσχετου που αφορά έναν τρίτο, επίσης άσχετο, όσο εντυπωσιακή και αν είναι, όσες λεπτομέρειες από πρώτο χέρι και αν γνωρίζει, αυτό σκέφτηκα και αυτό είπα, δεν την περίμενα εκείνη την ερώτηση, ο αδικαιολόγητος ενθουσιασμός της εξαφανίστηκε ακαριαία, έπρεπε να τη δεις πώς μαζεύτηκε, πώς γυάλιζε το μάτι της όταν μου είπε: και τότε, γιατί επιμένεις να διηγείσαι τις ιστορίες σου στον κόσμο;

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2015

Αυτό είν' όλο - James Salter



Έρχεται κάποτε η ώρα που συνειδητοποιείς ότι όλα είναι ένα όνειρο, και μόνο όσα διασώζονται επειδή κάποιος έγραψε γι' αυτά, έχουν πιθανότητες να θεωρηθούν αληθινά.
Το εισαγωγικό μότο, πέραν της ποιητικότητας, αποτελεί και έναν συμπυκνωμένο οδηγό ανάγνωσης εκ μέρους του συγγραφέα. Η διάσωση της ζωής του Φίλιπ Μπάουμαν μέσω της καταγραφής, ξεκινά από τις αναμνήσεις της θητείας του στο Πολεμικό Ναυτικό κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου σε ιαπωνικά χωρικά ύδατα, φτάνοντας μέχρι το αναπόφευκτο, στη ζωή του καθενός, σημείο απολογισμού, που για τον Μπάουμαν συμπίπτει με την είσοδο στο τελευταίο τρίτο αυτής.

Ο αφηγητής μοιάζει παντογνώστης όμως δεν είναι, γνωρίζοντας απλώς εκείνα που θυμάται, υποταγμένος σε μια μνήμη επιλεκτική, που άλλα τα μεγεθύνει και άλλα τα εξαλείφει, μια μνήμη προσωπική. Άλλωστε, η καταφυγή στη μνήμη περιλαμβάνει αρκετά σκοτεινά σημεία, με νήματα να στέκουν ασύνδετα, λεπτομέρειες να αναδύονται στην επιφάνεια, εκεί είναι που καταβάλλεται η μεγαλύτερη μάχη, εκείνα είναι που πρέπει να επανασυσταθούν σε ένα σώμα, τα δυσπρόσιτα κατά την πρώτη προσέγγιση σημεία. Τα υπόλοιπα, τα προφανή, που βρίσκονται σε ράφια χαμηλά, εύκαιρα σε πρώτη ζήτηση, χάνουν την σημαντικότητά τους, χωράνε σε μια απλή φράση. Έτσι, η αφήγηση διαθέτει μια αυθεντικότητα, μια ειλικρίνεια.

Ο Μπάουμαν είναι ένα τυπικός μεσοαστός στην μεταπολεμική Αμερική, ζώντας στις ανατολικές ακτές και έχοντας τη δυνατότητα να βρεθεί τόσο στην Ευρώπη, όσο και σε πολιτείες πιο κεντρικές, γεγονός που δίνει μια ευρύτερη αφηγηματική διάσταση στην ιστορία, ξεφεύγοντας από τα στενά όρια του προσωπικού. Μια τέτοια ζωή, όπως του Μπόουμαν, επιθυμεί να διηγηθεί ο Σόλτερ, μια ζωή συμβατική -επίθετο που δεν πρέπει να συγχέεται ή να ταυτίζεται με το βαρετή- και τέτοια είναι η γλώσσα που επιλέγει, μια γλώσσα απλή, αλλά όχι αδούλευτη, απόφαση συνειδητή και τελικά λειτουργική. Όπως λειτουργική είναι και η επιμονή σε διάφορα κλισέ και επαναλήψεις, με χαρακτηριστικό παράδειγμα να αποτελούν οι ερωτικές σχέσεις του Μπάουμαν, στις οποίες μπαίνει με ορμή για να συντριβεί στη συνέχεια ως άλλος ήρωας άρλεκιν.

Η ενασχόληση του Μπάουμαν με τον εκδοτικό χώρο, ως επιμελητή και συμβούλου εκδόσεων, προσδίδει μια γοητευτική βιβλιοφιλική διάσταση, υποταγμένη όμως στα όρια του ίδιου του ήρωα, στον οποίο ο Σόλτερ στιγμή δεν σκέφτεται να προσδώσει μια γοητεία που δεν διαθέτει. Χαρακτήρας αδιάφορος και συνηθισμένος, δεν προκαλεί ούτε την ταύτιση, ούτε την απόρριψη, σε κάποιες στιγμές όμως νιώθει κανείς την έντονη ανάγκη να τον πιάσει από τους ώμους, να τον ταρακουνήσει και να του πει: ξύπνα! Ακριβώς επειδή προκαλεί αυτή την οικειότητα του μέσου ανθρώπου.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες μού δημιουργήθηκε ο συσχετισμός ανάμεσα στον Φίλιπ Μπάουμαν και τον Φρανκ Μπάσκομπ, πρωταγωνιστή της τριλογίας του -τεράστιου- Ρίτσαρντ Φορντ (Αθλητικογράφος, Independence Day, Η χώρα όπως είναι). Βέβαια, πέραν της ομοιότητας των δύο συγγραφέων, πρέπει να επισημανθεί το γεγονός πως ο Φορντ χρειάστηκε τρία ογκώδη μυθιστορήματα για να διηγηθεί το ίδιο χρονικό διάστημα της ζωής του ήρωά του, διάστημα το οποίο ο Σόλτερ συμπύκνωσε σε μια μεσαίου μεγέθους διήγηση.

Ένα αμερικάνικο μυθιστόρημα, που στέκεται ισάξια μεταξύ άλλων σπουδαίων. Μια αυθεντική αναγνωστική απόλαυση.


υ.γ το επίμετρο που επιμελήθηκε η μεταφράστρια Αθηνά Δημητριάδου είναι ιδανικό συμπλήρωμα της ελληνικής έκδοσης, με τον συσχετισμό ανάμεσα στο μυθιστόρημα του Σόλτερ και το Πώς Είναι του Σάμουελ Μπέκετ να παρουσιάζει μεγάλο ενδαφέρον.



(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

Τα ψέματα των γυναικών - Λουντμίλα Ουλίτσκαγια




Η συγγραφέας εμπνέεται από το γυναικείο ψέμα, διαφορετικό από εκείνο των αντρών, το οποίο μάλιστα χαρακτηρίζει πραγματιστικό, και γράφει αυτό το ιδιαίτερο βιβλίο· ένα, μάλλον, σπονδυλωτό μυθιστόρημα, με την κεντρική ηρωίδα, τη Ζένια, κατά τη διάρκεια της ζωής της, να γίνεται αποδέκτης γυναικείων ψεμάτων, αθώων στην πλειονότητά τους, τα οποία αποκαλύπτονται δίχως όμως να προκαλέσουν ιδιαίτερο κρότο. Η αλήθεια είναι πως δεν ενθουσιάστηκα με τις ιστορίες, ίσως με εξαίρεση μία ή δύο εξ αυτών, που μου φάνηκαν συμπαθητικές, ευνοημένες από τη σύγκριση, και δυο ή τρεις φορές φλέρταρα έντονα με την ιδέα να εγκαταλείψω την ανάγνωση.

Αν τελικά έφτασα έως το τέλος, αυτό, μάλλον, οφείλεται στον πυρήνα της έμπνευσης, στο ψέμα δηλαδή. Τα παραμύθια δεν είναι αλήθεια, αλλά τουλάχιστον δεν είναι ψέματα, τραγουδά ο Παύλος Παυλίδης, και ο στίχος αυτός περιγράφει με αρκετή ακρίβεια τη σχέση μου με τη λογοτεχνία, με τη μη αλήθεια. Μου έκανε εντύπωση, λοιπόν, το γεγονός πως μια συγγραφέας δηλώνει πως εμπνέεται από το ψέμα, το ψέμα που κατά μία έννοια αποτελεί το βασικό εργαλείο της συγγραφής, ακόμα και αν είναι πιο αποδεκτό ή προτιμότερο να βαφτίζεται φαντασία, εμπνέεται κατά δήλωσή της από το ψέμα, για να διηγηθεί μια ψεύτικη ιστορία, φανταστική αν προτιμάτε, επιθυμώντας, μάλλον, μια διάκριση ανάμεσα στο αντρικό και το γυναικείο ψέμα, μια ακόμα γενίκευση. Το ψέμα μέσα στο ψέμα.

Το ψέμα, για τις ηρωίδες της Ουλίτσκαγια αποτελεί περισσότερο ένα καταφύγιο, μια παραπλανητική βιτρίνα μιας αδιάφορης ζωής, παρά ένα εργαλείο ουσιαστικής εξαπάτησης, ψέματα αθώα δίχως πραγματική βαρύτητα, κοντινά στη μυθιστορία, μια διαφορετική προσέγγιση της πραγματικότητας, η εφαρμογή ενός συνόλου υποθέσεων και η επιλογή διαφορετικών μονοπατιών στα κρίσιμα σταυροδρόμια. Για αυτό και αδιάφορα κατά την ανάγνωσή τους. Οι ιστορίες διαπνέονται από μια αίσθηση σαρκασμού, κυρίως ως προς την αποτύπωση της σύγχρονης ρωσικής πραγματικότητας, μια διάθεση φάρσας με έναν μανδύα γλωσσικής και αφηγηματικής σοβαροφάνειας, που όμως τελικά δεν λειτούργησε.

Η αλήθεια είναι πως η Π., που με τόσο ενθουσιασμό μού συνέστησε κάποτε να γνωρίσω την Ουλίτσκαγια -μία εκ της αντιπροσωπευτικής τριάδας, κατ' εκείνη, της σύγχρονης ρωσικής λογοτεχνίας παρέα με τον Πελέβιν και τον Μακάνιν- είχε προτείνει τη Χαρούμενη Κηδεία, οπότε παρά τη χλιαρή πρώτη εντύπωση, το ραντεβού μαζί της ανανεώνεται για κάποια επόμενη στιγμή στο μέλλον.


Μετάφραση Σταυρούλα Αργυροπούλου
Εκδόσεις Καστανιώτη 

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2015

Η παράξενη ζωή ενός μοναχικού ταχυδρόμου - Denis Thériault




Την τελευταία πενταετία, ο Μπιλοντό ακολουθούσε το ίδιο ταχυδρομικό δρομολόγιο στη Σαν-Ζανβιέ-ντε- Αμ, μια λαϊκή συνοικία στην καρδιά της οποίας ήρθε άλλωστε και ο ίδιος να μείνει για να είναι κοντά στη δουλειά του. Όλα αυτά τα χρόνια τίμιου μόχθου έλειψε μόνο μία εργάσιμη μέρα, για να παραβρεθεί στην κηδεία των γονιών του που χάθηκαν σε δυστύχημα με τελεφερίκ στο Κεμπέκ. Θα τον έλεγες αφοσιωμένο υπάλληλο.

Κάθε πρωί στο ταχυδρομείο ο Μπιλοντό παραλαμβάνει την αλληλογραφία του τομέα ευθύνης του και την ταξινομεί σύμφωνα με το σταθερό δρομολόγιο διανομής. Στην ψηφιακή εποχή της άμεσης και εύκολης επικοινωνίας ελάχιστα είναι τα προσωπικά γράμματα, που περιέχουν ειδήσεις, ευχάριστες ή δυσάρεστες, τελευταία ίχνη μιας παρελθούσας εποχής, δυσεύρετα ανάμεσα σε πλήθος λογαριασμών και ειδοποιήσεων· ακόμα μια επικράτηση της γραφειοκρατίας. Εκείνα τα γράμματα είναι που ερεθίζουν την περιέργεια του Μπιλοντό και δοκιμάζουν την ηθική ενός αφοσιωμένου υπαλλήλου. Δεν μπορεί να αντισταθεί στον πειρασμό, ξεδιαλέγει την προσωπική αλληλογραφία, τη βάζει παράμερα και τη μεταφέρει σπίτι του, όπου τα βράδια, ήσυχα και μακριά από ενοχλητικά βλέμματα, κάνοντας χρήση της πανάρχαιας μεθόδου του ατμού, τρυπώνει στις ζωές των γειτόνων του, εκείνων των λίγων, τουλάχιστον, που επιμένουν ακόμα να γράφουν και να κατηφορίζουν μέχρι το ταχυδρομικό κουτί, μια μονομερής παρακολούθηση της επικοινωνίας, που αφορά μόνο την εισερχόμενη αλληλογραφία, μια χαραμάδα αρκετή, όμως, για τον ταχυδρόμο Μπιλοντό, μια ιδιαίτερη μορφή ψυχαγωγίας. Ανάμεσα στις ιστορίες που διαδραματίζονται, μία είναι η πλέον αγαπημένη του· η ανταλλαγή ποιημάτων Χαϊκού ανάμεσα σε έναν γείτονά του, ονόματι Γκρανπρέ, και μια κοπέλα από τη Γουαδελούπη, τη Σεγκολέν. Για την ακρίβεια ο Μπιλοντό είναι ερωτευμένος με τη Σεγκολέν.

Η κεντρική ιδέα γύρω από την οποία ο Τεριώ χτίζει αυτή την ιστορία αγάπης διαθέτει μια παιδικότητα τέτοια που την κάνει οικεία. Μια ιδέα απλή και ταυτόχρονα πρωτότυπη, κυρίως λόγω της υλοποίησής της, του περάσματός της στο χαρτί· μια κεντρική ιδέα απλή, που όμως χρειάζεται ένα ικανοποιητικό πλήθος ευρημάτων, για να μπορέσει να σταθεί και να λειτουργήσει ως μυθιστόρημα. Ο Τεριώ τα καταφέρνει περίφημα σε αυτόν τον τομέα, γεγονός που φαίνεται καθαρά στην τελική λύση του δράματος, απαραίτητη για την επίγευση της ανάγνωσης. Και τα καταφέρνει δίχως να θυσιάσει την απλότητα, πλατιάζοντας ή καταφεύγοντας σε μια αχρείαστη περιπλοκή της ιστορίας. Ο μοναχικός ταχυδρόμος Μπιλοντό που τα βράδια διαβάζει τα γράμματα των γειτόνων του, παρά την ανήθικη πλευρά της πράξης του προκαλεί τη συμπάθεια του αναγνώστη, που είναι διατεθειμένος να παραβλέψει αυτή την παρασπονδία, όπως και με τους ήρωες ενός παραμυθιού, κατατάσσοντας τον λαθραναγνώστη ταχυδρόμο αμετάκλητα στη μεριά των καλών, επιθυμώντας την δικαίωση του αγώνα του, ταυτιζόμενος σχεδόν εξ αρχής μαζί του. Η παραμυθένια αίσθηση ενισχύεται από την παρουσία των ποιημάτων Χαϊκού και της δεδομένης ανατολίτικης αύρας που αυτά φέρουν, καθώς συνυπάρχουν σε αρμονία με επιρροές της γαλλικής λογοτεχνίας, μετατρέποντας, θαρρείς, τον Καναδά, τόπο συγγραφής του μυθιστορήματος, σε τόπο συνάντησης Ανατολής-Δύσης. Ο διδακτισμός και η ενστάλαξη σοφίας, που συχνά συνοδεύει τη λογοτεχνική παρουσία της Άπω Ανατολής, απουσιάζει πανηγυρικά εδώ, ο Μπελοντό διακρίνεται για την προσήλωσή του στο προσωπικό, κοιτάζει τη δουλειά του, κυριολεκτικά και μεταφορικά, και τον έρωτά του για τη Σεγκολέν, με διακριτικότητα, δίχως φωνές και υστερίες, γεγονός που ενισχύει τη συμπάθεια του αναγνώστη προς το πρόσωπό του.

Εν ολίγοις, ο Τεριώ καταφέρνει να διηγηθεί μια απλή ιστορία, αλλά όχι με φτηνό τρόπο. Διαθέτει όλα εκείνα τα απαραίτητα συστατικά, προεξέχοντος του Μπελοντό, και καταφέρνει να τα συνδυάσει έτσι ώστε να διατηρήσει τις ισορροπίες, να κρατηθεί στον δρόμο και τελικά να παραδώσει ένα όμορφο μυθιστόρημα.

            Σα δίνη νερού
            κόντρα στο βράχο
            ο χρόνος κλείνει κύκλους



Μετάφραση Μαρία Χρηστίδου
Εκδόσεις Χαραμάδα
    

   

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2015

Αλήθεια - Peter Temple



Ήταν ξαπλωμένη πάνω στον σάκο διακομιδής σε στάση ανάπαυσης γιόγκα -πόδια σε διάσταση, οι παλάμες προς τα πάνω, τα νύχια των ποδιών βαμμένα κατακόκκινα, μακριά πόδια, αραιές τρίχες εφηβαίου, μικρά στήθη.
Για έναν επιθεωρητή, σαν τον Στίβεν Βιλάνι, με πολυετή προϋπηρεσία στο Τμήμα Ανθρωποκτονιών της Μελβούρνης, ο οποίος έχει ακολουθήσει όλη τη διαδρομή ανέλιξης, από την αρχή μέχρι τη θέση του επικεφαλής, η θέα ενός πτώματος αποτελεί ακόμα μια μέρα στη δουλειά. Όμως, η ομοιότητα της δολοφονημένης με την κόρη του αρκεί να τον αναστατώσει, ιδιαίτερα στο τέλος μιας δύσκολης μέρας. Το πτώμα βρέθηκε στο μπάνιο ενός διαμερίσματος, σε ένα νεόδμητο υπερπολυτελές συγκρότημα κατοικιών, μία από τις προβαλλόμενες αρετές του οποίου, για να προσελκύσει αγοραστές, είναι η υψηλού επιπέδου ασφάλεια. Τα συμφέροντα είναι μεγάλα και συνοψίζονται στα λόγια του υπουργού Δημόσιας Τάξης προς τον Βιλάνι: Δεν θέλουμε ένα περιστατικό με μια καριολίτσα να αμαυρώσει ένα έργο εκατομμυρίων δολαρίων, που είναι αιχμή του δόρατος για την πολεοδομία μας και ανεκτίμητο στολίδι για την περιοχή.

Με τις εκλογές να είναι προ των πυλών και τις κατασκευαστικές να οραματίζονται -μεταξύ άλλων- πολεοδομικές επενδύσεις ανάπλασης, ιδιαίτερα στον τομέα των μεταφορών και της ασφάλειας, οι πιέσεις που ασκούνται είναι τεράστιες, και αν σε αυτές προσθέσει κανείς και τη δημοσιογραφική έρευνα, έτοιμη να προσαρμοστεί στις εκάστοτε συνθήκες, αναζητώντας το οποιοδήποτε μελανό σημείο μπορεί να εντοπίσει, τότε το μείγμα γίνεται εκρηκτικό και η ηθική μετατοπίζεται εκτός κάδρου. Και ο Βιλάνι δεν είναι τέλειος. Έριξε το βάρος στην καριέρα του σε μια προσπάθεια να απεμπλακεί από το άσωτο παρελθόν του, που έθεσε τον γάμο του σε κίνδυνο, όμως η απουσία του συνεχίζει να αποτελεί την καθοριστική σταθερά αποτυχίας, κυρίως στο ρόλο του πατέρα, με την μικρότερη κόρη του, τη Λίζι, να περιπλανιέται στους δρόμους της Μελβούρνης αποπροσανατολισμένη υπό την επήρρεια ναρκωτικών ουσιών. Η σχέση του με τον πατέρα του, ο οποίος ζει πια μόνος του στη φάρμα, με το δάσος, που το φύτεψαν δέντρο δέντρο, και τα αγωνιστικά άλογα, ενώ το πύρινο μέτωπο, ευνοούμενο από τις υψηλές θερμοκρασίες και τους θυελώδεις ανέμους, αφήνει πίσω του μαύρη γη και πλησιάζει απειλητικά, πολύπλοκη.   

Ο Πίτερ Τεμπλ παραδίδει ένα πολυεπίπεδο και πολυδιάστατο αστυνομικό μυθιστόρημα, δικαιολογώντας τόσο τα βραβεία όσο και τις επαινετικές κριτικές που κατά καιρούς έχει λάβει, αρνούμενος να διηγηθεί μια απλή ιστορία διελεύκανσης ενός εγκλήματος, επιχειρώντας -και επιτυχάνοντας- να αποδώσει πειστικά μια πραγματικότητα, εκείνη της πολιτείας της Βικτόρια, με χαρακτήρες -προεξέχοντος του επιθεωρητή Βιλάνι- στέρεους και φυσικούς, με γωνίες που δημιουργούν σκιές και σύνθετες επιφάνειες, αντίθετα με όσους παρελαύνουν στην πλειονότητα ομοειδών ιστοριών. Όμως, το στοιχείο εκείνο που με έθελξε περισσότερο και με έκανε να εκτιμήσω, και τελικώς να απολαύσω, ακόμα περισσότερο την Αλήθεια, ήταν η σύνθετη καθημερινότητα του Βιλάνι, και δεν αναφέρομαι τόσο στην προσωπική του ζωή, στοιχείο που δεν είναι πρωτότυπο, αν και το εύρος και η ένταξή της στην κεντρική ιστορία είναι αδιαπραγμάτευτα ένα ακόμα ατού στη φαρέτρα του Τεμπλ, όσο στην επαγγελματική του καθημερινότητα. Είναι κάπως βαρετοί και ψεύτικοι οι επιθεωρητές εκείνοι που έχουν την πολυτέλεια να ασχολούνται με μία και μόνη υπόθεση για μέρες ή και για μήνες, απαλλαγμένοι από οτιδήποτε άλλο συμβαίνει στον έξω κόσμο και άπτεται της αστυνομικής αρμοδιότητας. Ο Βιλάνι, επικεφαλής τμήματος μην ξεχνάμε, προΐσταται πλήθους υποθέσεων, έστω και αν ξεκάθαρα υπάρχει μία η οποία τον βασανίζει περισσότερο και γι' αυτό άλλωστε είναι αρκούντως ενδιαφέρουσα ώστε να την αφηγηθεί κανείς.   

Η Αλήθεια διαθέτει όλα εκείνα τα απαραίτητα συστατικά μιας καλής αστυνομικής ιστορίας, γεγονός που όμως δεν θα ήταν αρκετό αν ο Τεμπλ δεν ήταν τόσο ικανός στη διαχείριση του υλικού και στην αφήγησή της, γεγονός που ξεχωρίζει το μυθιστόρημα αυτό ανάμεσα σε τόσα άλλα του είδους, άποψη την οποία ενισχύει η βράβευσή του με ένα αμιγώς λογοτεχνικό βραβείο ( 2010, Miles Franklin Literary Award).  


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Γιώργος Μπέτσος
Εκδόσεις Τόπος

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2015

Οι νύχτες στο Φλόρες - César Aira




Όταν πριν δυο χρόνια σχεδόν, διάβασα για πρώτη φορά, μετά από προτροπή του Α., κάποιο έργο του Αργεντινού συγγραφέα Σέσαρ Άιρα, το Βαράμο, η γεύση που μου άφησε θα μπορούσε να περιγραφεί ως εξής: κορμί τέλειο, απουσία ψυχής. Όμως, και είναι ίδιον των σπουδαίων δημιουργών αυτό, ο ελάχιστος σπόρος που μου άφησε συνέχισε να σκάβει αργά και σταθερά, να διεκδικεί το χώρο που του ήταν απαραίτητος για να ριζώσει και να ανθίσει, γεγονός που άργησα να αντιληφθώ και να παρατηρήσω, παρά μονάχα όταν ξαφνικά βρέθηκε ολάνθιστος να στέκει απέναντί μου. Τις τελευταίες μέρες είχα τη διάθεση για μια λογοτεχνική φάρσα από κάποιον εραστή της λογοτεχνίας, παιχνίδια του μυαλού, δύσκολο να εξηγηθούν και να περιγραφούν. Ο Άιρα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως υπερκινητικός δημιουργός, ένα μυαλό που συνέχεια γεννά ιδέες και αρνείται να εγκλωβιστεί στα αδιέξοδά τους, με αποτέλεσμα το κάθε βιβλίο, η κάθε απλή ιστορία να είναι γαϊτανάκι εναλλαγών στυλ, ένα πανηγύρι. Αυτό είχα ανάγκη, την άρνηση του εγκλωβισμού.

Ο Άλντο και η Ροσίτα Πεϋρό, ένα παντρεμένο ζευγάρι ηλικιωμένων από το Φλόρες, άρχισαν να ασκούν ένα παράξενο επάγγελμα στο οποίο ήταν μοναδικοί και ξυπνούσαν την περιέργεια των λίγων που μάθαιναν γι' αυτό: έκαναν νυχτερινό delivery για λογαριασμό μιας συνοικιακής πιτσαρίας.

Οι νύχτες στο Φλόρες αποτελούν αντιπροσωπευτικό δείγμα της τεράστιας βιβλιογραφίας του Άιρα, που αριθμεί πάνω από ογδόντα τίτλους -χώρια οι μεταφράσεις, τα κριτικά κείμενα και οι μελέτες του. Η ιστορία ξεκινά με ένα ζευγάρι συνταξιούχων, οι οποίοι επιθυμούν ένα επιπλέον εισόδημα, για να ενισχύσουν τη χαμηλή σύνταξη που λαμβάνουν στην Αργεντινή της κρίσης, και δουλεύουν σε μια πιτσαρία, παραδίνοντας πίτσες με τα πόδια, πάντα ως ζευγάρι. Καταφέρνουν δε να είναι ανταγωνιστικοί στους χρόνους συγκριτικά με τους νεαρούς συναδέλφους τους, παρότι δεν διαθέτουν μηχανάκι. Ποτέ κανένα παράπονο δεν έφτασε για εκείνους, το αντίθετο, πολλοί είναι οι πελάτες εκείνοι, όπως κάποιες μοναχές για παράδειγμα, που ζητούν αποκλειστικά εκείνους για να τους εξυπηρετήσουν. Οι διαδρομές μέσα στη γειτονιά του Φλόρες δίνουν, αρχικά, την ευκαιρία στον συγγραφέα να αποτυπώσει, με διάθεση χιουμοριστική, την πραγματικότητα στα χρόνια της κρίσης, την άναρχη δόμηση, που μετατρέπει σε δυσεπίλυτο γρίφο τις οδηγίες εντοπισμού μιας απλής διεύθυνσης, την τρομολαγνία των ΜΜΕ και τη δεδομένη εγκληματικότητα. Όμως, στη λογοτεχνία του Άιρα τίποτα δεν συνεχίζει όπως ξεκινά ή όπως θα ανέμενε κανείς. Γρήγορα η ιστορία θα μετατραπεί σε αστυνομική, με την απαγωγή ενός νεαρού, ενώ ένα παράξενο πλάσμα, που συντροφεύει τους ηλικιωμένους στις βραδινές τους παραδόσεις, προσδίδει στην αφήγηση κάτι από μαγικό ρεαλισμό, και ένας συγγραφέας, που δεν είναι ακριβώς συγγραφέας, από τη Βολιβία επισκέπτεται έναν εισαγγελέα, μια διάθεση κριτική απέναντι στη μοντέρνα τέχνη, και άλλα πολλά απρόοπτα, και όλα αυτά σε μόλις εκατόν είκοσι σελίδες, που διαβάζονται απνευστί και διαθέτουν μια συνοχή, μάλλον αδύνατο να εξηγηθεί, προσφέροντας χαοτική απόλαυση και πηγαίο γέλιο.

Αυτή η διάθεση φάρσας σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει περιφρόνηση της λογοτεχνίας εκ μέρους του Άιρα, το αντίθετο μάλιστα. Η επαφή με το έργο του Άιρα αποπνέει αγάπη και σεβασμό, ενώ η προσέγγιση είναι σοβαρή και υποστηρίζεται από δουλειά και ταλέντο, αποτέλεσμα προσωπικής αισθητικής, καλλιεργημένης με τα χρόνια και χάρη στην επαφή με την παγκόσμια λογοτεχνία, και διόλου τυχαίο γεγονός.

Μετάφραση Κατερίνα Τζωρίδου
Εκδόσεις Καστανιώτη  


Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

Σχεδόν διάφανο γαλάζιο - Ριού Μουρακάμι




Είναι δεδομένη η έλξη που μου ασκεί η λογοτεχνία του περιθωρίου, ένα το κρατούμενο. Δυνατότερη όμως έλξη μού ασκεί το περιθώριο της επιτυχίας. Aκριβές παράδειγμα: η λογοτεχνία του Νόρμαν Μαίηλερ. Άνθρωποι που είχαν τα προγνωστικά με το μέρος τους, χρήματα και σπουδές, ένα μέλλον να τους περιμένει με το χαλί τεντωμένο τέλεια, κι όμως απέτυχαν να περπατήσουν, κάπου σκόνταψαν και τώρα τρεκλίζουν, από το ποτό και τη δυστυχία, αποτυχημένοι συναισθηματικά, εγκλωβισμένοι. Δεν είναι η ταύτιση μαζί τους που με έλκει. Καμία ταύτιση δεν νιώθω, ίσως μια μικρή αποστροφή: εδώ ο κόσμος καίγεται, σκέφτομαι, και εκείνοι τριγυρνούν ανάμεσα στα αυτοσχέδια προβλήματά τους, έχοντας λυμένα τα πρωταρχικά, εκείνα για τα οποία αρκετοί παλεύουν κάθε στιγμή. Είναι η κατάρρευση του μαθηματικού μοντέλου ευτυχίας, όχι δεν είναι χαιρεκακία, όχι, αλλά η επιβεβαίωση για το μυστήριο της ζωής, που τόσο απέχει από τα εργαστήρια των επιστημόνων. Είναι αυτό το υπαρξιακό βάρος, για το οποίο τόσο υπάρχει η τάση να παραβλέπεται και να παραγνωρίζεται, εκείνο το άγνωστο κάτι που μας φταίει, που εκτροχιάζει τις πορείες και καταρρίπτει τις βεβαιότητες, εκείνο που εμπνέει κάποιους δημιουργούς να το περιγράψουν και να το αποδώσουν γυμνό.

Τέτοιοι είναι και οι ήρωες του Ριού Μουρακάμι, στο συγγραφικό του ντεμπούτο, Σχεδόν διάφανο γαλάζιο, γραμμένο το 1977, όταν εκείνος ήταν ακόμα φοιτητής και η έκδοσή του έπεσε σαν βόμβα στα θεμέλια της ιαπωνικής λογοτεχνικής σκηνής, αποσπώντας βραβεία σημαντικά και εγείροντας, πώς όχι άλλωστε, διαφωνίες και διαμάχες ανάμεσα σε φανατικούς υποστηρικτές και ορκισμένους πολέμιους, αποτυπώνοντας το κλίμα μιας παράλληλης πραγματικότητας, ανεξάρτητης, που δεν ανέκοπτε την κανονικότητα αλλά υπήρχε εκεί, διεκδικώντας το χώρο που της αναλογούσε. Σε ένα προάστιο του Τόκιο, στα μέσα της δεκαετίας του '70, κοντά στην αμερικανική βάση, μια παρέα εφήβων, προερχόμενων από τη μεσαία τάξη, δίχως προβλήματα επιβίωσης, από απλή βαρεμάρα, θαρρείς, τριγυρνούν στους δρόμους και πειραματίζονται με οτιδήποτε απαγορευμένο, ακολουθώντας ένα μοντέλο ζωής όπως το μετέφεραν τα κύματα του Ειρηνικού στις ιαπωνικές ακτές. Δοκιμάζουν, ασυνείδητα, τις αντοχές του σώματος και βιώνουν έντονα τα, όλο και πιο ασαφή, όρια του εγκεφάλου, μια καθημερινότητα γεμάτη παραισθήσεις και εμμονές. Μια ακαριαία ενηλικίωση.

Άρχισα να ουρλιάζω κάτι στίχους που θυμόμουν, του Jim Morrison: "When the music is over, when the music is over, put out all the lights, my brothers live at the bottom of the sea, my sister was killed, pulled up on land like a fish, her belly torn open, my sister was killed, when the music is over, put out all the lights, put out all the lights."
Σαν τους εξαίσιους άνδρες στα μυθιστορήματα του Ζαν Ζενέ, έφερα ένα γύρο το σάλιο μες στο στόμα μου και το μάζεψα στη γλώσσα μου -βρόμικος άσπρος γλυκερός αφρός. Έτριψα τα πόδια μου κι έγδαρα με τα νύχια το στήθος μου· τα μπούτια μου και τα δάχτυλα των ποδιών μου κολλούσαν. Ένιωσα το δέρμα σ' όλο μου το σώμα ν' ανατριχιάζει, σαν να μ' είχε τυλίξει ξαφνικά ολόκληρο μια ριπή παγωμένου αέρα, και όλη μου η δύναμη χάθηκε μεμιάς.

Η γλώσσα του Μουρακάμι τόσο προκλητική όσο και η πραγματικότητα που περιγράφει ο, συνονόματός του, αφηγητής, μέλος αναπόσπαστο της παρέας καθώς είναι, βιώνει στο πετσί του ακραίες ψυχολογικές και νευρολογικές διακυμάνσεις, αποτυπωμένες με σκληρά ξεσπάσματα και ποιητικές παύσεις, κολλήματα ενός διαταραγμένου εγκεφάλου, που έχει την διαύγεια να παρατηρήσει την απλή πτώση ενός φύλλου και να την αποτυπώσει σε αργή κίνηση με ακρίβεια και γλωσσικό πλούτο, λίγο πριν ή μετά από μια πυρετική βραδιά με εκκωφαντική μουσική, σεξουαλικά όργια και χρήση ναρκωτικών, από την περιγραφή της οποίας δεν απουσιάζει η βωμολοχία και η πρόκληση. Υπάρχει μια υπόνοια γλωσσικής επιτήδευσης σε όλο αυτό, εκεί άλλωστε στέκει και το σημείο διαφωνίας, η κατηγορία της πρόκλησης για την πρόκληση και το ερώτημα: είναι λογοτεχνία αυτό; Είναι ίσως αυτή η διαρκής αμφιβολία, αυτή η έλξη-απώθηση και η ανάμεικτη συναισθηματική κατάσταση του αναγνώστη, ένα τελικώς επιτυχημένο στοίχημα για τον δημιουργό, που μάλλον δεν θα αρνηθεί πως η πρόκληση αποτελεί πρωτεύον συστατικό του λογοτεχνικού του οικοδομήματος, μια προσπάθεια να ταρακουνήσει τα λιμνάζοντα ύδατα μιας λογοτεχνίας που αρκείται στο υψηλό και αρνείται να κοιτάξει έξω από τα παράθυρα των λογοτεχνικών σαλονιών, στη γωνία του δρόμου που κάποιοι έφηβοι τριπάρουν και αναρωτιούνται: "Ριού, βάλε λίγη μουσική, έχω μπουχτίσει πια με τα γαμήσια, δεν μπορεί, θα πρέπει να υπάρχει και κάτι άλλο, θέλω να πω, θα πρέπει να υπάρχουν και άλλοι τρόποι να περνάμε καλά."

Μετάφραση από τα Αγγλικά Αλέξανδρος Καρατζάς
Εκδόσεις Printa


 

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

Οι νόμοι των συνόρων - Javier Cercas




Αφηγηματική γενναιοδωρία, έτσι θα συνόψιζα το συναίσθημα -τόσο κατά τη διάρκεια, αλλά κυρίως μετά το πέρας- της ανάγνωσης. Έτσι, λακωνικά και σε ποσοτική αντίστιξη με τις πεντακόσιες σελίδες του μυθιστορήματος, του καταξιωμένου -και στη χώρα μας- Χαβιέρ Θέρκας, γνωστού κυρίως για τους Στρατιώτες της Σαλαμίνας, μυθιστόρημα που μεταφέρθηκε με σχετική επιτυχία στον κινηματογράφο, διευρύνοντας αναπόφευκτα τα όρια της φήμης του γεννημένου στην επαρχία του Κάθερες συγγραφέα. Για μένα ήταν ο Ένοικος και η Ταχύτητα του φωτός τα έργα του που τον ενέταξαν, άπαξ και δια παντός, στο κλειστό κλαμπ των εκλεκτών ισπανόφωνων δημιουργών. Τώρα, έχοντας πίσω μου την ανάγνωση της ιστορίας του Γαλανομάτη, του Γυαλάκια και της Τέρε, νιώθω μια δικαίωση, πως δεν βιάστηκα στην κρίση μου.

-Αρχίζουμε;
-Ας αρχίσουμε. Προηγουμένως όμως επιτρέψτε μου να σας κάνω άλλη μια ερώτηση. Θα είναι η τελευταία.
-Παρακαλώ.
-Γιατί δεχτήκατε να γράψετε αυτό το βιβλίο;
-Μα δεν το 'παμε ήδη; Για τα χρήματα. Κερδίζω τα προς το ζην γράφοντας.
-Ναι, το ξέρω, αλλά μόνο γι' αυτό δεχτήκατε;
-Η αλήθεια είναι ότι δε σου παρουσιάζεται συχνά η ευκαιρία να γράψεις για ένα μυθικό πρόσωπο σαν τον Γαλανομάτη, αν αυτό εννοείτε.
-Θέλετε να πείτε ότι ο Γαλανομάτης σας ενδιέφερε και προτού σας προτείνουν να γράψετε γι' αυτόν;
-Φυσικά, όπως όλον τον κόσμο.

Βρισκόμαστε στην Χερόνα καλοκαίρι του 1978, και το φάντασμα του Φράνκο πλανάται ακόμα πάνω από την Ισπανία. Μια ομάδα εφήβων, ανάμεσα στους οποίους ο Γαλανομάτης, σε ρόλο αρχηγού, ο Γυαλάκιας και η Τέρε, συχνάζει στην κακόφημη πλευρά της πόλης, ανάμεσα σε οίκους ανοχής και σκοτεινά μπαρ, καπνίζει χόρτο και πίνει αλκοόλ, επιδίδεται σε μικροκλοπές για να χρηματοδοτήσει την καλοπέρασή της. Με το πέρασμα του χρόνου θα παίρνουν όλο και μεγαλύτερα ρίσκα, οργανώνοντας ένοπλες ληστείες τραπεζών και σπιτιών. Η σύλληψη του Γαλανομάτη θα δώσει τέλος στη δράση της ομάδας, αν και εκατοντάδες άλλες παρόμοιες ομάδας δημιουργήθηκαν και έδρασαν εκείνα τα χρόνια στην Ισπανία, με μια αίσθηση ρομαντικότητας, συνυφασμένης με το κλίμα ελευθερίας εκείνης της περιόδου. Γύρω από τον Γαλανομάτη, πρόσωπο το οποίο ο Θέρκας εμπνεύστηκε κυρίως από τον Juan José Moreno Cuenca, δημιουργήθηκε ένας μύθος. Ο ατίθασος χαρακτήρας του, οι δεκάδες απόπειρες απόδρασης από τις φυλακές, η διαρκής κόντρα του με τους δεσμοφύλακες, οι ερωτικές του ιστορίες τον μετέτρεψαν σε σύμβολο μιας ολόκληρης γενιάς. Ο Ιγνάθιο Κάνιας, γνωστός ως Γυαλάκιας, που ανήκε σε εντελώς διαφορετική κοινωνική τάξη, μπήκε στην ομάδα από σύμπτωση, αναζητώντας καταφύγιο από τις επιθέσεις των συμμαθητών του, και κατάφερε να διαφύγει της σύλληψης, κλείνοντας για πάντα την πόρτα στο παρελθόν και επιτυγχάνοντας, τριάντα χρόνια μετά, να θεωρείται ο σημαντικότερος δικηγόρος της Χερόνα. Η Τέρε, η απαραίτητη μοιραία γυναίκα, που στη θέα της ο έφηβος Γυαλάκιας έχασε το έδαφος κάτω από τα πόδια του, καθώς η εικόνα πάγωσε αντίθετα με εκείνη που, λαμπερή και πανέμορφη καθώς ήταν, συνέχισε να περπατά προς το μέρος του, κοιτάζοντάς τον ίσια μες στα μάτια.  

Αυτή την ιστορία καλείται να γράψει ο συγγραφέας-ήρωας του μυθιστορήματος και για τον λόγο αυτό παίρνει συνεντεύξεις από τα πρόσωπα-κλειδιά, με σκοπό τη συλλογή των απαραίτητων στοιχείων. Μέσα από την παράθεση των συνεντεύξεων ο Θέρκας διηγείται την ιστορία που εμπνεύστηκε σε γραμμική χρονική ακολουθία, χρησιμοποιώντας ένα αφηγηματικό εύρημα, που όχι απλώς λειτουργεί, μα που του επιτρέπει να προσδώσει περαιτέρω στοιχεία στην ιστορία του, τόσο ως προς την εξέλιξη της αφήγησης και τις διαρκείς ανατροπές της, καθώς νέα στοιχεία έρχονται να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν τα προηγούμενα, όσο και ως προς το στήσιμο των χαρακτήρων, καθώς η σχέση που αναπτύσσει ο συγγραφέας με τους συνεντευξιαζόμενους περνά από διάφορα στάδια, της επιφύλαξης και της εμπιστοσύνης κυρίως, αλλά και της απόπειρας του καθενός να διατηρήσει τα μυστικά, της αναμνήσεις και την εικόνα του. Επίσης, αυτό το διαρκές φλερτάρισμα με τον ρεαλισμό, η ύπαρξη ενός ολόκληρου κόσμου, αποτελούμενου από ταινίες, μαρτυρίες, τηλεοπτικές εκπομπές, μέρη και πρόσωπα, κατ' ουσίαν επινοημένου -αν και με τα απαραίτητα σπέρματα έμπνευσης και (αυτο)βιογραφίας- για να πλαισιώσει την ιστορία του Γαλανομάτη, όπως την οραματίστηκε στο σύνολό της ο Θέρκας, σύνολο σύνθετο, με πλήθος προσώπων και γεγονότων, και εκείνος, συγγραφέας και σκηνοθέτης ταυτόχρονα, καταφέρνει το ακατόρθωτο θαρρείς: να παραδώσει -με την υποστήριξη του επιμελητή του, να τα λέμε αυτά- ένα μυθιστόρημα πολυσέλιδο δίχως ίχνος κοιλιάς, δίχως ίχνος αχρείαστου και περιττού. Μια λογοτεχνία πλουραλιστική και πληθωρική, μια ιστορία που προκαλεί αναγνωστική δίψα και με μια αφήγηση που καθηλώνει ο Θέρκας παραδίδει ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, πολυεπίπεδο σε αναγνώσεις, σπουδαίο και προσιτό ταυτόχρονα.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Γεωργία Ζακοπούλου
Εκδόσεις Πατάκη

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2015

Ρέκβιεμ για τη Φάννυ Γκόλντμαν - Ingeborg Bachman




Η Μπάχμαν κατέχει περίοπτη θέση στη φράξια των καταραμένων δημιουργών, κυρίως λόγω του τραγικού της τέλους σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στη Ρώμη, την Αιώνια Πόλη, τι ειρωνεία, αλλά και εξαιτίας της σχέσης της με τον Μαξ Φρις, για την οποία λίγα γνωρίζω, και ποτέ δεν επεδίωξα να μάθω περισσότερα, μια τραγικότητα, ένα μονομερές τελικά πάθος, αυτό ένιωσα, ίσως λανθασμένα, και τον έρωτα αυτό πιστεύω πως διαβάζω σε κάθε βιβλίο της, ολοκληρωμένο ή όχι. Η λογοτεχνία που μπερδεύεται με τη ζωή, και που η βιογραφία, με τις λεπτομέρειες και την επιμονή της σε μια άχρηστη ακρίβεια, είναι ικανή να γκρεμίσει, αποτελεί έναν τόπο ξέχωρο, στον οποίο η μνήμη επανέρχεται από καιρό σε καιρό, όχι μόνο όταν διαβάζει κανείς κάποιο βιβλίο του συγγραφέα, αλλά και σε στιγμές φαινομενικά άσχετες, μια αμάθεια χρήσιμη για τη φαντασία εκείνων που δεν ανεβαίνουν σε συνεδριακά βήματα.

Είναι τέτοια η δύναμη της γραφής της Μπάχμαν που ακόμα και τα προσχέδιά της γνώρισαν επιτυχία, και ακολούθως μεταφράστηκαν και αντιμετωπίστηκαν ως λογοτεχνικά έργα, με τις παρενθέσεις και τα δυσανάγνωστα σημεία τους όχι μόνο να μην ενοχλούν αλλά και να δίνουν στον αναγνώστη το απαραίτητο περιθώριο, να πάρει μια ανάσα πριν συνεχίσει παρακάτω. Τα μυθιστορήματα Μαλίνα, Η Περίπτωση Φράντσα και το Ρέκβιεμ για τη Φάννυ Γκολντμαν, θα αποτελούσαν μέρη της τριλογίας Τρόποι Θανάτου, την οποία η Μπάχμαν άφησε ημιτελή, όπως και τόσα άλλα προσχέδια έργων, με το τρίτο μέρος να αποτελεί το πλέον αποσπασματικό και ανολοκλήρωτο, και παρ' όλα αυτά ικανό να δώσει αναγνωστική απόλαυση, που άλλα, και καλά ολοκληρωμένα, έργα ούτε να αγγίξουν δεν θα μπορούσαν. Διαβάζω ξανά το κείμενο ως εδώ, και μου φαίνεται πως ρέει ικανοποιητικά, εκτός από τη λέξη απόλαυση, στην οποία κολλάει η ανάγνωση, παράταιρη, θαρρείς, καθώς στέκει· ποια απόλαυση; Εμπειρία, ναι, εμπειρία στη θέση της απόλαυσης.

Η Φάννυ θα συνειδητοποιήσει, αργά και επίπονα, πως ο νεαρός εραστής της δεν την αγαπά, αλλά την εκμεταλλεύεται για να ικανοποιήσει τις συγγραφικές του φιλοδοξίες. Μια ιστορία που θυμίζει Τα πικρά δάκρυα της Πέτρα φον Καντ, ενός άλλου σπουδαίου δημιουργού, του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, ένα θεατρικό έργο,που η κινηματογραφική του εκδοχή, σκηνοθετημένη από τον ίδιο τον συγγραφέα του, βγήκε στις αίθουσες έναν χρόνο πριν τον τραγικό χαμό της Μπάχμαν. Μια ιστορία πολυειπωμένη και όμως, λόγω του δοσίματος, ικανή να εμπλέξει συναισθηματικά τον δέκτη, όπως κάθε αυθεντική ιστορία αγάπης, με τις υπερβολές και τα κλισέ της, για τα οποία υπάρχει τέτοια ανάγκη, που δεν σταματούν στιγμή να αποτελούν πηγή έμπνευσης, είτε αυθεντικής είτε εμπορικής, εκ του αποτελέσματος κρινόμενης. Και η Μπάχμαν είχε αυτή την κατάρα/αρετή, να αφηγείται ιστορίες που εμπλέκουν τον αναγνώστη σε τέτοιο βαθμό, που να μοιάζει αδύνατο να τις θεωρήσει αποτέλεσμα φαντασίας και όχι βιώματος.

Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Άγρα         

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2015

Γραμμένα στο κορμί - Jeanette Winterson



Ένα πρωί θα ξυπνήσεις δίπλα σε μια κοπέλα, εκείνη θα κοιμάται ακόμα, θα προσέξεις κάτι ανόητο, ίσως, για παράδειγμα, πως δεν αναπνέει σωστά, το στήθος θα ανεβοκατεβαίνει σε ρυθμό κοφτό και ασταθή, αυτή η παρατήρηση θα σε ενοχλήσει, θα νιώσεις μια απέχθεια αδικαιολόγητη, γεγονός που θα σε κάνει να νιώσεις άσχημα, καθώς η ηθική θα ισορροπεί πάνω από το κρεβάτι, θα σκεφτείς, από το πουθενά και άξαφνα, εκείνη την άλλη κοπέλα, ακόμα μία -έτσι πίστευες τότε βλακωδώς καθώς φαίνεται- και ούτε μαζί της το κενό έμοιαζε να κλείνει ενώ η λέξη ανεξαρτησία μπαντιέρα σε ψηλό ιστό κυμάτιζε ακόμα. Τώρα κατάλαβες. Δεν είναι απαραίτητα αργά, δεν είναι αυτό το -μοναδικό- πρόβλημα. Μαζί της ήταν διαφορετικά, όλα ήταν διαφορετικά, το σώμα το πιστοποιεί. Το σώμα; αναρωτιέσαι, πώς θα διηγηθώ μια ερωτική ιστορία τοποθετώντας το σώμα σε πρώτο πλάνο, δεν γίνεται έτσι, λένε.

Οι νευρικές απολήξεις, κάτω από το νεκρό δέρμα, δίνουν το ερέθισμα, τη σπίθα εκείνη για μια νέα φωτιά. Ήταν ο έρωτας -ακόμα ένα- γνωστικό πεδίο στο οποίο δήλωνες μέγας γνώστης, τα ήξερες όλα, και όλα ήταν πια τόσο βαρετά και αναμενόμενα, εκτός από τότε που έκανες κήρυγμα στους αδαείς, ενίοτε από άμβωνα, και τώρα; Το παραδέχεσαι ή το αρνείσαι; Πώς προχωράς;

Ο αφηγητής στην ιστορία της Winterson - μα καλά, τι νόμιζες;- ερωτεύεται τη Λουίζ. Πλέον ναι, μπορεί να το πει: ερωτεύεται. Τυχερός, θα σκεφτεί κάποιος, τυχερός που το βίωσε, τότε θα πεταχτεί μια φωνή γνώριμη και θα ψιθυρίσει: είναι η άγνοια ευλογία συχνά. Η Λουίζ είναι παντρεμένη. Από ιστορία σε ιστορία, ο αφηγητής αναζητά την θρυλούμενη εμπειρία που αποκτά κανείς στον έρωτα και στις σχέσεις, τίποτα όμως δεν μοιάζει με αυτό, όλα συμβαίνουν για πρώτη φορά. Επιτέλους έχεις μια ιστορία να διηγηθείς, του λέει κάποιος φίλος.

Μου λείπεις, Λουίζ. Το νερό δεν σβήνει την αγάπη, ούτε την πνίγουν οι πλημμύρες. Τι σκοτώνει τότε την αγάπη; Αυτό μονάχα: η αδιαφορία. Να μη σε βλέπω όταν στέκεσαι μπροστά μου. Να μη σε σκέφτομαι για το παραμικρό. Να μην ανοίγω για σένα δρόμο φαρδύ, να μη στρώνω για σένα το τραπέζι. Να σ' επιλέγω από συνήθεια κι όχι από επιθυμία, να προσπερνάω το ανθοπωλείο χωρίς δεύτερη σκέψη. Να αφήνω άπλυτα τα πιάτα, άστρωτο το κρεβάτι, να σε αγνοώ τα πρωινά, να σε χρησιμοποιώ τα βράδια. Να ποθώ άλλη την ώρα που τσιμπάω το μάγουλό σου. Να λέω το όνομά σου χωρίς να το ακούω, να το θεωρώ δεδομένο.
Ναι ξέρω, κι εγώ την ίδια ένσταση θα διατύπωνα αν δεν γνώριζα: δεν είναι λίγο μελό όλο αυτό; Όμως ξέρω, και λέω: όχι, δεν είναι λίγο μελό, είναι πολύ, είναι τόσο όσο πρέπει για να σου βαρύνει την καρδιά, να σε ενοχλήσει στο στομάχι, να σε κάνει να λαχταρίσεις. Η  Winterson θέλει να διηγηθεί μια ερωτική ιστορία, με όλα τα κλισέ και τις υπερβολές του έρωτα, και τα καταφέρνει επιτυχώς γιατί είναι μια μαστόρισσα άφταστη σε αυτό που κάνει, υποστηρίζοντας το κάθε βιβλίο της με τα απαραίτητα λογοτεχνικά εργαλεία, λαμβάνοντας υπόψη της την παράδοση και αντιλαμβανόμενη την ανάγκη για ανανέωση, γιατί ξέρει πότε να επικεντρωθεί στην ιστορία της και πότε να τη χρησιμοποιήσει ως όχημα φιλοσοφικού στοχασμού.

Γιατί δεν ισορροπεί η πλάστιγα της αγάπης;

Είναι μια από τις λογοτεχνικές μου απορίες γιατί δεν είναι τόσο γνωστή στον τόπο μας, παρότι τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί. Δεν ξέρω. Και αν δεν ήταν η Χ. δεν θα την ήξερα ακόμα μάλλον. Όλα ξεκίνησαν με το Πάθος, συνέχισαν με το Βάρος και κατέληξαν στη βασική απαίτηση: Πες μου μια ιστορία.


Μετάφραση Σάντυ Παρίση
Εκδόσεις Λιβάνη      

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

Ερωτοτροπίες - Javier Marías




Ήταν Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου, του τρέχοντος έτους, παραμονή των γενεθλίων μου, όταν σε μια βόλτα απ' το υπόγειο της Πολιτείας, και ενώ περιφερόμουν, φαινομενικά άσκοπα και δίχως σχέδιο, γύρισα μέτωπο προς τον πάγκο της μεταφρασμένης λογοτεχνίας και αντίκρισα ένα εξώφυλλο γνώριμο. Η εικόνα δεν άργησε να καθαρίσει, συνειδητοποίησα πως ήταν το εξώφυλλο από το μυθιστόρημα του Χαβιέρ Μαρίας, Ερωτοτροπίες, κοινό με την ισπανική έκδοση, και ίσως πιο κοντά στην αισθητική μου λόγω του χάρτινου εξώφυλλου, αντίθετα με το γυαλιστερό της ισπανικής εκδοχής, που εδώ και μήνες το είχα στο σπίτι, δώρο μιας φίλης από κάποιο ταξίδι της στη Μαδρίτη, και που την έκδοσή του στα ελληνικά ανέμενα από μήνα σε μήνα, σύμφωνα πάντα με το εκδοτικό πρόγραμμα του Πατάκη, για να μου προσφέρει την απαραίτητη ασφάλεια στην υλοποίηση της πρόθεσής μου να διαβάσω στο πρωτότυπο τον αγαπημένο μου, ίσως, συγγραφέα.

Και γιατί άφησες τόσο καιρό να περάσει, δίχως να διαβάσεις το βιβλίο που περισσότερο από κάθε άλλο, σύμφωνα με τα λεγόμενά σου τουλάχιστον, περίμενες να κυκλοφορήσει, με ρώτησε μια διαδικτυακή φίλη, μήπως σε φόβισαν οι προσδοκίες ή ο ντόρος της έκδοσης, συμπλήρωσε. Όχι, της απάντησα, ούτε οι προσδοκίες ούτε ο ντόρος, απλώς περίμενα την κατάλληλη στιγμή. Αλλιώς, είναι η αλήθεια, φανταζόμουν την κατάλληλη στιγμή και αλλιώς η ζωή τα έφερε -νιώθω επιρρεπής στο κλισέ τώρα τελευταία, δίχως όμως ίχνος ενοχής ή ανασφάλειας, παραδόξως. Μια βδομάδα ιδιαίτερη ξεδιπλωνόταν εμπρός μου, δίχως να προηγηθεί σκέψη, η απόφαση λήφθηκε: Ερωτοτροπίες.

Ναι, τα πάντα εξασθενούν, όμως είναι εξίσου αλήθεια ότι τίποτα δεν εξαφανίζεται ούτε χάνεται ποτέ εντελώς, παραμένουν αδύναμοι αντίλαλοι και φευγαλέες ενθυμήσεις που αναδύονται οποιαδήποτε στιγμή σαν θραύσματα από πέτρινες στήλες στην αίθουσα κάποιου μουσείου που κανείς δεν επισκέπτεται, απονεκρωμένα σαν ερείπια από αρχιτεκτονικά τύμπανα με μισοσβησμένες επιγραφές, ύλη του παρελθόντος, ύλη βουβή, σχεδόν ανεξιχνίαστα, δίχως νόημα καλά καλά, παράλογα κατάλοιπα που διατηρούνται δίχως κανένα σκοπό, γιατί δεν θα μπορέσουν ποτέ να ανασυσταθούν και είναι τώρα πια λιγότερο φως παρά σκοτάδι και πολύ λιγότερο θύμηση παρά λήθη.
Και το απόσπασμα αυτό, περισσότερο από κάθε άλλο, σε ένα βιβλίο γεμάτο από αποσπάσματα για υπογράμμιση και αναπαραγωγή, ήταν που αποτέλεσε τη δικαίωση της επιλογής, συνδυάζοντας, όπως άλλωστε και ο Μαρίας τόσο μαεστρικά κάνει, τη λογική εξήγηση με το συναισθηματικό βίωμα.
Η τελευταία φορά που είδα τον Μιγέλ Ντεσβέρν ή Ντεβέρν ήταν και η τελευταία φορά που τον είδε η γυναίκα του, η Λουίσα, γεγονός που δεν έπαψε να είναι περίεργο και ίσως και άδικο, εφόσον εκείνη ήταν ακριβώς αυτό, η γυναίκα του, ενώ εγώ ήμουν μια άγνωστη και ποτέ δεν είχα ανταλλάξει κουβέντα μαζί του.

Η Μαρία συνηθίζει να παίρνει πρωινό σε ένα μπαρ κοντά στον εκδοτικό οίκο που εργάζεται, κάθε μέρα την ίδια ώρα, βιαστικά, ώστε να είναι τυπική στο ωράριο της, μέρα με τη μέρα μια μικροκοινωνία σχηματίζεται, άνθρωποι που δουλεύουν την ίδια ώρα και επισκέπτονται το, μάλλον αδιάφορο κατά τα λοιπά, γειτονικό μπαρ, για να πιουν έναν καφέ ή και να φάνε κάτι. Ανάμεσα σε τόσα  πρόσωπα η Μαρία ξεχωρίζει ένα ζευγάρι, τη Λουίσα και τον Μιγέλ, γεγονός που μάλλον εύκολα εξηγείται, καθώς ο καθένας εκείνο που του λείπει αναζητά, εκείνο μεγεθύνει στο μυαλό του και του δίνει την ιδανική μορφή μέσω των τρίτων, οι ζωές των οποίων φαντάζουν, μακρόθεν, ιδανικές και άκοπες, έτσι και το ζευγάρι αυτό, των οποίων τα ονόματα η Μαρία δεν θα μάθει παρά πολύ αργότερα, όταν εκείνος θα είναι πια από μέρες νεκρός και εκείνη χήρα με δύο παιδιά, δείχνει να είναι ευτυχισμένο με έναν τρόπο ασυνήθιστο, που δεν ταιριάζει σε παντρεμένους με παιδιά. Και είναι αυτή η ευτυχία που έλκει την παρατήρηση και τη φαντασία της Μαρίας, σαν μια επιβεβαίωση πως η ευτυχία ναι, όντως υπάρχει. Και μια μέρα το ζευγάρι δεν θα εμφανιστεί, και η Μαρία δεν θα δώσει σημασία, παρά αρκετά αργότερα, καθώς η πρωινή απουσία τους από το μπαρ θα γίνει κανόνας, και μια συνάδελφός της, πιο ευαίσθητη από την ίδια στα κοινωνικά, θα της δείξει τη φωτογραφία του Μιγέλ Ντεσβέρν ή Ντεβέρν μαχαιρωμένου και με μισόβγαλτο το πουκάμισο, και εκείνη, σοκαρισμένη από την βίαιη αυτή εξέλιξη, θα συναντήσει τη Λουίσα, και θα εμπλακεί στα γρανάζια μιας ιστορίας σκοτεινής, αφήνοντας για πάντα πίσω της το ρόλο του απλού παρατηρητή.

Και είναι αυτός ο τρόπος του Μαρίας, ή καλύτερα μάλλον η ικανότητά του να διακρίνει, ή καλύτερα να δημιουργεί την κατάλληλη στιγμή εισόδου στο δράμα του αφηγητή-παρατηρητή σε μια ιστορία σκοτεινή, στην οποία, αν γνώριζε τις συνέπειες, σίγουρα θα απέφευγε να ανακατευτεί, μα που τώρα πια είναι αργά, και δεν του απομένει άλλη διέξοδος από την εξιστόρηση. Και είναι αυτός ο χαρακτηριστικός τρόπος του Μαρίας να διηγείται, με έναν διάχυτο εγκεφαλικό συναισθηματισμό, με μια ψυχρότητα στην παρατήρηση και στον συλλογισμό, δίχως να στερεί τίποτα από την εξέλιξη της πλοκής, πλοκής σφικτής και δουλεμένης στη λεπτομέρεια, ένα μείγμα συμπυκνωμένο, στο σχήμα της σπείρας, με ένα υπόγειο χιούμορ, μαύρο, για να ταιριάζει με την ιστορία του, διαρκώς παρόν. Με μια γοητευτική αίσθηση παρορμητικής γραφής να σκεπάζει σαν πέπλο τη λεπτοδουλειά, ίδιον ενός μεγάλου καλλιτέχνη, που σκοπός του δεν είναι να εντυπωσιάσει, επιδεικνύοντας ούτε την τεχνική ούτε το ταλέντο του, τοποθετώντας εμπόδια στον αναγνώστη, αλλά επιθυμεί -και επιτυχώς καταφέρνει- να παραδώσει ένα έργο προσιτό, μα πολυεπίπεδο.

Και γιατί αυτός ο τόσο προσωπικός, από μεριάς μου, πρόλογος άραγε, θα αναρωτηθεί κανείς, και με το δίκιο του· η σχέση μου με τον συγγραφέα δεν αρκεί. Ο Μαρίας έχει την απάντηση:
Το τι έγινε είναι το λιγότερο. Μια νουβέλα είναι, και ό,τι συμβαίνει στις νουβέλες και τα μυθιστορήματα δεν έχει σημασία και λησμονιέται μόλις τα τελειώσει κανείς. Το ενδιαφέρον είναι ότι οι δυνατότητες και οι ιδέες που μας ενσταλάζουν και μας μεταβιβάζουν μέσα από τις φανταστικές τους υποθέσεις μάς μένουν με μεγαλύτερη σαφήνεια απ' ό,τι τα πραγματικά συμβάντα και τις λαμβάνουμε πιο πολύ υπόψη.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Χριστίνα Θεοδωροπούλου
Εκδόσεις Πατάκη
       

Τρίτη, 2 Ιουνίου 2015

Γκιακ - Δημοσθένης Παπαμάρκος





Από τον περασμένο Δεκέμβρη, όταν και κυκλοφόρησε αυτή η συλλογή διηγημάτων, μέχρι και σήμερα, δεν έχουν σταματήσει οι κριτικές, αποθεωτικές στην πλειονότητά τους, προερχόμενες μάλιστα από διαφορετικές μεριές, αναγκάζοντας βιβλιοκοινότητες αντίπαλες να συμφωνήσουν, κατ' εξαίρεση, μεταξύ τους. Και επίσης, είναι μία από εκείνες τις ευτυχείς, μα σπάνιες, συγκυρίες, που κοινό και κριτικοί συμφωνούν, αφού οι έπαινοι δεν είναι δυσανάλογοι των πωληθέντων αντιτύπων. Κι εγώ που τόσα άκουγα και όλο μίκραινα το καλάθι των προσδοκιών, παρότι η ΜεταΠοίηση, η προηγούμενη συλλογή διηγημάτων του Παπαμάρκου, πολύ μου είχε αρέσει, κυρίως γιατί τολμούσε να κοιτάξει λίγο προς τα εμπρός, να επιχειρήσει, έστω και ένα διστακτικό, βήμα προς την ανανέωση τόσο σε επίπεδο θεματικής όσο και τεχνικής, να ενσωματώσει όχι μόνο τις διαθήκες του παρελθόντος αλλά και τα μηνύματα του παρόντος, εγχώρια και μη, επικεντρωμένος όμως, όπως είναι φυσικό άλλωστε, στο μεγάλο πάθος του, την Ιστορία. Και ήταν εξαιτίας μιας Ισπανίδας, της Λ., μεταφράστριας, η οποία από χρόνια ζει στον τόπο μας, που παραμέρισα τελικά τις επιφυλάξεις μου, όχι αμέσως, όταν με ενθουσιασμό μού μίλησε για το Γκιακ, κι εγώ, ο άπιστος, τη ρώτησα: μα δεν είχες πρόβλημα με τη ντοπιολαλιά; Όχι ιδιαίτερο, μου είπε, και όταν κάπου δυσκολευόμουν, το διάβαζα δυνατά, να το ακούσω και τότε το ένιωθα. Τότε ήταν που ήξερα πως είχε φτάσει η στιγμή, και η τελευταία μου ένσταση, σχετικά με την αυθεντικότητα, υποχώρησε.

Είναι η ντοπιολαλιά και η παράδοση ένας τόπος, στον οποίο πολλοί δημιουργοί κρύφτηκαν, και ακόμα κρύβονται, τόσο για να μακιγιάρουν τις δεδομένες λογοτεχνικές τους αδυναμίες, όσο, και κύρια, για να συγκινήσουν, να εκβιάσουν το συναίσθημα. Η περίπτωση του Παπαμάρκου δεν είναι η παραπάνω, λίγες σελίδες αρκούν για να νιώσει ο αναγνώστης την αυθεντικότητα του λόγου, τη δυναμική του βιώματος, την ανάγκη τελικά του συγγραφέα να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα του τόπου του, για να διηγηθεί ιστορίες από το παρελθόν, ιστορίες που αφήνουν μια κάθε άλλο παρά ευχάριστη γεύση των περασμένων, σκληρές καθώς είναι, ποτισμένες με αίμα και δίχως περιττά στολίδια.

Τον Παπαμάρκο δείχνει να τον απασχολεί η σκιά της Ιστορίας, η ασμίλευτη όψη της, η διάρρηξη της σιωπηλής συμφωνίας για απόκρυψη και συγκάλυψη. Αυτό μοιάζει να είναι το κίνητρό του όταν επιλέγει να διηγηθεί ιστορίες στρατιωτών, που άφησαν τα χωριά τους και βρέθηκαν να πολεμούν στα βάθη της της Μικράς Ασίας, λίγο πριν το όραμα μιας Μεγάλης Ελλάδας υποχωρήσει κάτω από την αντεπίθεση του τούρκικου στρατού, επιλέγει να μιλήσει για όσα έγιναν τότε, όχι απαραίτητα ηρωικά, σε καμία περίπτωση για να δικαιολογήσει όσα ακολούθησαν, αλλά για να αναφερθεί σε όσα η επικρατούσα Ιστορία παρέλειψε. Τον εμπνέει όμως και η ζωή στην επαρχία, ελάχιστα ρομαντική και αγνή, με τα μυστικά της κρυμμένα καλά, τα στόματα κλειστά, έναν κώδικα τιμής και ηθικής άγραφο και πανίσχυρο, την οικογένεια και την εκκλησία να διαδραματίζουν ρόλο σημαντικό. Άνθρωποι που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους, δίχως τη θέλησή τους, υπό την απειλή της ζωής τους, άλλοι έριξαν μαύρη πέτρα πίσω τους και άλλοι το έβαλαν πείσμα να επιστρέψουν, έστω και νεκροί στον τόπο τους. Αυτή η σκληρότητα, που παραλείπεται συνήθως, από μια νοσταλγία αφελή και μια διάθεση βουκολική, προερχόμενη από ανθρώπους της πόλης, που επισκέπτονται το χωριό τους για διακοπές, δίχως να έχουν περάσει έναν χειμώνα εκεί.

Η έντονη προφορικότητα του λόγου, εκείνο που η Λ. τόσο σωστά περιέγραψε, είναι σίγουρα το δυνατό σημείο της συλλογής, καθώς ο Παπαμάρκος επιτυχάνει να αποδώσει στο χαρτί μια γλώσσα πρωτίστως προφορική, προσδίδοντάς της την απαραίτητη αυθεντικότητα, δίχως όμως να στερείται, με αχρείαστη σοβαροφάνεια και λεκτική επιτήδευση, τη δεδομένη ευκολία της λαϊκής παράδοσης στην πρόσληψή της, ανεξάρτητα από την εκπαίδευση, την ηλικία ή την καταγωγή του αναγνώστη. Οι ιστορίες, γνώριμες από παλιά, με διαφορετικούς ήρωες σε άλλες εποχές, σε μια αέναη επανάληψη της μεγάλης Ιστορίας, ειπωμένες με μια ειλικρίνεια ικανή να χαράξει κάποιες εξ αυτών βαθιά στο μυαλό του αναγνώστη.

Αυτή είν' η αλήθεια όμως. Ούτε περηφανεύομαι ούτε ντρέπομαι. Εγώ έκανα αυτό που έκρινα για τη δικιά μ' οικογένεια. Εσύ κρίνεις για τη δικιά σ'.             

Εκδόσεις Αντίποδες